ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 18 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οἱ υποθέσεις ἐπί τῶν ὁποίων σᾶς ἀναπτύσσω σήμερα τίς προτάσεις μου ἀφοροῦν τους ὅρους εξοφλήσεως τῶν στεγαστικών δανείων πού χορηγήθηκαν ἀπό τήν 'Επιτροπή στους κοινοτικούς υπαλλήλους, συγκεκριμένα δέ τίς επιπτώσεις τῶν κανονισμῶν 3085 καί 3086 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, ἐπί τῶν κανόνων πού διέπουν τίς ἐν λόγω εξοφλήσεις.
Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 2ας Μαρτίου 1970, περί τῆς χρήσεως τῶν διαθεσίμων κονδυλίων τῶν εγγεγραμμένων στόν προϋπολογισμό τῆς ΕΚΑΧ στην θέση «Κονδύλια γιά συντάξεις», τό Συμβούλιο ὅρισε μεταξύ άλλων ὅτι τό 40 ο/ο τῶν κονδυλίων αυτών προοριζόταν γιά τήν χορήγηση δανείων στά πλαίσια τῆς στεγαστικής πολιτικής ὑπέρ τῶν υπαλλήλων. Ἔτσι ἡ Ἐπιτροπή ἐθέσπισε στίς 17 'Ιουνίου 1971 τίς εκτελεστικές διατάξεις, πού ἐδημοσιεύθησαν στόν «Ταχυδρόμο τοῦ προσωπικού» ὑπ' ἀριθ. 170 Α τῆς 8ης 'Ιουλίου 1971. Ή διάταξη πού ενδιαφέρει κυρίως τήν ὑπό κρίση διαφορά είναι ἡ τοῦ ἄρθρου 9, ἡ ὁποία άφορᾶ τίς νομισματικής φύσεως πλευρές τῆς καταβολής τῶν καταβαλλομένων ποσών. Στην ἀρχική του διατύπωση τό άρθρο αυτό όριζε: «Τά κατά τήν έννοια τῆς παρούσης διατάξεως δάνεια εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα. Οἱ ἀντίστοιχες καταβολές πραγματοποιούνται στό νόμισμα τῆς χώρας στην ὁποία εὑρίσκεται ἡ κατοικία γιά τήν ὁποία χορηγείται τό δάνειο μέ βάση τήν ισχύουσα κατά τόν χρόνο τῆς καταβολής ισοτιμία». Μέ ἀπόφαση τῆς 25ης 'Ιουλίου 1975, ἡ 'Επιτροπή ἐτροποποίησε τό πρώτο μέρος τῆς ἐν λόγω διατάξεως, ὁρίζοντας ὅτι τά δάνεια ὄχι ἁπλώς εκφράζονται, άλλά καί «καταβάλλονται σέ βελγικά φράγκα», ἀντικατέστησε δέ τό δεύτερο μέρος μέ την ἀκόλουθη φράση: «Οι κρατήσεις καί οἱ καταβολές πού ἀναφέρονται στό άρθρο 7, παράγραφος 2, πραγματοποιούνται σέ βελγικά φράγκα, ὅπως καί κάθε εξόφληση στην ὁποία προβαίνει ὁ ὀφειλέτης έναντι της Ἐπιτροπής». Πρέπει στό σημείο αυτό νά υπενθυμισθεί ὅτι τό άρθρο 7, παράγραφος 2, προβλέπει έκτος τῶν άλλων ὅτι μέ τίς συμβάσεις δανείων ἐξουσιοδοτείται ή 'Επιτροπή νά ... «προβαίνει στην κράτηση των ὀφειλομένων τοκοχρεολυτικών δόσεων ... ἀπό τίς ἀποδοχές τοῦ υπαλλήλου».
Ή ἴδια ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, τῆς 25ης 'Ιουλίου 1975, ὅριζε περαιτέρω στό άρθρο 2, στοιχείο α) τά έξῆς: «Ό δανειστής, ὁ όποιος έλαβε τό ποσό τοῦ δανείου στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπου ευρίσκεται ή κατοικία, σέ τιμή άλλη ἀπό τή μέση τιμή τοῦ ἐν λόγω νομίσματος στην ἀγορά συναλλάγματος τῶν Βρυξελλῶν κατά τήν ήμέρα τῆς καταβολής, δύναται νά ζητήσει ... μείωση τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου, κατά τό μέτρο πού υπέστη οικονομική ζημία, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ εξόφληση γίνεται σέ βελγικά φράγκα». Στό ἑπόμενο στοιχείο β) τό 'ίδιο άρθρο καθόριζε τά κριτήρια γιά τόν ὑπολογισμό τοῦ νέου (μειωμένου) ὀφειλομένου κεφαλαίου καί στην περίπτωση γ) διηυκρινίζετο, σύμφωνα μέ τήν νέα διατύπωση τοῦ ἄρθρου 9, ὅτι «όλες οἱ εξοφλήσεις μετά τήν ἀπόφαση περί μειώσεως τῆς ὀφειλής πραγματοποιοῦνται σέ βελγικά φράγκα».
Οἱ νέοι αυτοί νομισματικοί κανόνες πού καθιερώθησαν μέ τήν τροποποίηση τοῦ άρθρου 9 δέν άρχισαν νά εφαρμόζονται ἀμέσως καί στό σύνολο τους. 'Αρχικώς ή 'Επιτροπή περιορίσθη νά ρυθμίσει τίς αἰτήσεις περί μειώσεως τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου, χωρίς νά ἀλλάξει τό ποσό τῶν κρατήσεων γιά τήν εξόφληση. Τό 1977 έγινε γνωστό στό προσωπικό (μέ εγκύκλιο πού ἐδημοσιεύθη στίς «Διοικητικές πληροφορίες» τῆς 'Επιτροπής, ὑπ' ἀριθμό 134, τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1977) ὅτι οἱ κρατήσεις ἐπί τῶν ἀποδοχών γιά τήν εξόφληση τοῦ δανείου θά ὑπελογίζοντο «μέ βάση τήν ἀναπροσαρμοσμένη τιμή συναλλάγματος». Παρείχετο πάντως στόν υπάλληλο ἡ εὐχέρεια νά ζητήσει νά εξακολουθήσει νά εφαρμόζεται ἡ Ισοτιμία τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου «στό πλαίσιο καί εντός τῶν ὁρίων τῶν ἐκτελεστικών διατάξεων τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων». Κατ' αυτό τόν τρόπο οἱ τιμές ἐξηκολούθησαν νά εφαρμόζονται, πρός ὄφελος τῶν υπαλλήλων, μέχρι τήν 1η 'Απριλίου 1979, ήτοι μέχρι τῆς ενάρξεως τῆς ουσιαστικής ισχύος τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 τοῦ 1978.
Μέ τό περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω κανονισμών εἶχα τήν ευκαιρία νά ασχοληθώ εκτενώς στίς προτάσεις μου τῆς 14ης Μαίου 1981 ἐπί τῆς υποθέσεως 157/79, Bowden καί λοιποί (Συλλογή 1981, σ. 1512). Θά περιορισθώ νά υπενθυμίσω ὅτι ὁ κανονισμός 3085 ἐτροποποίησε τίς διατάξεις τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων περί τῶν νομισματικών ἰσοτιμιών πού ισχύουν κατά τήν ἐφαρμογή τοῦ ἐν λόγω κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, θέτοντας τέρμα στην εφαρμογή τῶν ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοί) Ταμείου καί καθιερώνοντας — ὡς βάση γιά τόν υπολογισμό τῶν ἀποδοχών πού καταβάλλονται σέ νόμισμα άλλο ἐκτός ἀπό τό βελγικό φράγκο — τίς τιμές συναλλάγματος πού ἐχρησιμοποιοῦντο γιά τήν εκτέλεση τοῦ κοινοτικού προϋπολογισμοί) τήν 1η 'Ιουλίου 1978. 'Εξ άλλου, ὁ κανονισμός 3086 ἐπέφερε διόρθωση στους εφαρμοστέους ἐπί τῶν κοινοτικών ἀποδοχών καί συντάξεων συντελεστές ἀναπροσαρμογής, ώστε νά εὐθυγραμμισθούν μέ τίς νέες νομισματικές ισοτιμίες. Είναι πράγματι γνωστό ὅτι ἡ διατήρηση τῶν παλαιών ισοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου εἶχε προκαλέσει τήν ἀνώμαλη χρήση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής, σέ μιά προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τῆς Ισορροπίας μεταξύ τῶν Ισοτιμιών αυτών, πού είχαν καθορισθεί τό 1965, καί τῶν πραγματικών σχέσεων πού εἶχαν διαμορφωθεί μεταξύ τῶν νομισμάτων λόγω τῆς ταχυτέρας ὑποτιμήσεως σέ ὁρισμένες ευρωπαϊκές χῶρες. Ἔτσι, μετά την ἐπανεισαγωγή ἑνός συστήματος πραγματικών ἰσοτιμιών, οἱ συντελεστές ἀναπροσαρμογῆς γιά τίς ἐν λόγω χώρες έπρεπε νά μειωθούν γιά νά ἐπανεύρουν τήν ἀρχική λειτουργία τους τῆς προσαρμογής πρός τό διαφορετικό κόστος ζωής.
Οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 είχαν ἀρνητικές επιπτώσεις ὅσον άφορᾶ τήν κατάσταση τῶν υπαλλήλων πού ήταν τοποθετημένοι σέ Κράτη μέλη μέ ἀσθενές νόμισμα, τῶν ὁποίων οἱ ἀποδοχές κατεβάλλοντο στό νόμισμα αυτό καί οἱ όποῖοι είχαν λάβει στεγαστικά δάνεια. Ἔχω ήδη ἀναφέρει ὅτι μέχρι τήν 1η Ἀπριλίου 1979 οἱ κρατήσεις τῶν δόσεων εξοφλήσεως τῶν δανείων αυτών ἀπό τίς ἀποδοχές ἐστηρίζοντο στίς συναλλαγματικές σχέσεις τοῦ 1965. Ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979 ὅμως οἱ κρατήσεις αυτές ἐγίνοντο βάσει τῶν ἀναπροσαρμοσμένων τιμών συναλλάγματος, καί ὡς ἐκ τούτου κατέστησαν ἀρκετά ἐπαχθέστερες.
Γιά νά ἀντιληφθεί κανείς τήν ἀλλαγή, δύναται νά χρησιμοποιήσει τό παράδειγμα τοῦ υπαλλήλου πού, ὅπως οἱ προσφεύγοντες, υπηρετεί στην 'Ιταλία καί τό 1972 λαμβάνει στεγαστικό δάνειο ύψους 500000 βελγικών φράγκων (BFR). Τήν εποχή εκείνη τό ισόποσο σέ λιρέτες τοῦ κατεβλήθη μέ τήν τιμή τοῦ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ήτοι 12,50 λιρέτες γιά 1 BFR (δηλαδή εισέπραξε 6250000 λιρέτες), ἐνῶ οἱ μηνιαίες κρατήσεις γιά τήν εξόφληση τοῦ δανείου ἀρχικώς ὑπελογίζοντο ἐπί τῶν εκφρασμένων σέ βελγικά φράγκα ἀποδοχών ηὐξημένων κατά τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού ίσχυε γιά τήν 'Ιταλία καί υπερέβαινε τό 100 γιά νά ἀντισταθμίσει τήν πλασματική τιμή. Ἐπί πλέον, οἱ κρατήσεις ἐπί τῶν ἀποδοχών πού κατεβάλλοντο σέ λιρέτες ὑπελογίζοντο μέ βάση τήν τιμή 12,50. Μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος τῶν κανονισμών 3085 καί 3086, οἱ κρατήσεις διενεργοῦντο πλέον ἐπί τῶν ἐκφρασμένων σέ βελγικά φράγκα ἀποδοχών μειωμένων λόγω τῆς εφαρμογής τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία (πού έφθασε σέ επίπεδο χαμηλότερο τοῦ 100 μετά τόν επανακαθορισμό τῶν πραγματικών τιμών συναλλάγματος) καί προεκάλεσαν συρρίκνωση τῶν μετατρεπομένων σέ λιρέτες ἀποδοχών, δεδομένου ὅτι ή τιμή συναλλάγματος μεταξύ βελγικού φράγκου καί λιρέτας εἶναι ἡ διπλή περίπου σέ σχέση μέ τήν προηγουμένη.
2.
Τά πραγματικά περιστατικά τῶν προκειμένων υποθέσεων έχουν συνοπτικῶς ὡς έξῆς:
α)
Ὑποθέσεις 567/79 Α καί 618/79 Α. Τήν 23η Δεκεμβρίου 1971 οἱ Jakob Flamm καί Helmut Knoeppel, μόνιμοι ὑπάλληλοι τῆς 'Επιτροπής, τοποθετημένοι στό Κέντρο 'Ερευνών τῆς Ispra, συνήψαν δύο στεγαστικά δάνεια μέ τό όργανο στό όποιο εἰργάζοντο, γιά τήν κατασκευή κατοικιών στην 'Ιταλία. Τό 1975 ἡ 'Επιτροπή προέτεινε στους δανειοδοτηθέντες μείωση τοῦ κεφαλαίου πού όφειλαν, σύμφωνα μέ τους ὅρους πού έθετε ἡ ἀπόφαση τῆς 25ης 'Ιουλίου. Ό Flamm ἀπέρριψε τήν πρόταση, ἐνῶ ὁ Knoeppel τήν εδέχθη καί επέτυχε συνεπώς μείωση κατά 150000 περίπου. Μόλις οἱ δόσεις γιά τήν ἐξόφληση τοῦ δανείου κατέστησαν επαχθέστερες, γιά τους λόγους πού προσεπάθησα νά εξηγήσω, οἱ προσφεύγοντες υπέβαλαν ἀμφότεροι στίς 27 Μαρτίου 1979 διοικητική ένσταση, μέ τήν οποία ἀμφισβητοῦσαν τήν εφαρμογή τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 τοῦ 1978 ἐπί τῶν εξοφλήσεων τῶν δανείων πού εἶχαν λάβει. Μέ δεύτερη ένσταση, πού υπέβαλαν στίς 11 'Ιουλίου 1979, οἱ 'ίδιοι προσφεύγοντες ἀμφισβήτησαν τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοί) 3085 γιά τόν υπολογισμό τῶν ἀποδοχῶν τους τοῦ μηνός Ἀπριλίου 1979. Ή Επιτροπή ἀπέρριψε τίς δύο ενστάσεις μέ επιστολές τῆς 12ης 'Ιουλίου καί τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979 ἀντιστοίχως. Κατόπιν αὐτοῦ οἱ Flamm καί Knoeppel ἤσκησαν στίς 17 Δεκεμβρίου 1979 προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητοῦν ἀπό τό Δικαστήριο:
α)
νά ἀκυρώσει τά εκκαθαριστικά σημειώματα τῶν ἀποδοχών τοῦ μηνός 'Απριλίου 1979, καθώς καί τίς ἀποφάσεις μέ τίς όποιες ἀπερρίφθησαν οἱ ενστάσεις, κατά τό μέρος πού ἀφοροῦν τίς κρατήσεις γιά τήν ἐξόφληση τῶν στεγαστικών δανείων,
β)
επικουρικῶς, νά ἀκυρώσει τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα τῶν ἀποδοχῶν μηνός 'Απριλίου 1979, καθώς καί τήν ἀπορριπτική τῆς ἐνστάσεως ἀπόφαση μόνο ὡς πρός τόν προσφεύγοντα Knoeppel, ὁ όποιος τό 1975 εἶχε ἀποδεχθεί τήν ἀνανέωση τῆς συμβάσεως, επειδή οἱ κρατήσεις ήταν υψηλότερες ἀπό ἐκείνες πού καθορίσθηκαν κατά τόν χρόνο τῆς ἐν λόγω ανανεώσεως,
γ)
νά ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις γιά τό δάνειο όφειλαν νά παραμείνουν καί μετά τήν 1η 'Απριλίου 1979 στό ὕψος στό όποιο εὑρίσκοντο προηγουμένως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν ἡ ἀναπροσαρμογή τοῦ δανείου εἶχε ἀπορριφθεί ἡ εἶχε γίνει ἀποδεκτή,
δ)
επικουρικώς, νά ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ προσφεύγοντες έχουν τήν ευχέρεια νά εξοφλήσουν τά δάνεια τους βάσει της τιμής πού ἐφηρμόσθη γιά τήν καταβολή τοῦ δανείου ἐπί δύο έτη ἀφ' ὅτου ἀποκτήσει ἰσχύ δεδικασμένου ἡ ἀπόφαση πού τό Δικαστήριο καλείται νά λάβει,
ε)
νά καταδικάσει τήν Ἐπιτροπή νά καταβάλει στους προσφεύγοντες σέ Ιταλικές λιρέτες τήν διαφορά μεταξύ των ποσών πού ἐπλήρωσαν οἱ προσφεύγοντες πρός εξόφληση τῶν δανείων τους καί τῶν μικρότερων ποσών πού θά ἔπρεπε νά πληρώσουν στην πραγματικότητα,
στ)
νά καταδικάσει επίσης τήν 'Επιτροπή νά ἀποζημιώσει τους προσφεύγοντες γιά τήν περιουσιακή ζημία πού υπέστησαν, καί μάλιστα εντόκως μέ βάση τό νόμιμο ἐπιτόκιο ἀπό τήν ήμερα πού κατέστησαν ἀπαιτητές οἱ εκάστοτε δόσεις.
Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι οἱ προσφυγές τῶν Flamm καί Knoeppel ἠσκήθησαν ὄχι μόνο κατά τῆς Ἐπιτροπῆς άλλά καί κατά τοῦ Συμβουλίου καί ὅτι τό Δικαστήριο μέ δύο διατάξεις τῆς 14ης 'Οκτωβρίου 1981 ἀπέρριψε τίς προσφυγές ὡς ἀπαράδεκτες κατά τό μέρος πού ἐστρέφοντο κατά τοῦ Συμβουλίου, επειδή έκρινε ὅτι τό Συμβούλιο δέν ἀπετέλει έναντι τῶν προσφευγόντων ούτε τήν ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ούτε συμβαλλόμενο μέρος στην σύμβαση δανείου.
β)
Ὑπόθεση 1205/79. Τό 1972 ὁ Robert Adam, επίσης μόνιμος υπάλληλος τοποθετημένος στό Κέντρο τῆς Ispra, συνήψε μέ τήν 'Επιτροπή σύμβαση δανείου γιά μία κατοικία στην 'Ιταλία. Όταν τό 1975 τό χορήγησαν τό δάνειο όργανο προέτεινε στόν ὀφειλέτη μείωση τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου, ὁ Adam ἀπεδέχθη τήν προσφορά καί ὡς ἑκ τούτου έτυχε μειώσεως 35000 BFR περίπου. Μετά τήν έναρξη τῆς ἰσχύος τῶν κανονισμών 3085 καί 3086 τοῦ 1978 ὁ Adam υπέβαλε (στίς 10 'Ιουλίου 1979) διοικητική ένσταση κατά τῆς εφαρμογής τῶν ἀνωτέρω κανονισμών ἐπί τῶν ὅρων εξοφλήσεως τοῦ δανείου πού εἶχε λάβει. 'Επειδή ἡ 'Επιτροπή δέν έδωσε καμμία ευνοϊκή συνέχεια στην ένσταση, ὁ Adam ἤσκησε στίς 10 Δεκεμβρίου 1979 προσφυγή κατά τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ, μέ τήν ὁποία ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
α)
νά ἀκυρώσει τήν σιωπηρή ἀπορριπτική της ενστάσεως του ἀπόφαση, λόγω παραβιάσεως τῶν γενικών άρχων καί τῶν κανόνων τοῦ παραγώγου κοινοτικοί) δικαίου, καθώς καί λόγω καταχρήσεως ἐξουσίας,
β)
επικουρικώς, νά ἀκυρώσει λόγω τῶν προμνησθέντων ελαττωμάτων, ἐπί πλέον δέ καί λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου, τήν ἀκύρωση τῆς ἀπορριπτικής τῆς ενστάσεως του ἀποφάσεως, ἡ ὁποία περιείχετο σέ μιά εγκύκλιο τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979 (τήν νομική φύση της ὁποίας ὡς ἀποφάσεως ἀμφισβήτησε ὁ προσφεύγων),
γ)
νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή εφήρμοσε παρανόμως ἐπί τῆς εξοφλήσεως τοῦ στεγαστικοῦ δανείου νομισματική ισοτιμία διαφορετική ἀπό εκείνη πού προεβλέπετο στην σύμβαση καί εἶχε τηρηθεί κατά τά προηγούμενα έτη,
δ)
κατά συνέπεια, νά αναγνωρίσει ὅτι ή Επιτροπή ὑπεχρεοῦτο νά επιτρέψει τήν καταβολή τῶν μηνιαίων δόσεων καί τήν ενδεχομένη προεξόφληση βάσει τῆς ἀρχικής ισοτιμίας ἡ διά καταβολῆς ἀπ' ευθείας σέ λιρέτες καί ὅτι καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ 'Επιτροπή ὐπεχρεοῦτο περαιτέρω νά προβεί σέ διόρθωση των εκκαθαρίσεων πού εἶχαν πραγματοποιηθεί ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979 καί νά δεχθεί τήν επιστροφή ἀπό τόν προσφεύγοντα τοῦ ποσοῦ πού τοῦ κατεβλήθη τό 1975 ὡς μείωση τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου.
γ)
Συνεκδικαζόμενες ὑποθέσεις 5 καί 18/80. Οἰ Dino Battaglia καί Antonietta Cocco Bevilacqua, μόνιμοι υπάλληλοι τῆς 'Επιτροπής στό Κέντρο τῆς Ispra, συνήψαν δύο συμβάσεις στεγαστικοῦ δανείου στίς 23 Δεκεμβρίου 1971 καί 16 Νοεμβρίου 1972 ἀντιστοίχως. Κανείς ἀπό τους δύο προσφεύγοντες δέν απεδέχθη τήν πρόταση τῆς Ἐπιτροπής περί μειώσεως τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου. Στίς 29 Μαίου 1979 ὁ Battaglia υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά των εφαρμοζομένων ἐπί τῶν εξοφλήσεων νέων τιμῶν μετατροπής, ἀλλ' ἡ 'Επιτροπή δέν έδωσε ρητή απάντηση στην ένσταση αυτή. Ή Cocco Bevilacqua δέν ὐπέβαλε καμμία ένσταση. Λόγω τῆς κατ' οὐσία ἀρνητικῆς στάσεως τῆς 'Επιτροπής, ἀμφότεροι οἱ υπάλληλοι ἤσκησαν στίς 7 'Ιανουαρίου 1980 προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητοῦν ἀπό τό Δικαστήριο:
α)
νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ 'Επιτροπή, προβαίνοντας σέ μονομερή τροποποίηση των ὅρων ὑπολογισμοῦ τῶν μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, παρεβίασε τίς συμβάσεις τῶν στεγαστικών δανείων,
β)
νά καταδικάσει συνεπώς τό καθ' οὗ όργανο να επιστρέψει στους προσφεύγοντες τό υπερβάλλον τῶν κρατήσεων, ὅπως προκύπτει ἀπό τό ἐκκαθαριστικό σημείωμα τῶν ἀποδοχών τοῦ μηνός 'Απριλίου 1979,
γ)
ἐπί πλέον, ὅσον άφορᾶ μόνο τήν προσφυγή τοῦ Battaglia, νά ἀναγνωρίσει ὄτι είναι άκυρα τά μέτρα πού ἐθέσπισε τό όργανο αυτό σχετικά μέ τίς πληρωμές, καθώς καί ἡ σιωπηρά ἀπορριπτική τῆς ενστάσεως ἀπόφαση, νά καταδικάσει δέ τήν 'Επιτροπή να ἀποδώσει τά ποσά πού ἐκράτησε παρανόμως.
3.
'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶναι χρήσιμο νά διευκρινισθεί ποία εἶναι ἡ νομική βάση τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Δικαστηρίου νά ἐπιληφθεί τῶν διαφορών πού μόλις περιέγραψα. Οἱ συμβάσεις δανείου ἀπό τίς όποιες ἀνέκυψαν οἱ παροῦσες υποθέσεις καί οἱ ὁποιες εἶχαν καταρτισθεί ἐκ τῶν προτέρων ἀπό τό ὄργανο-δανειστή μέ βάση ένα ἐνιαίο πρότυπο περιλαμβάνουν (στό άρθρο 20) τήν ἀκόλουθη ρήτρα διαιτησίας: «Τά συμβαλλόμενα μέρη ὑποχρεούνται νά υποβάλλουν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου των Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων οιαδήποτε διαφορά ὡς πρός τό κύρος, τήν ἑρμηνεία ἡ τήν εκτέλεση τῆς παρούσης συμβάσεως». 'Εν όψει τῆς ἀνωτέρω ρήτρας καί λαμβανομένου ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ χορήγηση δανείων στους υπαλλήλους εἶναι άσχετη πρός τήν υπηρεσιακή σχέση πού συνδέει τους υπαλλήλους μέ τά όργανα (μολονότι οἱ συμβάσεις δανείου λαμβάνουν ὐπ' ὄψη σέ πολλά σημεία τήν ἐν λόγω σχέση: ἀρκεῖ νά σκεφθεί κανείς τους ὅρους εξοφλήσεως), ή ἁρμοδιότης τοῦ Δικαστηρίου στηρίζεται κατά τήν άποψη μου στό άρθρο 181 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα μέ τό ὁποίο: «Τό Δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο νά λαμβάνει ἀποφάσεις δυνάμει ρήτρας διαιτησίας πού περιέχεται σέ σύμβαση δημοσίου ἡ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία συνάπτεται ἀπό τήν Κοινότητα ἡ γιά λογαριασμό της».
Ἀπό τό ἄρθρο αυτό ἀπορρέει μία σημαντική συνέπεια σέ δικονομικό επίπεδο. Ή ἐπίκληση τοῦ ἄρθρου 181 τῆς συνθήκης συνεπάγεται ὅτι οἱ προσφεύγοντες δέν όφειλαν νά ἀκολουθήσουν τήν εἰδική διαδικασία τῆς προηγουμένης διοικητικής ενστάσεως στην ὁποία ἀναφέρεται τό άρθρο 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Ὡς γνωστόν, ἡ Cocco Bevilacqua δέν υπέβαλε τήν ἐν λόγω ένσταση: λόγω τῆς φύσεως τῆς διάφορᾶς πού τήν άφορα, αυτό στερείται οἱασδήποτε σημασίας.
4.
Τά κριτήρια πού εφήρμοσε ἡ 'Επιτροπή ἀπό τόν 'Απρίλιο 1979 γιά τήν πραγματοποίηση τῶν κρατήσεων ἐπί τῶν ἀποδοχών προς εξόφληση τοῦ δανείου προσβάλλονται κατ᾽ ἀρχάς ἀπό τῆς ἀπόψεως τῆς ἀθετή-σεως τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων. Ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτής εἶναι σημαντικό νά προσδιορισθεί ευθύς ἐξ ἀρχής τό νόμισμα τῆς συμβάσεως. Ή βασική θέση τῶν προσφευγόντων συνίσταται στό ὅτι τό νόμισμα αυτό ήταν ἡ λιρέτα, ἐφ᾽ ὅσον τό δάνειο κατεβλήθη σέ λιρέτες. Ἐπί πλέον, οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν ὅτι οἱ δανειο-δοτηθέντες δέν θά ἀνελάμβαναν τους κινδύνους πού εἶναι συνυφασμένοι μέ τίς διακυμάνσεις τῆς λιρέτας, ὁ πότε ἡ ὀνομαστική ἀξία τῶν υπολογισμένων σέ λιρέτες μηνιαίων τοκοχρεολυτικῶν δόσεων έπρεπε νά παραμείνει ἀμετάβλητη παρά τήν προοδευτική μείωση τῆς ἀγοραστικής ἀξίας τοῦ νομίσματος αὐτοῦ. 'Επικουρικώς καί ἐφ᾽ ὅσον θεωρηθεί ὅτι τό δάνειο συνομο-λογήθη σέ βελγικά φράγκα, οἱ προσφεύγοντες επικαλοῦνται τό προαναφερθέν άρθρο 9 τῶν εκτελεστικών διατάξεων, σύμφωνα μέ τό όποιο τά δάνεια έπρεπε νά καταβάλλονται στό νόμισμα τοῦ τόπου ὅπου εὑρίσκετο τό ἀκίνητο «μέ βάση τήν Ισχύουσα κατά τόν χρόνο τῆς καταβολής ἰσοτιμία». Σύμφωνα μέ τους προσφεύγοντες, θά έπρεπε νά συνεχισθεί ἡ εφαρμογή τῆς Ιδίας Ισοτιμίας ἐπί τῶν κρατήσεων γιά τήν εξόφληση.
Τό προκαταρκτικό αὐτό ζήτημα πρέπει νά εξετασθεί μέ βάση τόσο τίς ρήτρες διαιτησίας, ὅσο καί τίς εκτελεστικές διατάξεις πού ἐθέσπισε ἡ Ἐπιτροπή μέ τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 17ης 'Ιουνίου 1971. Ἄν καί ἀπό μιᾶς ἀπόψεως οἱ ανωτέρω διατάξεις ἀποτελούν εσωτερικούς κανόνες προορισμένους νά ρυθμίζουν τήν δραστηριότητα τῆς Ἐπιτροπῆς σχετικά μέ τά στεγαστικά δάνεια, περιελήφθησαν ὅμως σέ ὅλες τίς συμβάσεις, ώστε οἱ συμβαλλόμενοι συνεφώνησαν καί ὡς πρός αυτές. Πράγματι στό προοίμιο τῆς συμβάσεως-τύπου ἀναφέρονται μεταξύ ἄλλων τά έξῆς: «έχοντας ὑπ᾽ όψη τίς εκτελεστικές διατάξεις πού ἐθέσπισε στίς 17 'Ιουνίου 1971 ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γιά τήν ὑπό ὁρισμένους ὅρους χορήγηση δανείων στους μονίμους υπαλλήλους τῶν Εὑρωπαϊκών Κοινοτήτων ὡς βοήθεια γιά τήν κατασκευή, τήν ἀγορά ἡ τήν μετατροπή κατοικίας προορισμένη γιά τήν προσωπική τους χρήση ἡ τήν χρήση τῶν οἰκογενειῶν τους».
Μετά ἀπό τήν διευκρίνιση αύτη παρατηρώ ὅτι πολλές ἀπό τίς ρήτρες τῆς ἐν λόγω συμβάσεως ἀναφέρουν τό βελγικό φράγκο ὡς τό νόμισμα στό όποιο εκφράζονται οἱ χρηματικές ένοχες τῶν συμβαλλομένων. Σχετικώς ἰδιαίτερη σημασία μοῦ φαίνεται ὅτι έχουν οἱ διατάξεις τῶν άρθρων 1, 4, 5, 15, 16 καί 17: στό άρθρο 1 (ὅπως άλλωστε καί στό τελευταίο εδάφιο τοῦ προοοιμίου) τό ποσό τοῦ δανείου εκφράζεται ἀποκλειστικώς σέ βελγικά φράγκα· τά άρθρα 4, 5 καί 16 ἀναφέρονται στόν πίνακα τῶν τοκοχρεολυτικών δόσεων, πού καί αυτός καθορίζει τίς καθ' ἕκαστον εξοφλητικές δόσεις σέ βελγικά φράγκα τό άρθρο 15 ὁρίζει ὅτι οἱ μεταφορές ποσών υπέρ τοῦ δανειστοῦ — ὡς προεξόφληση ἡ καταβολή μηνιαίων δόσεων — πρέπει νά γίνονται σέ βελγικά φράγκα ἡ στό νόμισμα τῆς χώρας στην ὁποία ευρίσκεται ἡ κατοικία γιά τήν οποία ἐχορηγήθη τό δάνειο, μέ την υποχρέωση ὅμως μετατροπῆς σέ βελγικά φράγκα· τέλος, τό άρθρο 17 προβλέπει ὅτι οἱ κίνδυνοι θανάτου ἡ μονίμου ὁλικῆς ἀναπηρίας τοῦ ὀφειλέτου καλύπτονται ἀπό ἀσφάλιση υπέρ τῆς Ἐπιτροπῆς, τό ἀσφάλισμα δέ εκφράζεται σέ βελγικά φράγκα. 'Επί πλέον, στό πλαίσιο τῶν εκτελεστικῶν διατάξεων Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει τό προαναφερθέν άρθρο 9, τό όποιο ὅπως εἴδαμε, ὅριζε στό πρώτο εδάφιο, ὅπως ἴσχυε τό 1971, ὅτι «τά ... δάνεια εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα». Νομίζω συνεπῶς ὅτι υπάρχουν ἐπαρκή στοιχεία γιά νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι ἠθέλησαν νά εκφράσουν τίς ἀμοιβαίες υποχρεώσεις τους σέ βελγικά φράγκα.
Ή ἀνωτέρω ἑρμηνεία δέν ἀντίκειται στό δεύτερο εδάφιο τοῦ προαναφερθέντος άρθρου 9 τῶν εκτελεστικών διατάξεων τοῦ 1971, τό ὁποῖο ὁρίζει ὅτι «οἱ... καταβολές πραγματοποιούνται στό νόμισμα τῆς χώρας στην ὁποία ευρίσκεται ἡ κατοικία γιά την ὁποία χορηγείται τό δάνειο ...» Είδαμε ὅτι κατά τους προσφεύγοντες τό νόμισμα τῆς συμβάσεως εἶναι εκείνο στό ὁποῖο κατεβλήθη πράγματι τό ποσό τοῦ δανείου καί στό όποιο κρατοῦνται ἀπό τίς ἀποδοχές τῶν δανειοδοτηθέντων οἱ τοκοχρεολυτικές δόσεις. Ή άποψη αυτή ὅμως καθίστα άνευ νοήματος τόσο τό πρώτο εδάφιο τοῦ ιδίου ἄρθρου 9, ὅσο καί τίς συμβατικές ρήτρες πού ἀπαρίθμησα προηγουμένως: επιδιώκεται νά υπερισχύσει ένας επαγωγικός συλλογισμός καί μόνο ἀπό τό γράμμα τῶν διατάξεων. Κατά τήν γνώμη μου, εἶναι ἀποφασιστικής σημασίας τό ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι ἀπετίμησαν παντοῦ στην σύμβαση τίς ἑκατέρωθεν χρηματικές υποχρεώσεις τους σέ βελγικά φράγκα, ἀναφερόμενοι στό νόμισμα αυτό προκειμένου νά καθορίσουν τό ποσό τοῦ δανείου καθώς καί τό ποσό τῶν δόσεων εξοφλήσεως. Νομίζω ὅτι αυτό ἀντανακλά τήν κοινή βούληση τῶν συμβαλλομένων νά καταστήσουν τό βελγικό φράγκο μιά ἀπό τίς παραμέτρους τῶν συμφυών πρός τό δάνειο σχέσεων.
5.
Μέ δεδομένη αυτή τήν πρώτη ερμηνευτική επιλογή, ἀπομένει νά επιλυθεί τό ζήτημα τῆς εφαρμοστέας ἐπί τῆς πληρωμής τῶν δόσεων εξοφλήσεως τιμής συναλλάγματος. 'Από τῆς απόψεως αὐτής, πρέπει νά εξετασθούν δύο ἀπό τίς διατάξεις πού έχουν ἤδη ἀναφερθεί: τό άρθρο 9, δεύτερο εδάφιο τῶν εκτελεστικών διατάξεων τοῦ 1971 (δυνάμει τοῦ ὁποίου οἱ καταβολές έπρεπε νά γίνονται στό νόμισμα τοῦ τόπου ὅπου ευρίσκεται τό ἀκίνητο «μέ βάση τήν ἰσχύουσα κατά τόν χρόνο τῆς καταβολής ἰσοτιμία») καί τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως-τύπου, τό όποιο ορίζει ὅτι «οιαδήποτε μεταφορά ποσών πού διενεργεί ὁ ὀφειλέτης υπέρ τοῦ δανειστοῦ ὡς προεξόφληση ή καταβολή τῶν μηνιαίων δόσεων πρέπει νά γίνεται σέ βελγικά φράγκα ἡ στό νόμισμα της χώρας στην ὁποία ευρίσκεται ή κατοικία γιά τήν ὁποία ἐχορηγήθη τό δάνειο καί στην ὁποία κατεβλήθη τό ποσό τοῦ δανείου. Ή μετατροπή σέ βελγικά φράγκα πραγματοποιείται μέ βάση τήν ἰσχύουσα κατά τήν ήμερα τῆς μεταφορᾶς ἰσοτιμία».
Ή ἑρμηνεία τῶν εκφράσεων «μέ βάση τήν ἰσχύουσα κατά τόν χρόνο τῆς καταβολής ἰσοτιμία» καί «μέ βάση τήν ἰσχύουσα κατά τήν ήμερα τῆς μεταφοράς ἰσοτιμία» άφορᾶ κυρίως τό ζήτημα ἄν ἡ Ισοτιμία στην ὁποία αναφέρονται εἶναι ἡ ισχύουσα στή νομισματική αγορά ἡ ἡ πλασματική, πού είχε καθορισθεί τότε ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ή δεύτερη επιλογή περιλαμβάνει μέ τήν σειρά τῆς δύο περιπτώσεις: οτι υπήρχε δηλαδή πρόθεση νά ληφθεί εϊτε αυτούσια ἡ Ισοτιμία τοῦ Διεθνούς Νομισματικοί) Ταμείου, είτε ἡ ισοτιμία τοθ άρθρου 63 τοῦ κανονισμοθ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων (τό όποιο, όπως γνωρίζομε, κατά τόν χρόνο τῆς συνάψεως τῶν συμβάσεων παρέπεμπε στίς τιμές συναλλάγματος του Διεθνοος Νομισματικοί) Ταμείου πού 'ίσχυαν ἀπό τό 1965). Στην πρώτη περίπτωση οἱ διακυμάνσεις των τιμών πού είχε καθορίσει τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θά επηρέαζαν ευθέως τίς υποχρεώσεις τῶν συμβαλλομένων, ένώ στην δεύτερη αυτό θά ήδύνατο νά συμβεί μόνον έάν έτροποποιεΐτο τό άρθρο 63 τοθ κανονισμοθ υπηρεσιακής καταστάσεως. Άφοο λυθεί τό ζήτημα αυτό, θά παραστεί περαιτέρω ανάγκη νά διευκρινισθεί ἄν οί συμβαλλόμενοι ηθέλησαν νά ορίσουν μία σταθερή ισοτιμία, πού θά έφηρμόζετο έπί όλων τῶν μεταγενεστέρων χρηματικών παροχών, ἡ μία τιμή πού νά υπόκειται σέ μεταβολές μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου.
6.
Έπί τοῦ πρώτου σημείου, φρονώ οτι άπό τήν διατύπωση τόσο τῶν εκτελεστικών διατάξεων, οσο καί τῆς συμβάσεως-τύπου, συνάγεται κατ' ανάγκη ὅτι ἡ έκφραση «Ισχύουσα Ισοτιμία» έχει τήν ëwoia οτι παραπέμπει εμμέσως στό σύστημα πού καθιερώνεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως (καί συνεπώς στό άρθρο του 63). Ή 'Επιτροπή δικαίως παρετήρησε έπ' αύτοθ ὅτι οἱ συμβάσεις πού συνήψε μέ τους υπαλλήλους τῆς είναι λογικό νά αναφέρονται στίς τιμές συναλλάγματος πού εφαρμόζονται στό πλαίσιο τής υπηρεσιακής σχέσεως (ήτοι στίς τιμές πού προβλέπει τό άρθρο 63 γιά τήν πληρωμή τῶν αποδοχών).
Νομίζω ὅτι τό επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο, ιδίως ἄν ληφθεί ὡς αφετηρία ή ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 9 τῶν εκτελεστικών διατάξεων, πού εξέδωσε ἡ 'ίδια ἡ 'Επιτροπή, καί ἄν δέν λησμονηθεί ὅτι οἱ μηνιαίες δόσεις εξοφλήσεως τοῦ δανείου κατεβάλ-λοντο διά κρατήσεων έπί τῶν αποδοχών. Είναι γεγονός ὅτι ούτε στό κείμενο τής συμβάσεως-τύπου ούτε στό κείμενο τών εκτελεστικών διατάξεων αναφέρεται πουθενά τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Στό θέμα ομως τῆς ερμηνείας αποφασιστική σημασία 'έχει κατ' έμέ ἡ συμπεριφορά τών μερών μετά τήν σύναψη τῆς συμβάσεως. Τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή κατέβαλε τό ποσό τοθ δανείου, ἐν συνεχεία δέ ύπελόγισε τό ποσό τῶν μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως εφαρμόζοντας τήν τιμή συναλλάγματος τοθ Διεθνοθς Νομισματικοί) Ταμείου έπί διάστημα πολλών ετών καί μέχρι τήν 1η 'Απριλίου 1979, ἀκόμη καί οταν ἡ τιμή αυτή διέφερε κατά πολύ ἀπό τήν τρέχουσα τιμή, επιβεβαιώνει τήν άποψη ὅτι καί τά δύο μέρη έθεώρουν ὅτι ἡ έκφραση «ισχύουσα ισοτιμία» ἀνεφέρετο στίς ἰσοτιμίες πού προέβλεπε ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως γιά τήν πληρωμή τῶν ἀποδοχών. 'Εξ άλλου, ἡ υἰοθέτηση τῶν τιμών συναλλάγματος τοῦ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ἡ ὁποία συνάγεται ἀπό τήν συμπεριφορά τῶν μερών, θά ήταν ἀκατανόητη χωρίς τήν σιωπηρή ἀναφορά στό άρθρο 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων: γιά ποιόν άλλο λόγο καί σέ ποιά βάση οἱ συμβαλλόμενοι θά κατέβαλλαν τά ἀμοιβαίως ὁφειλόμενα ποσά βάσει τιμών συναλλάγματος πού ήδη κατά τόν χρόνο συνάψεως τῶν συμβάσεων ήταν πλασματικές;
7.
'Απομένει νά εξετασθεί ἄν τά συμβαλλόμενα μέρη υἱοθέτησαν τίς τιμές συναλλάγματος πού προβλέπει ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ὡς μεταβλητά μεγέθη (ὑπό τήν ἔννοια δηλαδή ὅτι θά ἐτροποποιοῦντο αυτομάτως σέ περίπτωση τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί θεσπίσεως νέων ἰσοτιμιῶν) ἡ ὡς σταθερά μεγέθη συνδεδεμένα μέ τίς Ισοτιμίες πού καθόριζε ὁ κανονισμός ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως κατά τόν χρόνο τῆς συνάψεως τῶν συμβάσεων, τά όποια δέν θά ἠδύναντο νά τροποποιηθοῦν παρά μέ ειδική συμφωνία μεταξύ δανειστοῦ καί ὀφειλετῶν. Ἐπ' αὐτοῦ οἱ προσφεύγοντες υπογραμμίζουν ὅτι, ὅταν τό ἄρθρο 9 των ἐκτελεστικών διατάξεων ἀναφέρεται στον «χρόνο τῆς καταβολής», εννοεί την ἡμερομηνία καταβολής τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου, ἡ ὁποία, κατ' αυτούς, εἶναι πάντοτε μία καθορισμένη ημερομηνία, πού στην πραγματικότητα συμπίπτει μέ εκείνη τῆς συνάψεως· τῆς συμβάσεως στην ἡμερομηνία αύτη πρέπει νά γίνεται ἀναφορά γιά τόν καθορισμό τῆς εφαρμοστέας ἐπί τῶν μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως ἰσοτι-μίας. 'Αντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι τόσο τό προαναφερθέν άρθρο, ὅσο καί τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως-τύπου, ἀναφέρονται στην ισοτιμία πού ισχύει κανά τόν χρόνο κάθε καταβολῆς, ώστε υπάρχουν τόσες τιμές συναλλάγματος, ὅσες εἶναι καί οἱ διάφορες πληρωμές πού ὀφείλουν νά πραγματοποιήσουν οἱ συμβαλλόμενοι καί πού διαφέρουν χρονικώς.
Κατά την γνώμη μου, δέν εἶναι δυνατή ή επίκληση τοῦ ἄρθρου 9 τῶν εκτελεστικών διατάξεων (ὅπως 'ίσχυαν τό 1971) πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως τῆς σταθερᾶς ἰσοτιμίας. Πράγματι, τό ἐν λόγω άρθρο ἀφορᾶ ἀποκλειστικώς την καταβολή τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου ἀπό τό ὄργανο-δανειστή πρός τους δικαιούχους, ὅπως προκύπτει ἀπό την διατύπωση του καί ἀπό την θέση στην ὁποία ευρίσκεται, μεταξύ δηλαδή δύο άλλων διατάξεων πού ἀφοροῦν τήν καταβολή τοῦ κεφαλαίου (άρθρο 8) καί τή διεκπεραίωση μιᾶς μεταγενέστερης διατυπώσεως (άρθρο 10). Πάντως, τό ποσό τοῦ δανείου ἠδύνατο νά καταβληθεί σέ περισσότερες ἀπό μία δόσεις: αυτό προκύπτει ἀπό τό άρθρο 4, παράγραφος 1, τό όποιο προβλέπει τήν δυνατότητα καταβολής τοῦ δανείου «σέ δύο δόσεις», ἀπό τό άρθρο 6, παράγραφος 4, πού ἀναφέρει τήν περίπτωση δανείου «σέ δόσεις», ἀπό τό άρθρο 8, τό όποιο ὁρίζει ὅτι σέ περίπτωση κατασκευής ἡ μετατροπής τοῦ ἀκινήτου τό δάνειο καταβάλλεται σέ περισσότερες δόσεις «ἀνάλογα μέ τήν πρόοδο τῶν εργασιών καί κατόπιν προσαγωγής βεβαιώσεως σχετικά μέ τήν πορεία τῶν εργασιών πού νά εἶναι υπογραμμένη ἀπό τόν ἀρχιτέκτονα», τέλος δέ ἀπό τό άρθρο 10, πού υποχρεώνει τόν ὀφειλέτη νά ἀποδείξει τήν ιδιότητά του ὡς κυρίου τῆς χρηματοδοτη-θείσης κατοικίας «εντός Ετους ἀπό τῆς καταβολής τῆς τελευταίας δόσεως τοῦ δανείου». Γιά τόν λόγο αυτό νομίζω ὅτι μέ τό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 9, ὅπού ὁρίζεται ὅτι οἱ σχετικές μέ τά δάνεια καταβολές διενεργούνται βάσει τῆς ἰσχυούσης κατά τόν χρόνο τῆς καταβολής ισοτιμίας, νοείται ὅτι εφαρμόζεται ἡ τιμή συναλλάγματος πού ισχύει κατά τήν ήμερα κάθε καταβολής.
Τό άρθρο 15 τῆς συμβάσεως-τύπου παρέχει ἀκόμη ισχυρότερα επιχειρήματα προς υποστήριξη τῆς ἀπόψεως ὅτι οἱ θεσπισθείσες τιμές συναλλάγματος εἶναι μεταβλητές. Ἔχω ήδη υπενθυμίσει ὅτι τό πρώτο εδάφιο τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου άφορᾶ «οιαδήποτε μεταφορά ποσών πού διενεργεί ὁ ὀφειλέτης ὑπέρ τοῦ δανειστοῦ ὡς προεξόφληση ή καταβολή τῶν μηνιαίων δόσεων». Δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται περί περιοδικών καταβολών πού διενεργοῦνται σέ διαφορετικές ημερομηνίες καί γιά μακρά χρονική περίοδο. Γιά τόν λόγο αὐτό, ὅταν τό δεύτερο εδάφιο ὁρίζει ὅτι «ή μετατροπή σέ βελγικά φράγκα» — προφανώς σέ περίπτωση εξοφλήσεως στό νόμισμα τοῦ τόπου ὅπου εὑρίσκεται τό ἀκίνητο — «πραγματοποιείται μέ βάση τήν ισχύουσα κατά τήν ήμερα τῆς μεταφοράς ισοτιμία», είναι σαφές ὅτι ἡ ἐφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος εἶναι εκείνη πού ισχύει τήν ήμερα πού λαμβάνει χώρα κάθε καταβολή. Κατ' ἐμέ λοιπόν, ἡ ρήτρα αυτή ἀποδεικνύει ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι προέβλεψαν τό ενδεχόμενο μεταβολής τῶν τιμών συναλλάγματος καί ὅτι ὁ ὀφειλέτης, ὅσον άφορᾶ τήν εκπλήρωση τῆς υποχρεώσεως του νά καταβάλλει μηνιαίως τίς εξοφλητικές δόσεις, ἀνέλαβε τόν κίνδυνο μιᾶς ὀλιγότερο συμφέρουσας τιμῆς συναλλάγματος κατά τόν χρόνο τῆς μετατροπῆς τοῦ νομίσματος τοῦ τόπου τῆς οικίας σέ βελγικά φράγκα. 'Ἀρα ή σύμβαση-τύπος δέν περιελάμβανε καμμία εγγύηση συναλλαγματικής φύσεως υπέρ των δανειοδοτηθέντων.
Ἀνακεφαλαιώνοντας: κατ' ἐμέ, νόμισμα της συμβάσεως ήταν τό βελγικό φράγκο, καί τιμή συναλλάγματος ἡ προβλεπομένη ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων γιά την πληρωμή των ἀποδοχῶν. Ή τιμή αυτή ἠδύνατο νά μεταβληθεί, πράγμα πού συνέβη, ὅταν ἐξεδόθησαν οἱ κανονισμοί 3085 καί 3086 τοῦ 1978. Καθιερώθη μία πραγματική τιμή συναλλάγματος καί οἱ ὀφειλέτες ἤρχισαν νά ὑφίστανται τίς δυσμενείς συνέπειες της νέας καταστάσεως. Ομως ἡ αύξηση ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν κρατήσεων γιά τήν ἀπόσβεση τῶν δανείων δέν συνιστοῦσε παραβίαση τῶν συμπεφωνημένων επρόκειτο ἁπλούστατα περί εφαρμογῆς της ρήτρας ἡ ὁποία προέβλεπε ὅτι ἡ τιμή συναλλάγματος εἶναι μεταβλητή καί ἐπέρριπτε έτσι στόν ὀφειλέτη τόν κίνδυνο ἀπό τό ενδεχόμενο τῆς ταχυτέρας υποτιμήσεως της λιρέτας σέ σχέση μέ τό βελγικό φράγκο.
8.
Εἶχα ήδη τήν εὐκαιρία νά υπενθυμίσω ὅτι τόν 'Ιούλιο τοῦ 1975 ἡ Ἐπιτροπή ἐτροποποίησε τό ἀρθρο 9 τῶν εκτελεστικῶν διατάξεων, ὁρίζοντας ὅτι ἡ καταβολή τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου ἐπρεπε νά γίνεται σέ βελγικά φράγκα, ὁπως καί οἱ εξοφλήσεις καί οἱ κρατήσεις, καί καταργώντας τόσο τό σύστημα πληρωμών στό νόμισμα τοῦ τόπου τῆς οἰκίας, ὅσο καί τήν συναφή ἀναφορά στίς τιμές συναλλάγματος. Ὅσον άφορᾶ τίς συμβάσεις πού δέν εἶχαν ἀκόμη λήξει, ἡ 'Επιτροπή μέ τήν 'ίδια ἀπόφαση παρέσχε στους δανειοδοτηθέντες τήν δυνατότητα μειώσεως τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου 'ίσης μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου μέ βάση τήν επίσημη τιμή καί τοῦ ποσού τοῦ δανείου μέ βάση τήν τιμή πού 'ίσχυε στην ἀγορά κατά τήν ήμερα τῆς πληρωμής. Ή ἐν λόγω προσφορά ἐπανελήφθη μέ ἔγγραφο τοῦ 'Ιουνίου 1977 (συνημμένο 9 στό υπόμνημα ἀντικρούσεως της 27ης Μαΐου 1980 στίς υποθέσεις 5 καί 18/80), στην παράγραφο 2 τοῦ ὁποίου διηυκρινίζετο συγχρόνως ὅτι οἱ ὀφειλέτες πού δέν εἶχαν ζητήσει τήν μείωση ἐξηκολούθουν νά έχουν τήν ευχέρεια τῆς πληρωμῆς των δόσεων στό νόμισμα τοῦ τόπου τῆς οικίας, ἀλλά βάσει τῆς ισοτιμίας πού θά ἴσχυε κατά τό χρόνο κάθε μεταφοράς. Προς ἀποφυγή ασαφειών, στην παράγραφο 4 τοῦ ἰδίου έγγράφου προσετίθετο ὅτι «καμμία εγγύηση δέν δύναται νά δοθεί ὡς πρός τή διατήρηση τῆς τιμῆς συναλλάγματος τήν ὁποία ἐφαρμόζει σήμερα ἡ 'Επιτροπή γιά τή μετατροπή σέ βελγικά φράγκα» τῶν κρατήσεων γιά τήν ἀπόσβεση τῶν δανείων.
Δύο ἀπό τους προσφεύγοντες τῶν ὑπό κρίση υποθέσεων — οἱ Adam καί Knoeppel — ἀπεδέχθησαν τήν μείωση τῆς ὀφειλῆς τους. Μέ βάση τήν άποψη πού δέχθηκα σχετικά μέ τήν εφαρμοστέα τιμή συναλλάγματος ἐπί τῶν χρηματικών υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς συμβάσεις δανείου, θεωρώ ὅτι τό γεγονός αυτό εἶναι άσχετο. Τά πράγματα θα ήταν διαφορετικά, ἄν ἐγίνετο δεκτό ὅτι οἱ συμβαλλόμενοι συνεφώνησαν ἐπί σταθερῆς ισοτιμίας· αυτό θά ἐσήμαινε πράγματι ὅτι, ἀποδεχόμενοι τήν μείωση τῆς ὀφειλῆς τους, οἱ ὀφειλέτες συνήνεσαν στην τροποποίηση τῶν ὅρών τῆς συμβάσεως, ὑπό τήν έννοια τῆς μετατροπής τῆς ισοτιμίας ἀπό σταθερή σέ μεταβλητή (πού θά ἐξηρτᾶτο έτσι ἀπό τίς ενδεχόμενες τροποποιήσεις τοῦ άρθρου 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως).
'Εκκινώντας ἀπό παρόμοια υπόθεση, ὁ δικηγόρος τοῦ Adam φαίνεται νά ὑποστηρίζει ὅτι ἡ 'Επιτροπή ώθησε δολίως τους ὀφειλέτες νά ἀποδεχθούν τήν τροποποίηση τῆς συμβάσεως καί ὅτι συνεπῶς ἡ τροποποίηση αύτη πρέπει νά θεωρηθεί άκυρη λόγω ελαττώματος τῆς βουλήσεως. Ή άποψη αὐτή εἶναι κατ' ἐμέ ἀβάσιμη. Ἔχω ήδη διευκρινίσει ὅτι ἡ προσφερθείσα μείωση τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου συνέπεσε χρονικώς μέ τήν τροποποίηση τοῦ άρθρου 9 τῶν εκτελεστικών διατάξεων καί προφανώς συνεδέετο μέ τήν τροποποίηση αυτή. Είναι γνωστό ὅτι τό τροποποιηθέν άρθρο 9, ἄν καί ὁρίζει ὅτι ἡ εξόφληση τοῦ δανείου πραγματοποιείται σέ βελγικά φράγκα, δέν ἀναφέρει πάντως καμμία ισοτιμία. Δέν βλέπω λοιπόν πώς μία τέτοια ρήτρα θά ἠδύνατο νά ἀποτελεί τέχνασμα ἱκανό νά εξαπατήσει τους ὀφειλέτες: ή ρήτρα ήταν ἴσως ελλιπής, δέν μοῦ φαίνεται ὅμως ὅτι εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθεί ὡς δολία.
Ἐν πάση περιπτώσει, τό ἀποφασιστικό στοιχείο εἶναι ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς μειώσεως δέν συνεπήγετο κατ' ἐμέ οιαδήποτε τροποποίηση τῶν κανόνων γιά τίς τιμές συναλλάγματος. Δέν εἶναι συνεπώς δυνατόν νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἐξηπάτησε τόν ἀντισυμβαλλόμενο, ἐφ' ὅσον οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως παρέμειναν ἀμετάβλητοι.
9.
Ό δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος Adam προσάπτει στην Ἐπιτροπή ὅτι μέ τήν συμπεριφορά τῆς ἐδημιούργησε στους ὀφειλέτες τήν πεποίθηση ὅτι οἱ Ισοτιμίες τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου θά διε-τηροῦντο ἐπ' ἀόριστο καί ὅτι μέ αυτή τήν προϋπόθεση τούς ώθησε νά ἀποδεχθούν τήν μείωση τοῦ κεφαλαίου πού όφειλαν, ἐνῶ στή συνέχεια εφήρμοσε ἐπί τῶν κρατήσεων, ἀπό τοῦ μηνός 'Απριλίου 1979, τίς νέες τιμές συναλλάγματος πού εἶχε θεσπίσει μέ τόν κανονισμό 3085/78.
Δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι στίς ὑπό κρίση υποθέσεις τό ζήτημα πού τίθεται είναι ἡ εκτίμηση τῆς συμπεριφοράς τῶν μερών στό πλαίσιο τῶν σχέσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς συμβάσεις δανείου. Γιά τόν λόγο αυτό ἡ αἰτίαση πού διετυπώθη ἀνωτέρω θέτει στην πραγματικότητα τό ζήτημα της τηρήσεως τῆς υποχρεώσεως καλής πίστεως, πού πρέπει νά πρυτανεύει στην συμπεριφορά τῶν μερών σέ κάθε σύμβαση, τόσο κατά τίς διαπραγματεύσεις, ὅσο καί κατά τήν σύναψη τῆς συμβάσεως καί ἐν συνεχεία τήν εκτέλεση της. Αυτό άλλωστε ἀνταποκρίνεται στό συγκεκριμένο περιεχόμενο τῶν αιτιάσεων τοῦ Adam κατά τῆς 'Επιτροπής βάσει τῆς ἀρχής τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης: ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἠδυνήθη νά εφαρμόσει τίς ἀναπροσαρμοσμένες τιμές συναλλάγματος ἐπί τῶν κρατήσεων γιά τήν εξόφληση τοῦ δανείου μετά ἀπό μία σειρά πρωτοβουλιῶν πού ἀνέλαβε ἀπό τό 1975 καί οἱ όποιες ἀποτελούσαν τίς διάφορες φάσεις ἑνός σχεδίου πού εἶχε ὡς σκοπό νά παρασύρει τους ὀφειλέτες νά δεχθοῦν τήν ἀναθεώρηση τῶν ὅρων τοῦ δανείου. Ό δικηγόρος τοῦ Adam ἀναφέρει σχετικῶς τήν τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 9 τῶν εκτελεστικών διατάξεων, τήν προσφερθείσα μείωση τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου καί τήν διατήρηση μέχρι τό 1979 τῶν ἰσοτιμιών τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικού Ταμείου ἀκόμη καί έναντι τῶν ὀφειλετών πού είχαν ἀποδεχθεί τίς νέες ισοτιμίες.
Εἶναι προφανές ὅτι μέ αυτό τόν τρόπο επαναλαμβάνεται ἀπό διαφορετικής ἀπόψεως ὁ ισχυρισμός ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δολίως επεδίωξε νά ωθήσει τους ὀφειλέτες νά ἀποδεχθούν τήν ἀνανέωση τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Περιορίζομαι λοιπόν νά παρατηρήσω κατ' ἀρχάς ὅτι ἀδυνατώ νά ἀποδώσω στίς προαναφερθείσες ενέργειες παρόμοια πρόθεση καί κατά δεύτερο λόγο ὅτι τό δικαίωμα τῆς 'Επιτροπής, πού ἀναγνωρίζεται ἀπό τήν σύμβαση, νά ἀναπροσαρμόζει τίς τιμές συναλλάγματος παράλληλα μέ τίς ενδεχόμενες τροποποιήσεις τοῦ άρθρου 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως καθίστα περιττή οιαδήποτε συμφωνία περί νέων ὅρών τῆς συμβάσεως δανείου.
10.
Ό ίδιος προσφεύγων, ὁ Adam, προσάπτει περαιτέρω στην Ἐπιτροπή τό ὅτι ἀνέτρεψε πρός ὄφελός τῆς τήν ισορροπία των συμβατικῶν ένοχων, εφαρμόζοντας μονομερῶς, μέσω τῶν κανονισμῶν 3085 καί 3086/78, διαφορετική συναλλαγματική ισοτιμία ἐπί τῶν μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως τοῦ δανείου. Αυτό συνιστά ἐν προκειμένω κατάχρηση εξουσίας, ὑπό τήν έννοια ὅτι ή Ἐπιτροπή ἔκανε χρήση τῶν δύο κανονισμών πού μόλις ανέφερα γιά νά εξασφαλίσει υπέρ αυτής μιά εγγύηση συναλλαγματικῆς φύσεως καί ἑπομένως τήν ἀπόδοση ποσού κατά πολύ μεγαλυτέρου ἀπό τό ἀρχικώς καταβληθέν κεφάλαιο.
'Αν ἀληθεύει, ὅπως επεχείρησα νά ἀποδείξω, ὅτι οἱ νέες τιμές συναλλάγματος πού προέβλεψε ὁ κανονισμός 3085/78 ἐφηρ-μόσθησαν ἐπί τῶν ὑπό κρίση συμβάσεων δανείου βάσει τοῦ ἄρθρου 15 τῶν ἐν λόγω συμβάσεων, τότε καί ἡ αιτίαση αύτη εἶναι ἀβάσιμη. Αυτό καθίστα περιττή τήν εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν ἡ συμπεριφορά τῆς Ἐπιτροπής σέ σχέση μέ τήν σύμβαση δύναται νά προσβληθεί λόγω υπερβάσεως εξουσίας.
11.
Τέλος, ὁ δικηγόρος τῶν Battaglia και Cocco Bevilacqua προέβαλε τήν παράβαση ουσιώδους τύπου, υποστηρίζοντας ὅτι ή ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπής νά πραγματοποιεί τίς κρατήσεις γιά τήν ἀπόσβεση τοῦ δανείου βάσει τῶν ἀναπροσαρμοσμένων τιμών συναλλάγματος δέν εἶναι αιτιολογημένη καί συνιστά κατ' αυτό τόν τρόπο παραβίαση τοῦ ἄρθρου 25 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο οιαδήποτε ἀτομική ἀπόφαση πού λαμβάνεται ἀπό τήν διοίκηση καί θίγει υπάλληλο πρέπει νά εἶναι αἰτιολογημένη.
Γιά νά ἀνασκευάσω τήν άποψη αύτη, περιορίζομαι νά επαναλάβω ὅτι οἱ ὑπό κρίση διαφορές δέν ἀφορούν τήν υπηρεσιακή σχέση τῶν υπαλλήλων πρός τήν διοίκηση, ἀλλ' ἀντιθέτως, τήν εκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς συμβάσεις δανείου πού συνήψε ἡ 'Επιτροπή μέ ὁρισμένους υπαλλήλους της. Ἀπό τό γεγονός ὅτι τά οικεία δάνεια ἐχορηγήθησαν ἀπό ἕνα όργανο στους ὑπαλλήλους του γιά κοινωνικούς σκοπούς καί ὅτι ἡ ἀπόδοση τοῦ δανείου πραγματοποιείται μέ κρατήσεις ἐπί τῶν μηνιαίων ἀποδοχών δέν εἶναι δυνατόν νά υπαχθούν οἱ διαφορές πού προκύπτουν ἀπό τίς συμβάσεις αὐτές στό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τό δεύτερο εδάφιο τοῦ προαναφερθέντος άρθρου 25 άφορᾶ ρητώς τίς ἀτομικές ἀποφάσεις ποῦ λαμβάνονται κατ' ἐφαρμογή τον κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως: ἀσφαλώς ὅμως στήν κατηγορία αυτή δέν ἐμπίπτει ἡ ἀπόφαση πού ἀφορᾶ τους ὅρους ἐξοφλήσεως τῶν στεγαστικών δανείων. Συνεπώς ἡ ὑπό κρίση αἰτίαση δέν δύναται νά γίνει δεκτή.
12.
Γιά ὅλους τους ἀνωτέρω λόγους προτείνω ἐν συμπεράσματι την ἀπόρριψη τῶν προσφυγῶν πού ἤσκησαν κατά τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Robert Adam στίς 10 Δεκεμβρίου 1979, οἱ Jakob Flamm καί Helmut Knoeppel στίς 17 Δεκεμβρίου 1979 καί οἱ Dino Battaglia καί Antonietta Cocco Bevilacqua στίς 7 'Ιανουαρίου 1980.
Ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα, λόγω τῆς περίπλόκου φύσεως τῆς διαφορᾶς καί τῶν καινοφανών ζητημάτων πού ἐξητάσθησαν, φρονώ ὅτι κάθε διάδικος πρέπει νά φέρει τα έξοδά του.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy