ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οἱ υποθέσεις ἐπί τῶν ὁποίων ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις αφορούν, πρῶτον, τίς συνέπειες πού προεκλήθησαν ἀπό τόν κανονισμό 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, σχετικό μέ τίς αποδοχές τῶν υπαλλήλων πού υπηρετούν στην μικρή πόλη Ispra, ἡ ὁποία εὑρίσκεται στήν Βόρειο Ἰταλία, στήν επαρχία τοῦ Varese. Τά ὑπό κρίση θέματα εἶναι ουσιαστικώς δύο: ἡ προσαρμογή πρός τό κόστος ζωῆς τοῦ νέου συντελεστού ἀναπροσαρμογής πού εἶχε καθορισθεί ἀπό τόν προαναφερθέντα κανονισμό καί ἡ ἡμερομηνία ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ συντελεστοῦ αὐτοῦ. Σέ ὁρισμένες ἀπό τίς ἐν λόγω υποθέσεις ἀνακύπτει, ἐπί πλέον, τό ζήτημα των ἀρνητικῶν συνεπειών πού εἶχαν προκληθεί ἀπό τους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 τοῦ Συμβουλίου, ἐπί τοῦ κόστους μεταφοράς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών. Ὡς πρός τό σημείο αυτό, ὅμως, τό Δικαστήριο έχει ήδη ἀποφανθεί ἀρνητικῶς ἐπί προσφυγών υπαλλήλων, μέ τρεις ἀποφάσεις τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1982 (οἱ ὁποίες δέν έχουν δημοσιευθεί ἀκόμη), ἐπί των υποθέσεων 817/79, 828/79 καί 1253/79.
Συνοψίζω σύντομα την εξέλιξη τῶν διαφόρων διαφορῶν ἐπί τῶν ὁποίων τό Δικαστήριο καλείται τώρα νά κρίνει.
Ὑπόθεση 158/79
Α —
Μέ ένσταση τῆς 11ης 'Απριλίου 1979 πρός τήν Επιτροπή, ἡ Monique Roumengous Carpentier, υπάλληλος τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ, ή ὁποία υπηρετεί στό Κοινό Κέντρο Ἐρευνών τῆς Ispra, προσέβαλε τήν καταβολή τῶν ἀποδοχών της, ἡ ὁποία εἶχε γίνει σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, διότι ἡ προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς εἶχε ὁρισθεί μόνο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978, καί δέν περιελάμβανε ἑπομένως τά ἔτη 1976 καί 1977. Ἡ Επιτροπή, μέ ἐγκύκλιο τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, ἀπέρριψε τήν ένσταση αυτή. Κατόπιν αὐτοῦ, ἡ Roumengous ἤσκησε δικαστική προσφυγή, στίς 11 'Οκτωβρίου 1979, Ισχυριζομενη τό παράνομο τοῦ κανονισμού 3087/78 καί τοῦ ἐκτελεστικοῦ αὐτοῦ μέτρου τῆς Επιτροπῆς. Ἐζήτησε νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ ἐν λόγω κανονισμός δέν εἶχε εφαρμογή ἐπ' αυτής, νά ἀκυρωθεί τό μέτρο εκκαθαρίσεως τῶν καθυστερουμένων ὀφειλών καί νά ἀναγνωρισθεί τό δικαίωμα τῆς νά εἰσπράξει ποσό ἀντίστοιχο πρός τήν αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής κατά 6,4 ο/ο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1976, εντόκως, ποσό τό όποιο έπρεπε νά εἶχε προσαυξηθεί «γιά νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη τά ἀνώτερα επίπεδα τιμών στό Varese σε σύγκριση μέ τήν Ρώμη».
Ή 'Επιτροπή προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου. Γιά τόν λόγο αυτό, σέ πρώτη φάση, ἐξητάσθη αυτή μόνο ἡ πλευρά τῆς διαφορᾶς, μετά δέ τήν προφορική διαδικασία (ή ὁποία διεξήχθη στίς 19 καί 20 Φεβρουαρίου 1981), ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στίς 14 Μαΐου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 1512). Τό Δικαστήριο, μέ διάταξη τῆς 30ῆς 'Ιουνίου 1981, ἀπεφάσισε νά εξετάσει τήν ένσταση μαζί μέ τήν ουσία της υποθέσεως. Ή διαδικασία, έτσι, ἐπανήρχισε μέχρι τῆς συνεδριάσεως τῆς 14ης 'Ιουλίου τρέχοντος έτους.
Ὑπόθεση 137/79
Β —
Στίς 26 Μαρτίου καί στίς 6 'Απριλίου 1979, ὁ Dino Battaglia, ὁ όποιος ὑπηρετεί στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τῆς Ispra, υπέβαλε στην 'Επιτροπή δύο ενστάσεις, διαμαρτυρόμενος διότι, μέ τίς ἀποδοχές τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, οἱ καθυστερούμενες ὀφειλές σχετικά μέ τήν προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς γιά τήν 'Ιταλία, ἡ ὁποία είχε θεσπισθεί μέ τόν κανονισμό 3087/78, τοῦ εἶχαν καταβληθεί ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978, ἀντί ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1976. Ό ἐνιστάμενος ἐζήτησε ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά λάβει «τά κατάλληλα μέτρα γιά νά ἀντισταθμίσει τήν ἀπώλεια της ἀγοραστικῆς του δυνάμεως» κατά τά έτη 1979 καί 1977. Ή 'Επιτροπή ἀπήντησε ἀρνητικώς μέ τήν εγκύκλιο τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, ἡ ὁποία ήδη έχει προαναφερθεί. Κατόπιν αὐτοῦ, μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 17 'Οκτωβρίου 1979, ὁ Battaglia ἤσκησε δικαστική προσφυγή κατά τῆς Επιτροπής, προβάλλων ὅτι ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἀπερρίφθη ἡ ένσταση καί ἡ εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087/78, ὡς πρός αυτόν, ήσαν παράνομες. Μέ τήν βάση αυτή ἐζήτησε:
α)
νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση τῆς καθ' ἦς, μέ τήν ὁποία ὄχι μόνο δέν τοῦ ἐχορηγήθησαν οἱ καθυστερούμενες όφειλες λόγω αυξήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978, άλλά, ἐπί πλέον, είχαν υπολογισθεῖ χωρίς νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό κόστος ζωής στην επαρχία Varese
β)
νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ κανονισμός 3087/78 δέν είχε εφαρμογή ἐπ' αὐτοῦ, στό μέτρο πού ἡ ἡμερομηνία ενάρξεως της ισχύος του περιωρίζετο στην 1η 'Ιανουαρίου 1978
γ)
νά ἀναγνωρισθεί ἐπί πλέον ἀπό τό Δικαστήριο ὅτι γιά τά δύο ἔτη 1976-1977 ὀφείλεται στόν προσφεύγοντα, εντόκως, προσαύξηση μισθού πού πρέπει νά καθορισθεί βάσει τοῦ κόστους ζωής στην επαρχία Varese
δ)
επικουρικῶς, νά υποχρεωθεί ἡ ἀντίδικος νά ἀποκαταστήσει τήν ζημία του
ε)
επικουρικῶς, επίσης, νά κρίνει ὅτι οἱ προϋποθέσεις γιά τήν ἀναπροσαρμογή τῶν ἀποδοχών συνέτρεχαν ήδη τό 1976 καί ὅτι, κατά συνέπεια, τό Συμβούλιο ὤφειλε νά εκδώσει τά ; ενδεικνυόμενα μέτρα γιά νά εξασφαλίσει στους υπαλλήλους, χωρίς καμμία διάκριση, τήν εκκαθάριση τοῦ μισθοῦ τους σύμφωνα μέ τά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ.
Ἡ 'Επιτροπή προέτεινε τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής 'τό Δικαστήριο, κατά συνέπεια, ὥρισε προφορική διαδικασία γιά τήν εξέταση μόνο τῆς ενστάσεως αυτής. Στίς 14 Μαΐου 1981 ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του καί περιωρίσθη στην ένσταση ἀπαραδέκτου. Μέ διάταξη τῆς 30ής Ἰουνίου 1981, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε, ὅπως καί στην υπόθεση Roumengous, νά ἐξετάσει τήν ένσταση μέ τήν ουσία τῆς υποθέσεως. Τέλος, ἡ δεύτερη φάση τῆς προφορικής διαδικασίας διεξήχθη κατά τήν συνεδρίαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1982.
Ὑπόθεση 543/79
Γ —
Ό Anton Birke, υπάλληλος επίσης ὁ ὁποίος ὑπηρετεί στό Κέντρο τῆς Ispra, υπέβαλε στην 'Επιτροπή δύο ἐνστάσεις στίς 27 Μαρτίου καί στίς 11 'Απριλίου 1979 ἀντιστοίχως, διαμαρτυρόμενος, πρώτον, διότι ή πραγματική του ἀμοιβή εἶχε μειωθεί αισθητώς κατόπιν τῆς εφαρμογής τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 καί, δεύτερον, διότι ὁ κανονισμός 3087 δέν εἶχε επεκτείνει επίσης τήν αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στά δύο έτη 1976-1977. Μέ νέα ένσταση τῆς 21ης 'Ιουνίου 1979 (ή ὁποία είχε ὁμοιόμορφη διατύπωση, ὅπως πολλών άλλων υπαλλήλων πού υπηρετούν στόν 'ίδιο τόπο), ὁ Birke ἀντετάχθη στην εφαρμογή ἐπί τοῦ μισθού του τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, καί ἰδίως στά ἀποτελέσματα πού οἱ κανονισμοί αυτοί είχαν επιφέρει στόν τρόπο μεταφορᾶς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών.
Ἡ 'Επιτροπή διευκρίνισε τήν στάση τῆς μέ δύο εγκυκλίους τῆς 12ης 'Ιουλίου καί τῆς 28ης Σεπτεμβρίου, ἀπορρίπτοντας τά αιτήματα πού προαναφέρονται. Ό Birke τότε, μέ προσφυγή κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία κατετέθη στίς 11 Ὀκτωβρίου 1979, ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο:
α)
νά ἀκυρώσει τά εκκαθαριστικά σημειώματα τῶν μηνών 'Ιανουαρίου έως 'Απριλίου 1979, καθώς καί τίς ἀποφάσεις πού έλαβε ἡ 'Επιτροπή στίς 12 'Ιουλίου καί στίς 28 'Οκτωβρίου 1979 σέ ἀπάντηση τῶν ενστάσεων
β)
νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἐδικαιοῦτο ἀμοιβής ἀναλόγου πρός τό κόστος ζωής στην επαρχία Varese ή, ἐπικουρικώς, στην επαρχία τῆς Ρώμης, υπολογιζόμενη ἀπό τό 1976
γ)
νά ἀναγνωρίσει, ἐπί πλέον, ὅτι ἐδικαιοῦτο, γιά τήν μετά τήν 1η 'Απριλίου 1979 περίοδο, ἀμοιβής σέ ἰταλικές λιρέττες τουλάχιστον ὄχι κατώτερη ἀπό εκείνη πού είχε εισπράξει στό ἴδιο νόμισμα τόν Μάρτιο τοῦ ἰδίου έτους, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς επιπτώσεως, ἐπί τοῦ συνολικού μισθοῦ σέ χρήμα, τῶν ποσών πού καταβάλλονται στην ἀλλοδαπή σύμφωνα μέ τίς λεπτομέρειες τοῦ ἄρθρου 17, παράρτημα VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ καί τῆς αναπροσαρμογής τοῦ ἐπιπέδου μισθών ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979
δ)
επικουρικῶς, νά κρίνει ὅτι ἡ προσαρμογή τῶν ἀποδοχών στά νέα κριτήρια υπολογισμοῦ, πού καθορίζονται ἀπό τους κανονισμούς 3085 καί 3086, πρέπει νά γίνει μέσω καταλλήλων μεταβατικῶν μέτρων, ὅσον άφορᾶ τίς μελλοντικές πραγματικές αυξήσεις μισθού
ε)
επικουρικώς, επίσης, νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό νέο σύστημα ἔπρεπε νά εφαρμοσθεί ἐπί τοῦ χρηματικού μισθού τοῦ προσφεύγοντος κατά τόν ἴδιο τρόπο πού εἶχε προβλεφθεί γιά τίς συντάξεις ἀπό τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμού 3085 (δηλαδή ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου, ἀντί ἀπό 1ης Ἀπριλίου 1979 καί μέ τήν μείωση εφαρμοζόμενη κατά κλιμάκιο καταμεριζομένη σέ περίοδο δέκα μηνών)
ζ)
ἐν πάση περιπτώσει, νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά διορθώσει τό ποσό τῶν ἀποδοχών πού ἀναλογοῦν στόν προσφεύγοντα σύμφωνα μέ τά αἰτήματα πού διατυπώνονται στά προηγούμενα σημεία καί νά υποχρεωθεί, ἀπό κοινοῦ μέ τό Συμβούλιο, νά τοῦ καταβάλει εντόκως τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ποσού πού ἔχει ήδη καταβληθεί καί τοῦ ὀφειλομένου.
Τό Συμβούλιο καί ἡ 'Επιτροπή προέτειναν ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής. Τό Δικαστήριο ἀκολούθηκε τήν ἴδια τακτική μέ εκείνη πού εἶχε υἱοθετήσει στίς υποθέσεις Roumengous καί Battaglia: δηλαδή, ὥρισε τήν προφορική διαδικασία περιορίζοντάς την στό ζήτημα τοῦ παραδεκτού. Στις 14 Μαΐου 1981, ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του ἐπί τοῦ θέματος. Τό Δικαστήριο, μέ ἀπόφαση τῆς 12ης Νοεμβρίου 1981, έκρινε τήν κατά τοῦ Συμβουλίου προσφυγή ἀπαράδεκτη. ως πρός τήν ένσταση ἀπαραδέκτου τήν ὁποία εἶχε προβάλλει ἡ 'Επιτροπή, τό Δικαστήριο έκρινε «νά μήν ἀποφανθεί ἐπί τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής ... προτοῦ οἱ διάδικοι ἀναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους ἐπί τῆς οὐσίας καί προσκομίσουν τά σχετικά έγγραφα» (Συλλογή 1981, σ. 2669, σκέψη 30). Τέλος, ἡ δευτέρα φάση τῆς προφορικής διαδικασίας διεξήχθη κατά τήν συνεδρίαση τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1981, μέ μόνο βεβαίως καθ' οὖ τήν 'Επιτροπή.
Ὑπόθεση 799/79
Δ —
Ό Günter Bruckner, κοινοτικός υπάλληλος πού ὑπηρετεῖ στό Κοινό Κέντρο 'Ερευνών τῆς Ispra, υπέβαλε στίς 21 'Ιουνίου 1979, μέ πολλούς άλλους υπαλλήλους, ένσταση κατά τῆς 'Επιτροπής, βάλλων κατά τῆς ἐφαρμογής τῶν κανονισμών τοῦ Συμβουλίου 3085 καί 3086 τοῦ 1978 ἐπί τῶν ἀποδοχών του σέ σχέση ἰδίως μέ τά ἀποτελέσματα τῶν κανονισμών αυτών ἐπό τοῦ τρόπου μεταφορᾶς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών. Ή ένσταση αυτή ήταν παρόμοια μέ τήν ήδη ἀναφερθείσα ένσταση τήν ὁποία ὁ Birke υπέβαλε στίς 21 'Ιουνίου 1979.
Ἡ 'Επιτροπή καθώρισε τήν στάση τῆς μέ τίς εγκυκλίους τῆς 12ης 'Ιουλίου καί τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979 τίς όποιες είχαμε τήν εὐκαιρία ήδη νά ἀναφέρουμε, ἀπορρίπτοντας τά αἰτήματα τοῦ Bruckner. Τότε αυτός, μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 12 Νοεμβρίου 1979, ἤσκησε δικαστική προσφυγή κατά τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου, διατυπώνοντας αἰτήματα τά όποια συμπίπτουν κατά μεγάλο μέρος μέ τά αἰτήματα πού υπέβαλε ὁ Birke ὁ Bruckner ὅμως δέν προσέβαλε τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα τοῦ 'Ιανουαρίου 1979 καί, κατά συνέπεια, δέν έχει ζητήσει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι δικαιοῦται ἀμοιβής ἀναλόγου πρός τό κόστος ζωής στην επαρχία Varese ή, επικουρικώς, στην επαρχία τῆς Ρώμης, ή ὁποία νά υπολογίζεται ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1976. Τó Συμβούλιο πρόετεινε 'ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγῆς. Στίς 27 Δεκεμβρίου 1979, ὁ προσφεύγων διηύρυνε τό αἴτημα του, προσβάλλοντας επίσης τό εκκαθαριστικό σημείωμα τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, τό ὁποῖο ἀπετέλεσε την πρώτη εφαρμογή τοῦ κανονισμού 3087. Ή Επιτροπή, μέ δικόγραφο τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1980, προέτεινε ένσταση ἀπαραδέκτου τοῦ προσθέτου αυτού αιτήματος. Τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά περιορίσει τήν προφορική διαδικασία ἐπί τοῦ ζητήματος τοῦ παραδεκτού καί ἐν συνεχεία ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στην συνεδρίαση τῆς 14ης Μαΐου 1981. Μέ ἀπόφαση τῆς 12ης Νοεμβρίου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 2697), τό Δικαστήριο έκρινε ἀπαράδεκτη τήν κατά τοῦ Συμβουλίου προσφυγή. Τέλος, ἡ δευτέρα φάση τῆς προφορικής διαδικασίας διεξήχθη στίς 10 Δεκεμβρίου 1981, παρουσία τῆς Ἐπιτροπής, ὡς μοναδικής ἀμυνομένης διαδίκου.
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79
Ε —
Μέ σειρά ενστάσεων τοῦ Ιδίου περιεχομένου, οἱ όποιες υπεβλήθησαν στίς 27 Μαρτίου καί 11 'Απριλίου 1979, οἱ Jan Amesz, Rolf Bauch, Jakob Flamm, Hans Hoffmann, Helmut Knoeppel καί Henricus Nijman, άπαντες κοινοτικοί υπάλληλοι πού υπηρετούν στό Κοινό Κέντρο 'Ερευνῶν τῆς Ispra, διεμαρτυρήθησαν διότι οἱ πραγματικές τους ἀποδοχές εμειώθησαν αισθητώς κατόπιν τῆς ἐφαρμογής τῶν κανονισμῶν 3085 καί 3086 τοῦ 1978 καί διότι, ἐπί πλέον, μέ τόν κανονισμό 3087/78 δέν εἶχε επεκταθεί ἡ αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στά δύο έτη 1976-1977. Μέ νέες ενστάσεις πού υπεβλήθησαν στίς 21 'Ιουνίου 1979, οἱ 'ίδιοι υπάλληλοι προσέβαλαν τήν εφαρμογή ἐπί τοῦ μισθοῦ τους τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, ἀναφερόμενοι Ιδίως στά ἀποτελέσματα πού οἱ κανονισμοί αυτοί είχαν προκαλέσει ἐπί τοῦ τρόπου μεταφορᾶς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών. Όπως φαίνεται, πρόκειται γιά τίς 'ίδιες αιτιάσεις μέ αυτές πού περιέχονται στίς ενστάσεις πού υπέβαλε ὁ Birke, περί τῶν ὁποίων έχω ἀναφερθεί ἀνωτέρω.
Ή 'Επιτροπή, μέ τίς εγκυκλίους τῆς τῆς 12ης 'Ιουλίου καί τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979, έλαβε θέση ἀπορρίπτοντας τά αἰτήματα τῶν υπαλλήλων. Αυτοί τότε, μέ δικόγραφα πού κατετέθησαν στίς 11 'Οκτωβρίου 1979, ἤσκησαν δικαστική προσφυγή κατά τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπής, διατυπώνοντας αἰτήματα παρόμοια μέ αυτά πού περιέχονται στην προσφυγή τοῦ Birke. Τό Συμβούλιο προέτεινε τό έναντι του ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής. Μέ διάταξη τῆς 10ης Νοεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε νά ἑνώσει καί νά συνεκδικάσει τίς έξι υποθέσεις πρός διευκόλυνση τῆς προφορικής διαδικασίας καί πρός έκδοση κοινῆς ἀποφάσεως, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς ἀντικειμενικής συναφειας τους. Μέ χωριστή διάταξη τῆς ἰδίας ημέρας, τό Δικαστήριο έκρινε τίς έξι προσφυγές ἀπαράδεκτες στό μέτρο πού ἐστρέφοντο κατά τοῦ Συμβουλίου. Τέλος, ἡ προφορική διαδικασία διεξήχθη στίς 10 Δεκεμβρίου 1981 μέ τήν συμμετοχή τῶν προσφευγόντων καί τῆς 'Επιτροπής.
2.
Τό πρώτο ζήτημα πού πρέπει νά επανεξετασθεί εἶναι τό ζήτημα τοῦ παραδεκτοῦ.
Γιά τίς προσφυγές πού ἤσκησαν οἱ Roumengous καί Battaglia (ὑποθέσεις 158/79 καί 737/79), εμμένω στην πρόταση πού ήδη έχω διατυπώσει στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981: νά κριθοῦν παραδεκτές μόνο ὡς πρός τό αίτημα προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τό έτος 1978 καί γιά τά συναφή αιτήματα. Ὡς πρός τό αἴτημα τό όποιο άφορᾶ τήν αναπροσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ γιά τά έτη 1976 καί 1977, ἐξακολουθώ νά θεωρώ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτη ελλείψει εμπροθέσμως ὑποβληθεισῶν ενστάσεων κατά τῶν εκκαθαριστικών σημειωμάτων τῶν μισθών τῆς περιόδου αυτής (βλ. τίς παραγράφους 16 καί 18 τῶν προαναφερομένων προτάσεων).
Μέ τήν 'ίδια ευκαιρία, εξετάζοντας τό ζήτημα τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής Birke (543/79), κατέληξα στό συμπέρασμα ὅτι τό αἴτημα πού ἀφορᾶ τήν ημερομηνία ἐνάρξεως ἐφαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος καθωρίσθη μέ τόν κανονισμό 3087/78, ήταν ἀπαράδεκτο, ὅπως στίς υποθέσεις Roumengous καί Battaglia, ελλείψει εμπροθέσμως υποβληθείσης ενστάσεως κατά τῶν εκκαθαρίσεων των μισθών γιά τήν περίοδο 1976-1977, καί ὅτι τό αίτημα ἀναπροσαρμογής τοῦ ἐν λόγω συντελεστοῦ ήταν επίσης ἀπαράδεκτο λόγω ἀσυμφωνίας μεταξύ τοῦ περιεχομένου τῆς ἐνστάσεως — ἡ ὁποία περιωρίσθη στό ζήτημα τῆς ἡμερομηνίας ενάρξεως Ισχύος τοῦ συντελεστού — καί τοῦ περιεχομένου τῆς προσφυγής. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, παραπέμπω στίς σκέψεις τίς ὁποῖες ἀνέπτυξα στην παράγραφο 17 τῶν προτάσεων τῆς 14ης Μαΐου 1981. Τελικῶς, ἡ προσφυγή τοῦ Birke εἶναι παραδεκτή μόνον ὡς προς τό αἴτημα πού ἀφορᾶ τό ζήτημα μεταφοράς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχῶν. Εμμένω στην άποψη αυτή, διορθώνοντας μόνο τήν τελική μου πρόταση τῆς 14ης Μαΐου 1981, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἡ προσφυγή τοῦ Birke πρέπει νά κριθεί παραδεκτή μόνο ὡς πρός τό αίτημα τό όποιο ἀφορᾶ τήν ἀκύρωση τοῦ ἐκκαθαριστικοῦ σημειώματος τοῦ Ἀπριλίου 1979.
Εἴδαμε ὅτι οἱ προσφυγές πού ἠσκήθησαν ἀπό τους Amesz, Bauch, Flamm, Hoffmann, Knoeppel καί Nijman (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79) έχουν περιεχόμενο παρόμοιο πρός τό περιεχόμενο τῆς προσφυγής τοῦ Birke καί έχουν ἀκολουθήσει τήν ἴδια διαδικασία προσθέτω ὅτι ἡ 'Επιτροπή, ἀπαντώντας, μέ τους Ισχυρισμούς τῆς υπεστήριξε τήν άποψη τοῦ ἀπαραδέκτου, προβάλλοντας τους λόγους τους ὁποίους εἶχε προτείνει στην ἀπόφαση Birke. 'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ επίσης, περιορίζομαι επομένως νά παραπέμψω στά επιχειρήματα πού έχω ἀναπτύξει στίς 14 Μαΐου 1981 ὡς πρός τό παραδεκτό τῆς προσφυγής τοῦ Birke. Βάσει τῶν επιχειρημάτων αυτών, κρίνω ὅτι οἱ προσφυγές τῶν Amesz καί λοιπών δέν δύνανται νά θεωρηθοῦν παραδεκτές ὅσον ἀφορᾶ τά αιτήματα πού συνδέονται μέ τό ζήτημα τῆς μεταφοράς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών.
'Απομένει ἡ εξέταση τῆς προσφυγής τοῦ Bruckner (799/79). Μέ τίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 δέν ἀπεφάνθην σαφώς ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ. Παρατηρούμε ὅτι ἡ διαδικασία ἐπί τῆς υποθέσεως Bruckner διαφέρει, σέ ορισμένα σημεία, ἀπό τίς ἀντίστοιχες ἐπί τῶν υποθέσεων Birke, Amesz καί λοιποί συγκεκριμένα:
α)
ὁ Bruckner υπέβαλε μία μόνο διοικητική ένσταση (Ἰούνιος 1979), σχετικά μέ τήν εφαρμογή ἐπί τοῦ δικοῦ του μισθοο τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, λόγω τῶν ἀποτελεσμάτων τους ἐπί τῆς μεταφοράς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών
β)
παραλλήλως, ἡ προσφυγή του άφορα ἀποκλειστικώς τήν εκκαθάριση τῶν ἀποδοχών τοῦ Ἀπριλίου 1979, έτσι ώστε τά σχετικά αιτήματα μέ τήν ἀναθεώρηση τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής καί μέ τόν καθορισμό γιά τήν εφαρμογή του προγενεστέρας ημερομηνίας δέν περιέχονται μεταξύ τῶν άλλων αἰτημάτων (διότι έχουν διαγραφεῦ.
Πρέπει ὅμως νά ἀναφέρω ὅτι ὁ Bruckner, συμπληρώνοντας τά αιτήματά του μέ έγγραφο τῆς 27ης Δεκεμβρίου 1979, προέβαλε επίσης τήν εκκαθάριση τοῦ μισθοῦ τοῦ 'Ιανουαρίου 1979 (ή ὁποία εἶχε γίνει βάσει τοῦ κανονισμοῦ 3087) καί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, μέ έγγραφο τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1980, προέτεινε τήν ένσταση ἀπαραδέκτου τοῦ προσθέτου αυτού αιτήματος.
Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, θεωρώ ὅτι ἡ προσφυγή τοῦ Bruckner εἶναι ἀπαράδεκτη ὡς πρός τά αιτήματα πού ἀφοροῦν τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού ἐφηρμόζετο τόν Ἰανουάριο τοῦ 1979, διότι, πρό πάντων, ή ένσταση του δέν περιείχε τήν αιτίαση αυτή. "Αλλωστε, ἀκόμη καί ἄν ἡ διοικητική ένσταση εἶχε επεκταθεί ἐπί τῆς εκκαθαρίσεως τοῦ μισθού τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, θά ήταν ἐν πάση περιπτώσει ἐκπρόθεσμη, διότι τόν 'Ιούνιο 1979 εἶχε ήδη παρέλθει διάστημα πλέον τῶν τριῶν μηνών ἀπό τῆς ημέρας τοῦ βλαπτικοῦ μέτρου (βλ. άρθρο 90, παράγραφος 2, εδάφιο 1, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων), ειδικότερα ἀπό τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ μισθού τοῦ προηγουμένου 'Ιανουαρίου.
Ή ένσταση ἀπαραδέκτου τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή ἀντέτεινε στό νέο αίτημα τῆς 27ης Δεκεμβρίου 1979 εἶναι επίσης βάσιμη. τό αίτημα αυτό εἶναι επίσης ἐκπρόθεσμο σέ σχέση μέ τήν ημερομηνία τῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς προηγουμένης ενστάσεως: συγκεκριμένα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 91, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ προσφυγή πρέπει νά ἀσκείται ἐντός προθεσμίας τριῶν μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας αυτής στην συγκεκριμένη περίπτωση ὅμως, μεταξύ τῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς ενστάσεως τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 καί τοῦ προσθέτου αιτήματος τῆς 27ης Δεκεμβρίου παρήλθε περίοδος άνω των πέντε μηνών.
3.
'Ερχόμενος τώρα ἐπί τῆς ουσίας, προτίθεμαι νά εξετάσω πρώτον τό ζήτημα τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος ἐφηρμόζετο στους υπαλλήλους πού υπηρετούν στό Κοινό Κέντρο Ἐρευνών τῆς Ispra ζήτημα πού θά πραγματευθῶ γενικώς, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπόψεως τήν ὁποία υπεστήριξα ὡς πρός τό παραδεκτό τῶν διαφόρων προσφυγών ἐπί τοῦ σημείου αυτού.
Οἱ αιτιάσεις τῶν προσφευγόντων επιδιώκουν δύο χωριστούς σκοπούς. Πρώτον, ἀποβλέπουν στην εφαρμογή ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1976 τοῦ κανονισμού 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος καθορίζει τόν νέο συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία σέ 146,4 καί ὥρισε ὡς ημερομηνία ενάρξεως τῆς εφαρμογής του τήν 1η 'Ιανουαρίου 1978, δηλαδή ἀναδρομική ἰσχύ ενός έτους. Δεύτερον, επιδιώκουν ἀναθεώρηση τοῦ ύψους τοῦ συντελεστού, υποστηρίζοντας ὅτι έπρεπε νά εἶχε καθορισθεί βάσει τοῦ κόστους ζωής τῆς περιοχής ὅπού οἱ υπάλληλοι υπηρετούν — καί κατά συνέπεια, στην συγκεκριμένη περίπτωση, τῆς επαρχίας Varese — καί ὄχι τῆς πρωτεύουσας. Ἐπ' αὐτοῦ, υποστηρίζουν ὅτι τό επίπεδο τιμών πού ἐσημειώθη στην περιοχή Varese κατά τά έτη 1976 έως 1978 ήταν αισθητώς ἀνώτερο τοῦ επιπέδου τιμών τῆς Ρώμης.
Οἱ προσφεύγοντες προσβάλλουν τό μέτρο μέ τό όποιο ἡ 'Επιτροπή ξεκαθάρισε βάσει τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου 3087/78 τους ὀφειλόμενους μισθούς, υποστηρίζοντας ὅτι ὁ ἐν λόγω κανονισμός έπασχε ἀπό σειρά ἐλαττωμάτων. Συγκεκριμένα προβάλλουν παράβαση τῶν άρθρων 64 καί 65 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σχετικών μέ τόν γεωγραφικό συντελεστή ἀναπροσαρμογής τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ περί τοῦ καθήκοντος ἀρωγής. τῆς ἀρχής τοῦ μή ἐπιτρεπτοῦ των διακρίσεων καί τῶν κανόνων πού επιβάλλουν τήν τήρηση ουσιωδών τύπων.
4.
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 64, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, «οἱ ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα ... προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἀνωτέρου, κατωτέρου ἡ ἴσου πρός τό 100 %, ἀνάλογα μέ τίς συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους τοποθετήσεως». Τό άρθρο 65 τοῦ ἰδίου κανονισμοῦ ορίζει ἐν συνεχεία στην παράγραφο 2 ὅτι «σέ περίπτωση ουσιώδους μεταβολής τοῦ κόστους ζωής, τό Συμβούλιο ἀποφασίζει εντός προθεσμίας 2 μηνών κατ' ἀνώτατο ὅριο μέτρα γιά τήν προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί κατά περίπτωση γιά τά ἀναδρομικά τους ἀποτελέσματα».
Κατά τους προσφεύγοντες, ὁ κανονισμός 3087/78 ἀντιβαίνει στό άρθρο 64, διότι τά στατιστικά στοιχεία πού κατεγράφησαν γιά νά διαπιστωθούν μεταβολές στίς συνθῆκες ζωῆς, ἐν ὄψει τοῦ καθορισμού τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς, είχαν ληφθεί σέ ἀναφορά πρός τίς συνθῆκες ζωῆς στήν πρωτεύουσα (δηλαδή στήν Ρώμη) καί ὄχι πρός τίς συνθῆκες ζωῆς στήν επαρχία Varese, τόπο ὅπού πράγματι υπηρετούν. Ἐπί πλέον, κατά παράβαση τοῦ ἄρθρου 65, τό ὕψος τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς δέν εἶχε αὐξηθεῖ ἐγκαίρως σύμφωνα μέ την διαπίστωση τῆς αισθητῆς αυξήσεως τοῦ κόστους ζωής εἰδικότερα, ὁ κανονισμός 3087/78, ὁρίζοντας ὡς ἡμερομηνία ἐνάρξεως εφαρμογής τοῦ νέου συντελεστοῦ γιά τήν 'Ιταλία τήν 1η 'Ιανουαρίου 1978, δέν εἶχε λάβει ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι, πρό της ημερομηνίας αυτής, τό κόστος ζωής εἶχε σημειώσει σημαντική αὔξηση στην 'Ιταλία καί Ιδίως στην επαρχία Varese.
Ή αἰτίαση ἡ ὁποία στηρίζεται στό άρθρο 64 τοῦ κανονισμού θέτει ὑπό ἀμφισβήτηση τήν σημασία τῆς εκφράσεως «τόποι τοποθετήσεως» [τόπου ὑπηρεσίας] ἡ ὁποία περιέχεται στην πρώτη παράγραφο τῆς διατάξεως αυτής: σημαίνει τό κράτος ὅπού ευρίσκεται τό όργανο στό όποιο υπηρετεί ὁ κοινοτικός υπάλληλος ἡ τόν εἰδικό τόπο ὅπού ευρίσκεται τό όργανο; ἡ πρώτη περίπτωση δέν ἀποκλείει τήν δυνατότητα νά γίνεται ἀναφορά στό κόστος ζωής στην πρωτεύουσα τοῦ ἐν λόγω κράτους, ὡς κέντρου πού εκφράζει μέ σαφήνεια τό εθνικό επίπεδο ζωής ἡ τό μέσο κόστος ζωής σέ ὅλη τήν χώρα. Κατά τό παρελθόν, τό Συμβούλιο ἑρμήνευσε τήν ἐν λόγω διάταξη ὑπό τήν έννοια ὅτι δηλώνει τήν τοποθεσία τοῦ τόπου υπηρεσίας. Ὡς πρός τό σημείο αυτό σημειώνω ὅτι οἱ κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου 1/67/ΕΚΑΧ, 988/67/ΕΟΚ καί 9/67/Εὐρατόμ τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1967 προ-έβλεπον δύο συντελεστές τόσο γιά τήν Γαλλία (130,5 ο/ο γιά τό Παρίσι καί γιά ὁρισμένα διαμερίσματα καί 122,5 % γιά τήν υπόλοιπη χώρα), ὅσο καί γιά τήν 'Ιταλία (114 ο/ο γιά τήν Ispra καί 114,5% γιά τήν υπόλοιπη χώρα). Ό μεταγενέστερος κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 1748/68 τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1968 διετήρησε τήν διάκριση γιά τήν Γαλλία, υψώνοντας τόν συντελεστή σέ 137,5 % γιά τό Παρίσι καί γιά ὁρισμένα διαμερίσματα καί σέ 128,5 % γιά τήν υπόλοιπη χώρα. Μόλις τόν 'Οκτώβριο 1968 γιά τήν 'Ιταλία καί τόν 'Οκτώβριο 1969 γιά τήν Γαλλία (βλ. κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 95/70 τῆς 19ης 'Ιανουαρίου 1970) τό σύστημα αυτό ἐγκατελείφθη καί ἀπεφασίσθη νά χρησιμοποιείται ένας ενιαίος συντελεστής γιά κάθε κράτος μέλος, χωρίς νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἡ διαφορά (πρόδηλη ενίοτε) τοῦ κόστους ζωής στίς διάφορες περιοχές τῆς ιδίας χώρας.
Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι μέ τήν μεταβολή αυτή πολιτικής σκοπεῖται ἡ ἀποφυγή ανισοτήτων τῶν ἀποδοχών εντός τῆς Ιδίας χώρας. Στην πραγματικότητα όμως τό νέο σύστημα ἀποβαίνει συχνά υπέρ των υπαλλήλων, δεδομένου ὅτι, γενικώς, τό κόστος ζωής εἶναι υψηλότερο στην πρωτεύουσα παρά στην υπόλοιπη χώρα έτσι δύναται νά δοθεί ἡ εξήγηση γιατί τό σύστημα ἐλειτούργησε ἐπί έτη χωρίς νά προκαλέσει γενικές διαμαρτυρίες ἐκ μέρους των ὑπαλλήλων. Ή κατάσταση στην 'Ιταλία όμως εἶναι Ιδιάζουσα, ὑπό τήν έννοια ὅτι τό κόστος ζωής εἶναι υψηλότερο, σέ σχέση μέ άλλες περιοχές τῆς χώρας, ὄχι μόνο στην πρωτεύουσα καί σέ μεγάλες πόλεις, άλλα καί σέ ὁρισμένες μεσαίες ἡ μικρές πόλεις, ιδίως τοῦ Βορρά, ὅπου, κυρίως ἀπό τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 60, παρετηρήθη ταχεία καί έντονη βιομηχανική ἀνάπτυξη. Ἡ κατάσταση αύτη διετηρήθη σέ συνακολουθα με την οικονομική κρίση, μέ υψηλό πληθωρισμό καί μέ αισθητή μείωση τῆς ἀξίας τῆς λιρέττας έναντι τῶν άλλων νομισμάτων: κατά συνέπεια, τό κόστος ζωής σέ ὁρισμένες ζῶνες τοῦ Βορρά παρέμεινε υψηλότερο ἀπό εκείνο τῆς Ρώμης.
Ἐπανερχόμενος στό ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ κανονισμοῦ, θεωρώ ὅτι ή φράση «τόποι τοποθετήσεως»«τόποι υπηρεσίας», τήν ὁποία περιέχει ἡ διάταξη αυτή, δηλώνει τους τόπους ὅπου ευρίσκονται τά κοινοτικά όργανα καί ὄχι τήν χώρα ὅπου ἑδρεύουν. Ή γνώμη αύτη στηρίζεται σέ ἑρισμένο ἀριθμό επιχειρημάτων. Φραστικῶς, δέν παραγνωρίζεται ὅτι ή φράση «τόποι τοποθετήσεως» εἶναι ἀκριβέστερη καί πιό περιοριστική ἀπ'όσο μία γενική ἀναφορά στό κράτος μέλος, ὅπου ὁ υπάλληλος ἀσκεί τά καθήκοντα του. Λογικώς, πρέπει νά λεχθεί ὅτι τό νά λαμβάνονται εἰδικῶς ὑπ' ὄψη οἱ πόλεις ὅπού ὁ υπάλληλος' εἶναι τοποθετημένος πρός εκτέλεση τῆς εργασίας του δικαιολογείται πλήρως ὅταν πρόκειται νά καθορισθεί τό κόστος ζωής, διότι εἶναι παράλογο νά μή λαμβάνονται ὑπ' ὄψη διαφορές στην οικονομική ἀνάπτυξη ἀπό περιοχή σέ περιοχή, οἱ ὁποιες χαρακτηρίζουν πολλές χώρες καί κυρίως τίς μεγαλύτερες. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, ἄν γίνει δεκτή ἡ άποψη ἡ ὁποία ταυτίζει τόν τόπο τοποθετήσεως μέ τήν χώρα στό έδαφος τῆς ὁποίας ευρίσκεται τό κοινοτικό όργανο, θά καταργηθεί ἡ ἴση μεταχείριση τῶν υπαλλήλων. Μόνον ἄν ληφθούν ὡς βάση οἱ συνθήκες ζωής στον ειδικό τόπο ὅπου ευρίσκεται τό κοινοτικό όργανο επιτυγχάνεται ὁ καθορισμός τοῦ ύψους τῶν ἀποδοχών κατά τρόπο πού εξασφαλίζει σέ όλους τους υπαλλήλους, ἀνεξαρτήτως τῆς χώρας ὅπου ἀσκούν τά καθήκοντα τους, ἴδια ἀγοραστική δύναμη ἴση έναντι τῶν άλλων όρων.
Θεωρώ, ἐξ άλλου, αυθαίρετο νά ἑρμηνευθεί ή διάταξη ὑπό τήν έννοια ὅτι τό κόστος ζωής πρέπει νά καθορίζεται βάσει δεδομένων πού ἀφορούν τίς πρωτεύουσες. "Αν έχει επικρατήσει παρόμοια ερμηνεία, αυτό ὀφείλεται ενδεχομένως στό γεγονός ὅτι τό μεγαλύτερο μέρος τῶν κοινοτικών ὀργάνων εδρεύουν σέ πρωτεύουσες κρατών μελών άλλά εἶναι προφανές ὅτι, όταν πρόκειται γιά τά όργανα αυτά, ἡ ἀναφορά στό κόστος ζωής στίς πρωτεύουσες παρουσιάζει εἰδικό χαρακτήρα, διότι πρόκειται στην πραγματικότητα γιά τό κόστος ζωής στον ἀκριβή τόπο όπου ὁ υπάλληλος ἀσκεῖ τά καθήκοντά του. 'Απεναντίας, ἄν ἡ φράση τοῦ ἄρθρου 64 («τόποι τοποθετήσεως») νοείται ἐν πάση περιπτώσει ὅτι δηλώνει πρωτεύουσες τῶν κρατών μελών, επιβάλλεται σαφώς νά γίνει ερμηνεία ἀντίθετη πρός τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῆς διατάξεως.
Ἀντιπαρατίθεται, ἴσως, ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά διασφαλίζεται ἡ ἴδια ἀκριβώς ἀγοραστική δύναμη σέ όλους τους υπαλλήλους, παντοῦ καί πάντοτε: πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ'ὄψη τό ἀναπόφευκτο κατά προσέγγιση ἀποτέλεσμα τῶν στατιστικών ερευνών καί οἱ τεχνικές δυσκολίες, οἱ όποιες συνδέονται μέ τήν καταγραφή καί τήν επεξεργασία τῶν δεδομένων. Πρέπει όμως νά σημειωθεί ότι, δυνάμει τοῦ άρθρου 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ, ἡ προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής εἶναι υποχρεωτική μόνο σέ περίπτωση αἰσθητῆς αυξήσεως τοῦ κόστους ζωής. Συνάγεται ότι στόχος τοῦ κοινοτικού νομοθέτου εἶναι ἡ πλήρης ταυτότης μισθοῦ (ή ἴδια ἀγοραστική δύναμη ἀνεξαρτήτως τόπου υπηρεσίας), άλλά μία ουσιαστική καί εύλογη αντιστοιχία μισθών, επιτρέποντας ενδεχόμενες διαφορές μικρότερης σημασίας.
Περιττεύει ἡ διευκρίνιση ὅτι ὁ κανονισμός 3087/78 δέν ἠδύνατο νά τροποποιήσει τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Έναντι τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως εἶναι εκτελεστικός κανονισμός καί πράγματι ἐξεδόθη σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 64, παράγραφος 2 καί ἀπό τό άρθρο 65, παράγραφος 3. Κατά συνέπεια, δυνάμει τῆς ἀρχής σεβασμοῦ τῆς Ιεραρχίας τῶν πηγών, δέν ἠδύνατο νά ἀποκλίνει ἀπό τους κανόνες πού περιέχονται στην πράξη, σέ ἐκτέλεση τῆς ὁποίας εκδίδεται.
5.
Ό τρόπος μέ τόν όποιο έχει υπολογισθεί γιά τήν 'Ιταλία ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος περιέχεται στόν κανονισμό 3087/78, προκύπτει ἀπό τους ἰσχυρισμούς τῆς Ἐπιτροπῆς καί ἀπό τά ἔγγραφα τά όποια προσεκόμισε κατά τήν διαδικασία. Ὡς βάση ὑπολογισμού ελήφθη μία έρευνα τοῦ 1975, ἡ ὁποία ἀνεφέρετο ἀποκλειστικῶς στό κόστος ζωής στίς πρωτεύουσες, καθώς καί μία έρευνα ή ὁποία είχε διενεργηθεί μεταξύ τοῦ 1965-1967 ἐπί τῶν οἰκογενειακῶν προϋπολογισμών, τῶν ὁποίων τά ἀποτελέσματα, ὅσον άφορᾶ τήν 'Ιταλία, ἐνημερώθησαν μέσω στατιστικών υπολογισμών βασιζόμενων στην εξέλιξη τοῦ κόστους ζωής στην Ρώμη. Ἀφ' ἑτερου, τόν Μάιο 1976, ἡ Στατιστική Υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπῆς διενήργησε στην Varese μία έρευνα λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη 230 εἴδη δαπανών (μέ εξαίρεση τά ενοίκια, τήν θέρμανση καί τήν ηλεκτρική ἐνέργεια, τά όποια ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο μεταγενεστέρας ἐρεύνης) ἡ 'Επιτροπή διε-πίστωσε έτσι ὅτι τό κόστος ζωής στην Varese εὑρίσκετο σέ ἀνώτερο ἐπίπεδο σέ σχέση μέ τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού ίσχυε τότε γιά τήν 'Ιταλία: συγκεκριμένα, ὁ τελευταίος συντελεστής ήταν 112,04 %, ἐνῶ τό κόστος ζωής στην Varese εἶχε ἀνέλθει στό 126,4 ο/ο. Γιά νά είναι ὅμως δυνατό νά γίνει ἀκριβής σύγκριση μεταξύ τῶν δεδομένων αυτών, έπρεπε στον δείκτη πού ἀφορᾶ τήν Ρώμη νά προστεθεί 6,7 ο/ο, πού ἀντιστοιχεί στην διαφορετική ἐξέλιξη τοῦ κόστους ζωής στην 'Ιταλία καί στό Βέλγιο, ἀπό τόν Δεκέμβριο 1975 μέχρι τόν 'Ιούνιο 1976: ἡ διαφορά μεταξύ Ρώμης καί Varese ήταν έτσι 7,66 ο/ο (112,04 + 6,7 = 118,74· 126,4 - 118,74 = 7,66). Ἐπί πλέον, ἡ έρευνα ἐπί τοῦ επιπέδου τῶν ἐνοικίων ἡ ὁποία εἶχε γίνει στην Varese κατέβασε τό κόστος ζωῆς στην Varese ἀπό 126,5 σέ 121,5 (βλ. υπόμνημα τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 17ης Αυγούστου 1976, συνημμένο ὡς παράρτημα στίς παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 12ης 'Ιανουαρίου 1982). Ή διαφορά μεταξύ Ρώμης καί Varese ἐμειώθη μεταγενεστέρως στό επίπεδο τοῦ 2,76 ο/ο (121,5 — 118,74). Ή διαφορά ήταν ἀκόμη αἰσθητή. 'Αλλά δέν εἶχε ληφθεί ὑπ' ὄψη ἀπό τόν κανονισμό 3087/78, μέ τόν όποιο έχει γίνει δεκτός ένας συντελεστής πού έχει υπολογισθεί μέ ἀποκλειστική ἀναφορά στό κόστος ζωής τής πρωτεύουσας.
Οἱ έρευνες τῶν κοινοτικών στατιστικών υπηρεσιών επιβεβαιώνονται ἀπό τά ἀποτελέσματα τῶν ερευνών τοῦ ἰταλικοῦ Ινστιτούτου στατιστικής (ISTAT). Συγκεκριμένα, ἡ πηγή αυτή δηλώνει ὅτι κατά τά έτη 1976 έως 1978 οἱ διαφορές μεταξύ Ρώμης καί Varese ήσαν οἱ ἀκόλουθες: μέ βάση 100 τό 1970, τό 1976 ὁ δείκτης Ρώμης ήταν 195,1, ὁ δείκτης Varese 199,4 μέ βάση 100 τό 1976, ὁ δείκτης Ρώμης ήταν 115,8 τό 1977 καί 127,4 τό 1978, καί ὁ δείκτης Varese ήταν 119,7 τό 1977 καί 132,5 τό 1978 (βλ. τηλετύπημα γενικού διευθυντοῦ τοῦ ISTAT, συνημμένο σέ παράρτημα στίς παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 12ης 'Ιανουαρίου 1982).
Οἱ ἀμφιβολίες τῆς ιδίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῶ προέτεινε την ἀναθεώρηση τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογῆς γιά την 'Ιταλία, κατά τό τέλος τοῦ έτους 1978, προκύπτουν εὔγλωττα ἀπό ἀπόσπασμα τῶν αιτιολογικών σκέψεων πού συνώδευε την πρόταση πού υπέβαλε ἡ Ἐπιτροπή πρός τό Συμβούλιο στίς 10 Νοεμβρίου 1978 καί ἡ ὁποία προωρίζετο νά καταστεί ὁ κανονισμός 3087. Στην έκτη παράγραφο τοῦ έγγραφου αὐτοῦ ἀναγράφεται: «ή 'Επιτροπή ἀναφέρει ... ἀφ' ἑτερου, ὅτι ἡ χρησιμοποίηση ενός μοναδικοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἀνά χώρα υπηρεσίας, δηλαδή τοῦ συντελεστοῦ τῆς πρωτεύουσας, θέτει τους υπαλλήλους πού υπηρετούν στην Ispra σέ κάπως Ιδιόρρυθμη κατάσταση: ἀπό τά διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ὅτι ἡ εξέλιξη τοῦ κόστους ζωής στην Ρώμη ήταν βραδύτερη ἀπό εκείνη πού διεπιστώθη στην περιοχή Varese. Ἀπό αυτό ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι σήμερα τό επίπεδο τιμών στην Ρώμη εἶναι κατώτερο ἀπό τό τῆς Varese. Τό φαινόμενο αυτό εἶναι μάλλον σπάνιο στά ἐννέα κράτη μέλη. 'Επειδή στόν τόπο αυτό εἶναι συγκεντρωμένοι πολλοί υπάλληλοι, ήταν συνεπῶς δυνατό νά γίνει μία εἰδική έρευνα τιμῶν στην Ispra. Ή Ἐπιτροπή ὅμως προτίμησε νά μή καινοτομήσει ἐπί τοῦ θέματος καί διετήρησε τήν ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τοῦ 1968, ἡ ὁποία αναφέρεται ρητώς στους δείκτες τιμών τῆς πρωτεύουσας».
Τό παρατιθέμενο ἀπόσπασμα ἐπιβεβαιώνει δύο σημαντικά γεγονότα: ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία είχε καθορισθεί βάσει δεδομένων πού ἀφορούν τους δείκτες τιμών στην Ρώμη καί ὅτι, σύμφωνα μέ τά δεδομένα τῆς Στατιστικής Υπηρεσίας τῆς 'Επιτροπής, στην επαρχία Varese τό επίπεδο τιμών κατά τήν εξεταζόμένη περίοδο (1976-1978) ήταν υψηλότερο ἀπό τό ἀντίστοιχο τῆς Ρώμης. Αυτό ὅμως πού θεωρώ εξόχως σημαντικό εἶναι ἡ ἀμηχανία τῆς 'Επιτροπής, ἡ ὁποία, ἀφ' ἑνός μέν, έχει διαπιστώσει τήν ἐπιζήμια κατάσταση στην ὁποία εὑρίσκοντο οἱ ὑπάλληλοι πού υπηρετούν στην Ispra λόγω τῆς εφαρμογής ενός συντελεστού ὁ όποιος έχει υπολογισθεί βάσει δεδομένων πού ἀφορούν τήν Ρώμη — καί ἡ οποία, έστω συγκεκαλυμμένως, ἀντεμετώπιζε τό ενδεχόμενο νά υπολογισθεί ένας συντελεστής ξεχωριστός γιά τήν Varese — ἐνῶ, ἀφ' ἑτερου, κατέληξε νά προτείνει τήν γενική εφαρμογή τοῦ συντελεστού τῆς πρωτεύουσας ἀποκλειστικά καί μόνο γιά νά μή παρεκκλίνει ἀπό προγενέστερο προσανατολισμό τοῦ Συμβουλίου.
Κατά τήν γνώμη μου, ὁ προσανατολισμός αυτός ἀντιβαίνει στό άρθρο 64, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως: νομίζω ὅτι έχω εξηγήσει επαρκώς τους λόγους. Ἄς μοῦ ἐπιτραπεί μόνο νά προσθέσω ὅτι τό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ, ἐκεῖ ὅπου προβλέπει τήν υποχρέωση προσαρμογής τῶν συντελεστών σέ περίπτωση αἰσθητῆς αυξήσεως τοῦ κόστους ζωής, παρέχει ένα χρήσιμο στοιχείο γιά τήν ἑρμηνεία ἐπίσης τοῦ ἄρθρου 64. Συγκεκριμένα, ἡ υποχρέωση τῶν κοινοτικών ὀργάνων νά καθορίζουν χωριστούς συντελεστές ἀναπροσαρμογής γιά τους διαφόρους τόπους υπηρεσίας πού ευρίσκονται σέ κράτος μέλος καθίσταται αυστηρότερη, σέ ἁρμονία μέ τό άρθρο 65, ὅταν σέ ένα ἀπό τους τόπους αυτούς τό κόστος ζωής υφίσταται μεταβολές αἰσθητότερες ἀπό αυτές πού προκαλοῦνται στήν πρωτεύουσα τῆς ἰδιας χώρας, τῆς ὁποίας ή οικονομική κατάσταση είχε ληφθεί ὑπ' ὄψη γιά τόν υπολογισμό τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής.
6.
Μία δευτέρα αιτίαση τῶν προσφευγόντων άφορᾶ τήν ημερομηνία ενάρξεως ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 3087/78. Είδαμε ὅτι ὁ νέος συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού καθωρίσθη στόν κανονισμό αυτό άρχισε νά εφαρμόζεται ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978, ἐνῶ, κατά τους προσφεύγοντες, ὡς ημερομηνία ἐνάρξεως ἐφαρμογής έπρεπε νά είναι ἡ 1η 'Ιανουαρίου 1976, διότι ἀπό τοῦ έτους αὐτοῦ είχαν ήδη προκληθεί αισθητές αυξήσεις τοῦ κόστους ζωῆς καί ὅτι ἀνέκυψε υποχρέωση προσαρμογής τοῦ συ-ντελεστοῦ. Τό Συμβούλιο, παραλείποντας νά ἐνεργήσει ἀνάλογα, παρέβη τό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ.
Θεωρῶ ὅτι ἡ αιτίαση αυτή εἶναι ἐπίσης βάσιμη. Οἱ στατιστικές έρευνες πού διενήργησε ἡ Ἐπιτροπή ἀποδεικνύουν ὅτι κατά τό 1976 τό κόστος ζωής εἶχε ήδη αυξηθεί αἰσθητῶς σέ σύγκριση μέ τίς Βρυξέλλες, τόσο στην Ρώμη ὅσο καί στην Varese, εντονότερα. Αὐτό προκύπτει ἀπό τίς εκθέσεις τῆς Στατιστικής Ὑπηρεσίας τῆς 17ης καί τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976 καί ἀπό τό υπόμνημα τῆς υπηρεσίας αυτής τῆς 17ης Αυγούστου τοῦ ἰδίου έτους. Προσθέτω ὅτι επρόκειτο γιά μεταβολές υψηλότερες τοῦ 2 ο/ο, ὁπότε ἀναμφισβητήτως τό Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο νά προσαρμόσει τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής. 'Αφ' έτερου, οἱ καταγραφές τοῦ δείκτη τιμῶν τοῦ ἰτα-λικοῦ Ινστιτούτου στατιστικής δείχνουν ὅτι κατά τά έτη 1976 έως 1981 τό κόστος ζωής εἶχε σημειώσει μεγαλύτερη αύξηση στην Varese ἀπό τήν Ρώμη (ή διαφορά είναι κατά 0,9 % μεγαλύτερη στην Varese ), μέ συνέπεια τήν αύξηση τῆς ἀποκλίσεως μεταξύ τῶν δύο τόπων, ἄν καί ὄχι σέ πολύ σημαντικό βαθμό (βλ. τό υπόμνημα τῆς 28ης 'Ιουνίου 1972 τῆς Στατιστικής Υπηρεσίας τῆς 'Επιτροπής, περί τῆς «ἀναλύσεως τῆς πενταετοῦς ἀναθεωρήσεως (1980) τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία», τό όποιο έχει προσκομισθεί στην συνεδρίαση τῆς 14ης παρελθόντος Ἰουλίου).
Ὡς γνωστόν, τό άρθρο 65, παράγραφος 2, ὁρίζει ὅτι, σέ περίπτωση αἰσθητῆς μεταβολής τοῦ κόστους ζωής τό Συμβούλιο ἀποφασίζει εντός προθεσμίας δύο μηνών κατά ἀνώτατο ὅριο, μέτρα γιά τήν προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής «καί κατά περίπτωση γιά τά ἀναδρομικά τους ἀποτελέσματα».
Ή 'Επιτροπή φαίνεται νά θεωρεί ὅτι μέ τήν τελευταία φράση νοείται μία πλήρης διακριτική ευχέρεια τοῦ Συμβουλίου νά προσδίδει ἡ ὄχι ἀναδρομική ἰσχύ στά μέτρα προσαρμογής τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, ἀκόμη δέ καί ἐν ὄψει αισθητών μεταβολών τοῦ κόστους ζωής, πού προκαλοῦνται στην διάρκεια μερικών ετών, άλλά διαπιστώνονται καθυστερημένα. Παρόμοια ὅμως ἑρμηνεία δέν συμβιβάζεται μέ τόν υποχρεωτικό χαρακτήρα τῶν μέτρων προσαρμογής τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί μέ τήν ἐπιβολή στό Συμβούλιο προθεσμίας δύο μηνών (ἀπό κάθε αἰσθητῆς μεταβολής τοῦ κόστους ζωής) γιά νά ἀποφασίζει σύμφωνα μέ τήν ένδειξη τοῦ κανόνα. Δηλαδή, καίτοι γίνεται δεκτό ὅτι ή διοίκηση ὑποχρεοῦται νά επιφέρει ἀμέσως διόρθωση τῶν συντελεστών, κάθε φορά πού τό κόστος ζωής μεταβάλλεται αἰσθητῶς, ἡ έκφραση «κατά περίπτωση», ή ὁποία ἀναφέρεται στην ἀναδρομικότητα τῆς ἀποφάσεως προσαρμογής, έχει τήν έννοια ὅτι τό Συμβούλιο ὀφείλει νά προσδώσει στην προσαρμογή ἀναδρομικό ἀποτέλεσμα, ὅταν επεμβαίνει καθυστερημένα, δηλαδή μετά τήν πάροδο τῆς προθεσμίας πού καθορίζει τό άρθρο 65, παράγραφος 2. Μόνον ἄν δοθεί ἡ ερμηνεία αυτή, ἡ ἐν λόγω διάταξη επιτυγχάνει τόν σκοπό της, ὁ όποιος εἶναι νά διασφαλίζει σέ ὅλους τους υπαλλήλους, ἀνεξαρτήτως τοῦ τόπου υπηρεσίας τους, τήν 'ίδια ἀγοραστική δύναμη. Δέν πρέπει νά διαφεύγει ὅτι οἱ διορθώσεις τῶν γεωγραφικών συντελεστών δέν ἀντιπροσωπεύουν αυξήσεις μισθοῦ, άλλα χρησιμεύουν ἀποκλειστικώς στην διατήρηση πραγματικής ἀντιστοιχίας μεταξύ τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων πού ὑπηρετοῦν στίς Βρυξέλλες καί τῶν ἀποδοχών τῶν συναδέλφων τους πού ὑπηρετοῦν σέ διαφόρους τόπους.
7.
"Ολοι οἱ προσφεύγοντες, μέ εξαίρεση τήν Roumengous, υποστηρίζουν ἐπί πλέον ὅτι ἡ 'Επιτροπή εἶχε παραβεί τό καθήκον ἀρωγής έναντι τῶν υπαλλήλων, τό όποιο προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ, τόσο γιατί ὑπέβαλε στό Συμβούλιο πρόταση κανονισμοῦ — ἡ ὁποία άνευ τροποποιήσεων κατέστη ὁ κανονισμός 3087/78 — στην ὁποία δέν ἐλήφθη ὑπ᾽ ὄψη ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ κόστους ζωής στην Ρώμη καί στήν Varese καί μέ τήν ὁποία περιω-ρίσθη ἡ εφαρμογή τοῦ νέου συντελεστοῦ στήν 1η 'Ιανουαρίου 1978, ὅσο καί διότι συνεμορφώθη μέ τόν ἐν λόγω κανονισμό.
Καί ἀπό τίς δύο εκδοχές τῆς ἡ αιτίαση αυτή δέν εἶναι βάσιμη. Τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ, ἀφοῦ ὁρίζει ὅτι «κάθε Κοινότητα παρέχει βοήθεια στόν υπάλληλο», ἀναφέρει στην πρώτη του παράγραφο ὡς παράδειγμα (ὅπως προκύπτει ἀπό τόν ὅρο «Ιδίως», τήν βοήθεια πρός τόν ὑπάλλληλο σέ περίπτωση διώξεως τῶν δραστῶν ἀποπειρών εναντίον τοῦ προσώπου καί τῆς περιουσίας εἴτε τοῦ ἰδίου εἴτε τῶν μελών τῆς οἰκογενείας του στην δευτέρα παράγραφο προβλέπει ἐν συνεχεία, ὡς συνέπεια τῆς προηγουμένης υποχρεώσεως, τήν επανόρθωση τῶν ζημιών πού έχουν προκληθεί στον ὑπάλλληλο λόγω τῶν ἀποπειρών αυτών, ἐφ᾽ ὅσον δέν ἔχει δυνηθεί νά επιτύχει επανόρθωση ἀπό τόν δράστη, ἐνῶή τρίτη παράγραφος άφορᾶ τήν επαγγελματική επιμόρφωση τήν ὁποία οἱ Κοινότητες υποχρεοῦνται νά διευκολύνουν. Πρόκειται ἑπομένως γιά κανόνα πολύ γενικού χαρακτήρα ὁ όποιος περιέχει μόνον τίς λεπτομέρειες πού ἔχω παραθέσει. Ή υποχρέωση τοῦ Συμβουλίου νά προσαρμόζει εγκαίρως τους γεωγραφικούς συντελεστές ἀναπροσαρμογής ἔχει ἀντιθέτως εἰδικό χαρακτήρα στο μέτρο πού ἀποτελεί ἀντικείμενο ρητοῦ κανόνα (άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ). Κατά συνέπεια, εἶναι ἀδικαιολόγητη ἡ επίκληση τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμού γιά τήν δημιουργία υποχρεώσεως εγκαίρου προσαρμογής τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής (ή τουλάχιστον μέ εύλογη ἀναδρομικότητα) καί γιά νά λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη τό κόστος ζωής στόν τόπο υπηρεσίας.
Προσθέτω ὅτι μέ τήν ἀπόφαση τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1981 ἐπί τῆς υποθέσεως 178/80, Bellardi-Ricci καί λοιποί κατά 'Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 3187), τό Δικαστήριο ἑρμήνευσε τό άρθρο 24 κατά τήν ἔννοια ὅτι τό καθήκον ἀρωγής «άφορᾶ τήν υπεράσπιση τῶν υπαλλήλων ἐκ μέρους τοῦ ὀργάνου κατά πράξεων τρίτων καί ὄχι κατά πράξεων τοῦ ἰδίου ὀργάνου, ὁ έλεγχος τῶν ὁποίων διέπεται ἀπό άλλες διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων» (σκέψη 23). Αυτό επιβεβαιώνει τήν άποψη τήν ὁποία ἀποδέχομαι στην συγκεκριμένη περίπτωση.
8.
Τέλος, ὅλοι οἱ προσφεύγοντες Ισχυρίζονται ὅτι ὁ κανονισμός 3087/78, καθορίζοντας ένα μοναδικό συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία καί ὁρίζοντας ὡς ημερομηνία ενάρξεως τῆς εφαρμογής του μόλις τήν 1η Ἰανουαρίου 1978, παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος, διότι οἱ ἀποδοχές οἱ όποιες είχαν καταβληθεί στους υπαλλήλους τοῦ Κοινοῦ Κέντρου Ερευνών τῆς Ispra ἦσαν κατώτερες, ἀπό άποψη ἀγοραστικής δυνάμεως, ἀπό τίς ἀντίστοιχες τῶν ὑπαλλήλλων πού ὑπηρετοῦν σέ άλλους τόπους. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ αἰτίαση αύτη εἶναι βάσιμη, άλλά έχω ήδη ἀσχοληθεί μέ τό ζήτημα τῆς ἴσης μεταχειρίσεως ὅταν ἐξήτασα τήν παράβαση τοῦ άρθρου 64 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως διευκρινίζοντας ὅτι ἡ διάταξη αυτή ἑρμηνεύεται ὑπό τό φῶς της ἀρχής τῆς ἰσότητος. Συνάγεται ὅτι ἡ παράβαση τοῦ ἄρθρου 64, πού διαπιστώνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστᾶ συγχρόνως καί παραβίαση τῆς ἀρχής αυτής.
9.
Κατά τήν προσφεύγουσα Roumengous, ὁ κανονισμός 3087/78 εἶναι ἀνεπαρκώς αιτιολογημένος καί ἑπομένως φέρει τό στίγμα τῆς παραβάσεως ουσιωδών τύπων. Θεωρώ ὅμως ὅτι ὁ Ισχυρισμός αυτός στερεῖται βάσεως. 'Αναμφιβόλως, βάσει τοῦ άρθρου 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, οἱ κανονισμοί πρέπει νά εἶναι αἰτιολογημένο τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ ὅμως προηγείται επαρκής αιτιολογία, έστω σύντομη. Στην μοναδική αιτιολογική σκέψη του ἀναγράφεται ὅτι ἀπό τά αποτελέσματα τῶν στατιστικών ερευνών πού διενεργήθησαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή προκύπτει ἡ ἀνάγκη διορθώσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία: γίνεται επομένως ἀναφορά, έστω κατά τρόπο ὄχι ἀναλυτικό, στά στοιχεία βάσει τῶν ὁποίων τό Συμβούλιο εἶχε λάβει τήν ἀπόφαση του. Προσθέτω ὅτι οἱ στατιστικές έρευνες ήσαν πιθανόν πολύ γνωστές στους ὑπαλλήλους πού υπηρετούσαν στην Varese, τῶν ὁποίων οἱ συνδικαλιστικοί ἐκπρόσωποι εἶχαν διαπραγματευθεί ἐπί τρία έτη περίπου τήν προσαρμογή τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής, ή ὁποία ἐν συνεχεία καθιερώθη ἀπό τόν ἐν λόγω κανονισμό. Ἐξ άλλου, τό προοίμιο τοῦ κανονισμού ἀναφέρει τήν πρόταση τῆς 'Επιτροπής (τῆς ὁποίας τό κείμενο ἀντιστοιχεί σ' αυτό πού τό Συμβούλιο υἱοθέτησε ἀργότερα) καί ἡ πρόταση αυτή εἶχε συνοδευθεί ἀπό ἔκθεση, στην ὁποία ἐξηγοῦντο λεπτομερώς οἱ λόγοι στους ὁποίους ἐβασίσθη τό μέτρο. 'Επειδή πρόκειται γιά κανονιστική πράξη, θεωρώ ὅτι ἡ αἰτιολογία τοῦ είδους αὐτοῦ εἶναι πλήρης ὑπό τό φῶς τοῦ προαναφερομένου ἄρθρου 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ή ἰδία προσφεύγουσα Roumengous Ισχυρίζεται ἐν συνεχεία ὅτι ἡ ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή ἀπέρριψε τήν διοικητική της ένσταση τῆς ἐκοινοποιήθη μέσω εγκυκλίου (επιστολής τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, ήδη ἀναφερθείσης) καί ὄχι ἀτομικώς. Ή αἰτίαση αυτή επίσης δύναται νά ἀναχθεί στό ζήτημα τῆς φερομένης παραβάσεως ουσιωδών τύπων άλλά δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Ἀρκεῖ νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ή 'Επιτροπή δέν ὑποχρεοῦται κάν νά άπαντα ρητώς στίς ενστάσεις καί ὅτι ὁ κανονισμός δέν προβλέπει συγκεκριμένη μορφή κοινοποιήσεως. Δέν ἀρνούμαι ὅτι ἡ διοίκηση πρέπει νά προβαίνει συνήθως σέ ἀτομική ἀνακοίνωση πράξεων πού ἀφοροῦν τους υπαλλήλους της, διότι αυτό διευκολύνει ἀναμφισβητήτως τίς σχέσεις μέ αυτούς. αυτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι εἶναι παράνομη ή μέσω εγκυκλίου ἀνακοίνωση ἀποφάσεως ἐπί ενστάσεως. Ἐν πάση περιπτώσει, ή μορφή τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή επέλεξε γιά νά τῆς ἀνακοινώσει τήν ἀπόφαση τῆς δέν έχει προξενήσει καμμία ζημία στην προσφεύγουσα: στην πραγματικότητα, ἡ μόνη ζημία τήν ὁποία ἡ προσφεύγουσα έχει υποστεί, κατά τήν ένσταση καί ἐν συνεχεία κατά τήν δικαστική προσφυγή, ὀφείλεται στην εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087.
10.
Οἱ προσφεύγοντες Birke, Bruckner, Amesz, Bauch, Flamm, Hoffmann, Knoeppel καί Nijman έχουν επίσης προσβάλει τήν ἐκκαθάριση τῶν ἀντιστοίχων μισθών τους τοῦ μηνός 'Απριλίου 1979, Ισχυριζόμενοι ὅτι παρανόμως εἶχαν μειωθεί λόγω τοῦ ὑψηλοτερου κόστους τῶν χρηματικών μεταφορών πρός άλλες χώρες, ἐξ αἰτίας τῶν διατάξεων τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78.
Μέ τίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981, ἐξήτασα τά διάφορα ζητήματα πού τίθενται ἀπό τους κανονισμούς 3085 καί 3086. "Ας μοῦ ἐπιτραπεί νά παραπέμψω στην ἀνάλυση αυτή, ὅσον ἀφορᾶ τό νομικό πλαίσιο στό όποιο ἐντάσονται, μεταξύ άλλων, οἱ ὑπό κρίση διαφορές. 'Εδώ θά ἀσχοληθώ μόνο μέ τήν κανονιστική ρύθμιση τῆς μεταφοράς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών.
'Αναφέρω ὅτι μέ τόν κανονισμό 3085/78 ἐτροποποιήθησαν δύο διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως: τό άρθρο 63, περί νομισματικών ἰσοτιμιῶν, καί τό άρθρο 17, τοῦ παραρτήματος VΙΙ, περί τῶν μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών.
Τό ἄρθρο 63, ὅπως είχε παλαιότερα, ὥριζε στην παράγραφο 3 ὅτι οἱ καταβαλλόμενες ἀποδοχές σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοῦ φράγκου υπολογίζονται βάσει τῶν Ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οἱ όποιες 'ίσχυαν τήν 1η 'Ιανουαρίου 1965. Μέ την νέα διατύπωση τοῦ ἄρθρου 63, πού εισήχθη ἀπό τόν κανονισμό 3085, ὁρίζει ἀντιθέτως, στην δευτέρα του παράγραφο: «οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διαφορετικό ἀπό τό βελγικό φράγκο υπολογίζονται βάσει τῶν τιμῶν συναλλάγματος πού ἐχρησιμοποιήθησαν γιά τήν εκτέλεση τοῦ γενικού προϋπολογισμού τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η 'Ιουλίου 1978». Ή τροποποίηση αυτή — ἡ ὁποία ουσιαστικώς παρίσταται ὡς προσαρμογή τῶν τιμών συναλλάγματος — συνωδεύθη μετά τήν ἀναθεώρηση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, ἡ ὁποία ὡρίσθη ἀπό τόν κανονισμό 3086/78.
Γιά νά γίνεται κατανοητή ἡ σχέση πού υφίσταται μεταξύ νομισματικών ισοτιμιών καί συντελεστών ἀναπροσαρμογής, πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμού, τό όποιο έχει ήδη ἀναφερθεί, σύμφωνα μέ τό όποιο ὅλες οἱ ἀποδοχές σέ βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού ἀναπροσαρμογής, ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες ζωής στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Ή ύπαρξη, επομένως, στό πρό τοῦ 1978 σύστημα ἀποδοχών ενός σταθεροῦ στοιχείου (οἱ ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου, αἰσθητῶς διάφορες τῶν τρεχουσῶν ισοτιμιών) εἶχε παρακινήσει τό Συμβούλιο νά χρησιμοποιεί τους συντελεστές ὡς τήν μεταβλητή πού επιδέχεται χειρισμούς, μέ σκοπό τήν εξασφάλιση στους υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ χώρες μέ υποτιμημένο νόμισμα, λόγω τοῦ πληθωρισμού, ἀμοιβής πού ισοδυναμεί, σέ ἀγοραστική δύναμη, μέ εκείνη πού εισπράττουν οἱ υπάλληλοι πού ὑπηρετοῦν στό Βέλγιο. Μέ τόν κανονισμό 3086, τό Συμβούλιο επεδίωξε νά ὁμαλοποιήσει τήν κατάσταση αυτή, καθορίζοντας συντελεστές υψηλότερους γιά τίς χώρες ὅπου τό κόστος ζωής εἶναι υψηλότερο καί χαμηλότερους γιά τίς χώρες ὅπου, ἀντιθέτως, τό κόστος ζωής εἶναι χαμηλότερο, ἀποδίδοντας έτσι στον συντελεστή ἀναπροσαρμογής τήν λειτουργία τήν ὁποία ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ είχε ἀρχικώς προσδώσει.
'Ως πρός τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ, πρίν ἀπό τήν κατάργηση του, ἡ παράγραφος 2 ὥριζε ὅτι κάθε υπάλληλος ἠδύνατο νά μεταφέρει κατά μήνα τμήμα τοῦ μισθοῦ του, κατόπιν μετατροπῆς του στό νόμισμα τοῦ κράτους τοῦ ὁποίου 'έχει τήν ιθαγένεια ἡ τοῦ κράτους μέλους τῆς κατοικίας του ἡ τῆς διαμονής προστατευομένου μέλους τῆς οἰκογενείας του. Στην παράγραφο 4 τῆς Ιδίας διατάξεως προσετέθη ὅτι οἱ μεταφορές αὐτές «πραγματοποιούνται βάσει τῆς ἐπισήμου τιμής συναλλάγματος πού ισχύει κατά τήν ήμερα τῆς μεταφοράς», τιμή ἡ ὁποία, προτού τεθεί σέ ἰσχύ ὁ κανονισμός 3085, συνέπιπτε μέ τήν ἰσοτιμία τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου. Ἀντιθέτως, στην νέα διάταξη τοῦ ἄρθρου 17 ὁρίζεται στην παράγραφο 3, ὅπού καί ἡ καινοτομία πού ενδιαφέρει για τίς ὑπό κρίση υποθέσεις — ὅτι οἱ μεταφορές «πραγματοποιούνται βάσει τῶν Ισοτιμιών πού ἀναφέρονται στό άρθρο 63, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ» — δηλαδή, μέ τίς νέες τιμές συναλλάγματος πού προκύπτουν ἀπό τό άρθρο 63, ὅπως ἐτροποποιήθη μέ τόν κανονισμό 3085 — καί ὅτι «προσαρμόζονται βάσει τοῦ συντελεστοῦ πού προκύπτει ἀπό τόν συσχετισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού 'έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τῆς ὁποίας πραγματοποιείται ἡ μεταφορά καί τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα υπηρεσίας τοῦ υπαλλήλου». Ὅπως έχω τονίσει στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981, «ή σχέση αύτη ὁδηγεί, γιά τά νομίσματα τῶν χωρών μέ υψηλό δείκτη πληθωρισμοῦ, ὅπως ή 'Ιταλία καί τό Ἡνωμένο Βασίλειο, σέ Ισοτιμίες οἱ όποιες τοποθετοῦνται περίπου στό μέσον μεταξύ τῶν Ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου πού ἀνατρέχουν στό 1965 καί τῶν σημερινών ἰσοτιμιῶν». Στίς ίδιες προτάσεις εἶχα παρατηρήσει επίσης ὅτι «ή νέα κανονιστική ρύθμιση περί χρηματικῶν μεταφορῶν προεκάλεσε σημαντική αύξηση τοῦ κόστους τῶν πράξεων αυτών, ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ υπάλληλος πρέπει νά δαπανήσει μεγαλύτερα ποσά στό νόμισμα τοῦ τόπου ὅπού υπηρετεί γιά νά λάβει τήν ἴδια ποσότητα τῶν ξένων νομισμάτων πού προηγουμένως μετέφερε στό εξωτερικό».
11.
Κατά τους προσφεύγοντες στίς υποθέσεις 543/79, 799/79 καί στίς συνεκδικαζό-μενες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79, οἱ κανόνες βάσει τῶν ὁποίων έχει καθορισθεί τό κόστος τῶν μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών, ἀπό 'Απριλίου 1979, ήσαν μή νόμιμοι:
α)
λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων, ή ὁποία συνίσταται ουσιαστικώς στό γεγονός ὅτι δέν εἶχε ζητηθεί ἡ γνώμη τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τήν διαδικασία επεξεργασίας τοῦ κανονισμού 3085
β)
λόγω παραβιάσεως γενικών ἀρχων τῆς κοινοτικής έννομου τάξεως, ἰδίως τῶν ἀρχων τῆς ἰσότητος καί τοῦ ἀπροσβλήτου τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων
γ)
λόγω παραβάσεως τοῦ καθήκοντος ἀρωγής, τό όποιο προβλέπεται στό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Μέ τόν πρώτο ἀπό τους λόγους αυτούς έχω ἀσχοληθεί λεπτομερώς τόσο στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαίου 1981 (ήδη ἀναφερθείσες) ὅσο καί στίς προτάσεις πού ἀνέπτυξα τήν 14η 'Ιανουαρίου 1982 στίς υποθέσεις 127/80, 164/80 καί 167/80 (δέν έχουν δημοσιευθεί ἀκόμη στην Συλλογή). Τά επιχειρήματα πού ἀναπτύσσουν οἱ σημερινοί προσφεύγοντες συμπίπτουν ουσιαστικώς μέ εκείνα πού ελήφθησαν ὑπ' ὄψη στίς προαναφερόμενες προτάσεις. Νομίζω, επομένως, ὅτι δύναμαι νά παραπέμψω σέ ὅσα έχω υποστηρίξει ἐκεῖ καί εἰδικότερα στίς προτάσεις τῆς 14ης Μαίου 1981, ὅσον άφορᾶ τό σύστημα μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών.
Τό Δικαστήριο, ἀφ' έτερου, έχει προσφάτως ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μέ τρεις ἀποφάσεις, τοῦ ἰδίου περιεχομένου, πού ἐξεδόθησαν τήν 4η Φεβρουαρίου 1982 ἐπί τῶν υποθέσεων 817/79, Buyl κατά Ἐπιτροπής, 828/79, Adam κατά 'Επιτροπής καί 1253/79, Battaglia κατά 'Επιτροπής (δέν έχουν δημοσιευθεί ἀκόμη στην Συλλογή). Οἱ υποθέσεις αυτές ἀφορούσαν ἀποκλειστικώς τό ζήτημα τῆς μεταφορᾶς στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών καί τῆς επιδράσεως τοῦ νέου συστήματος μεταφορών ἐπί τοῦ επιπέδου τῶν μισθών. Τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι τοῦ κανονισμοῦ 3085 εἶχε προηγηθεί ἡ προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο, ὅτι ἡ προκαταρκτική διαβούλευση μέ τήν Οἰκονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή καί μέ τό 'Ελεγκτικό Συνέδριο δέν ήταν υποχρεωτική καί ὅτι, κατά συνέπεια, δέν συνέτρεχε περίπτωση παραβάσεως ουσιωδών τύπων. Ἀπό τίς διαφορές μέ τίς όποιες ἀσχολούμεθα σήμερα δέν έχει προκύψει νέο στοιχείο ἱκανό νά ὠθήσει σέ μεταβολή τῆς θέσεως πού έχει υἰοθετηθεῖ καί σέ παρέκκλιση ἀπό τήν άποψη πού έχει δεχθεί τό Δικαστήριο.
12.
Οἱ προσφεύγοντες, επικαλούμενοι τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος, υποστηρίζουν ὅτι τά κοινοτικά όργανα, ρυθμίζοντας τά επίπεδα ἀμοιβών καί, ἰδίως, τίς λεπτομέρειες μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν αμοιβών, ὀφείλουν νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι οἱ υπάλληλοι δέν δαπανοῦν τό σύνολο τῶν εισοδημάτων τους στην χώρα ὅπού ευρίσκεται ὁ τόπος υπηρεσίας τους, ἀλλά καί σέ άλλα κράτη μέλη. Αυτό ισχύει κυρίως γιά τους υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ χώρα διάφορη ἀπό την χώρα καταγωγής, στους ὁποίους τά κοινοτικά όργανα ὀφείλουν νά τους παρέχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν ελεύθερα ἄν επιθυμούν νά εγκαταστήσουν τήν οικογένεια τους μαζί τους ἡ νά τήν ἀφήνουν ἀλλοῦ, νά μορφώνουν τά τέκνα τους στην χώρα τους ή στην χώρα ὅπου υπηρετούν ἤ ενδεχομένως σέ τρίτη χώρα, κλπ. Οἱ Κοινότητες, παρέχοντας τήν εγγύηση αυτή συμμορφώνονται μέ τήν υποχρέωση νά ἐξασφαλίζουν στους υπαλλήλους, πού υπηρετούν σέ χώρα διαφορετική ἀπό τό κράτος τοῦ ὁποίου έχουν τήν ιθαγένεια, ἴση μεταχείριση έναντι τῶν ὑπαλλήλων πού προέρχονται ἀπό τήν χώρα ὅπου ἀσκούν τά καθήκοντά τους.
Κατά τους προσφεύγοντες πάντοτε, τά πλεονεκτήματα πού συνεδέοντο μέ τό ἰσχύσαν πρό τοῦ Ἀπριλίου 1979 σύστημα μεταφορῶν στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχῶν επέτρεπαν στους υπαλλήλους νά Ικανοποιούν, έστω καί ἀτελώς, τίς ἀνάγκες πού προανέφερα. 'Απεναντίας, τό νέο σύστημα μεταφορών πού εἰσήχθη μέ τους κανονισμούς 3085 καί 3086, τό ὁποῖο εἶναι επαχθέστερο γιά τους υπαλλήλους, ἀπό τήν άποψη αυτή έχει επιδεινώσει τήν κατάσταση τους καί έχει επιτείνει τήν διάκριση μεταξύ υπαλλήλων καταγόμενων ἀπό τή χώρα όπου ἀσκοῦν τά καθήκοντά τους καί υπαλλήλων καταγόμενων ἀπό άλλη χώρα. Επομένως, επειδή οἱ δύο κανονισμοί ἀντιβαίνουν πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος, πρέπει νά θεωρηθοῦν παράνομοι.
Κατά τήν γνώμη μου, ὁ προβαλλόμενος λόγος ἀκυρότητος δεν υφίσταται. Στό σύστημα δικαίου πού διέπει τό κοινοτικό προσωπικό δέν υπάρχει καμμία διάταξη ή ἀρχή παρέχουσα τό δικαίωμα στους υπαλλήλους νά εγκαθιστούν τήν οικογένειά τους, νά εκπαιδεύουν τά τέκνα τους, νά ἀγοράζουν οἰκία, νά ἀντιμετωπίζουν τά σχετικά έξοδα διαχειρίσεως κλπ., έκτος τῆς χώρας τοῦ ἀντιστοίχου τόπου υπηρεσίας, χωρίς νά υποβάλλονται σέ υψηλότερα έξοδα ἀπό εκείνα πού βαρύνουν τους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἱκανοποιοῦν τίς ίδιες ἀνάγκες στην χώρα ὅπου ἀσκούν τά καθήκοντά τους. 'Αληθεύει βεβαίως ὅτι σειρά διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ διευκολύνει τους υπαλλήλους στην Ικανοποίηση τῶν ἀναγκών πού ἀναφέρω: ἀρκεῖ νά ἀναφέρω ὡς παράδειγμα, πέρα ἀπό τό καθεστώς μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών μέ τιμές συναλλάγματος πιό συμφέρουσες ἀπό τίς τρέχουσες τιμές (άρθρο 17, παράγραφοι 2 καί 3, τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ), τό επίδομα ἀποδημίας (άρθρο 4 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ) καί τήν ἀποζημίωση ἐπανεγκαταστάσεως κατά τήν έξοδο ἀπό τήν ὑπηρεσία (άρθρο 6 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ). Ωστόσο, ἀπό τους εἰδικούς αὐτούς κανόνες δέν δύναται νά συναχθεί τό υποτιθέμενο δικαίωμα τῶν υπαλλήλων νά ἀμείβονται κατά τρόπο ώστε νά δύνανται νά ἱκανοποιοῦν ὅλες τίς ἀνάγκες πού ἀναφέρω. Ἄν δέν υφίσταται δικαίωμα τέτοιου είδους, δέν είναι δυνατό νά υποστηρίζεται ὅτι οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086, ἀπό τήν άποψη αυτή, εἰσάγουν άνιση μεταχείριση ἔκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι έχουν τροποποιήσει τό καθεστώς χρηματικών μεταφορών. Ἀφ' έτερου, δέν δύναμαι νά παραβλέψω τό γεγονός ὅτι τό σημερινό σύστημα μεταφορών χαρακτηρίζεται πάντοτε ἀπό τιμές συναλλάγματος πιό συμφέρουσες ἀπό τίς τιμές τῆς ἀγοράς (έστω καί ἄν εἶναι λιγότερο συμφέρουσες ἀπό τίς τιμές πού προεβλέποντο ἀπό τό προηγούμενο σύστημα), ὅπως εἶχα τήν ευκαιρία νά εξηγήσω στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981.
13.
Δέν θά σταθώ στή φερομένη προσβολή τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων καί στην παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης: δύο θέματα τά όποια έχω ἀναπτύξει διεξοδικώς στίς ίδιες προτάσεις τῆς 14ης Μαίου 1981, ὅπου κατέληξα στό νά μή δεχθώ τό βάσιμο ἑκατέρου τῶν λόγων.
"Εχω ήδη ἀναφέρει ὅτι, κατά ὁρισμένους προσφεύγοντες, έχει γίνει παράβαση τοῦ άρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ τό όποῖο, ὡς γνωστόν, προβλέπει τό καθήκον ἀρωγής τῆς διοικήσεως έναντι τῶν υπαλλήλων. Κατ' αὐτούς, τό Συμβούλιο, τροποποιώντας τό σύστημα χρηματικῶν μεταφορών καί καθιστώντας το επαχθέστερο γιά τους υπαλλήλους, παρέβη τό καθήκον αυτό καί ή παράβαση αυτή καθιστά τους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 παρανόμους. 'Αλλά οἱ παρατηρήσεις τίς ὁποίες έχω ἀναπτύξει ἀνωτέρω, ἐξετάζοντας τήν ἀνάλογη αἰτίαση πού διετυπώθη κατά τοῦ κανονισμού 3087/78, ἀποδεικνύουν ὄτι περιττεύει ἡ επίκληση τοῦ ἄρθρου 24, γιά νά συναχθοῦν υποτιθέμενοι λόγοι ἀκυρώσεως τῶν ἐν λόγω κανονισμῶν. Θά περιορισθώ νά προσθέσω ὅτι ἀπό τό καθήκον ἀρωγής δέν δύναται σέ καμμία περίπτωση νά συναχθεί ἡ υποχρέωση τῆς διοικήσεως νά διατηρεί κατάσταση μή φυσιολογική καί παραμορφωμένη, ὁπως αυτή πού εἶχε δημιουργηθεί ἀπό τό προηγούμενο σύστημα μεταφορών: στίς προτάσεις μου της 14ης Μαΐου 1981, ὅπου παραπέμπω, έχω ήδη εξηγήσει ὅτι τό παλαιό σύστημα εἶχε προκαλέσει σοβαρές παραμορφώσεις.
14.
'Ορισμένοι προσφεύγοντες προσάπτουν ἀκόμη, επικουρικώς, ὅτι ὁ κανονισμός 3085/78, θέτοντας σέ ἰσχύ τήν νέα κανονιστική ρύθμιση περί μεταφορῶν, δέν 'έχει προβλέψει μεταβατικό καθεστώς πού νά μετριάζει τά επιζήμια ἀποτελέσματα τῆς ρυθμίσεως αυτής, ἀντισταθμίζοντας τα κάπως μέ μελλοντικές καί πραγματικές αυξήσεις μισθών. Επικουρικώς, επίσης, ζητούν τήν επέκταση ἐπί τοῦ νομικού καθεστώτος τῶν μεταφορών τῶν μεταβατικών διατάξεων πού προβλέπονται γιά τό νέο συνταξιοδοτικό σύστημα, ἀπό τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμού 3085. Σημειώνω ὅτι, σύμφωνα μέ τήν διάταξη αυτή, στίς συντάξεις καί ἀποζημιώσεις τῶν ὁποίων τά ποσά έχουν υποστεί μείωση σέ σύγκριση μέ τό προηγούμενο σύστημα, τό νέο καθεστώς θά εφαρμόζεται μόλις ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1979, καί ὅτι, ἐπί πλέον, ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1979, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ποσών πού καταβάλλονται γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979 έχει μειωθεῖ κατά 1/10 μηνιαίως.
Θεωρώ τά δύο αὐτά αἰτήματα ὡς ἀβάσιμα. Ὡς έρεισμα τοῦ πρώτου αἰτήματος, οἰ προσφεύγοντες επικαλούνται τήν ἀρχή τοῦ ἀπροσβλήτου τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων άλλά, ὅπως έχω εξηγήσει στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981, ἡ ἀληθής έννοια τῆς ἀρχής αυτής δέν επιτρέπει τήν επίκληση τῆς στή συγκεκριμένη περίπτωση. 'Αναφέρεται ὅτι τό Δικαστήριο, μέ τίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις τῆς 4ης παρελθόντος Φεβρουαρίου, περί μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών, ἀπέρριψε τίς προσφυνές, χωρίς νά προσδώσει οιαδήποτε σημασία στό επιχείρημα αυτό, τό όποιο ωστόσο οἱ διάδικοι είχαν υποστηρίξει μέ τό υπόμνημα ἀντικρούσεως.
Όσον ἀφορᾶ επίσης τό αἴτημα νά ἐπεκταθεί στό σύστημα χρηματικών μεταφορών ἡ μεταβατική διάταξη σχετικά μέ τίς συντάξεις, ἡ ὁποία περιέχεται στόν ἴδιο κανονισμό 3085/78, παραπέμπω στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 ὅπου έχω ήδη ἐξηγήσει τόν λόγο γιά τόν όποιο τό σύστημα αὐτό δέν εἶναι δυνατό, κατά τήν γνώμη μου, νά γίνει δεκτό. Προσθέτω ὅτι τό Δικαστήριο, μέ τίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις τῆς 4ης παρελθόντος Φεβρουαρίου, ἐπί τοῦ θέματος αὔτοῦ έκρινε ὅτι ή κατάσταση τοῦ ἐν ενεργεία υπαλλήλου διαφέρει αισθητώς ἀπό τήν κατάσταση τοῦ συνταξιούχου, έτσι ὥστε νά νά μήν ἀποτελεί διάκριση ὅταν ὁ νομοθέτης επιφυλάσσει στους συνταξιούχους μεταχείριση πού διαφέρει ἀπό εκείνη ἡ ὁποία επιφυλάσσεται στους ἐν ενεργεία υπαλλήλους» (σκέψη 29).
15.
"Αν ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ κανονισμός 3085/78 δέν φέρει τά ελαττώματα τά ὁποία Ισχυρίζονται οἱ προσφεύγοντες, τά αιτήματα περί καταβολῆς καί τά εξαρτώμενα αιτήματα περί ἀποζημιώσεως, τά όποια υπεβλήθησαν υποστηρίζοντας τό παράνομο τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, στεροῦνται βάσεως.
Κατόπιν αυτών, υποβάλλω στό Δικαστήριο τίς προτάσεις μου. 'Αναφέρω, πρώτον, ὅτι στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981 ἔχω ήδη ἀποφανθεί ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τῶν προσφυγῶν πού έχουν ἀσκήσει κατά τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ Monique Roumengous Carpentier, μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 11 'Οκτωβρίου 1979 (υπόθεση 158/79), Dino Battaglia, μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 17 'Οκτωβρίου 1979 (υπόθεση 737/79), καί Anton Birke, μέ δικόγραφο πού κατετέθη στίς 11 'Οκτωβρίου 1979 (υπόθεση 543/79).
Συνεπώς, ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, εμμένω στην άποψη πού έχω διατυπώσει στίς παραγράφους 16 ἕως 18 τῶν προτάσεων αὐτών καί προτείνω στό Δικαστήριο:
α)
νά κρίνει παραδεκτές τίς προσφυγές πού ἤσκησαν κατά τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ Roumengous (υπόθεση 158/79), μόνον ως πρός τό αίτημα ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς γιά τό έτος 1978, Dino Battaglia (υπόθεση 737/79), ὅσον άφορα τό αἴτημα ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς γιά τό έτος 1978, καθώς καί τό συναφές αἴτημα καταβολῆς τῶν διαφορών μισθοῦ καί τό (επικουρικό σέ σχέση μέ τό τελευταίο) αίτημα περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας πού τοῦ προεκλήθη ἀπό τόν εσφαλμένο καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ γιά τό έτος 1978, Anton Birke (υπόθεση 543/79), ως πρός τό αἴτημα ἀκυρώσεως τοῦ εκκαθαριστικοῦ σημειώματος μισθοδοσίας τοῦ 'Απριλίου 1979, τό όποιο βασίζεται στους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78, καί τά σχετικά αιτήματα
β)
νά κρίνει ἀπαράδεκτες τίς προσφυγές πού ἤσκησαν κατά τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ Roumengous (υπόθεση 158/79), Dino Bataglia (υπόθεση 737/79) καί Anton Birke (υπόθεση 543/79), ὡς πρός ὅλα τά αιτήματα έκτος εκείνων πού ἐθεώρησα παραδεκτά ὑπό α), καί ἰδίως, ὅσον άφορᾶ τά πρώτα δύο, ὡς πρός τό αἴτημα περί επεκτάσεως τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 στά πρώτα δύο έτη 1976-1977, καί ὅσον άφορᾶ τό τρίτο ὡς πρός τά αιτήματα περί ἀναθεωρήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί ἀπό τόν κανονισμό 3087/78 καί περί καθορισμοῦ προγενεστέρας ημερομηνίας γιά τήν εφαρμογή του
γ)
ὅσον άφορᾶ τήν υπόθεση Bruckner (799/79) — στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαΐου 1981, δέν έχω ἀποφανθεί ρητώς ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τῆς έναντι τῆς Ἐπιτροπής — νά κρίνει τήν προσφυγή παραδεκτή μόνον ὡς πρός τό αἴτημα περί ἀκυρώσεως τοῦ ἐκκαθαριστικοῦ σημειώματος τοῦ 'Απριλίου 1979 (γιά το παράνομο τῶν κανονισμών 3085/78 καί, 3086/78 ἐπί τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο) καί τά παρεπόμενα αιτήματα
δ)
τέλος, ὅσον άφορα τίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Amesz καί λοιποί (532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79) νά κηρύξει τίς προσφυγές αὐτές παραδεκτές μόνον ὡς πρός τό αίτημα ἀκυρώσεως τοῦ ἐκκαθαριστικοῦ σημειώματος μισθοδοσίας τοῦ 'Απριλίου 1979, τό όποιο στηρίζεται ἐπί τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, καί τά παρεπόμενα αιτήματα.
Ἐπί τῆς ουσίας προτείνω:
α)
νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 3087/78, στό μέτρο πού καθορίζει τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογῆς γιά την 'Ιταλία, δέν 'έχει εφαρμογή ἐπί τῆς Roumengous (υπόθεση 158/79), καί τοῦ Dino Battaglia (υπόθεση 737/79) να ἀναγνωρισθεί ἐπί πλέον ἡ ἀκυρότης ἐν ἀναφορά πάντοτε πρός τους προαναφερομενους προσφεύγοντες, τῶν εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας πού ἀφορούν τίς ἀποδοχές πού τους κατεβλήθησαν τόν 'Ιανουάριο 1979 τέλος, νά ἀναγνωρισθεί τό δικαίωμα τῶν άνω προσφευγόντων περί καταβολής ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς διαφορᾶς μεταξύ τοῦ ποσοῦ πού τους ἀναλογεί βάσει τοῦ νέου υπολογισμοῦ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής — ὁ όποιος πρέπει νά προσαρμοσθεῖ στό κόστος ζωής στην επαρχία Varese καί νά εφαρμοσθεί ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 — καί τοῦ ποσοῦ τό όποιο έχουν ήδη εισπράξει έναντι τοῦ ὅλου ποσοῦ προσηυξημένου νομιμοτόκως πρός 6 %
β)
νά ἀπορριφθοῦν τά αἰτήματα πού υπεβλήθησαν ἀπό τους Birke (ὑπόθεση 543/79), Bruckner (υπόθεση 799/79), Amesz, Bauch, Flamm, Hoffmann, Knoeppel καί Nijman (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79), ὅσον άφορᾶ τόν μοναδικό λόγο γιά τόν ὁποίο τά έχω κρίνει παραδεκτά, καί ὁ όποιος άφορᾶ τήν ἀρνητική επίδραση ἐπί τῶν ἀποδοχών τοῦ νέου συστήματος χρηματικών μεταφορών στην ἀλλοδαπή τμήματος τῶν ἀποδοχών, σύστημα πού εισήχθη μέ τόν κανονισμό 3085/78 σε συνδυασμό μέ τόν κανονισμό 3086/78.
Ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα, τέλος, προτείνω:
α)
στίς υποθέσεις Roumengous (158/79) καί Battaglia (737/79), ἡ 'Επιτροπή νά φέρει τά δύο τρίτα τῶν δικαστικών εξόδων, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη τοῦ ἐν μέρει παραδεκτοῦ τῶν αιτημάτων
β)
στίς υποθέσεις Bruckner (799/79), Birke (543/79) καί Amesz καί λοιποί (532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79) κάθε διάδικος νά φέρει τά δικαστικά του έξοδα, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς φύσεως τῆς διαφοράς (άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας).
Ἐπικουρικώς — καί ἀκριβώς γιά τήν περίπτωση πού ἀπορριφθοῦν πλήρως οἱ ενστάσεις ἀπαραδέκτου — τό Δικαστήριο θά πρέπει ἐπί τῆς ουσίας:
α)
νά ἀναγνωρισθεί ὅτι δέν ἔχει εφαρμογή, έναντι ὅλων τῶν προσφευγόντων, ὁ κανονισμός τοῦ Συμβουλίου 3087/78, στό μέτρο πού καθορίζει τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία καί στό μέτρο πού παράγει ἀποτελέσματα ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978 ἐν συνεχεία, νά ἀναγνωρίσει τήν ἀκυρότητα, έναντι ὅλων τῶν προσφευγόντων, τοῦ εκκαθαριστικοῦ σημειώματος μισθοδοσίας τοῦ 'Ιανουαρίου 1979 τέλος, νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὅλοι οἱ προσφεύγοντες δικαιούνται νά εισπράξουν ἀπό τήν 'Επιτροπή τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ποσοῦ πού τους ἀναλογεί βάσει τοῦ νέου υπολογισμοῦ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής — προσαρμοσμένου στό κόστος ζωής στην επαρχία Varese καί εφαρμοζομένου ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1976 — καί τοῦ ποσοῦ τό όποιο έχουν ήδη εισπράξει σχετικώς, τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ προσηυξημένου νομιμοτόκως πρός 6 %
β)
νά ἀπορρίψει τά αἰτήματα πού υπεβλήθησαν ἀπό τους Birke (υπόθεση 543/79), Bruckner (υπόθεση 799/79), Amesz καί λοιπούς (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79) πού στηρίζονται στην ἀρνητική επίδραση ἐπί τοῦ μισθοῦ τοῦ νέου συστήματος μεταφορᾶς στό εξωτερικό τμήματος τῶν ἀποδοχών.
Στην ὑποθετική πάντοτε περίπτωση τῆς ἀπορρίψεως ὅλων τῶν ενστάσεων ἀπαραδέκτου, στίς υποθέσεις Roumengous (158/79), καί Battaglia (737/79), τό Δικαστήριο θα πρέπει νά καταλογίσει τό σύνολο τῶν δικαστικών εξόδων εἰς βάρος τοῦ καθ' οὗ κοινοτικοῦ ὀργάνου, βάσει τοῦ εφαρμοστέου κριτηρίου στην περίπτωση τοῦ ἡττηθέντος διαδίκου, ἐνῶ τά δικαστικά έξοδα τῶν προσφυγών Birke (543/79), Bruckner (799/79) καί Amesz καί λοιποί (532, 534, 567, 600, 618 καί 660/79) πρέπει νά επιβληθοῦν κατά δύο τρίτα εἰς βάρος τῆς καθ' ἧς, ἡ ὁποία ηττάται ἐν μέρει.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἰταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy