ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 29 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή παρούσα διαφορά έχει ὡς ἀντικείμενο τή διαδικασία μεταθέσεως ενός κοινοτικοῦ υπαλλήλου στό εσωτερικό ενός ὀργάνου. Τά περιστατικά μπορούν νά συνοψιστούν μέ συντομία. Μιά ἀνακοίνωση πρός τό προσωπικό τῆς γενικής γραμματείας τοῦ Συμβουλίου, ἡ 189/78, μέ ημερομηνία 11 Αυγούστου 1978, γνωστοποιοῦσε στους ενδιαφερόμενους μόνιμους υπαλλήλους μέ βαθμό Α7/Α6 ὅτι μπορούσαν νά ζητήσουν μετάθεση σέ μιά θέση πού εἶχε κενωθεί γιά ἕνα χρόνο στή γενική διεύθυνση Ε, διεύθηνση III, σέ συνδυασμό μέ τίς ἀνάγκες τῆς υπηρεσίας ὡς πρός τίς διαπραγματεύσεις περί προσχωρήσεως νέων Κρατών μελών. Ό Korter ὑπέβαλε τήν υποψηφιότητα του στίς 27 Σεπτεμβρίου 1978, άλλά ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου προσωπικοῦ τόν πληροφόρησε, μέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 6ης Φεβρουαρίου 1979, ὅτι δέν εἶχαν γίνει δεκτές οὔτε ἡ δική του ούτε άλλες ἀνάλογες αἰτήσεις.
Μετά ἀπό λίγες ἡμερες ὁ Korter ἀπευθύνθηκε στό διευθυντή τῆς διοικήσεως μέ επιστολή τῆς 23ης Φεβρουαρίου 1979, στην ὁποία ἀμφισβητοῦσε ὅτι ἡ ἀνακοίνωση πού εἶχε λάβει προερχόταν ἀπό τήν ἁρμόδια ἀρχή καί ζητοῦσε διευκρινίσεις σχετικά. Ή ἀπάντηση ήταν ὅτι τό σημείωμα τῆς 6ης Φεβρουαρίου είχε «πληροφοριακό ἁπλώς χαρακτήρα» καί ὅτι ὁ προϊστάμενος τῆς υπηρεσίας προσωπικού είχε εξουσία νά τό ὑπογράψει. Ό Korter τότε ζήτησε, μέ επιστολή τῆς 19ης Μαρτίου 1979, νά λάβει ή ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή ἀπόφαση ἐπί τῆς αἰτήσεώς του περί μεταθέσεως. Ή διοίκηση ὅμως επιβεβαίωσε (στίς 25 'Απριλίου 1979) τόν πληροφοριακό χαρακτήρα τῆς ἀνακοινώσεως τῆς τῆς 6ης Φεβρουαρίου καί διευκρίνισε ὅτι ἐν πάση περιπτώσει ἡ ΑΔΑ δέν έχει υποχρέωση νά ἀπαντήσει στίς αἰτήσεις υποψηφιότητας πού υποβάλλουν οἱ υπάλληλοι στό πλαίσιο μιᾶς εσωτερικής διαδικασίας μεταθέσεως, ὅπως αυτή περί τῆς ὁποίας πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.
Κατά τῆς ἀρνητικής αὐτής στάσεως ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀντέδρασε υποβάλλοντας ένσταση, μέ τήν ὁποία ζητούσε νά κάνει τό Συμβούλιο δεκτή τήν αἴτησή του περί μεταθέσεως ἡ τουλάχιστον νά ἀποφανθεί σχετικά. 'Από τήν πλευρά του ὁ γενικός γραμματεύς τοῦ Συμβουλίου τοῦ γνωστοποίησε μέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 27ης 'Ιουνίου 1979 ὅτι στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας πού θεσπίστηκε μέ τό πρωτόκολλο τῆς 5ης 'Απριλίου 1978 καί εφαρμόστηκε γιά τήν πλήρωση τῆς κενής θέσεως δέν ήταν θέμα τῆς ΑΔΑ ἡ λήψη τῆς ἀποφάσεως, ὅτι πράγματι δέν εἶχει ληφθεί καμιά ἀπόφαση καί ὅτι συνεπώς ἡ ένσταση δέν μποροῦσε νά θεωρηθεί σύμφωνη μέ τό άρθρο 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθ' ὅσον άνευ ἀντικειμένου. Ό Korter τότε ἀπευθύνθηκε στό Δικαστήριο αυτό μέ προσφυγή τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1979, μέ τήν ὁποία ζητούσε νά καταδικαστεί τό Συμβούλιο νά λάβει ἀπόφαση υποκείμενη σέ ένδικα μέσα ἐπί τῆς αἰτήσεώς του τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1978 περί μεταθέσεως.
2.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ παρούσα υπόθεση εἶναι μιά ἀπό αυτές πού ρυθμίζονται ἀπό τό συμπληρωματικό πρωτόκολλο, τό όποιο συνάφθηκε στίς 5 'Απριλίου 1978 μεταξύ τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ Συμβουλίου καί τῶν ὀργανώσεων πού ἐκπροσωποῦν τό προσωπικό (τό κείμενο τοῦ πρωτοκόλλου περιέχεται στην ἀνακοίνωση 77/78 πρός τό προσωπικό τῆς γενικής γραμματείας τοῦ Συμβουλίου τῆς 14ης 'Απριλίου 1978). Τό πρωτόκολλο προβλέπει στό σημείο ΙV παράγραφος 1 ὅτι «κάθε διαθέσιμη θέση ... γνωστοποιεῖται στό προσωπικό μέ ἀνακοίνωση περί τῆς δυνατότητας (avis de mutation) καί συνοδεύεται ἀπό τήν περιγραφή τῶν καθηκόντων καί πρόσκληση γιά τήν υποβολή υποψηφιοτήτων». Ή ίδια διάταξη προσθέτει ἀμέσως μετά ὅτι «ὁ ιεραρχικά προϊστάμενος έχει τήν ευχέρεια νά επιλέξει εἴτε μεταξύ τῶν ὑποψηφίων πού ζητοῦν τή μετάθεση τους κατόπιν τῆς δημοσιεύσεως αυτής εἴτε έκτός τοῦ κύκλου αὐτοῦ» καί διευκρινίζει ὅτι ἐν πάση περιπτώσει «ή επιλογή αυτή δέν μπορεί νά γίνει μέ άλλο κριτήριο ἐκτός ἀπό τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί μόνο».
Πρέπει πάντως νά ληφθεί υπόψη καί τό άρθρο 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, τό όποιο ὁρίζει ὅτι «ή ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή τοποθετεί, μέ διορισμό ή μετάθεση, πρός τό συμφέρον καί μόνο τῆς υπηρεσίας καί χωρίς νά λαμβάνει υπόψη τήν ιθαγένεια, κάθε υπάλληλο σέ θέση τῆς κατηγορίας ἡ τοῦ κλάδου του πού αντιστοιχεί στό βαθμό του». Τό δεύτερο εδάφιο προσθέτει ὅτι «ὁ υπάλληλος δύναται νά ζητήσει νά μετατεθεί εντός τοῦ ὀργάνου του».
Οἱ διάδικοι υποστηρίζουν ἀντιτιθέμενες ἀπόψεις ὡς πρός τή σχέση μεταξύ τῶν ἀνωτέρω κανόνων. Κατά τό Συμβούλιο, ἡ διαδικασία πού θεσπίζεται μέ τό πρωτόκολλο έχει ὡς σκοπό νά παρέχει σέ σύντομο χρόνο, τόσο στή διοίκηση ὅσο καί στό προσωπικό, πλήρεις πληροφορίες, ώστε νά καθίσταται δυνατή ἡ ταχεία καί ὀρθολογιστική πλήρωση τῶν κενῶν θέσεων μέ μετάθεση εντός τοῦ ὀργάνου: ἡ διαδικασία αυτή επιτρέπει πράγματι ἀφ᾽ ἑνός μέν τήν έγκαιρη πληροφόρηση τῶν ενδιαφερόμενων τόσο γιά τήν ὕπαρξη τῆς κενής θέσεως, ὅσο καί γιά τά κριτήρια τῶν ὁποίων ἡ διοίκηση έχει τήν πρόθεση νά προβεί στην πλήρωση, ἀφ᾽ έτερου δέ τή γνωστοποίηση στή διοίκηση τῶν επιθυμιών τῶν υπαλλήλων. Ή διαδικασία αυτή έχει διερευνητικό καί προκαταρκτικό ἁπλώς χαρακτήρα καί επομένως εἶνει τελείως διαφορετική ἀπό τή μετάθεση τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή κυριότερη διαφορά ἔγκειται στό γεγονός ὅτι στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας πού θεσπίζεται στό πρωτόκολλο δέν υπάρχει υποχρέωση τῆς ΑΔΑ νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν αἰτήσεων μεταθέσεως, ἐνῶ τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιβάλλει στή διοίκηση τήν υποχρέωση αυτή σέ σχέση μέ τίς κανονικές διαδικασίες.
'Αντίθετα, κατά τόν προσφεύγοντα, ἡ ρύθμιση τοῦ πρωτοκόλλου πρέπει νά ἑρμηνευτεί στό πλαίσιο τοῦ άρθρο 7 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως. Ή ρύθμιση αυτή στην πραγματικότητα ὁρίζει τους ειδικότερους τρόπους πληρώσεως των κενών θέσεων, χωρίς ὅμως νά επηρεάζει τή φύση τῆς αιτήσεως μεταθέσεως, πού παραμένει ἡ ἴδια καί κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἑπομένως στην ΑΔΑ εναπόκειται πάντα καί μόνο σέ αυτή νά ἀποφανθεί ἐπί αἰτήσεων αὐτοῦ τοῦ είδους.
Κατά τή γνώμη μου δεκτή πρέπει νά γίνει ή τελευταία αυτή ερμηνεία. Κατ' ἀρχήν στό πρωτόκολλο γίνεται πράγματι λόγος γιά «μετάθεση», χρησιμοποιείται δηλαδή ή ίδια ὁρολογία, ὅπως καί στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεύτερον, τό πρωτόκολλο δέν μπορεί νά ἀποκλίνει ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, εξουσιοδοτώντας υπαλλήλους ενδιάμεσου ἱεραρχικοῦ επιπέδου νά ἀποφαίνονται ἐπί τῶν αἰτήσεων μεταθέσεως, ἀφοῦ οἱ συμφωνίες μέ τίς συνδικαλιστικές ὀργανώσεις δέν συνεπάγονται παρά μόνο τόν αὐτοπεριορισμό τοῦ ὀργάνου πού συμμετέχει στή συμφωνία κατά τήν άσκηση τῶν ἁρμοδιοτήτων του στόν τομέα τῶν σχέσεων μέ τό προσωπικό καί βεβαίως δέν μποροῦν νά τροποποιήσουν τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, πού έχει τή μορφή κοινοτικοῦ κανονισμοῦ.
Τρίτον, τό κείμενο τῆς συμφωνίας μέ τίς συνδικαλιστικές ὀργανώσεις δέ δικαιολογεί τήν άποψη ὅτι επιδιωκόταν ἡ θέσπιση μιᾶς αυτόνομης διαδικασίας έναντι τῆς διαδικασίας τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ιδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ τήν εξουσία επιλογής τοῦ υπαλλήλου πού πρέπει νά μετατεθεί, τήν οποία τό πρωτόκολλο παρέχει στον ιεραρχικά προϊστάμενο τοῦ τμήματος στό όποιο θά γίνει ἡ μετάθεση, ή εξουσία αυτή μπορεί καί πρέπει νά νοηθεί ἐναρμονισμένη μέ τήν εξουσία γιά τή λήψη ἀποφάσεως ἐπί τῆς μεταθέσεως, ἡ οποία ἀνήκει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, στην ΑΔΑ.
Παρατηρώ σχετικά ὅτι πρέπει νά ἀποκλειστεί ἡ δυνατότητα νά θεωρηθεί ὅτι ἡ ἀνωτέρω διάταξη τοῦ πρωτοκόλλου περιέχει μεταβίβαση εξουσίας ἀπό τήν ΑΔΑ στους ιεραρχικά προϊσταμένους, ὅσον άφορᾶ τήν εξουσία νά ἀποφασίζουν ἐπί τῶν μεταθέσεων. Δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι βάσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 14ης Μαΐου 1962 (GU 5 τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1963, ΕΕ εἰδ. εκδ. 5 τόμ. 01/001, σ. 86), «οἱ εξουσίες, οἱ όποιες ἀνατίθενται ἀπό τόν κανονισμό περί τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων στην ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή ... ἀσκοῦνται ... ἀπό τό γενικό γραμματέα» καί ὅτι αὐτός εἶναι εξουσιοδοτημένους μέ τή σειρά του νά μεταβιβάζει στό γενικό διευθυντή διοικήσεως ὅλες ἡ τμήμα τῶν εξουσιών του μόνο ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους τῶν κατηγοριών Β, C καί D , καί ὄχι επομένως ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους τῆς κατηγορίας Α, στην ὁποία ἀνήκει ὁ προσφεύγων. Πρέπει επιπλέον νά ληφθεί υπόψη ὅτι τό πρωτόκολλο μιλάει γενικά γιά «ἱεραρχικά προϊστάμενο» καί κατ' αυτό τόν τρόπο δέν προσδιορίζει μέ την ἀναγκαία σαφήνεια ποιός έχει δικαίωμα νά ἀσκήσει την εξουσία αυτή, ὅταν μεταβιβαστεί. Κατά συνέπεια ἡ άποψη ὅτι τό πρωτόκολλο περιέχει μεταβίβαση εξουσίας πρέπει νά ἀπορριφθεί.
"Αλλη εἶναι, κατά τή γνώμη μου, ἡ λύση. Τό δικαίωμα επιλογής πού τό πρωτόκολλο ἀναγνωρίζει στον ἱεραρχικά προϊστάμενο πρέπει νά νοηθεί κατά τήν έννοια ὅτι ή διοίκηση υποσχέθηκε στίς ὀργανώσεις τοῦ προσωπικού νά συμμορφώνεται μέ τήν άποψη τοῦ ενδιαφερόμενου ἱεραρχικά προϊσταμένου ὡς πρός τήν πλήρωση τῆς κενής θέσεως, ώστε νά ικανοποιοῦνται κατά τόν καταλληλότερο τρόπο οἱ ἀνάγκες τῆς υπηρεσίας. Ή εξουσία ὅμως λήψεως τῆς τυπικής ἀποφάσεως γιά τή μετάθεση παραμένει, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, στην ΑΔΑ καί επομένως δέν μπορεί νά ἀσκηθεί, ὁπως εἴδαμε, παρά ἀπό τό γενικό γραμματέα τοῦ Συμβουλίου, ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους τῆς κατηγορίας Α.
3.
Ὑπό τό φως τῶν παρατηρήσεων πού διατυπώθηκαν ὥς ἐδῶ, εἶναι δυνατή ή εκτίμηση τῶν διαφόρων φάσεων τῆς διαδικασίας γιά τήν προσωρινή πλήρωση μιας κενής θέσεως, ὅπως εξελίχθηκε στην προκειμένη υπόθεση καί ἀπό τήν ὁποία ἀνέκυψε ἡ παρούσα διαφορά.
Όσον ἀφορᾶ τήν αίτηση μεταθέσεως πού υπέβαλε ὁ Korter στίς 27 Σεπτεμβρίου 1978, κατά τή γνώμη μου εμπίπτει στό πεδίο ἐφαρμογής ὄχι μόνο τοῦ σημείου ΙV παράγραφος 1 τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1978, άλλά καί τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πού ἀναγνωρίζει ρητά στόν υπάλληλο τή δυνατότητα «νά ζητήσει νά μετατεθεί εντός τοῦ ὀργάνου του». Αυτό πού προβλέπεται σχετικά ἀπό τό πρωτόκολλο τοῦ 1978 (ὅτι δηλαδή μετά τή γνωστοποίηση τῆς κενῆς θέσεως οἱ ενδιαφερόμενοι πρέπει νά υποβάλουν αίτηση μεταθέσεως) δέν μπορεί νά ὁδηγήσει στό συμπέρασμα ὅτι ἡ αίτηση αυτή δέν ἐμπίπτει στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως: ἡ διαδικασία πού θεσπίζει τό πρωτόκολλο δέν εἶναι διαφορετική ἀπό τή διαδικασία πού βασίζεται στό άρθρο 7. Ἀπό αυτό συνάγεται ὅτι ἡ ΑΔΑ ήταν ὑποχρεωμένη νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς αιτήσεως μεταθέσεως τοῦ Korter καί ὅτι ἡ σχετική παράλειψη μπορούσε νά προσβληθεί τόσο κατά τή διοικητική διαδικασία, ὅσο καί ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως.
Τό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς διοικήσεως τῆς 6ης Φεβρουαρίου 1979, πού γνωστοποιούσε στον προσφεύγοντα ὅτι δέν εἶχαν γίνει δεκτές τόσο ἡ δική του, οσο καί ολες οἱ άλλες αἰτήσεις γιά τήν κενή θέση, δέν μπορούσε νά ἀποτελεί ἀπόφαση ἐπί τῆς ἐν λόγω αιτήσεως, ἀφοῦ επρόκειτο, ὀρθά τόνισε ὁ δικηγόρος τοῦ Korter, γιά τήν άποψη ὄχι τῆς ΑΔΑ, άλλά τοῦ υπαλλήλου πού ήταν προϊστάμενος τοῦ τμήματος προσωπικού, δηλαδή τοῦ Η. Van Guyse. Γιά τους ίδιους λόγους δέν μπορούν νά χαρακτηριστούν ὡς ἀποφάσεις τῆς ΑΔΑ τά άλλα δύο σημειώματα πού ἡ διοίκηση έστειλε στον ενδιαφερόμενο στίς 19 Μαρτίου καί στίς 25 'Απριλίου 1979, τά όποια επιβεβαίωναν τό περιεχόμενο τοῦ σημειώματος τοῦ Φεβρουαρίου. Ούτε τό ἕνα ούτε τό άλλο προέρχονταν ἀπό τήν ΑΔΑ: τό πρώτο συγκεκριμένα έφερε τήν υπογραφή τοῦ Uebel, μέ μνεία τοῦ ὅτι υπέγραφε εκείνος ἀντί γιά τό διευθυντή Pourvoyeur, καί τό δεύτερο τήν υπογραφή τοῦ ἴδιου τοῦ Pourvoyeur.
Τελευταίο ήλθε τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ γενικού γραμματέως Hommel τῆς 27ης 'Ιουνίου 1979. Κατά τή γνώμη μου, μέ αυτό ή ΑΔΑ λαμβάνει θέση ἐπί τῆς αἰτήσεως μεταθέσεως τοῦ Korter καί επομένως τό σημείωμα αυτό ἀποτελεί ἀπόφαση τῆς διοικήσεως υποκείμενη τόσο σέ ένσταση, ὅσο καί σέ προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Πράγματι στό σημείωμα αυτό ὁ γενικός γραμματεύς υποστηρίζει ὅτι ἡ ΑΔΑ δέν ήταν υποχρεωμένη νά λάβει ἀπόφαση ἐπί τῶν αιτήσεων μεταθέσεως πού εἶχαν ὑποβληθεί στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας πού προβλέπεται στό πρωτόκολλο πού έχει ήδη ἀναφερθεῖ καί ὅτι ὁ Van Guyse, υπεύθυνος τοῦ τομέα «προσωπικό», ήταν αρμόδιος νά υπογράψει τό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 6ης Φεβρουαρίου 1979. Ό γενικός γραμματεύς πάντως, επιβεβαιώνοντας ἀκριβῶσ τίς προγενέστερες ἀπαντήσεις τῆς διοικήσεως ὡς πρός τήν ἁρμοδιότητα τοῦ Van Guyse, στην ουσία υιοθέτησε τίς ἀποφάσεις πού εἶχε ήδη λάβει καί ἀνακοινώσει ἡ διοίκηση σέ ενδιάμεσο ιεραρχικό επίπεδο, καί πού είχαν ὡς κύριο ἀντικείμενο τήν ἀπόρριψη ὅλων τῶν αιτήσεων μεταθέσεως. Μέ αυτό τόν τρόπο ὁ γενικός γραμματεύς ουσιαστικά ἀποφάσισε, ἔστω καί σιωπηρώς, τήν ἀπόρριψη τῆς αιτήσεως μεταθέσεως τοῦ Korter. Οὔτε πιστεύω ὅτι ἡ ἐρμηνεία αυτή μπορεί νά ἀπορριφθεί λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ γενικός γραμματεύς, στην ίδια επιστολή, επέμεινε στόν ειδικό χαρακτήρα τῆς διαδικασίας πού θεσπίζεται στό σημείο ΙV τοῦ πρωτοκόλλου καί έφτασε στό σημείο νά μεταβαπτίσει τήν ἴδια τή διαδικασία σέ «appel de candidatures pour un poste disponible» («πρόσκληση γιά τήν υποβολή υποψηφιοτήτων γιά μιά διαθέσιμη θέση»), ἐνῶ ἡ ἀνακοίνωση πρός τό προσωπικό της 11ης Αυγούστου 1978 μιλοῦσε γιά «demandes de changement d'affectation (mutation)» [«αιτήσεις ἀλλαγῆς τοποθετήσεως (μεταθέσεως)»]. 'Έχω ήδη εξετάσει τήν άποψη αυτή καί δέ χρειάζεται παρά νά παραπέμψω στά επιχειρήματα πού ἀνέπτυξα γιά νά τήν ἀνασκευάσω.
4.
Εἴδαμε ὅτι ὁ προσφεύγων κατηγορεί τό καθ' οὗ όργανο ὅτι δέν έχει λάβει καμιά ἀπόφαση, πού νά υπόκειται σέ προσβολή, ἐπί τῆς αιτήσεως μεταθέσεως πού υπέβαλε στίς 27 Σεπτεμβρίου 1978. Μέ άλλα λόγια, αυτό πού καταλογίζει στή διοίκηση δέν εἶναι ὅτι ἀρνήθηκε νά τόν τοποθετήσει στην κενή θέση, άλλα μάλλον ὅτι δέν έλαβε καμιά ἀπόφαση, οὔτε ευνοϊκή ούτε δυσμενή, ἐπί τῆς αιτήσεως του. Ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος αὐτοῦ τό καθ' οὗ πρόβαλε εξαρχής ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγῆς, τόσο λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος, ὅσο καί λόγω ελλείψεως ἀντικειμένου.
Κατά τή γνώμη μου, ἡ ένσταση ἀπαραδέκτου λόγω ελλείψεως έννομου συμφέροντος εἶναι βάσιμη. Ἔννομο συμφέρον υπάρχει, ἐφ' ὅσον ἡ ἀπόφαση πού καλείται ὁ δικαστής νά εκδώσει ἀποτελεί πρόσφορο μέσο γιά τήν ικανοποίηση τοῦ ουσιαστικοῦ συμφέροντος πού προσβάλλεται (κατά τους ισχυρισμούς αὐτοῦ πού ζήτᾶ τήν παροχή έννομης προστασίας) ἀπό τή συμπεριφορά τοῦ ἀντιδίκου. Στην περίπτωση μας θά ὑπῆρχε έννομο συμφέρον, ἄν ἡ ἀπόφαση, ή έκδοση τῆς ὁποίας ζητείται ἀπό τό Δικαστήριο, μποροῦσε νά ἱκανοποιήσει τό συμφέρον πού έχει ὁ προσφεύγων νά επιτύχει τήν έκδοση ἀποφάσεως ἀπό τή διοίκηση ἐπί τῆς αιτήσεως του περί μεταθέσεως. "Αν ὅμως ἀληθεύει (ὅπως πιστεύω) ὅτι ὁ γενικός γραμματεύς τοῦ Συμβουλίου ουσιαστικά ἀποφάσισε μέ τήν επιστολή του τῆς 27ης 'Ιουνίου 1979 νά ἀπορρίψει τήν αίτηση μεταθέσεως τοῦ Korter δέν μπορεί νά συναχθεί ἀπό τή στάση τῆς διοικήσεως ὅτι ὑπάρχει ἡ παράλειψη πού τῆς καταλογίζει ὁ προσφεύγων. Ἀφοῦ υπάρχει ήδη ἀπόφαση τῆς διοικήσεως, δέ φαίνεται νά έχει έννοια τό αἴτημα νά καταδικαστεί ἡ ἴδια διοίκηση νά λάβει ἀπόφαση ἐπί τοῦ 'ίδιου θέματος, ὁποιοδήποτε καί ἄν εἶναι τό περιεχόμενο της.
Τό καθ' οὗ προβάλλει περαιτέρω τήν ένσταση ἀπαραδέκτου καί λόγω ελλείψεως ἀντικειμένου: ἡ προσφυγή δηλαδή δέ στρέφεται κατά πράξεως τοῦ ὀργάνου πού θίγει τά συμφέροντα τοῦ προσφεύγοντος, ἀφοῦ δέν υπάρχει ὁποιαδήποτε τέτοια πράξη. Σχετικά παρατηρώ ὅτι ἡ πράξη πού θίγει τά συμφέροντα τοῦ προσφεύγοντος συγκεκριμενοποιήθηκε σαφώς, ὅταν ὁ γενικός γραμματεύς ἀπέρριψε την αίτηση μεταθέσεως. Ό προσφεύγων ὅμως δέν πρόσβαλε την πράξη αύτη, ἀλλά την παράλειψη της διοικήσεως (την υποτιθέμενη έλλειψη ἀποφάσεως), ἐνῶ στίς 25 Σεπτεμβρίου 1979 (ὅταν ασκήθηκε ἡ προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου) ὁ γενικός γραμματεύς τοῦ Συμβουλίου εἶχε ήδη ἀποφανθεί ἐπί τῆς αιτήσεως μεταθέσεως. Κατά συνέπεια ή προσφυγή εἶναι άνευ ἀντικειμένου καί πρέπει νά γίνει δεκτή καί ἡ δεύτερη ένσταση ἀπαραδέκτου.
5.
Πρέπει ἐν πάση περιπτώσει νά ἐξεταστούν καί οἱ ισχυρισμοί ἐπί τῆς ουσίας τῆς υποθέσεως. Κατά τόν προσφεύγοντα, ή υποτιθέμενη παράλειψη τῆς διοικήσεως παραβιάζει τά άρθρα 7, 25 καί 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. "Οσον άφορᾶ τό άρθρο 7, ὁ Korter ισχυρίζεται ὅτι, ἐφ' ὅσον αυτός εἶχε υποβάλει αἴτηση μεταθέσεως πού ενέπιπτε στη διάταξη αυτή, ἡ διοίκηση ήταν υποχρεωμένη νά ἀποφασίσει επειδή ὅμως παρέλειψε νά ἀποφασίσει, παρέβη την ἐν λόγω διάταξη. Εἶναι ἐν τούτοις σαφές ὅτι ή επιχειρηματολογία αύτη δέν μπορεί νά γίνει δεκτή. 'Ακόμη καί ἄν τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πράγματι εφαρμόζεται στην αἴτηση μεταθέσεως τοῦ Korter, δέν ἀληθεύει τό γεγονός ὅτι ἡ διοίκηση παρέλειψε νά ἀποφασίσει. Προσπάθησα νά εξηγήσω μέ σαφήνεια την άποψη μου σχετικά καί δέ χρειάζεται νά επαναλάβω ὅ, τι έχω ήδη πει.
Ὅσον άφορᾶ κατόπιν τήν υποτιθέμενη παράβαση τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — πού ὁρίζει μεταξύ άλλων ὅτι κάθε ἀπόφαση εἰς βάρος υπαλλήλου πρέπει νά εἶναι αιτιολογημένη — δέν εἶναι σαφές ἄν ὁ προσφεύγων τό επικαλείται, επειδή ἡ διάταξη αυτή προϋποθέτει τήν υποχρέωση τῆς διοικήσεως νά ἀποφασίζει, ὅποτε οἱ υπάλληλοι ἀσκοῦν τό δικαίωμά τους νά υποβάλλουν αιτήματα στην ΑΔΑ, ἡ επειδή ὁρίζει ὅτι οἱ ἀποφάσεις σέ βάρος τοῦ υπαλλήλου πρέπει νά είναι αἰτιολογημένες. Στην πρώτη περίπτωση ή παράβαση τοῦ ἄρθρου 25 θά συνέπιπτε μέ τήν παράβαση τοῦ ἄρθρου 7 καί ἡ επιχειρηματολογία πού ἀνέπτυξα σχετικά μέ τήν τελευταία αυτή διατάξη θά ίσχυε ὁμοίως καί γιά τό άρθρο 25. Στη δεύτερη περίπτωση θά έπρεπε νά γίνει δεκτό ὅτι ὁ Korter ἀναγνωρίζει ὅτι τοῦ ἀπευθύνθηκε ἀπορριπτική ἀπόφαση τῆς διοικήσεως καί ὅτι επιθυμεί νά τήν προσβάλει γιά παράβαση τοῦ τύπου. Αυτό ὅμως θά ἐρχόταν σέ ἀντίθεση μέ τή στάση τοῦ προσφεύγοντος σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς διαδικασίας — καθώς καί μέ τά αιτήματα στην προσφυγή του — πού βασίστηκε (ὅπως έχω πεῖ πολλές φορές) στην άποψη ὅτι ἡ διοίκηση δέν έχει ἀποφανθεί ἀκόμα ἐπί τῆς μεταθέσεώς του. Καί εἶναι βέβαια προφανώς ἀδύνατο νά υποστηρίζεται συγχρόνως ὅτι μιά ἀπόφαση δέν έχει ληφθεί ποτέ καί κατόπιν ὅτι έχει ληφθεί ἀπόφαση πού πάσχει ἀπό ελάττωμα λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
Ό λόγος αυτός θά μπορούσε νά υποστηριχθεί, ἄν ὁ προσφεύγων εἶχε ζητήσει τήν ἀκύρωση τῆς ἀπορριπτικής ἀποφάσεως πού εἶχε λάβει ἡ διοίκηση ἐπί τῆς αιτήσεως του περί μεταθέσεως. "Ας μοῦ επιτραπεί ὅμως νά προσθέσω ὅτι καί σέ αυτή τήν περίπτωση ὁ λόγος αυτός θά έπρεπε νά θεωρηθεί ἀβάσιμος. Σύμφωνα μέ τήν πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου μας, πράγματι, ή ΑΔΑ δέν έχει υποχρέωση νά αιτιολογεί τίς ἀποφάσεις περί μή επιλογής ενός υποψηφίου, επειδή ἡ αιτιολόγηση αὐτή θά μπορούσε νά βλάψει τόν ἴδιο τον υποψήφιο (βλ. τίς ἀποφάσεις τῆς 30ής 'Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, στή Racc. 1974 σ. 1099 ἑπ., καί τῆς 13ης 'Απριλίου 1978 στην υπόθεση 101/77, Ganzini κατά Ἐπιτροπής, στή Racc. 1978, σ. 915 ἑπ.).
Ή τρίτη διάταξη τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, την τήρηση τῆς ὁποίας ζητά ὁ προσφεύγων, εἶναι τό ἄρθρο 90: ισχυρίζεται ὅτι ἡ διοίκηση παρέβη τό άρθρο αυτό, επειδή ἀρνήθηκε νά λάβει ἀπόφαση ἐπί τῆς οὐσίας τῆς διοικητικής ενστάσεως. Προφανῶς καί ὁ ισχυρισμός αυτός πρέπει νά ἀπορριφθεί, ἄν γίνει δεκτό ὅτι ή διοίκηση ἔλαβε ἀπορριπτική ἀπόφαση, έστω καί σιωπηρή.
Θά ήθελα πάντως νά εκφράσω, μέ τήν ευκαιρία αύτη, τήν ευχή νά λαμβάνει στό μέλλον ἡ ΑΔΑ ρητές ἀποφάσεις, ὅσο τό δυνατό ταχύτερα, ἐπί τῶν αιτήσεων μεταθέ-σεως τῶν υπαλλήλων: αυτό ἀφ' ἑνός μέν εξυπηρετεί τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, ἀφ' ἑτερου δέ επιτρέπει τήν ἀνάπτυξη τῶν σχέσεων μέ τό προσωπικό κατά τόν ὀρθότερο δυνατό τρόπο καί τήν ἀποτροπή ὅλων των άχρηστων καί ζημιογόνων διαφορῶν.
6.
Καταλήγοντας ἑπομένως, προτείνω στό Δικαστήριο νά κηρύξει ἀπαράδεκτη ἤ, επικουρικά, νά ἀπορρίψει ὡς ἀβάσιμη τήν προσφυγή πού άσκησε ὁ Korter κατά τοῦ Συμβουλίου στίς 25 Σεπτεμβρίου 1979. Ἐν ὄψει τῆς φύσεως τῆς διαφορᾶς, κάθε διάδικος πρέπει νά φέρει τά έξοδά του.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy