ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ HENRI MAYRAS
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
I —
Ἀφοῦ απασχολήθηκε ἀπό τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ἀπό τήν 1η Μαίου 1975, ὡς εἰδικός σύμβουλος (άρθρο 5 τοῦ καθεστῶτος πού ἐφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιπού προσωπικού τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), ὁ Dr. Β. κατέστη τήν 1η Φεβρουαρίου 1977 ὑπάλληλος ὑπό τήν ιδιότητα τοῦ ἰατροῦ συμβούλου αὐτού τοῦ ὀργάνου.
'Απευθυνόμενος, στίς 22 Φεβρουαρίου 1978, στόν Η. Nord, γενικό γραμματέα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, ὁ Dr. Β. διαμαρτυρήθηκε γιά τή χειροτέρευση τῆς υγείας του, τήν ὁποία ἀπέδωσε στή λυπηρή ἀπό άποψη υγιεινής κατάσταση τοῦ ἰατρείου του. Υπενθύμισε ὅτι εἶχε ήδη ἀπευθυνθεί πολλές φορές στή διοίκηση γι' αὐτό τό θέμα καί ὅτι ὑποχρεώθηκε, λόγω τῆς καταστάσεως τῆς υγείας του, νά ἀσκεῖ τίς δραστηριότητές του ἐργαζόμενος μόνο κατά τό 1/2 τοῦ κανονικού ωραρίου ἀπό τίς 31 'Ιανουαρίου 1978. Ζήτησε, κατά συνέπεια, τήν έναρξη μιᾶς αμερόληπτης έρευνας γιά τήν ἀναζήτηση τῶν αἰτίων καί τῆς ἐκτάσεως αὐτοῦ πού χαρακτήριζε ως «επαγγελματική» νόσο.
'Αναφερόταν έτσι, έμμεσα άλλά σαφῶς, στό άρθρο 73 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων καθώς καί στή ρύθμιση τή σχετική μέ τήν κάλυψη έναντι τῶν κινδύνων ἀτυχήματος καί ἐπαγγελματικής νόσου τῶν υπαλλήλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, πού θέσπισε τό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο στίς 27 'Ιανουαρίου 1977, ἐφαρμόζοντας τό παραπάνω άρθρο σέ ὅ,τι τό ἀφοροῦσε. Τά άρθρα 17 έως 23 αυτής τῆς ρυθμίσεως καθορίζουν τή διαδικασία καί τή λειτουργία τῆς «υγειονομικής επιτροπής» γιά τή διαπίστωση τῆς επαγγελματικής προελεύσεως μιᾶς ἀναπηρίας.
Στίς 6 Μαρτίου 1978, ὁ γενικός γραμματέας έδωσε στόν Dr. Β. τή διαβεβαίωση ὅτι θά έκανε ὅ,τι τοῦ ήταν δυνατό γιά νά συμβάλει στην ἀποκατάσταση τῆς υγείας του. Τοῦ υποσχέθηκε ὅτι εἰδικοί θά ἐξέταζαν σέ πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τίς βελτιώσεις πού θά ήταν δυνατό νά γίνουν στό ἰατρεῖο του. 'Εξέφρασε τήν «προσωπική» γνώμη ὅτι θά έπρεπε νά γίνει δεκτό τό αἴτημά του γιά τή διενέργεια έρευνας μέ σκοπό νά διαπιστωθεί ἡ έκταση καί ή προέλευση τῆς δυσάρεστης καταστάσεως γιά τήν ὁποία διαμαρτυρόταν, τοῦ ἀνακοίνωσε δέ ὅτι ὁ κ. Vinci, γενικός διευθυντής διοικήσεως τοῦ προσωπικού καί τῶν οικονομικῶν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου, θά ερχόταν σέ ἐπαφή μαζί του γι' αυτό τό θέμα.
Στίς 21 ἡ στίς 22 Μαρτίου 1978, ὁ ἰατρόςσύμβουλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ευρώπης προέβη, μαζί μέ τά άλλα μέλη μιᾶς «ἐπιτροπής μελέτης», μέ έναν πραγματογνώμονα ἀρχιτέκτονα καί μέ τόν Dr. Β. σέ επιθεώρηση τῶν χώρων πού διέθετε ὁ τελευταίος στό κτίριο «Schuman». Ό ἐν λόγω Ιατρός κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ συνθήκες ἐργασίας τοῦ Dr. Β. φαίνονταν μέτριες, ὅτι τό Ιατρείο του δέν ήταν προσαρμοσμένο στίς ἀνάγκες λειτουργίας του καί έκανε ὁρισμένες προτάσεις πρός τό σκοπό βελτιώσεώς του.
Στίς 16 'Απριλίου 1978, ὁ Dr. Β. ἀπευθύνθηκε στό γενικό γραμματέα γιά νά τοῦ εκφράσει τήν Ικανοποίηση του γιά τήν καλή διεξαγωγή τῆς επιθεωρήσεως τοῦ ἰατρείου του, γιά νά τοῦ γνωστοποιήσει ορισμένες παρατηρήσεις πού ἀφοροῦσαν τους διοικητικούς ὑπαλλήλους τῆς γραμματείας τοῦ Κοινοβουλίου καί γιά νά τοῦ ζητήσει, ἀκόμη μιά φορά, νά κινήσει τή διαδικασία πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό σέ περίπτωση ἐπαγγελματικής νόσου«δεδομένου ὅτι ἡ έκθεση ἐπιθεωρήσεως κατέληξε μετά βεβαιότητος σέ συμπέρασμα γιά τόν παθογενή χαρακτήρα τοῦ ιατρείου του». Φαίνεται ὅτι εἶχε υπόψη του κατ' αυτό τόν τρόπο τό ἄρθρο 17 τῆς ρυθμίσεως.
Στίς 13 Ἰουνίου 1978, ὁ Dr. Β. παρουσίασε ένα πιστοποιητικό τοῦ θεράποντα ἰατροῦ του Dr. Stein, πού βεβαίωνε ὅτι ἡ κατάσταση τῆς υγείας του ἀπαιτοῦσε τη χορήγηση ἀναρρωτικῆς άδειας τριῶν μηνών. 'Από τότε έπαυσε κάθε δραστηριότητα έστω καί μερική στό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Στίς 16 'Ιουνίου 1978, ὁ γενικός διευθυντής της διοικήσεως τοῦ ἀπάντησε ὅτι «σκόπευε νά συγκροτήσει ένα «ἰατρικό σνμβούλιο». ἐπιφορτισμένο νά ἀποφανθεί:
—
γιά τήν τωρινή κατάσταση τῆς ὑγείας του,
—
γιά τήν ἐνδεχόμενη σχέση μεταξύ της καταστάσεως τῆς ὑγείας καί των συνθηκῶν ἐργασίας του στό Κοινοβούλιο,
—
γιά τήν ἐνδεχόμενη σκοπιμότητα νά κινηθεί ἡ διαδικασία θέσεως σέ κατάσταση ἀναπηρίας πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ».
Τόν παρακάλεσε νά τοῦ γνωρίσει στή μικρότερη δυνατή προθεσμία τό ὄνομα ενός ἰατροῦ τῆς εμπιστοσύνης του πού θά ὅριζε γιά νά συμμετάσχει σ' αὐτό τό «ἰατρικό συμβούλιο», στό όποιο θά λάμβαναν ἐπίσης μέρος ένας ἰατρός πού θά όριζε τό όργανο καί ένας ἰατρός σύμβουλος πού θά επιλεγόταν κατόπιν κοινῆς συμφωνίας ἀπό τους δύο πρώτους.
Αυτή ἡ έκφραση «Ιατρικό συμβούλιο» είναι διφορούμενη, γιατί φαίνεται ὅτι ἀναφέρεται τόσο στήν επιτροπή ἀναπηρίας πού προβλέπεται στό άρθρο 53 τοῦ κανονισμού καί στό άρθρο 7 τοῦ παραρτήματος ΙΙ τοῦ ἐν λόγω κανονισμού ὅσο καί στην ὑγειονομική ἐπιτροπή τοῦ ἄρθρου 23 τῆς ρυθμίσεως πού προαναφέραμε. Πρόκειται γιά ένα τρίτο είδος, («tertium genus») ἐφ' όσον κανένα ἀπό αὐτά τά κείμενα δέ μιλάει γιά «συμβούλιο». 'Εν τούτοις δεν ὑπάρχει καμιά ἀμφιβολία ὅτι ἐπρόκειτο κυρίως, σύμφωνα μέ τήν έννοια πού δινόταν τόσο ἀπό τή διοίκηση ὅσο καί ἀπό τόν προσφεύγοντα γιά τήν «υγειονομική επιτροπή», ἀφού ἡ κίνηση τῆς διαδικασίας θέσεως σέ κατάσταση ἀναπηρίας, σύμφωνα μέ τό άρθρο 78, δέν προβλεπόταν παρά μόνο ἀφού γίνονταν γνωστά τά συμπεράσματα αυτής τῆς ἐπιτροπής.
Στίς 13 Ιουλίου 1978, ὁ Dr. Β. πληροφόρησε τόν κ. Van Nuffel, διευθυντή προσωπικού καί κοινωνικῶν θεμάτων τοῦ Εὐρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ὅτι όριζε τόν Dr. Ρ. Stein γιά νά ὑπερασπίσει τά συμφέροντά του στην «ἐπιτροπή έρευνας». Ὁ κ. Van Nuffel ἀνακοίνωσε τήν 1η Δεκεμβρίου 1978 στόν Dr. Β. ὅτι τό όργανο θά ἀντιπροσωπευόταν στό «ἰατρικό συμβούλιο» ἀπό τόν Dr. Η. Maddens.
Ή συγκρότηση αὐτοῦ τοῦ «συμβουλίου» προσέκρουσε σέ πάρα πολλές δυσκολίες καί οἱ ἐργασίες του δέν είχαν τελειώσει τή 12η Δεκεμβρίου 1979, ημερομηνία κατά τήν ὁποία κατατέθηκε ἡ παρούσα προσφυγή, καί οἱ διάδικοι ἐπιρρίπτουν ὁ ένας στόν άλλο τήν εὐθύνη γι' αὐτήν τήν ἀργοπορία.
Στίς 21 'Ιουνίου 1979, ὁ κ. Opitz, προσωρινός γενικός γραμματέας τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ἀνακοίνωσε στόν Dr. Β. ὅτι, επειδή τό σύνολο τῶν ἀναρρωτικῶν άδειων του είχε ξεπεράσει τους δώδεκα μήνες σέ μιά περίοδο τριών ἐτών (άρθρο 59 παράγραφος 1 τελευταίο ἐδάφιο τοῦ κανονισμού), ἀποφάσισε νά ὑποβάλει τήν περίπτωση του στην ἐπιτροπή ἀναπηρίας καί τόν παρακάλεσε νά τοῦ ἀνακοινώσει τό ὄνομα ἑνός ἰατροῦ τῆς ἐπιλογής του προκειμένου νά υπερασπίσει τά συμφέροντά του.
Στίς 2 Ἰουλίου 1979, ὁ Dr. Β. ἀνακοίνωσε στόν προσωρινό γενικό γραμματέα ὅτι όριζε τόν Dr. Ρ. Stein γιά νά τόν ἀντιπροσωπεύσει στην ἐπιτροπή ἀναπηρίας, Ιατρό πού εἶχε ἤδη ἀπό ἕνα χρόνο περίπου ἐπιφορτίσει με τήν υπεράσπιση τῶν συμφερόντων του στήν «ἐπιτροπή ἔρευνας» ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἡ ἐν ἐξελίξει διαδικασία τῆς διαπιστώσεως τῆς ἐπαγγελματικῆς νόσου εἶχε, κατά τή γνώμη του, προτεραιότητα καί ὅτι Μ ήταν συμφέρον νά περατωθεί πρίν ἡ ἐπιτροπή ἀναπηρίας ἀρχίσει τίς ἐργασίες της.
Ἀπό τήν πλευρά της, ἡ διοίκηση ὅρισε τόν Dr. Maddens, πού τοῦ εἶχε ήδη ἀναθέσει τήν υπεράσπιση τῶν συμφερόντων τῆς στό «Ιατρικό συμβούλιο».
Οἱ σχέσεις μεταξύ αὐτών τῶν δύο ιατρών ὀξύνθηκαν σέ τέτοιο σημείο ώστε ὁ πρώτος κατέθεσε διαμαρτυρία κατά τοῦ δεύτερου στό βελγικό ιατρικό σύλλογο καί ὁ ἴδιος ὁ Dr. Β. κατηγόρησε τή διοίκηση ὅτι τόν ἐμπόδισε νά συνάψει ἀσφάλεια κατά ἀναπηρίας μέ τήν ἑταιρεία Van Breda ἡ ὅτι δέν παρενέβη σέ ὅφελός του γιά νά τοῦ επιτραπεί νά συνάψει μιά τέτοια ἀσφάλεια. Οἱ ἰσχυρισμοί αὐτοί ἀπορρίφθηκαν ἐν τούτοις μέ τή διάταξη 117.129 τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1979 τοῦ δικαστή πού ἀντικαθιστούσε τόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου.
Στίς 10 Αυγούστου 1979, ὁ Dr. Β. ἀνακοίνωσε στό διευθυντή προσωπικού ὅτι σκόπευε νά καταθέσει μιά ένσταση σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) γιά τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπιτροπή ἀναπηρίας συγκροτήθηκε πρίν τό «ιατρικό συμβούλιο» καταθέσει τίς προτάσεις του.
Επειδή οἱ ἰατροί, πού ἀντιπροσώπευαν ἀντίστοιχα τόν Dr. Β. καί τή διοίκηση στην ἐπιτροπή ἀναπηρίας, δέν μποροῦσαν νά συμφωνήσουν όσον άφορᾶ τό διορισμό ενός τρίτου, ὁ πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ γενικοῦ γραμματέα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου στίς 10 καί 21 Δεκεμβρίου 1979, διόρισε αὐτεπάγγελτα στίς 8 Ἰανουαρίου 1980 τόν Dr. Gérard de Ren σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τοῦ 4ου τμήματος τοῦ παραρτήματος ΙΙ τοῦ κανονισμοί).
Ἐν τῶ μεταξύ, ἡ ένσταση τοῦ Dr. Β. ἀπευθύνθηκε στό διευθυντή προσωπικοῦ καί κοινωνικών θεμάτων τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στίς 16 Σεπτεμβρίου 1979.
Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1979, ὁ Dr. Β. προσέφυγε στό Δικαστήριο καί ταυτόχρονα κατέθεσε, σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί), αἴτηση λήψεως ἀσφαλιστικῶν μέτρων, ἐπιδιώκοντας τήν ἀναστολή τῶν ἐργασιών τῆς ἐπιτροπής ἀναπηρίας μέχρι τή λήψη ὁριστικής ἀποφάσεως γιά τόν ἐπαγγελματικό χαρακτήρα τῆς νόσου του.
Ή αίτηση αυτή ἀπορρίφθηκε μέ τή διάταξη 117.128 τῆς 5ης Δεκεμβρίου 1979 τοῦ δικαστή πού ἀντικαθιστοῦσε τόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου, ἐπειδή ὁ Ιδιος κωλυόταν. Στίς 15 Ἰανουαρίου 1980, ὁ πρόεδρος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ἀπέρριψε ρητώς τήν ἀπό 6 Σεπτεμβρίου 1979 ένσταση τοῦ προσφεύγοντος.
II —
Κατά τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας στίς 18 Σεπτεμβρίου 1980, οἱ προτάσεις τοῦ προσφεύγοντος ἀπέβλεπαν στό νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ σύσταση ἡ οί εργασίες μιᾶς ἐπιτροπής ἀναπηρίας, όπως αυτή πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 59 παράγραφος 1, ήταν παράνομες καί ὡς ἐκ τούτου έπρεπε νά ἀνασταλοῦν. 'Επικουρικώς νά καταδικασθεί τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σέ ἀνακοπή ἡ ἀναστολή τῆς συστάσεως ἡ τῶν ἐργασιών αὐτής τῆς ἐπιτροπής μέχρις ὅτου υπάρξει ὁριστική ἀπόφαση στήν έρευνα γιά τήν ἐπαγγελματική προέλευση τῆς νόσου ἀπό τήν ὁποία ὁ προσφεύγων ἰσχυριζόταν ὅτι προσβλήθηκε, καί νά καταδικαστεί τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στόν τερματισμό κάθε ενέργειας πού θά μποροῦσε νά ἐμποδίσει, καθυστερήσει ἡ καταστήσει αδύνατες τίς δραστηριότητες τοῦ «ἰατρικοῦ συμβουλίου» στό ὁποῖο έχει ἀνατεθεί ἡ διαπίστωση τῆς επαγγελματικής νόσου τοῦ προσφεύγοντος. Τέλος νά γίνει δεκτό ὅτι οἱ δραστηριότητες τοῦ «Ιατρικού συμβουλίου» ἔπρεπε νά συνεχισθούν μέ τήν ἀπαιτούμενη ἐπιμέλεια, σύμφωνα μέ τή ρύθμιση τη σχετική μέ την κάλυψη τῶν κινδύνων ἀπό ἐπαγγελματική νόσο.
Ἀπό τήν πλευρά του, τό καθ' οὗ Κοινοβούλιο πρότεινε τήν ἀπόρριψη τῆς προσφυγής ὡς ἀπαράδεκτης ή, ἐν πάση περιπτώσει, ὡς ἀβάσιμης.
III —
Εκτιμώντας μόνο τήν οικονομική πλευρά τῶν πραγμάτων, τό συμφέρον τοῦ προσφεύγοντος ἐξηγείται ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ συνέπειες τῆς θέσεως του σέ κατάσταση ἀναπηρίας καί ἐκείνες πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ἀναγνώριση τοῦ επαγγελματικού χαρακτήρα μιᾶς νόσου, διαφέρουν αἰσθητά.
Σέ περίπτωση μόνιμης ὁλικής ἀναπηρίας, τό άρθρο 73 παράγραφος 2 στοιχείο β (διάταξη πού βρίσκεται στό κεφάλαιο τῆς κοινωνικής ἀσφάλειας), προβλέπει τήν καταβολή κεφαλαίου ἴσου πρός τό ὀκτα-πλάσιο τοῦ βασικού ἐτήσιου μισθού.
Σέ περίπτωση μερικής μόνιμης ἀναπηρίας (παράγραφος 2 στοιχείο γ) τό κεφάλαιο καθορίζεται σέ σχέση μέ τά ποσοστά πού προβλέπονται στήν κλίμακα ἀναπηρίας. Τό κεφάλαιο αυτό μπορεί νά ἀντικατασταθεί μέ ισόβια πρόσοδο (άρθρο 13 τῆς κοινής ρυθμίσεως). 'Επιπλέον, τό άρθρο 10 παράγραφος 1 τῆς ρυθμίσεως προβλέπει τήν ἀπόδοση ὅλων τῶν δαπανών πού ἀπαιτούνται γιά τήν ὅσο δυνατόν πληρέστερη ἀποκατάσταση τῆς σωματικής καί ψυχικής ἀκεραιότητας, καθώς καί γιά ὅλες τίς φροντίδες καί τίς θεραπείες πού εἶναι ἀναγκαίες γιά τήν ἐνδεχόμενη επαγγελματική καί λειτουργική ἀναπροσαρμογή. 'Αποβλέπει κανείς, λοιπόν, στην ἀποκατάσταση καί στην ἐκ νέου ἀνάληψη τῶν καθηκόντων ἀπό τόν παθόντα.
'Αντίθετα ἡ ἀναπηρία πού ἀναγνωρίζεται βάσει τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ κανονισμού (πού βρίσκεται στό κεφάλαιο τῶν συντάξεων) ἀποτελεί έναν τρόπο πρόωρης συνταξιοδοτήσεως. Τό ὕψος τῆς συντάξεως ἀναπηρίας δέν εἶναι ἴσο παρά μέ τό ὕψος τῆς συντάξεως ἀνάλογα μέ τά χρόνια ὑπηρεσίας, στην ὁποία ὁ υπάλληλος θά είχε δικαίωμα στά 65 χρόνια, ἄν παρέμενε σέ ἐνέργεια μέχρι αὐτή τήν ἡλικία. Μόνο ἄν ή ἀναπηρία προκύπτει ἀπό ατύχημα ἡ ἐπαγγελματική νόσο τό ὕψος τῆς σνντάξεως ἀναπηρίας καθορίζεται στά 70 ο/ο τοῦ βασικού μισθού (άρθρο 78 ἐδάφιο 2).
Βέβαια, σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 2 in fine τοῦ ἄρθρου 73, οἱ παροχές κοινωνικής ἀσφάλειας σέ περίπτωση ἐπαγγελματικής νόσου μπορούν νά χορηγούνται σωρευ-τικῶς μ' αυτές πού προβλέπονται στό κεφάλαιο 3 περί συντάξεων, ἀλλά αὐτό προϋποθέτει ὅτι οἱ δύο διαδικασίες «ἀν δέ συντονίζονται, τουλάχιστον διεξάγονται παράλληλα καί ὅτι περατώνονται ταυτόχρονα ή ἐν πάση περιπτώσει χωρίς υπερβολική χρονική διαφορά» ὅπως ἀναφέρεται στό σημείο 5 τῆς διατάξεως 117.128.
Ὁ προσφεύγων ἐκτιμά ὅτι, ἄν ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 78 εἶχε περατωθεί πρίν ἀπό τή λήξη τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 73, επειδή ἡ τελευταία εἶχε ἀρχίσει πρίν ἀπό τήν πρώτη, καί ἄν ἡ σύνθεση τῆς ιατρικής ἐπιτροπής ήταν ἡ ἴδια μέ εκείνη τῆς ἐπιτροπής αναπηρίας θά μπορούσε νά υποστεί ἀνεπανόρθωτη ζημιά κινδύνευε πχ. νά ἀναγκαστεί νά πουλήσει τό σπίτι του. Παρατήρησε έξάλλου ὅτι τά ἔργα τῶν δύο ἐπιτροπών εἶναι διαφορετικά: ἡ ἐξέταση τῆς υγειονομικής ἐπιτροπής εἶναι πρίν ἀπ' ὅλα αιτιολογικής φύσεως ἐνῶ ἡ εξέταση τῆς επιτροπῆς αναπηρίας έχει πάνω ἀπ' ὅλα βεβαιωτικό καί προγνωστικό χαρακτήρα.
Τό καθ' οὗ Κοινοβούλιο τόνισε ὅτι ἡ κανονικότητα τῆς ἀποφάσεως του νά κινήσει τή διαδικασία θέσεως σέ κατάσταση ἀναπηρίας δέν μπορούσε νά ἀμφισβητηθεί, ἀφοῦ κατά τήν ημέρα πού αυτή λήφθηκε, δηλ. στίς 21 Ἰουνίου 1979, ὁ προσφεύγων βρισκόταν σέ ἀναρρωτική άδεια λόγω ἀσθενείας ἀπό τήν 1η 'Ιουνίου 1979, δηλαδή περισσότερο ἀπό δώδεκα μῆνες. Γιά ὅσο χρονικό διάστημα δέν εἶχε διαπιστωθεί ἄν ὁ Dr. Β. ήταν ἡ δέν ήταν ἀνάπηρος, ὁ τελευταίος λάμβανε παρά τήν ἀπουσία του, ὁλόκληρο τό μισθό ὡς υπάλληλος εργαζόμενος κατά τό ήμισυ τοῦ κανονικού ὡραρίου. 'Από τήν άποψη τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν δημόσιων χρημάτων, ἡ διοίκηση πρέπει νά μεριμνά ώστε νά μήν ὑποβάλλεται ἡ Κοινότητα σέ ἀδικαιολόγητα έξοδα, τό δέ Κοινοβούλιο πρόσθεσε ὅτι ἡ θέση τοῦ προσφεύγοντος κινδύνευε νά παραμείνει κενή γιά ένα παρατεινόμενο χρονικό διάστημα, ἐνῶ εἶναι ἴδιο τῆς χρήστης διοικήσεως νά φροντίζει γρήγορα γιά τήν κάλυψη τῶν κενών θέσεων.
"Ετσι, τό πραγματικό νομικό θέμα εἶναι νά διαπιστωθεί, ἄν, ἐφ᾽ ὅσον ἡ διοίκηση ἀποφάσισε νά κινήσει τή διαδικασία διαπιστώσεως ἐπαγγελματικής νόσου, μπορεί ἀργότερα νά ἀποφασίσει νά κινήσει τή διαδικασία θέσεως σέ κατάσταση ἀναπηρίας καί νά τήν περατώσει πρίν ἡ πρώτη, ἄν καί προστατευτική τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐνδιαφερόμενου, περατωθεί.
Ή διοίκηση υποστηρίζει ὅτι ἡ ἐξέταση τῆς ἐπαγγελματικής φύσεως τῆς νόσου ἑνός υπαλλήλου εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπό τήν ἐξέταση τῆς Ικανότητας ἡ τῆς ἀνικανότητάς του γιά εργασία. 'Αλλά ἄν, σύμφωνα μέ τους ὅρους τοῦ ἄρθρου 25 τῆς ρυθμίσεως τῆς σχετικής μέ τήν κάλυψη έναντι τῶν κινδύνων ἐπαγγελματικής νόσου, «ή ἀναγνώριση ὁλικής ἡ μερικής ἀναπηρίας, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ κανονισμού καί τῆς παρούσας ρυθμίσεως, δέν προδικάζει κατά κανένα τρόπο τήν ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ κανονισμού καί ἀντίστροφα», ὅπως θά δούμε ἡ έλλειψη ὁλικῆς ή μερικῆς ἀναπηρίας κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 73 μπορεί νά προδικάσει — καί αὐτό έγινε πράγματι σ᾽ αὐτή τήν περίπτωση — τήν ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 78.
IV —
Δέν ὀφείλετε ἐν τούτοις νά επιλύσετε αυτό τό ἐνδιαφέρον ζήτημα ἄν, ὅπως νομίζουμε, ἡ προσφυγή δέν έχει πια λόγο υπάρξεως ἀπό τότε πού οἱ προσβαλλόμενες ἀποφάσεις ἀντικαταστάθηκαν ἀπό διοικητικές πράξεις πού ἐπαναφέρουν τό Status quo ante.
Ἡ διάταξη 117.129 (σημείο 4) διαπίστωσε, στίς 5 Δεκεμβρίου 1979, ὅτι ὁ προσφεύγων «μετά ἀπό αίτηση του, ἀποτελεί τό ἀντικείμενο διαδικασίας σχετικής μέ τή διαπίστωση ὡς πρός αυτόν μιας ἐπαγγελματικής νόσου κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 73 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων καί ἐπιπλέον μιας διαδικασίας σχετικῆς μέ τήν ενδεχόμενη παύση των καθηκόντων του στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λόγω μόνιμης ἀναπηρίας, κατά τήν έννοια τῶν άρθρων 53 καί 59 αυτού τοῦ κανονισμού».
Ή διάταξη 117.128 (σημεῖο 4) τῆς ίδιας ημερομηνίας έκρινε ὅτι «στό παρόν στάδιο τῆς διαδικασίας κανένα πραγματικό ἡ νομικό στοιχείο δέν προβλήθηκε πού θά επέτρεπε νά γίνει πιστευτό ὅτι κινώντας τό καθ' οὗ τή διαδικασία ἀναπηρίας ἀπέβλεπε σέ σκοπούς ξένους ἀπό αὐτούς γιά τους ὁποίους θεσπίστηκε αυτή ἡ διαδικασία». Οἱ μεταγενέστερες εξελίξεις τῆς διαδικασίας δέν ἐξασθενούν αυτή τή διαπίστωση.
Δεδομένου ὅτι, παρά τίς παροτρύνσεις πού διατύπωσε στίς 28 Νοεμβρίου 1979 ὁ δικαστής πού ἀντικαθιστούσε τόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου πρός τους διαδίκους καί τους ἰατρούς τους νά κάνουν ὅ,τι τους ήταν δυνατόν προκειμένου νά ἐπιταχύνουν τίς εργασίες τοῦ ἰατρικοῦ συμβουλίου, οἱ εργασίες αυτές δέν προχωρούσαν, ὁ δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος ζήτησε ἀπό τόν πρόεδρο τοῦ Δικαστηρίου, στίς 21 'Ιανουαρίου 1980, νά ἐφαρμόσει τό άρθρο 23 τῆς ρυθμίσεως τῆς σχετικής μέ τήν κάλυψη τῶν κινδύνων έναντι ἀτυχήματος καί ἐπαγγελματικῆς νόσου καί νά «ὁρίσει ὑγειονομική επιτροπή» γιά νά «ἐκκαθαρίσει» τήν κατάσταση. Ἀλλά αὐτό ήταν ἀπόλυτα ἀδύνατο βάσει τῆς ρυθμίσεως, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπή ἀναπηρίας είχε συγκροτηθεί νόμιμα καί υπήρχε. Ή αίτηση αὐτή ἀπορρίφθηκε στίς 13 Μαρτίου 1980, μέ τή διάταξη 122.164.
Ὅσον άφορα τό «ἰατρικό συμβούλιο», τό Κοινοβούλιο εξέδωσε τώρα τήν ἀπόφαση, ή ὁποία ἔπρεπε νά εἶχε ληφθεί σέ σύντομο χρονικό διάστημα, ὅπως εἶχε ἀνακοινώσει στίς παρατηρήσεις του στίς 22 Φεβρουαρίου 1980.
Στίς 30 'Απριλίου 1980, ὁ γενικός γραμματέας γνωστοποίησε στόν προσφεύγοντα ὅτι ὁ Dr. Maddens εἶχε ἀποδείξει μέ πειστικό τρόπο ὅτι «ή κατάσταση τῆς υγείας του, στό σωματικό τομέα έπρεπε νά θεωρηθεῖ σάν ἀπόλυτα ὁμαλή, ὅτι δέν εἶχε προσβληθεί ἀπό καμιά επαγγελματική νόσο καί ὅτι οἱ συνθήκες ἐργασίας του στό Κοινοβούλιο δέν μπορούσαν νά θεωρηθούν βλαβερές γιά τήν υγεία».
Τόν πληροφόρησε κατά συνέπεια ὅτι τό άρθρο 73 τοῦ κανονισμοί) δέν μποροῦσε νά ἐφαρμοστεί στην περίπτωση του καί ὅτι αὐτή ἡ ἀνακοίνωση εἶχε ἰσχύ σχεδίου ἀποφάσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 21 τῆς ρυθμίσεως τῆς σχετικής μέ τήν κάλυψη έναντι τῶν κινδύνων ἀπό ἐπαγγελματική νόσο.
Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις, φαινόταν δύσκολο γιά τήν ἐπιτροπή ἀναπηρίας νά καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ὁ προσφεύγων προσβλήθηκε ἀπό ἀναπηρία έστω καί μερική. Κατά τήν προφορική διαδικασία τῆς ἐπ' ἀκροατηρίου συζητήσεως στίς 18 Σεπτεμβρίου 1980, ἐνῶ ὁ προσφεύγων δέν ἐκπροσωπήθηκε, ὁ δικηγόρος τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μας πληροφόρησε ὅτι, στίς 8 'Ιουλίου 1980, ὁ γενικός γραμματέας τοῦ εἶχε ἀνακοινώσει ὅτι σύμφωνα μέ τό άρθρο 9 τοῦ παραρτήματος ΙΙ τοῦ κανονισμοί) ἡ ἐπιτροπή ἀναπηρίας κατέληξε μέ τή σειρά τῆς στό συμπέρασμα ὅτι ὁ προσφεύγων δέν εἶχε προσβληθεί ἀπό καμιά ἀναπηρία.
Ἔτσι, ὁπως κλήθηκε άλλωστε νά κάνει, ὁ προσφεύγων ἐπανέλαβε τίς δραστηριότητες του στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ἀπό τίς 15 Ιουλίου καί έλαβε τήν άδεια νά ἐργάζεται στον κατά τό ήμισυ τοῦ κανονικού ὡραρίου χρόνο μέχρι τίς 15 'Οκτωβρίου, άδεια πού μπορούσε νά ἀνανεωθεί μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1980.
Ἐν τούτοις στίς 15 'Ιουνίου 1980, ὁ προσφεύγων ζήτησε, σύμφωνα μέ τό άρθρο 21 τῆς ρυθμίσεως τῆς σχετικής μέ τήν κάλυψη έναντι τῶν κινδύνων ἀπό επαγγελματική νόσο, νά γνωμοδοτήσει ἡ υγειονομική ἐπιτροπή πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 23. Ευχόμαστε αυτή ἡ ἐπιτροπή νά εἶναι σέ θέση νά λειτουργήσει καί νά μπορέσει νά φέρει τίς ἐργασίες τῆς σέ αἴσιο τέλος.
Υπολείπεται τό θέμα τῆς ἀποφάσεως γιά τά δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων καί εκείνων τῶν διαδικασιῶν τῶν ἀσφαλιστικών μέτρων γιά τίς ὁποίες ἐκδόθηκαν οἱ διατάξεις 117.128 καί 117.129.
Ὁ προσφεύγων ζήτησε νά καταδικαστεί τό καθ' οὖ Κοινοβούλιο στά δικαστικά έξοδα, ἐνῶ τό τελευταίο ζήτησε τό σύνολο των ἐξόδων νά επιβαρύνει τόν προσφεύγοντα κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 69 παράγραφος 3 ἐδάφιο 2 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας. Δεδομένου ὅτι οἱ ευθύνες εἶναι μοιρασμένες κατά μεγάλο μέρος καί ὅτι τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παραιτήθηκε, σέ τελευταία ἀνάλυση, ἀπ' αυτό τό αίτημα τῶν προτάσεων του, δέ θά προτείνουμε νά γίνει ἐξαίρεση στον κανόνα τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ κανονισμού διαδικασίας.
Λαμβανομένου υπόψη, εξάλλου τοῦ γεγονότος ὅτι, παρά τήν ἀπουσία του, ὁ προσφεύγων συνεχίζοντας νά λαμβάνει τό μισθό του — γιά μερική απασχόληση — ἀποζημιώθηκε καί μέ τό παραπάνω γιά τή ζημιά πού Ισχυρίζεται ὅτι υπέστη.
Προτείνουμε νά ἀποφασίσετε:
ὅτι ἡ προσφυγή 731/79 κατέστη άνευ ἀντικειμένου καί ὅτι κάθε διάδικος φέρει τά έξοδα στά ὁποῖα ὑποβλήθηκε, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἐξόδων τῶν αἰτήσεων γιά λήψη ἀσφαλιστικῶν μέτρων 731/79 R καί 794/79 R.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy