ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ JEAN-PIERRE WARNER
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ό Adriano Pizziolo, προσφεύγων στήν παρούσα υπόθεση, εἶναι υπάλληλος της Ἐπιτροπῆς καί ἀνήκει στό επιστημονικό προσωπικό έτυχε άδειας γιά προσωπικούς λόγους, πού ἔληξε στίς 28 Φεβρουαρίου 1971, καί δέν έχει ἀκόμη επανέλθει στην υπηρεσία.
Τό άρθρο 40 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων προβλέπει σχετικά μέ τήν περίπτωση πού μας ενδιαφέρει:
«1. Ό υπάλληλος δύναται, κατ' εξαίρεση καί κατόπιν αἰτήσεώς του, νά λάβει άδεια άνευ ἀποδοχῶν γιά προσωπικούς λόγους.
2. ... ἡ διάρκεια τῆς άδειας περιορίζεται σέ ἕνα έτος.
Ή άδεια δύναται νά ἀνανεωθεῖ δύο φορές ἐπί ἕνα έτος.
3. ...
4. Ή άδεια γιά προσωπικούς λόγους διέπεται ἀπό τους ἀκόλουθους κανόνες:
α)
χορηγείται κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου ἀπό την αρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή·
β)
ἡ παράταση πρέπει νά ζητηθεί δύο μῆνες πρό τῆς λήξεως τῆς άδειας·
γ)
ὁ υπάλληλος δύναται νά ἀντικατασταθεί στή θέση πού κατείχε·
δ)
μετά τή λήξη τῆς άδειας γιά προσωπικούς λόγους, ὁ ὑπάλληλος επαναφέρεται υποχρεωτικώς, ευθύς ως υπάρξει πρώτη κενή θέση, σέ θέση τῆς κατηγορίας ἤ τοῦ κλάδου του πού ἀντιστοιχεί στό βαθμό του, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι έχει τίς Ικανότητες πού ἀπαιτούνται γιά τή θέση αυτή. Ἀν ἀρνηθεί τή θέση πού τοῦ προσφέρεται, διατηρεί τά δικαιώματα του γιά επαναφορά μέ τήν ἴδια προϋπόθεση, εὐθύς ὡς υπάρξει δεύτερη κενή θέση, σέ θέση τῆς κατηγορίας ἡ τοῦ κλάδου του πού ἀντιστοιχεί στό βαθμό του· σέ περίπτωση δεύτερης ἀρνήσεως, δύναται νά παυθεῖ κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν ἐπιτροπή ἴσης εκπροσωπήσεως. Μέχρι τήν ἡμερομηνία τῆς πραγματικής επαναφορᾶς του, ὁ υπάλληλος παραμένει ἐν ἀδεία γιά προσωπικούς λόγους άνευ ἀποδοχών.»
Ή φράση «μέ τήν προϋπόθεση ὅτι έχει τίς Ικανότητες πού ἀπαιτοῦνται γιά τή θέση αυτή» προστέθηκε μέ τό άρθρο 12 τοῦ κανονισμοῦ 1473/72 τοῦ Συμβουλίου πού τέθηκε σέ ἰσχύ τήν 1η 'Ιουλίου 1972. Ὅπως έκρινε, πάντως, τό Δικαστήριο στην ὑπόθεση 58/75, Sergy κατά Ἐπιτροπῆς, ECR 1976, σ. 1139, ἡ ἐν λόγω φράση επικυρώνει ἁπλώς τήν προγενέστερη νομική κατάσταση.
Ό Pizziolo γεννήθηκε στίς 4 Αυγούστου 1929. Εἶναι πτυχιοῦχος τοῦ πανεπιστημίου τῆς Πίζας, ἀπό τό όποιο έλαβε «laurea» χημείας. Ἀπό τό 1956 ὡς τό 1957, εργάσθηκε ὡς τεχνικός εργαστηρίου στην ἑταιρεία Montecatini, ὅπού ἀσχολήθηκε μέ έρευνες ἐπί τῶν συνθετικών πολυμερών. Ἀπό τό 1957 ὡς τό 1959 εργάσθηκε γιά λογαριασμό τῆς Agip Nucleare στον τομέα τῆς ἀπολυμάνσεως ραδιενεργοῦ ὕδατος. Τό 1959 προσλήφθηκε ἀπό τήν τότε Ἐπιτροπή Εὐρατόμ ὡς μέλος τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Κοινοῦ Κέντρου Ἐρευνών (τό ΚΚΕ). Πρώτος τόπος διορισμοῦ του ήταν τό Geel, ὅπου ἐργάσθηκε στό τμήμα πλουτωνίου. Τό 1963 διορίσθηκε επιστημονικός υπάλληλος μέ τό βαθμό Α 7. Προάχθηκε στό βαθμό Α 6 τό 1964. Τό ἴδιο έτος μετατέθηκε στην Karlsruhe, ὅπου ἐργάσθηκε στό ευρωπαϊκό ἰνστιτοῦτο στοιχείων ὑπερουρανίου.
Στίς 11 Δεκεμβρίου 1969 ζήτησε άδεια γιά προσωπικούς λόγους γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Μαρτίου 1970 έως 28 Φεβρουαρίου 1971, γιά νά δυνηθεί, συμμετέχοντας σέ ένα πρόγραμμα ερευνών τῆς Agip Nucleare στό Μιλάνο, νά διευρύνει τήν πείρα του στόν πυρηνικό τομέα. Στην αίτηση του ανέφερε ὅτι δέν εἶχε τήν πρόθεση νά ζητήσει παράταση τῆς ἄδειας του, ἀλλά ὅτι θα επιδίωκε τήν ἐπαναφορά του σύμφωνα μέ τό άρθρο 40 παράγραφος 4, ευθύς μετά τή λήξη τῆς περιόδου άδειάς του. Ή αἴτησή του έγινε ἀποδεκτή μέ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1970, σύμφωνα μέ τήν «έγγραφη διαδικασία», ἡ τυπική πράξη τῆς ὁποίας φέρει τήν ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 1970.
Ὁ Pizziolo, μή έχοντας ζητήσει παράταση τῆς άδειάς του, ἀπέκτησε ἀπό τήν 1η Μαρτίου 1971, τό δικαίωμα νά επανέλθει στην πρώτη κατάλληλη κενή θέση. Βάσει τοῦ άρθρου 40 παράγραφος 4 περίπτωση β, ή Ἐπιτροπή πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι γνώριζε ήδη ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1971 ὅτι τό ζήτημα εἶχε έτσι.
Στίς 24 Μαρτίου 1971, ὁ Pizziolo ἀπευθύνθηκε εγγράφως στην Ἐπιτροπή, ζητώντας ρητῶς τήν επαναφορά του. Δέ γνωρίζουμε ἄν δόθηκε κάποια συνέχεια ὕστερα ἀπό τήν ἐν λόγω επιστολή.
Ἀργότερα, ὁ Pizziolo ἔμαθε ὅτι ἡ Ἐπιτροπή εἶχε ἀποφασίσει νά επιτρέψει τή μετάταξη υπαλλήλων ἀπό τό ἐπιστημονικό στό διοικητικό προσωπικό, χωρίς προηγούμενη διενέργεια διαγωνισμοῦ. Ἐτσι, μέ σημείωμά του, πού έφερε ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 1972, γνωστοποιούσε στην Ἐπιτροπή τήν πρόθεση του νά ἀποδεχθεί θέση ἀμειβόμενη ἀπό τόν προϋπολογισμό λειτουργίας. Ή ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπής συνίσταται στό ὅτι τοῦ ἀπέστειλε με ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 1973 έντυπο υποψηφιότητας πρός συμπλήρωση, στην ὁποία προέβη στίς 20 Μαρτίου 1973.
Μέ επιστολή πού έφερε ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 1973, ὁ Pizziolo ζήτησε νά υπαχθεί στίς «εἰδικές καί έκτακτες διατάξεις περί ὁριστικής ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς υπηρεσίας τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», πού ενέκρινε τό Συμβούλιο μέ τόν κανονισμό 1543/73 τῆς 4ης 'Ιουνίου 1973. Τοῦ γνωστοποιήθηκε ὅτι ή Ἐπιτροπή εἶχε ἀποφασίσει ὅτι παρόμοια μέτρα δέ θά ἐφαρμόζονταν ἐπί υπαλλήλων τελούντων ἐν ἀδεία άνευ ἀποδοχῶν. (Στην υπόθεση 38/74, Geerlings κατά Ἐπιτροπής, ECR 1975, σ. 247, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι μέ τήν ἀπόφαση τῆς αυτή ἡ Ἐπιτροπή ὀρθώς ἑρμήνευσε τόν κανονισμό).
Στίς 10 Αυγούστου 1976 ὁ Pizziolo έγραψε στό Ινστιτούτο στοιχείων ὑπερουρανίου, ζητώντας τήν ἐπαναφορά του ἐκεῖ. Ἐλαβε τήν ἀπάντηση ὅτι στό ἰνστιτοῦτο δέν υπήρχε κενή θέση, γιά τήν ὁποία νά έχει τά ἀπαραίτητα προσόντα, ἀλλά ὅτι τό ἰνστιτοῦτο προσφερόταν νά κοινοποιήσει τήν αἴτηση του στίς άλλες εγκαταστάσεις τοῦ Κ.Κ.Ε. Ό Pizziolo ἀποδέχθηκε τήν προσφορά.
Στίς 5 Όκτωβρίου 1977 συμπλήρωσε καί άλλο έντυπο υποψηφιότητας. Ἐπ' αὐτοῦ δέ γνωρίζουμε τίποτε σχετικῶς.
Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1978, ἡ διεύθυνση ἀτομικών δικαιωμάτων καί προνομίων τῆς γενικής διευθύνσεως προσωπικοῦ καί διοικήσεως άρχισε νά ἀποστέλλει στον Pizziolo ἀντίγραφα ἀνακοινώσεων περί πληρώσεως κενών θέσεων γιά θέσεις πού θά ήταν δυνατό νά τόν ενδιαφέρουν. Σύμφωνα μέ τά λεχθέντα τοῦ εκπροσώπου τῆς Ἐπιτροπῆς κατά τή συνεδρίαση, ή πρωτοβουλία αυτή ἐνδεχομένως οφείλεται στό γεγονός ὅτι, ἐν συνεχεία τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση Sergy, ή Ἐπιτροπή ἀποφάσισε, μέ βάση τή γνωμοδότηση τῆς νομικής τῆς υπηρεσίας, νά καταστήσει αυτό τό τμήμα υπεύθυνο γενικώς γιά τή συστηματική εξέταση, σέ συνάρτηση μέ τίς κενές θέσεις, τῶν προσόντων τῶν υπαλλήλων πού δικαιοῦνται νά επανέλθουν. Ἐν πάση περιπτώσει, μεταξύ τῶν ἀνακοινώσεων περί πληρώσεως κενών θέσεων πού κοινοποιήθηκαν στον Pizziolo περιλαμβανόταν καί ἡ ἀνακοίνωση COM/364/78 έως 371/78 πού ἀφοροῦσε ὀκτώ θέσεις στή διεύθυνση «έλεγχου ἀσφάλειας Εὐρατόμ» (διεύθυνση Ε) τῆς γενικής διευθύνσεως ενέργειας (Γ.Δ. XVII). Ή διεύθυνση αυτή, ὅπως γνωρίζετε, κύριοι δικαστές, βρίσκεται στό Λουξεμβοῦργο καί γιά μεγαλύτερη ευκολία θά ὀνομάζουμε τίς σχετικές θέσεις «θέσεις στό Λουξεμβοῦργο». Τά ἀπαιτούμενα προσόντα ήταν τά ἴδια καί γιά τίς ὀκτώ θέσεις καί ὁ Pizziolo ζήτησε νά τόν λάβουν υπόψη γιά τή μία ἀπό αυτές. Ἔτσι, στίς 4 Αυγούστου 1978, εξετάσθηκε μέ συνέντευξη στό Λουξεμβοῦργο, χωρίς, πάντως, νά διορισθεί σέ καμία ἀπό τίς θέσεις. Θεωρήθηκε ὅτι οἱ γνώσεις καί ἡ πείρα του δέν πληροῦσαν τίς προϋποθέσεις πού ἀπαιτοῦνταν γιά τίς θέσεις αυτές.
Στίς 23 Όκτωβρίου 1978, ὁ Pizziolo υπέβαλε στή γενική γραμματεία τῆς Ἐπιτροπής αίτηση κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, μέ,τήν ὁποία ζητοῦσε νά Ικανοποιηθεί, τό ταχύτερο δυνατό, τό δικαίωμα του γιά ἐπαναφορά, σύμφωνα μέ τό άρθρο 40 παράγραφος 4 περίπτωση δ καί νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ζημία πού υπέστη λόγω τῆς μή επαναφοράς του ως τή στιγμή εκείνη. Τήν αίτηση αυτή θά ὀνομάζουμε «ή γενική αίτηση». Πρός υποστήριξη της, ὁ Pizziolo ἀνέφερε ἀριθμό θέσεων πού έμειναν κενές ἀπό τίς 28 Φεβρουαρίου 1971 καί γιά τίς όποιες Ισχυριζόταν ὅτι εἶχε τά ἀπαιτούμενα προσόντα. Οι ἐν λόγω θέσεις περιλάμβαναν καί εκείνες στό Λουξεμβοῦργο.
Τήν ἴδια ημερομηνία ὁ Pizziolo υπέβαλε ένσταση βάσει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2, εἰδικότερα κατά τοῦ μή διορισμοῦ του σέ καμία ἀπό τίς θέσεις στό Λουξεμβούργο. Θά τήν ὀνομάζουμε ἡ «εἰδική ένσταση». Ό Pizziolo διευκρίνιζε ὅτι τήν ένσταση αυτή υπέβαλε επιφυλασσόμενος τῶν δικαιωμάτων ἐκ τῆς γενικῆς αἰτήσεως.
Οἱ προθεσμίες τῶν τεσσάρων μηνῶν πού τάσσουν τά άρθρα 90 παράγραφος 1 καί 90 παράγραφος 2 ἀντιστοίχως έληξαν τήν ή περί τήν 23η Φεβρουαρίου 1979, χωρίς ή Ἐπιτροπή νά έχει ἀπαντήσει ούτε στή γενική αίτηση ούτε στην εἰδική ένσταση. Ἑπομένως, καί οἱ δύο θεωρούνται ὅτι ἀπορρίφθηκαν σιωπηρώς. Στίς 29 Μαρτίου 1979 ὁ Pizziolo υπέβαλε ένσταση κατά τῆς σιωπηρής ἀπορρίψεως τῆς γενικής αιτήσεώς του, ἡ ὁποία πρωτοκολλήθηκε στή γενική γραμματεία τῆς Ἐπιτροπῆς στίς 3 Ἀπριλίου 1979, εντός δηλαδή τῆς προθεσμίας τῶν τριῶν μηνών πού τάσσει τό άρθρο 90 παράγραφος 2. Θά τήν ὀνομάζουμε «ή γενική ένσταση».
Ό Pizziolo δέν προέβη σέ καμία άλλη ενέργεια σέ σχέση μέ τή σιωπηρή ἀπόρριψη τῆς εἰδικῆς ενστάσεως του. Θά ἠδύνατο νά προσφύγει στό Δικαστήριο ἐντός προθεσμίας τριών μηνών, βάσει τοῦ ἄρθρου 91, άλλά δέν τό έπραξε.
Στίς 15 'Ιουνίου 1979, ὁ υπεύθυνος γιά τό προσωπικό καί τή διοίκηση Ἐπίτροπος Tugendhat ἀπάντησε εγγράφως στόν Pizziolo, ἀπορρίπτοντας ρητώς τήν εἰδική ένσταση. Φυσικά, ἡ ἐν λόγω επιστολή ήταν εκπρόθεσμη γιά τό σκοπό αυτό. Ἦταν μάλιστα τόσο ὄψιμη, ώστε νά μήν εἶναι δυνατό νά ἀρχίσει νέα τρίμηνη προθεσμία ἀσκήσεως προσφυγής ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατά τῆς ἀπορρίψεως τῆς εἰδικῆς ενστάσεως, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ άρθρου 91 παράγραφος 3. Ἀντιθέτως, θά ἠδύνατο εγκαίρως νά ἀναφερθεί στή γενική ένσταση, άλλά τό ἀπέφυγε σαφώς.
Στην πραγματικότητα, ἡ Ἐπιτροπή δέν ἀπάντησε καθόλου στή γενική ένσταση. Ή πρός τοῦτο προβλεπόμενη προθεσμία τῶν τεσσάρων μηνών ἐξέπνευσε έτσι τήν 3η ή περί τήν 3η Αυγούστου 1979. Ή παρούσα προσφυγή, ἡ ὁποία στηρίζεται στή σιωπηρή ἀπόρριψη τῆς γενικής ενστάσεως, ἀσκήθηκε στίς 24 Όκτωβρίου 1979, εντός δηλαδή τῆς προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας.
Περιγράψαμε κάπως λεπτομερώς τά γεγονότα αυτά, επειδή ἡ Ἐπιτροπή στά υπομνήματά τῆς τά εξηγεί κατά τρόπο ἀσαφή καί ελλιπή καί εγείρει (στην ἀνταπάντηση της), μέ βάση τίς ἀνωτέρω επεξηγήσεις, τό ζήτημα, ἄν ἡ προσφυγή εἶναι παραδεκτή ἤ ὄχι. Πιστεύουμε ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι προφανώς παραδεκτή. Τό μόνο ερώτημα πού τίθεται κατά τήν άποψη μας εἶναι κατά πόσο ὁ Pizziolo, παραλείποντας νά ἀσκήσει προσφυγή κατά τῆς ἀπορρίψεως τῆς εἰδικῆς ενστάσεως, δύναται τώρα γιά ὁποιονδήποτε λόγο νά στηριχθεί στό γεγονός ὅτι δέν έγινε δεκτός σέ μία ἀπό τίς θέσεις στό Λουξεμβούργο.
Ή Ἐπιτροπή δέν έθεσε μέ τόν τρόπο αυτό τό ερώτημα καί ἄφησε τό ζήτημα τοῦ παραδεκτοῦ γενικότερα στην κρίση τοῦ Δικαστηρίου. Πάντως, ἀρκετά σημαντικό μέρος τῆς νομολογίας δέχεται σχετικῶς ὅτι οἱ προθεσμίες πού τάσσουν τά άρθρα 90 καί 91 εἶναι «δημόσιας τάξεως» («d'ordre publique»), ώστε τό Δικαστήριο ὀφείλει νά εξετάσει, αυτεπαγγέλτως ἄν χρειασθεί, ἄν έχουν τηρηθεί — βλέπε υπόθεση 4/67, Muller κατά Ἐπιτροπῆς, ECR 1967, σ. 469, υπόθεση 24/69, Nebe κατά Ἐπιτροπῆς, ECR 1970, σ. 145, υπόθεση 33/72, Gunnella κατά Ἐπιτροπής, ECR 1973, σ. 475 καί υπόθεση 108/79, Belfiore κατά Ἐπιτροπῆς (5 'Ιουνίου 1980, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεῖ στή Συλλογή). Στην υπόθεση 34/80, Authié κατά Ἐπιτροπής, γιά τήν ὁποία έχετε μόλις ἐκδώσει σχετική ἀπόφαση κύριοι δικαστές, μας δόθηκε ἡ ευκαιρία νά ἀναφέρουμε τίς υποθέσεις πού είχαν ὡς ἀντικείμενο προσφυγές πού στρέφονται κατά αποφάσεων τῶν επιτροπῶν διαγωνισμών. Καταδεικνύουν πώς εφαρμόζεται ή ἀρχή, δεδομένου ὅτι μεταξύ αυτών ἀνευρίσκουμε καί υποθέσεις, ὅπου τό Δικαστήριο ἐξήτασε ρητώς τό ζήτημα τοῦ παραδεκτού, ἄν καί ἡ Ἐπιτροπή δέν τό εἶχε οὔτε κάν θέσει ή, ἄν τό έθεσε, δέν τό ἀνέφερε καθόλου, ὅταν ὑπέβαλε τίς προτάσεις της, ή τό έπραξε μόνο κατά τή διάρκεια τῆς δημόσιας συνεδριάσεως — βλέπε ὑπόθεση 44/71, τή δεύτερη ὑπόθεση Marcato, ECR 1972, σ. 427, υπόθεση 37/72, τήν τρίτη υπόθεση Marcato, ECR 1973, σ. 361, υπόθεση 31/75, Costacurta κατά Ἐπιτροπής, ECR 1975, σ. 1563, ὑπόθεση 7/77, Von Wüllerstorff und Urbair κατά Ἐπιτροπής, ECR 1978, σ. 769, τίς υποθέσεις 4, 19 καί 28/78, Salerno καί λοιποί κατά Ἐπιτροπής, ECR 1978, σ. 2403 καί υπόθεση 117/78, Orlandi κατά Ἐπιτροπής, ECR 1979, σ. 1613. Πάντως στην υπόθεση 255/78, Anselme κατά Ἐπιτροπής, ECR 1979, σ. 2323, τό Δικαστήριο, έκρινε ὅτι δέν ὄφειλε νά ἐξετάσει τό ζήτημα τοῦ παραδεκτού, ἐπειδή ἡ Ἐπιτροπή, ἄν καί τό έθεσε, δέν τό ἀνέφερε ὅταν υπέβαλε προτάσεις. Αύτη, ὅμως, πιστεύουμε ὅτι ήταν μεμονωμένη ἀπόφαση πού ἀποκλίνει ἀπό τήν υπόλοιπη νομολογία, συμπεριλαμβανόμενης καί τῆς πρόσφατης ἀποφάσεως στην υπόθεση Belfiore καί πού δέ θά έπρεπε, κατά τήν άποψη μας, νά ἀκολουθηθεί.
Ἐπιτρέποντας στόν Pizziolo νά προσβάλει, στό πλαίσιο τῆς παρούσας δίκης, τήν ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς περί μή διορισμού του σέ μία ἀπό τίς θέσεις στό Λουξεμβροῦργο, σημαίνει ὅτι τοῦ παρέχεται ἡ δυνατότητα νά θέσει ἐκ νέου τό ζήτημα ἀκριβώς πού εἶχε θέσει μέ τήν εἰδική ένσταση, κατά τῆς σιωπηρής ἀπορρίψεως τῆς ὁποίας προτίμησε νά μήν ἀσκήσει προσφυγή. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, νά τοῦ επιτραπεί κάτι τέτοιο, ἀντιβαίνει, κατά τή γνώμη μας, στίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 3. Ή λύπη μας ὅτι καταλήγουμε στό συμπέρασμα αυτό μετριάζεται ἀπό τό γεγονός ὅτι μέ τίς ἐρωτήσεις πού τό Δικαστήριο έθεσε πρός τήν Ἐπιτροπή στό τέλος της έγγραφης διαδικασίας, τά στοιχεία πού τέθηκαν υπόψη μας ἀποδεικνύουν ὅτι τά προσόντα τοῦ Pizziolo σχετικώς μέ τίς θέσεις αυτές εξετάσθηκαν μέ προσοχή μετά ἀπό τή συνέντευξη του, καθώς καί ἀπό τό γεγονός ὅτι γιά λόγους στους ὁποίους προτιθέμεθα νά ἐπανέλθουμε, δέν πιστεύουμε ὅτι γιά νά κερδίσει τήν παρούσα δίκη ὁ Pizziolo χρειάζεται νά στηριχθεί στό ὅτι δέ διορίσθηκε σέ καμία ἀπό τίς θέσεις στό Λουξεμβούργο.
Ἄς ἐπανέλθουμε τώρα στην ουσία τῆς ὑποθέσεως.
Ἐκ πρώτης ὄψεως, εκπλήσσει φυσικά τό γεγονός ὅτι ὁ Pizziolo δέν έχει επανέλθει στην υπηρεσία δέκα έτη μετά τή λήξη τῆς άδειάς του. Ή Ἐπιτροπή όφειλε νά τόν επαναφέρει υποχρεωτικώς, εὐθύς ὡς καθίστατο κενή κάποια θέση, για τήν ὁποία εἶχε τά σχετικά προσόντα. Ἀλλά ἡ άμυνά τῆς συνίσταται ουσιαστικά στό ὅτι καμία παρόμοια θέση δέν έμεινε κενή, κυρίως λόγω τῶν επανειλημμένων, μέ τήν πάροδο τῶν ετών, μειώσεων τοῦ ἀριθμού τῶν ὑπαλλήλων τοῦ επιστημονικού κλάδου τῆς Κοινότητας συνεπεία τῆς πολιτικῆς τοῦ Συμβουλίου, καθώς καί λόγω τῆς πολύ εἰδικῆς φύσεως τῶν καθηκόντων γιά τά ὁποία χρειάζεται αυτό τό προσωπικό.
Ὁ Pizziolo ἀμφισβητεί μέ δύο τρόπους αυτή την εξήγηση. Κατά πρῶτον, δηλώνει ὅτι ήταν δυνατή καί έπρεπε νά είχε γίνει ἡ επαναφορά του στην παλαιά θέση πού εἶχε, ευθύς μετά τή λήξη τῆς άδειάς του. Ἐπικουρικώς, βεβαιώνει ὅτι μεταγενέστερα έμειναν κενές ὁρισμένες άλλες θέσεις, γιά τίς όποιες εἶχε τά ἀπαιτούμενα προσόντα.
Δυστυχώς, τό σύνολο τῶν περιστατικών πού ἀφορούν τήν προηγουμένη θέση τοῦ Pizziolo ήρθε στό φῶς μόνο μετά ἀπό τίς ερωτήσεις τῆς έγγραφης διαδικασίας, καθώς καί μετά ἀπό συμπληρωματικές ἐρωτήσεις πού έθεσαν τά μέλη τοῦ Δικαστηρίου κατά τή δημόσια συνεδρίαση. Γιά τήν κατανόηση αυτών τῶν περιστατικών ἀπαιτείται γνώση δύο πραγμάτων.
Τό πρώτο συνίσταται στό ὅτι, στή διαχείριση τοῦ ΚΚΕ, γίνεται διάκριση μεταξύ τῶν «θέσεων τοῦ προϋπολογισμού» καί τῶν πραγματικών θέσεων. Οἱ «θέσεις τοῦ προϋπολογισμού» εἶναι αὐτές πού ἀπαριθμούνται στό σχετικό τμήμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Συνιστούν ένα είδος «κοινού ταμείου» (pool) πού τίθεται στή διάθεση τοῦ συνόλου τοῦ ΚΚΕ. Ὅταν ἡ ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή ἀποφασίσει ὅτι μία συγκεκριμένη ἐργασία πρέπει νά γίνει σέ μία ὁρισμένη ἐγκατάσταση, τότε χορηγεί μία θέση τοῦ προϋπολογισμοῦ γιά αὐτή τήν ἐργασία, ἀντλώντας τή θέση ἀπό τό κοινό ταμείο. Ἀν καί ὅταν ἡ ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή ἀποφασίσει ὅτι ή ἐν λόγω ἐργασία δέν εἶναι πλέον ἀναγκαία, ή ὅτι ἐν πάση περιπτώσει άλλη εργασία, γιά τήν ὁποία μέ κανέναν άλλο τρόπο δέ βρίσκεται διαθέσιμη θέση στόν προϋπολογισμό, πρέπει νά τύχει προτεραιότητας σέ σχέση μέ τήν πρώτη, ἡ θέση τοῦ προϋπολογισμοῦ επανέρχεται στό κοινό ταμείο καί καθίσταται ἐκ νέου διαθέσιμη εντός αὐτοῦ.
Τό δεύτερο εἶναι ἡ σημασία τῆς φράσεως «ή ἐν λόγω θέση θά πληρωθεί σύμφωνα μέ τίς δυνατότητες τοῦ προϋπολογισμοῦ», ή ὁποία, ὅπως μᾶς πληροφόρησαν, χρησιμοποιήθηκε σέ ὅλες τίς ἀνακοινώσεις περί πληρώσεως κενών θέσεων τῆς Ἐπιτροπής καί εἶναι βέβαιο ὅτι ἀναφέρεται σέ ὅλες τίς ἀνακοινώσεις περί πληρώσεως κενών θέσεων πού ἀφορούν τήν παρούσα υπόθεση. Φαίνεται πώς ἡ ἐν λόγω φράση σημαίνει ὅτι ἡ δημοσίευση ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως θέσεως ἀπό τήν Ἐπιτροπή δέν έχει τήν έννοια ὅτι ἡ ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή ἀποφάσισε ὁριστικώς γιά τήν πλήρωση τῆς θέσεως πού ἀναφέρεται στην ἀνακοίνωση. Σημαίνει ἁπλώς ὅτι ἀντιμετωπίζεται ἡ κάλυψη τῆς θέσεως αυτής. Πληροφορηθήκαμε ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν ἀνακοινώσεων περί πληρώσεως κενών θέσεων εἶναι μεγαλύτερος ἀπό εκείνο τῶν διαθέσιμων θέσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ή ἐπέλευση γεγονότων μεταξύ τῆς ἡμερομηνίας δημοσιεύσεως τῆς ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως κενής θέσεως καί τοῦ χρόνου κατά τόν ὁποίο ἡ ἀρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή πρέπει τελικώς νά ἀποφασίσει γιά τήν κάλυψη ἡ ὄχι τῆς θέσεως πού έχει προκηρυχθεί, ἡ ἀκόμη ἡ λήψη υπόψη τῶν προτεραιοτήτων πού ἀνακύπτουν κατά τό χρόνο αυτό, εἶναι δυνατό νά ὁδηγήσουν τήν ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή στην ἀπόφαση νά μήν προβεῖ τελικώς στην πλήρωση τῆς θέσεως καί κατά συνέπεια νά μή χορηγήσει θέση πού προβλέπεται ἀπό τόν προϋπολογισμό.
Ἄν καί ἡ διαδικασία αύτη δέ φαίνεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, νά συμφωνεῖ μέ τή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, πάντως συμπεραίνουμε ὅτι εἶναι νόμιμη. Τό νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ δημοσίευση ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως κενής θέσεως ὑπό ὅρους ἀπαγορεύεται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, Ισοδυναμεί μέ τήν άποψη ὅτι, ἀπό τή στιγμή δημοσιεύσεως τῆς ἀνακοινώσεως αυτής, ἡ ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή μοιραίως δεσμεύεται νά πληρώσει τή θέση πού προκηρύχθηκε, ἀκόμα καί στην περίπτωση πού ἐν τῶ μεταξύ κατέστη ή πλήρωση τῆς γιά ὁποιονδήποτε λόγο άσκοπη. Ή διατύπωση τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀνακοινώσεως ὑπό όρους παρουσιάζει τουλάχιστον τό πλεονέκτημα ὅτι προειδοποιεῖ τους υποψηφίους γιά τό ενδεχόμενο ὅτι εἶναι δυνατόν νά μή γίνουν τελικώς προσλήψεις.
Τά περιστατικά σχετικώς μέ την παλαιά θέση τοῦ Pizziolo εἶναι τά ἀκόλουθα.
Τό διάστημα πού ὁ ἐνδιαφερόμενος ετοιμαζόταν νά ἀποχωρήσει μέ άδεια, δημοσιεύθηκε ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως (COM/512/70) σχετικά μέ αυτή τή θέση. Ή ἀνακοίνωση ὅριζε ως τελευταία προθεσμία υποβολής τῶν υποψηφιοτήτων τή 12η Φεβρουαρίου 1970, ἀνεξαρτήτως ἀπό τό ποιός εἶναι υπεύθυνος γιά τή δημοσίευση τῆς ἀνακοινώσεως, αυτός ενήργησε προώρως. Τήν ἀπόφαση περί χορηγήσεως ἄδειας στόν Pizziolo ή Ἐπιτροπή δέν τήν είχε λάβει ως τίς 20 Φεβρουαρίου 1970, ὅπως θά ἐνθυμεῖσθε, κύριοι δικαστές, καί μεταξύ τῶν έγγραφων πού είχαν υποβληθεί στά μέλη τῆς Ἐπιτροπής, μέ τά όποια προτεινόταν ἡ λήψη τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως, περιλαμβανόταν καί σημείωμα, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ή γενική διεύθυνση προσωπικού καί διοικήσεως εξέφραζε τή γνώμη ὅτι «ή δημοσίευση περί πληρώσεως κενής θέσεως δέν επιβάλλεται». Ἐν πάση περιπτώσει, μᾶς πληροφόρησαν ὅτι ἐπί τῆς ἀνακοινώσεως δέ λήφθηκε ἀπάντηση ἀπό κανέναν κατάλληλο υποψήφιο καί ὅτι ἐν συνεχεία, μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Pizziolo καί τήν ἀνακατανομή εργασίας εντός τῆς υπηρεσίας στην ὁποία ὑπήγετο, δηλαδή στην υπηρεσία κεραμικής καί μεταλλουργίας, ή προβλεπόμενη ἀπό τόν προϋπολογισμό θέση πού κατείχε ἐπανήλθε εντός τοῦ κοινού ταμείου.
Ἀργότερα, τό 1970, τό ΚΚΕ έλαβε παραγγελία γιά λογαριασμό τῆς γερμανικής ἑταιρείας Gesellschaft für Kernforschung γιά τήν παραγωγή ὁρισμένης ποσότητας εἰδικοῦ τύπου πυρηνικού καυσίμου. Ἀνατέθηκαν, λοιπόν, στην ὑπηρεσία κεραμικής καί μεταλλουργίας οἱ ἀναγκαίες ἐργασίες γιά τήν ἐκτέλεση τῆς παραγγελίας. Ἐπρόκειτο, ὅμως, γιά εργασία πού υπολογιζόταν ὅτι θά διαρκέσει μόνο γιά περιορισμένο διάστημα. Γιά τό λόγο αυτό, προσλήφθηκε ως έκτακτος υπάλληλος ὁ Richard. Ή σύμβαση του μετά ἀπό παράταση διήρκεσε τρία έτη, δηλαδή ἀπό τίς 15 'Ιανουαρίου 1971 έως τίς 15 'Ιανουαρίου 1974. Γιά νά καταστεί δυνατή ἡ ἀπασχόληση του, ἀποδεσμεύθηκε ἀπό τό κοινό ταμείο μία προβλεπόμενη ἀπό τόν προϋπολογισμό θέση γιά τή σχετική περίοδο, μετά τή λήξη τῆς ὁποίας ἡ θέση αυτή επανήλθε στό κοινό ταμείο.
Ή Ἐπιτροπή δέχεται ὅτι ὁ Pizziolo ήταν σέ θέση νά ἀσκήσει τά καθήκοντα τοῦ Richard. Μᾶς πληροφόρησε, πάντως, ὅτι, πρώτον, ἡ ἐργασία αυτή θά σήμαινε γιά τόν Pizziolo υποβιβασμό του («un amoindrissement dans sa position»), στά πλαίσια τῆς ὑπηρεσίας, εφόσον συνίσταται μόνο στην παραγωγή καυσίμου καί ὄχι στην έρευνα ή ἀνάπτυξη καί, δεύτερον, ὅτι ἀπό διοικητική άποψη θά ήταν άτοπο νά επανέλθει μόνιμος υπάλληλος σέ θέση πού ουσιαστικώς προβλέπεται γιά έκτακτο.
Πρόκειται, κατά τήν άποψη μας, γιά τό δύσκολο ερώτημα κατά πόσο ἡ Ἐπιτροπή είχε τήν ευχέρεια νά ἀρνηθεῖ τήν εργασία στόν Pizziolo, επειδή αυτό θά σήμαινε υποβιβασμό. Δύναται νά υποστηριχθεί ὅτι ἀπέ-κειτο στόν ἐνδιαφερόμενο νά ἀποφασίσει ἐπ' αυτού. Όμως, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 40 παράγραφος 4 περίπτωση δ, ὁ υπάλληλος έχει μόνο δύο φορές δικαίωμα ἐπαναφορᾶς του, έτσι, ώστε δέ θά ήταν δύσκολο γιά ένα όργανο νά ἀπαλλαγεί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ἀπό ἀνεπιθύμητο υπάλληλο πού βρίσκεται σέ άδεια άνευ ἀποδοχών, μέ τέχνασμα τό όποιο συνίσταται στό νά τοῦ προσφέρει δύο φορές διαδοχικώς θέσεις, γιά τίς όποιες έχει τά τυπικά προσόντα, ἀλλά ἡ ἀποδοχή τῶν ὁποίων θά σήμαινε γι' αυτόν ὑποβιβασμό.
Πάντως, στην παρούσα δίκη πιστεύουμε ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά δοθεί ἀπάντηση ἐπί τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ, επειδή ἡ Ἐπιτροπή έχει, κατά τήν άποψη μας, προφανώς δίκαιο σχετικώς μέ τό δεύτερο σημείο. Σέ ὅλα τά όργανα τῆς Κοινότητας υφίστανται θέσεις κατάλληλες γιά τό μόνιμο προσωπικό, ὅπως επίσης καί θέσεις προορισμένες γιά τους έκτακτους υπαλλήλους. Ή ἐργασία στην ὁποία ἀπασχολήθηκε ὁ Richard ἀνήκει στη δεύτερη περίπτωση. Ἀν τό άρθρο 40 παράγραφος 4 περίπτωση δ πρέπει νά ερμηνευθεί κατά τήν έννοια ὅτι ένα όργανο δεσμεύεται νά επαναφέρει υπάλληλο του σέ τέτοια θέση, αυτό θά σήμαινε ότι στό τέλος τῆς περιόδου πού ἀπαιτήθηκε γιά τήν εκτέλεση αυτής τῆς εργασίας τό όργανο θά ήταν δυνατό νά βρεθεί μέ ἕναν «αἰωρούμενο» ὑπάλληλο, γιά τόν όποιο δέν ὑφίσταται καμία διαθέσιμη θέση. Πιστεύουμε ότι δέν είναι δυνατό νά ήταν αυτή ἡ πρόθεση των συντακτῶν τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων.
Καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι ὁ Pizziolo δέν εἶχε δικαίωμα επαναφοράς του στην παλαιά του θέση, ἡ ὁποία πράγματι έπαυσε νά υφίσταται κατ' ἀπολύτως νόμιμο τρόπο.
Ἀς ἐπανέλθουμε τώρα στό ἐπικουρικό επιχείρημα τοῦ Pizziolo ὅτι, μετά τή λήξη τῆς άδειας του, ὁρισμένος ἀριθμός θέσεων, γιά τίς όποιες εἶχε τά σχετικά προσόντα, έμειναν κενές.
Εἶναι ὀρθό νά ἐξετάσουμε χρονολογικῶς τίς ἀνακοινώσεις περί πληρώσεως τῶν σχετικῶν θέσεων, καθ' όσον εἶναι σαφές, όπως προκύπτει ὄχι μόνο ἀπό τό ἄρθρο 40 παράγραφος 4 περίπτωση δ, άλλα καί ἀπό τή σχετική νομολογία τοῦ Δικαστηρίου περί ερμηνείας του — στην υπόθεση Sergy, στην ὁποία έχουμε ήδη ἀναφερθεί, καθώς καί στίς υποθέσεις 126/75, 34 καί 92/76, Giry κατά Ἐπιτροπής, ECR 1977, σ. 1937 — ὅτι ἐκείνο πού ὀφείλει νά κάνει τό Δικαστήριο σέ παρόμοιες περιπτώσεις εἶναι νά καθορίζει τήν ἀρχική ημερομηνία κατά τήν ὁποία τό καθ' οὗ όργανο όφειλε νά ἐπαναφέρει τόν ενδιαφερόμενο υπάλληλο, στό μέτρο φυσικά πού υφίσταται παρόμοια υποχρέωση.
Οἱ παλαιότερες ἀνακοινώσεις περί πληρώσεως κενών θέσεων, στίς ὁποιες στηρίζεται ὁ Pizziolo, εἶναι οἱ COM/503/71 καί COM/510/71, οἱ όποιες ἀφοροῦσαν τήν ἴδια θέση σέ ὑπηρεσία τεχνολογίας καί μεταλλογραφίας υψηλής θερμοκρασίας, στην Karlsruhe. Ή δεύτερη ἀνακοίνωση ἀποτελούσε βελτιωμένη έκδοση τῆς πρώτης. 'Ως τελευταία προθεσμία υποβολής τῶν ὑποψηφιοτήτων ὁριζόταν ἡ 18η Φεβρουαρίου 1971. Ή Ἐπιτροπή διευκρίνισε ότι τελικώς ἀποφασίσθηκε ἡ μή πλήρωση τῆς θέσεως, λόγω ελλείψεως προβλεπόμενων ἀπό τόν προϋπολογισμό θέσεων γιά τό ΚΚΕ. Λήφθηκαν μέτρα ώστε τίς σχετικές εργασίες νά ἐκτελέσει τό υπάρχον προσωπικό τῆς υπηρεσίας. Ό Pizziolo Ισχυρίζεται ὅτι λόγοι ἀναφερόμενοι στον προϋπολογισμό δέν εἶναι δυνατό νά ὑπερισχύουν της υποχρεώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς νά τόν ἐπαναφέρει. Θεωροῦμε ὅτι αυτό δέν εἶναι ὀρθό. Κατά τήν άποψη μας, ἡ ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή δέ δύναται νά υποχρεωθεί στην επαναφορά υπαλλήλου σέ θέση πού ἀποτέλεσε ἀντικείμενο ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως ὑπό όρους, θέση γιά τήν ὁποία ἀποφασίσθηκε, γιά λόγους πού έχουν σχέση μέ τόν προϋπολογισμό, νά μήν πληρωθεί. Ή Ἐπιτροπή δηλώνει ἐπίσης ὅτι ἐν πάση περιπτώσει τά προσόντα τοῦ Pizziolo δέν ανταποκρίνονταν στίς απαιτήσεις γιά τήν ἐν λόγω θέση. Οἱ προβαλλόμενοι λόγοι έχουν ἰδιάζονται τεχνικό χαρακτήρα καί δέ νομίζουμε ότι τό Δικαστήριο είναι σέ θέση νά ἀποφανθεί, χωρίς τή βοήθεια εκθέσεως πραγματογνωμόνων. Κατά τή γνώμη μας, πάντως, κάτι τέτοιο δέν είναι ἀναγκαίο.
Ή ἑπόμενη ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενής θέσεως, στην ὁποία στηρίζεται ὁ Pizziolo, εἶναι ἡ COM/515/73 πού ἀφορούσε μία θέση τῆς γενικής διευθύνσεως βιομηχανικών, τεχνολογικών καί επιστημονικών υποθέσεων, στό Winfrith, στό 'Ηνωμένο Βασίλειο. 'Ως τελευταία προθεσμία ὑποβολῆς τῶν ὑποψηφιοτήτων ὁριζόταν ἡ 24η Ἀπριλίου 1973. Στή σελίδα 18 τῆς ἀπαντήσεως του, ὁ Pizziolo συνέκρινε σέ έναν πίνακα τά προσόντα πού απαιτούνταν γιά τή θέση, ὅπως διατυπώνονται στην ἀνακοίνωση περί πληρώσεως κενῆς θέσεως, μέ τά δικά του προσόντα, γιά νά ἀποδείξει ὅτι αυτά ἀνταποκρίνονται σ' εκείνα. Πρός υποστήριξη τοῦ ἰσχυρισμοῦ του προσκόμισε δύο εκθέσεις τοῦ ἰνστιτούτου στοιχείων ὑπερουρανίου, ὅπου περιγράφονται οἱ εργασίες, στίς όποιες συμμετέσχε ἐκεῖ. Σέ καμία φάση τῆς διαδικασίας ἡ Επιτροπή δέν ἐπιχείρησε νά ἀντικρούσει τόν ἰσχυρισμό αυτό ἡ νά δώσει κάποια εξήγηση σχετικῶς μέ τό λόγο, γιά τόν ὁποῖο ὁ Pizziolo δέν έπρεπε νά διορισθεί στήν ἐν λόγω θέση. Αυτό έρχεται σέ μεγάλη ἀντίθεση μέ τό γεγονός ὅτι, σέ σύγκριση μέ τίς άλλες ἀνακοινώσεις περί πληρώσεως κενῶν δέσεων, στίς ὁποίες στηρίζεται ὁ Pizziolo, ή Ἐπιτροπή μπόρεσε νά εξηγήσει γιατί θεώρησε ὅτι ὁ προσφεύγων δέν εἶχε τά ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀκόμα καί κατά τή διάρκεια τῆς δημόσιας συνεδριάσεως, ὅταν ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος τοῦ Pizziolo τόνισε επιμόνως τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή άφησε χωρίς ἀπάντηση τόν ισχυρισμό τοῦ Pizziolo σχετικώς μέ τήν ἀνακοίνωση αυτή, καμία ἀπάντηση δέ δόθηκε ἐκ μέρους τῶν εκπροσώπων τῆς Ἐπιτροπής. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, τό συμπέρασμα πού συνάγεται σαφώς, κατά τήν άποψη μας, εἶναι ὅτι ὁ Pizziolo πρέπει νά δικαιωθεί στό αἴτημα του αυτό. Κατά τή γνώμη μας, δέν ἀπαιτείται έκθεση πραγματογνωμόνων, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα ἄν τά προσόντα τοῦ Pizziolo ἀνταποκρίνονται σέ ἐκείνα πού ἀπαιτοῦνται γιά τή θέση, εφόσον ἡ Ἐπιτροπή δέν πρόβαλε κανένα ἐπιχείρημα γιά νά ἀποδείξει τό ἀντίθετο. Διατυπώνοντας τήν άποψη αυτή, δέν παραγνωρίζουμε φυσικά τό γενικότερο Ισχυρισμό τῆς Ἐπιτροπής πού έχουμε ήδη ἀναφέρει ὅτι στην πραγματικότητα δέν υπήρξε θέση, γιά τήν ὁποία ὁ Pizziolo εἶχε τά προσόντα καί ή ὁποία έμεινε κενή μετά τή λήξη τῆς άδειας του. Τό θέμα εἶναι ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν ἐπιδίωξε νά υποστηρίξει τόν Ισχυρισμό αὐτό κατά ὁποιονδήποτε τρόπο σχετικώς μέ τήν ἐν λόγω θέση.
Υποστηρίζοντας τήν άποψη αυτή, δυνάμεθα νά ἀσχοληθούμε ἐν συντομία μέ τίς λοιπές ἀνακοινώσεις περί πληρώσεως κενών θέσεων, στίς όποιες στηρίζεται ὁ Pizziolo. Κοινό χαρακτηριστικό τῶν ἀνακοινώσεων COM/531/74 καί COM/507/75 μέ τήν COM/515/73 εἶναι ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν έκανε καμία προσπάθεια νά ἀρνηθεί τόν Ισχυρισμό τοῦ Pizziolo ὅτι πληροί τίς σχετικές προϋποθέσεις. Ὅσον άφορα τίς COM/1530/75 καί COM/1513/76, ἡ Ἐπιτροπή ἀμφισβητεί ὅτι ὁ Pizziolo είχε τά ἀπαιτούμενα προσόντα. Οἱ λόγοι πού παρατίθενται καί ἐδῶ εἶναι επίσης τεχνικής φύσεως καί, κατά τή γνώμη μας, δέ δύνανται νά ἐκτιμηθοῦν, χωρίς τή βοήθεια πραγματογνωμόνων. Τό ίδιο Ισχύει καί γιά τήν ἀνακοίνωση COM/1531/76, ἡ ὁποία, πάντως, ἀκυρώθηκε μετά τήν έναρξη Ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 2615/76 τοῦ Συμβουλίου. Οἱ ἀνακοινώσεις COM/364/78 έως 371/78 ἀφορούσαν, ὁπως θά ἐνθυμεῖσθε καί εσεῖς, κύριοι δικαστές, τίς θέσεις στό Λουξεμβοῦργο. Τέλος, οἱ COM/R/514/78 καί COM/1237/78 ἀφοροῦσαν θέσεις, γιά τήν πλήρωση τῶν ὁποίων ὁ Pizziolo είχε ληφθεί υπόψη, άλλά γιά τίς ὁποῖες κρίθηκε ὅτι δέν είχε τά ἀπαιτούμενα προσόντα.
Ἀς έλθουμε τώρα στό ερώτημα τί δικαιοῦται ὁ Pizziolo.
Ζήτα, κατά πρώτο λόγο, νά τοῦ ἀναγνωρισθεί ὅτι έπρεπε νά επανέλθει τήν 1η Μαρτίου 1971. Κατά τήν άποψη μας, ἡ ἐν λόγω ημερομηνία εἶναι πρόωρη γιά τους λόγους πού εξηγήσαμε. Ή πρώτη θέση πού ήταν δυνατό νά καταλάβει ήταν εκείνη πού ἀποτέλεσε ἀντικείμενο τῆς ἀνακοινώσεως περί πληρώσεως κενής θέσεως COM/515/73, γιά τήν ὁποία ὁριζόταν ὡς προθεσμία υποβολής τῶν υποψηφιοτήτων ή 24η Ἀπριλίου 1973, ὅπως έχουμε ήδη ἀναφέρει. Ἐπειδή ἡ υποχρέωση τῆς Ἐπιτροπής νά τόν επαναφέρει υπερίσχυε τῆς δυνατότητας πληρώσεως τῆς θέσεως μέ προαγωγή ἡ μετάταξη, καί επειδή δέν υπάρχει καμία άλλη ἡμερομηνία τόσο σαφής πού δύναται νά επιλεγεί, πιστεύουμε ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ επαναφορά του ήταν ἐπιβεβλημένη κατά τήν ἐν λόγω ημερομηνία.
Κατά δεύτερο λόγο, ζητά νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή υποχρεούται νά τόν επαναφέρει στην πρώτη κενή θέση τῆς κατηγορίας του πού ἀντιστοιχεί στό βαθμό του, ἀναδρομικῶς ἀπό 1ης Μαρτίου 1971, ὅσον άφορα τήν ἀρχαιότητα του κατά βαθμό καί κλιμάκιο, καθώς καί τά συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Ἄν ἡ ἡμερομηνία αυτή ἀντικατασταθεί ἀπό τήν 24η Ἀπριλίου 1973 καί ὑπό τόν ὅρο ὅτι πληροί τίς προϋποθέσεις γιά τήν ἐν λόγω θέση, ὁ προσφεύγων δικαιώνεται πλήρως, ὅπως πιστεύουμε, μέ παρόμοια ἀναγνώριση — βλέπε τίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου στίς υποθέσεις Sergy καί Giry. Δέν πιστεύουμε, ὅμως, κύριοι δικαστές, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο νά τό ἀναγνωρίσετε ρητῶς. Στην υπόθεση Sergy, τό Δικαστήριο άφησε ρητώς στην Ἐπιτροπή τή φροντίδα προσδιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ προσφεύγοντος (βλ. σκέψεις 23 καί 24 τῆς ἀποφάσεως καί τό διατακτικό της).
Τρίτον, ὁ Pizziolo ζητά ἀποκατάσταση τῆς ζημίας πού ὑπέστη λόγω ἀπώλειας τῶν ἀποδοχών του ἀπό 1ης Μαρτίου 1971 έως τήν ημερομηνία τῆς πραγματικῆς ἐπαναφοράς του, ἡ ἐν πάση περιπτώσει έως τήν έκδοση ἀποφάσεως ἡ ἀποζημίωση αὐτή πρέπει νά εἶναι ἴση μέ τίς καθαρές ἀποδοχές πού θά εισέπραττε ὁ ενδιαφερόμενος κατά τήν περίοδο αύτη, μειωμένη, πάντως, κατά τό ποσό τῶν καθαρών εσόδων πού ἀπέκτησε κατά τήν ἴδια περίοδο, ἀσκώντας άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Δυνάμεθα φυσικά νά θεωρήσουμε ὡς ἡμερομηνία ἀφετηρίας τήν 24η Ἀπριλίου 1973. Κατά τά λοιπά, ἡ αιτούμενη ἀποζημίωση ἀντιστοιχεί πρός εκείνη πού είχε ἐπιδικάσει τό Δικαστήριο στην ὑπόθεση Sergy, μέ δύο διαφορές, δηλ., πρώτον, ὅτι ἡ τελευταία ἡμερομηνία ήταν ήδη γνωστή, καθόσον ὁ προσφεύγων εἶχε ήδη επανέλθει και, δεύτερον, ὅτι στην ἀνωτέρω υπόθεση οἱ σχετικοί ἀριθμοί τέθηκαν ὑπόψη τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῶ αυτό δέ συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Τό ερώτημα λοιπόν, πού τίθεται εἶναι κατά πόσον πρέπει νά επιδικάσετε, κύριοι δικαστές, στον Pizziolo ἀποζημίωση έως τήν ἡμερομηνία επαναφοράς του ή μόνο ὡς τήν ἡμερομηνία ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως σας. Ἡ τελευταία αυτή πιστεύουμε ὅτι ἀποτελεί τήν ὀρθή ἀπάντηση, επειδή, ἐλλείψει συμφωνίας μεταξύ τῶν διαδίκων, τό Δικαστήριο πρέπει μόνο του νά καθορίσει τό ὕψος τῆς ἀποζημιώσεως καί δέν εἶναι δυνατό νά προβλέψει τό ὕψος τῶν μελλοντικών ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων τῆς Κοινότητας ἡ τό ὕψος τῶν μελλοντικών εσόδων τοῦ Pizziolo.
Τέταρτον, ὁ Pizziolo ζητᾶ τόκους πρός 8 % ετησίως ἐπί τῆς ἀποζημιώσεως, υπολογιζόμενους ἀπό τήν ἡμερομηνία τοῦ ἀντίστοιχου δικαιώματος ἐπί τοῦ μισθοῦ του. 8 ο/ο ήταν τό ποσοστό πού ἐπιδικάσθηκε στην υπόθεση Sergy καί φαίνεται ὅτι κατέστη τό σύνηθες ποσοστό πού επιδικάζει τό Δικαστήριο σέ παρόμοιες περιπτώσεις — βλ. γιά παράδειγμα τήν ὑπόθεση 115/76, Leonardini κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 735 καί υπόθεση 40/79, Ρ. κατά Ἐπιτροπής (5 Φεβρουαρίου 1981, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στή Συλλογή). Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τήν πρακτική τοῦ Δικαστηρίου, δέν έχουν ἐπιδικασθεί τόκοι, υπολογιζόμενοι ἀπό ημερομηνία προγενέστερη ἀπό εκείνη τῆς σχετικής ἐνστάσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 — βλ. τή νομολογία πού σχολιάσαμε στην ἀπόφαση 114/77, Jacquemart κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 1718—1719. Στην παρούσα υπόθεση, ὅμως, είχε προηγηθεί τῆς ἐνστάσεως αίτηση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1, ώστε νά μᾶς φαίνεται λογικό νά θεωρηθεῖ ὡς ημερομηνία ἀπό τήν ὁποία ἀρχίζουν νά τρέχουν οἱ σχετικοί τόκοι ή ημερομηνία ὑποβολής τῆς ἐν λόγω αιτήσεως, δηλ. ἡ 23η Όκτωβρίου 1978, ἡ ἡ ημερομηνία κατά τήν ὁποία έπρεπε νά καταβληθούν οἱ ἀποδοχές του, ἄν αυτή εἶναι μεταγενέστερη.
Πέμπτον, ὁ Pizziolo ζητᾶ ἀπό τό Δικαστήριο νά διατάξει τήν Ἐπιτροπή νά «ἀποκαταστήσει» τή σταδιοδρομία του ἀπό 1ης Μαρτίου 1971, ή, άλλως, νά ἀποκαταστήσει τή ζημία πού υπέστη κατά τήν εξέλιξη τῆς σταδιοδρομίας του, ζημία πού εκτιμά ὅτι ἀνέρχεται στό ποσό τῶν 150000 FB. Τό ἐν λόγω ποσό ζητά νά προσαυξηθεί κατά τους τόκους. Θεωρούμε ὅτι αυτό ἀποτελεί αίτημα ἀποζημιώσεως γιά τήν ἀπώλεια τῶν ευκαιριών προαγωγής του. Ἀν πρόκειται γι' αὐτό, εἶναι τῆς ίδιας φύσεως μέ εκείνο πού τό Δικαστήριο ἔκρινε στην ὑπόθεση Giry ὅτι δέν ήταν δυνατό νά ληφθεί υπόψη (βλ. σκέψεις 25 έως 28 τῆς ἀποφάσεως).
Ἐκτον, ὁ Pizziolo ζήτα τήν ἀκύρωση τῶν σιωπηρών ἀποφάσεων, μέ τίς ὁποίες ἀπορρίπτονται ἡ αίτηση του τῆς 23ης Όκτωβρίου 1978 καί ἡ ἔνσταση του τῆς 29ης Μαρτίου 1979. Αυτό εἶναι, κατά τήν ἄποψη μας, άτοπο — βλ. τίς υποθέσεις 33 καί 75/79, Kuhner κατά Ἐπιτροπής, ECR 1980, σ. 1677.
Τέλος, ὁ Pizziolo ζητᾶ τήν καταδίκη τῆς καθ' ἧς στά δικαστικά έξοδα. Πιστεύουμε ὅτι τό αίτημα αυτό πρέπει νά γίνει ἀποδεκτό.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy