ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 11ης Δεκεμβρίου 1984 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις που εξέδωσε στις 15 Δεκεμβρίου 1982 στις υποθέσεις 158/79, Roumengous κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4379, 543/79, Birke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4425· 737/79, Battaglia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4497, και στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 και 660/79, Amesz και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4465, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι βάσιμη η άποψη των προσφευγόντων σύμφωνα με την οποία ο κανονισμός του Συμβουλίου 3087/78 της 21ης Δεκεμβρίου 1978 (GU L 369 της 29.12.1978, σ. 10) αντέβαινε στα άρθρα 64 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Κατά συνέπεια, αποφάνθηκε ως εξής: « α) Ακυρώνει το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών των προσφευγόντων για το μήνα Ιανουάριο 1979, κατά το μέτρο που το εν λόγω σημείωμα περιορίζει την ισχύ του κανονισμού 3087/78, τόσον όσον αφορά το ύψος της προσαρμογής του συντελεστού αναπροσαρμογής/διορθωτικού συντελεστή/, όσο και την αναδρομική ισχύ του, και τις αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτονται οι ενστάσεις των προσφευγόντων. Ο κανονισμός 3087/78 δεν έχει εφαρμογή ως προς τους προσφεύγοντες κατά το -, μέτρο που δεν λαμβάνει υπόψη το κόστος ζωής στη Varese και περιορίζει την έναρξη της αναδρομικής ισχύος της προσαρμογής του συντελεστή αναπροσαρμογής/διορθωτικού συντελεστή/στην 1η Ιανουαρίου 1978 β) η Επιτροπή οφείλει να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο, προ της 15ης Ιουλίου 1983, τα μέτρα που θα έχει λάβει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση · γ) η εξέταση του αιτήματος περί αποκαταστάσεως της χρηματικής ζημίας των προ-σφευγόντωναναβάλλεταιγιαημερομηνίαπουθα καθοριστεί αργότερα, αν παραστεί ανάγκη · δ) επιφυλάσσεταιωςπροςταδικαστικάέξοδα».
Τα γεγονότα που συνέβησαν στη συνέχεια μπορούν να εκτεθούν με συντομία. Συμμορφούμενοι στην πρόσκληση που της απηύθυνε το Δικαστήριο, η Επιτροπή κατέθεσε στις 14 Ιουλίου 1983 μια πρώτη προσωρινή έκθεση και κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου 1984 μια οριστική έκθεση για κάθε μία από τις αναφερθείσες υποθέσεις. Από τη δεύτερη έκθεση προκύπτει ότι, με τον κανονισμό 3681/83 της 19ης Δεκεμβρίου 1983 ( ΕΕ L 368 ), το Συμβούλιο τροποποίησε, από 1ης Ιανουαρίου 1976, τους εξαμηνιαίους διορθωτικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στις αποδοχές των μόνιμων και μη μόνιμων υπαλλήλων που υπηρετούν αφενός στην Ιταλία, εκτός από τη Varese, και αφετέρου στη Varese. Βάσει της ρύθμισης αυτής, στη συνέχεια η Επιτροπή προέβη στην εκκαθάριση και στην πληρωμή των καθυστερούμενων αποδοχών στους προσφεύγοντες από τέλος Δεκεμβρίου 1983 μέχρι την αρχή του επόμενου έτους.
Η καταβολή των ποσών αυτών όμως δεν ικανοποίησε τους προσφεύγοντες. Πράγματι, ισχυρίστηκαν ότι είχαν επίσης απαίτηση προς αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν για δύο λόγους: της ζημίας που υπέστησαν λόγω της καθυστέρησης της προσαρμογής του διορθωτικού συντελεστή και της ζημίας που υπέστησαν λόγω της υποτίμησης της ιταλικής λιρέτας πριν από τη διενέργεια των πληρωμών. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, θεσπίζοντας τον κανονισμό 3681 και τις εκτελεστικές του διατάξεις, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ρυθμιστεί κάθε διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Ενόψει της σταθερής αυτής στάσης της Επιτροπής, οι προσφεύγοντες ζητούν συνεπώς από το Δικαστήριο, βάσει του αρχικού ( και γενικότερου ) αιτήματος τους περί πληρωμής τόκων που τους οφείλονται, να υποχρεώσει την καθής: α) να καταβάλει τόκους υπερημερίας' β) να επανορθώσει τη ζημία που υπέστησαν μεταγενέστερα λόγω της υποτίμησης της λιρέτας κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης των πληρωμών. Εκτός από την υπόθεση 158/79, η πληρωμή του δεύτερου αυτού ποσού ζητείται ως τόκος για την αποκατάσταση της ζημίας.
Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε ως απάντηση, η Επιτροπή προέβαλε κατ' αρχήν ένσταση απαραδέκτου της απαίτησης που προβάλλεται υπό β), επειδή πρόκειται για νέο αίτημα σε σχέση με το αίτημα που διατυπώθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής. Εν πάση περιπτώσει, δηλώνοντας ότι δεν έχει καμία ευθύνη για την καθυστέρηση της πληρωμής που διενεργήθηκε, ζητεί την απόρριψη του αιτήματος αυτού, καθώς και των άλλων αιτημάτων περί αποζημιώσεως.
Για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους, οι προσφεύγοντες επικαλούνται πολλές αποφάσεις του Δικαστηρίου, καθώς και διαφόρων εθνικών δικαστηρίων. Πρόκειται για, ένα ογκώδη φάκελο δικογραφίας, αλλά πολύ λίγο χρήσιμο για την υπό κρίση υπόθεση, για τον πρόσθετο δε λόγο ότι τα επιχειρήματα που αντλούνται από τον εν λόγω φάκελο υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης καταλήγουν στο να αντισταθμίζονται. Θα εξετάσω συνεπώς την υπόθεση επί της ουσίας.
2.
Μια προκαταρκτική παρατήρηση. Με τις προτάσεις του της 30ής Σεπτεμβρίου 1982 ( Συλλογή 1982, σ. 4404 ), ο γενικός εισαγγελέας Capotorti πρότεινε στο Δικαστήριο, σχετικά με την εκκαθάριση των χρηματικών απαιτήσεων, να απαντήσει ως εξής: «Όλοι οι προσφεύγοντες δικαιούνται να εισπράξουν από την Επιτροπή τη διαφορά μεταξύ του ποσού που τους αναλογεί βάσει του νέου υπολογισμού του συντελεστή αναπροσαρμογής/διορθωτικού συντελεστή/— προσαρμοσμένου στο κόστος ζωής στην επαρχία Varese και εφαρμοζομένου από 1ης Ιανουαρίου 1976 — και του ποσού το οποίο έχουν εισπράξει σχετικώς, τον οννολικού ποοον προσ71υξημένον νομιμοτόκως προς 6°/ο». Στις υπό κρίση υποθέσεις όμως, οι διάδικοι δεν προσκόμισαν νέα στοιχεία ή διευκρινίσεις που να μπορούν να με ωθήσουν να προτείνω τροποποίηση της γνώμης αυτής, την οποία συνεπώς υιοθετώ και βεβαιώνω από όλες τις απόψεις. Ειδικότερα νομίζω ότι ισχύουν πάντοτε οι παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti σχετικά αφενός με τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγοντες ως προς την παραβίαση του καθήκοντος αρωγής που υπέχουν τα όργανα και της ημερομηνίας από της οποίας διενεργήθηκαν οι πληρωμές και αφετέρου με τις απόψεις που ανέπτυξε η καθής σχετικά με τις εξουσίες του Συμβουλίου στο πλαίσιο εκδόσεως κανονιστικών πράξεων που συνεπάγονται επιλογές οικονομικής πολιτικής.
Θα εξετάσω συνεπώς το αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας Kat τόκων προς αποκατάσταση της ζημίας. Οι δύο έννοιες καθορίζονται με την απόφαση σας της 15ης Ιουλίου 1960, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 27 και 39/59, Campolongo κατά Ανωτάτης Αρχής, Raccolta 1960, σ. 795. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι τόκοι υπερημερίας « αποτελούν κατά κανόνα την κατά νόμο εκτίμηση και καθορισμό της ζημίας που προξενήθηκε από την καθυστέρηση κατά την εκτέλεση μιας υποχρέωσης, καθυστέρηση η οποία πρέπει να διαπιστωθεί με προηγούμενη όχληση... ( αντίθετα ) τόκοι προς αποκατάσταση ζημίας οφείλονται ως αποζημίωση για μη εκτέλεση μιας υποχρέωσης χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη όχληση αλλά... προϋποθέτουν (ότι η) ζημία είναι αποδεδειγμένη ή γίνεται επίκληση της».
Σε σχέση με τη διάκριση αυτή, η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει δύο ιδιομορφίες: α) οι υποχρεώσεις για τις οποίες πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση είναι χρηματικής φύσεως και συνεπώς αποτελούν κομίσιμο χρέος. Αυτό αποκλείει ότι χρειάζονται ενέργειες εκ μέρους του δανειστή για να υπάρξει όχληση η υπερημερία επέρχεται αυτόματα κατά τη στιγμή που η υποχρέωση καθίσταται απαιτητή ( dies interpellât pro ho/nine)- β) οι τόκοι προς αποκατάσταση ζημίας ζητούνται όχι για τη μη εκτέλεση μιας υποχρέωσης, αλλά ως αποζημίωση των προσφευγόντων για τη ζημία που υπέστησαν από την υποτίμηση του νομίσματος κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης.
Η εννοιολογική όμως διαφορά μεταξύ των αιτημάτων παραμένει πάντοτε πολύ σαφής. Στην περίπτωση των τόκων υπερημερίας πρόκειται για επανόρθωση ζημίας της οποίας η ύπαρξη βασίζεται στην απλή διαπίστωση της καθυστέρησης που μπορεί να καταλογιστεί στον οφειλέτη. Η αντίστοιχη υποχρέωση συνεπώς είναι « νόμιμη » και ο χαρακτηρισμός αυτός έχει ορισμένες συνέπειες: έτσι, η καθυστέρηση, ενώ απαλλάσσει το δανειστή από οποιαδήποτε απόδειξη υπάρξεως ζημίας (που ακριβώς θεωρείται δεδομένη από το νόμο, συνεπάγεται όμως την υποχρέωση του οφειλέτη να αποδείξει ότι προέβη σε κάθε δυνατή ενέργεια για να αποφύγει την καθυστέρηση. Στη συνέχεια, από απόψεως διαδικασίας, το αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας, ακριβώς λόγω του « νόμιμου » χαρακτήρα τους, περιέχεται στο γενικότερο αίτημα περί αποκατάστασης της ζημίας.
Αντίθετα, ακόμη και όταν αποδίδεται στην καθυστερημένη πληρωμή, η ζημία που προκύπτει από την υποτίμηση, δεν θεωρείται δεδομένη βάσει του νόμου, αλλά απλώς αποτελεί ένα στοιχείο του οποίου η ύπαρξη μπορεί να αυξήσει το μέγεθος της ζημίας που προξενεί η καθυστέρηση στο δανειστή. Ο δανειστής πρέπει συνεπώς να προσκομίσει το στοιχείο αυτό πράγμα που δεν είναι εύκολο. Πράγματι, εκτός από την προσκόμιση στατιστικών στοιχείων ή την επίκληση γνωστών τοις πάσι γεγονότων, οφείλει να αποδείξει ότι, αν είχε λάβει εμπρόθεσμα τα ποσά που του οφείλονται, θα τα είχε επενδύσει σε αγαθά που δεν υποτιμώνται. Τέλος, επειδή πρόκειται για ζημία που πρέπει πράγματι να έχει προκληθεί, η αποκατάσταση της μπορεί να ζητηθεί μόνο με χωριστό αίτημα.
3.
Υπό το φως της υπόθεσης Campolongo και των παρατηρήσεων που μόλις ανέπτυξα, η λύση του προβλήματος που σας υποβλήθηκε φαίνεται εξαιρετικά ευχερής. Ως προς το αίτημα περί τόκων υπερημερίας που περιέχεται στο αίτημα που διατυπώθηκε γενικότερα με το δικόγραφο της προσφυγής, δεν χρειάζεται όχληση προς την καθής ούτε απόδειξη της ζημίας εκ μέρους των προσφευγόντων. Εξάλλου, η Επιτροπή οφείλει να καταβάλει τους εν λόγω τόκους και μόνο λόγω του αντικειμενικού γεγονότος της καθυστέρησης' οι δικαιολογίες που επικαλείται δεν λαμβάνονται υπόψη.
Αντίθετα, θεωρώ ότι το αίτημα περί καταβολής τόκων προς αποκατάσταση της ζημίας πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, με τα δικόγραφα των προσφυγών τους κανένας από τους προσφεύγοντες δεν διατύπωσε τέτοιο αίτημα, το οποίο υποβλήθηκε για πρώτη φορά με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν μετά την έκδοση της απόφασης της 15ης Δεκεμβρίου 1982. Άρα, πρόκειται για νέο αίτημα και συνεπώς απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγοντες ουδόλως απέδειξαν την ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που υπέστησαν λόγω της υποτίμησης κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης των πληρωμών.
Μια τελευταία παρατήρηση. Όλοι οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν το άρθρο 429, τρίτη παράγραφος, του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, το οποίο επιβάλλει στο δικαστή να καθορίσει τη ζημία που υπέστη ο εργαζόμενος λόγω της μείωσης της αξίας της απαίτησης του. Εν τούτοις, ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο στην Ιταλία. Ακόμη περισσότερο: εμπνέεται από μία κοινωνική πολιτική, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των « πραγματικών » αποδοχών η οποία στα άλλα κράτη μέλη απορρίπτεται ή ακολουθείται υποτονικά. Πρέπει συνεπώς να αποκλειστεί η εφαρμογή του στο πλαίσιο του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
4.
Οι σκέψεις που ανέπτυξα ήδη σχετικά με το απαράδεκτο των νέων αιτημάτων κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ισχύουν και για τα αιτήματα που διατυπώθηκαν στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 543 και 532, 534, 567, 600, 618, 660/79 ( Birke και Amesz ) περί προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών από της 1ης Ιανουαρίου 1974.
5.
Βάσει των παρατηρήσεων που ανέπτυξα, προτείνω στο Δικαστήριο, βάσει της^επιφύλαξης που διατύπωσε στις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982, να αποφανθεί ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν στους προσφεύγοντες σε εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων να επαυξηθούν νομιμοτόκως κατά 6 ο/ο από 1ης Ιανουαρίου 1976.
Βάσει της αρχής που εφαρμόζεται σε περίπτωση ήττας των διαδίκων, η Επιτροπή πρέπει να φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων στις υποθέσεις 158/79 (Roumengous ) και 737/79 ( Battaglia ). Αντίθετα, επειδή στις άλλες υποθέσεις η καθής ηττήθηκε μερικώς, προτείνω να φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy