ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ
SIR GORDON SLYNN
που αναπτύχθηκαν στις24 Φεβρουαρίου 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Pizziolo, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έλαβε άδεια για προσωπικούς λόγους από 1ης Μαρτίου 1970 μέχρι 28ης Φεβρουαρίου 1971. Παρόλον ότι δεν ζήτησε παράταση της άδειας του, δεν έχει ακόμη επανέλθει στην υπηρεσία, διότι η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν ανταποκρινόταν στα απαιτούμενα προσόντα για καμία από τις θέσεις που ήταν κενές από 1ης Μαρτίου 1971 και που αντιστοιχούσαν στο βαθμό και την κατηγορία του. Με την παρούσα προσφυγή ο Pizziolo ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή όφειλε να τον επαναφέρει στην υπηρεσία από της λήξεως της άδειάς του, ή τουλάχιστον από τη στιγμή που ήταν κενή κάποια από τις θέσεις για τις οποίες δημοσιεύτηκαν στη συνέχεια ανακοινώσεις κενής θέσεως. Ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να του επιδικαστεί έντοκη αποζημίωση, επειδή η Επιτροπή παρέλειψε να τον επαναφέρει, να ακυρώσει τη σιωπηρή απορριπτική της ενστάσεως του απόφαση της Επιτροπής και να υποχρεώσει την τελευταία να αποκαταστήσει τη σταδιοδρομία του. Εκτός από ένα σημείο που προτίθεμαι να εξετάσω στη συνέχεια, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εκτίθενται αναλυτικά στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner, της 26ης Φεβρουαρίου 1981, καθώς και στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1981 (Συλλογή 1981, σ. 969) και δεν πρόκειται να τα επαναλάβω.
Με την απόφαση του της 2ας Απριλίου 1981, το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα του Pizziolo για επανένταξη του στην υπηρεσία αναδρομικώς από 1ης Μαρτίου 1971, διότι δεν είχε αποδειχθεί αν, κατά το χρόνο λήξεως της άδειας που είχε λάβει ο προσφεύγων, υπήρχαν κενές θέσεις σε μία από τις οποίες μπορούσε να τον επανεντάξει η Επιτροπή. Παρέμενε το αίτημά του που αφορούσε αριθμό θέσεων για τις οποίες δημοσιεύτηκαν ανακοινώσεις κενής θέσεως μεταξύ των ετών 1973 και 1976 (συγκεκριμένα πρόκειται για τις ανακοινώσεις COM/515/73, 531/74, 507/75, 1530/75, 1513/76 και 1531/76). Η διαφορά μεταξύ των αντιδίκων συνίσταται στο αν ο προσφεύγων ανταποκρινόταν στα απαιτούμενα για τις θέσεις αυτές προσόντα. Επειδή οι διάδικοι επικαλέσθηκαν δεδομένα τεχνικού χαρακτήρα, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, περί του αν ο Pizziolo είχε τα απαιτούμενα προσόντα και τις αναγκαίες ικανότητες για την ενάσκηση των καθηκόντων που προβλέπουν οι εν λόγω ανακοινώσεις κενής θέσεως. Σχετικά με την ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76, αυτή στην πραγματικότητα ακυρώθηκε ύστερα από σχετική τροποποίηση της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία θα προσλαμβάνονταν μόνον έκτακτοι υπάλληλοι, το Δικαστήριο όμως έκρινε ότι το δικαίωμα του Pizziolo περί επανεντάξεώς του στην υπηρεσία υπερίσχυε οποιασδήποτε τροποποιήσεως και ότι συνεπώς η ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 έπρεπε να συμπεριληφθεί στην πραγματογνωμοσύνη.
Συμμορφούμενοι προς άλλο σημείο του διατακτικού της ίδιας αποφάσεως, οι διάδικοί υπέβαλαν στο Δικαστήριο τα ονόματα δύο πραγματογνωμόνων. Οι τελευταίοι συμφώνησαν να ορίσουν και τρίτο πραγματογνώμονα προς συμπλήρωση της ομάδας. Με διάταξη της 30ής Νοεμβρίου 1981 το Δικαστήριο διέταξε τους τρεις πραγματογνώμονες να συντάξουν σχετική έκθεση. Στις 16 Νοεμβρίου 1982, οι πραγματογνώμονες υπέβαλαν έκθεση με την οποία ομόφωνα αποφάνθηκαν ότι ο Pizziolo μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλος να διοριστεί στη θέση που προκηρύχθηκε με την ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 «στην περίπτωση που θα ήταν διαθέσιμη» («qualora fosse disponibile»).
Οι πραγματογνώμονες θεώρησαν περαιτέρω ότι ο Pizziolo δεν διέθετε τα προσόντα για τις θέσεις που αναφέρονται στις ανακοινώσεις κενής θέσεως 515/73, 1530/75 και 1513/76 (ή για τρεις άλλες ανακοινώσεις τις οποίες δεν είχε προσδιορίσει το Δικαστήριο με τη διάταξη του), ενώ δεν ανέφεραν τίποτε περί των ανακοινώσεων 531/74 και 507/75.
Από τη φρασεολογία που χρησιμοποιείται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δυνατόν να ανακόψουν ορισμένες αμφιβολίες ως προς το αν, με τα πορίσματα τους, οι πραγματογνώμονες εννοούσαν να επιβάλουν την άποψη ότι η θέση έπρεπε να είναι διαθέσιμη ή ότι ο Pizziolo έπρεπε να είναι διαθέσιμος. Νομίζω ότι εννοούσαν το πρώτο, εφόσον κατέληξαν στο πόρισμα ότι η μόνη κατάλληλη θέση που ανταποκρινόταν στα εξαίρετα, αλλά ειδικά προσόντα του Pizziolo ήταν αυτή που περιέγραφε η ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76, η οποία όμως στη συνέχεια ακυρώθηκε. Για τους λόγους, πάντως, που εκτίθενται στις σκέψεις 15 και 16 της αποφάσεως του της 2ας Απριλίου 1981, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ακύρωση της εν λόγω ανακοινώσεως κενής θέσεως δεν μπορεί να θίξει το δικαίωμα του Pizziolo να προβάλει το δικαίωμα να διοριστεί στην εν λόγω θέση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η θέση πρέπει να θεωρηθεί ότι «είναι κενή» για τον Pizziolo.
Αν πάλι οι πραγματογνώμονες εννοούσαν να θέσουν τον όρο ότι ο Pizziolo έπρεπε να είναι διαθέσιμος κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, αρκεί να σημειωθεί ότι, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ο Pizziolo είχε εκδηλώσει την επιθυμία να δεχθεί νέα θέση προτού ακόμη δημοσιευτεί η ανακοίνωση 1531/76 και δεν υπάρχει απόδειξη περί του ότι δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί τη θέση αυτή. Συγκεκριμένα, όταν το 1969 ζήτησε άδεια για προσωπικούς λόγους, καθώς και κατά την προ του 1976 περίοδο, ο Pizziolo είχε εκφράσει την επιθυμία να επανέλθει στην Επιτροπή μετά τη λήξη της άδειας του.
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για το ότι η έκθεση ήταν συνοπτική, ανεπαρκώς αιτιολογημένη και κυρίως για το ότι δεν έδινε τις δέουσες εξηγήσεις ως προς το πόρισμα στο οποίο κατέληγε ότι ο Pizziolo ήταν κατάλληλος για να καταλάβει την προκηρυχθείσα θέση, που απαιτούσε βαθιά γνώση της φυσικής, ενώ ήταν χημικός, εξειδικευμένος στα υψηλής θερμοκρασίας στερεά κεραμικά. Πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο υποψήφιος που διορίσθηκε ως έκτακτος υπάλληλος για την πλήρωση της προκηρυ-χθείσας θέσεως με την ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 έχει ήδη μετατεθεί αλλού, η δε Επιτροπή συναντά μεγάλες δυσχέρειες προκειμένου να εξεύρει θέσεις για το επιστημονικό προσωπικό που είχε λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπήρχαν τουλάχιστον άλλα είκοσι πρόσωπα στην ίδια κατάσταση με εκείνη του Pizziolo, γεγονός που δεν είχε φαίνεται διευκρινιστεί προηγουμένως.
Πάντως, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατέστησε σαφές ότι, παρόλον ότι απογοητεύθηκε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η Επιτροπή δεν θέλησε να αμφισβητήσει ούτε το περιεχόμενο της ούτε τα προσόντα των πραγματογνωμόνων.
Αντιλαμβάνομαι ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα πορίσματα που περιέχονται στην κατά το άρθρο 49 του κανονισμού διαδικασίας συντασσόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εφόσον όμως οι πραγματογνώμονες διορίστηκαν για να γνωματεύσουν επί τεχνικών θεμάτων, άγνωστων στο Δικαστήριο, και εφόσον δεν συντρέχει έγκυρος λόγος αμφισβητήσεως της εκθέσεως, φαίνεται ότι είναι ορθό τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων να γίνουν δεκτά υπό συνήθεις περιστάσεις, έστω και αν το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα από την έκθεση.
Τα απαιτούμενα προσόντα που προέβλεπε η ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 για την προκηρυχθείσα θέση ήταν:
α)
γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου που βεβαιώνονται με πτυχίο φυσικής, χημείας ή φυσικών επιστημών,
6)
ειδικές γνώσεις της φυσικής των στερεών στον τομέα της κινητικής υψηλής θερμοκρασίας, και
γ)
πείρα στον τομέα των υψηλών θερμοκρασιών, δευτερεύοντος κενού και φασματοσκοπίας των ακτινοβολιών.
Εφόσον η ομάδα των πραγματογνωμόνων, την αμεροληψία και τις ικανότητες των οποίων δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, κατέληξε στο ομόφωνο πόρισμα ότι τα προσόντα του Pizziolo του επέτρεπαν να τοποθετηθεί στη θέση που περιγράφει η ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 και να εκπληρώσει τα καθήκοντα που συνεπάγεται, πόρισμα που κατ' εμέ δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσία, νομίζω ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να γίνει δεκτή στην προκειμένη περίπτωση. Δεν είμαι της γνώμης ότι η έκθεση πρέπει να απορριφθεί ή αν αντιλήφθηκα ορθά ότι τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου που επρόκειτο να ληφθεί πρέπει να αλλάξει στην παρούσα φάση λόγω του γεγονότος ότι και άλλα είκοσι πρόσωπα ευρίσκονται ίσως στην ίδια κατάσταση. Επιπλέον, απ' ό,τι αντιλήφθηκα, ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται ότι η μη εξέταση των προγενέστερων ανακοινώσεων κενής θέσεως του 1974 και 1975 θίγει την έννομη κατάσταση του υπό την επιφύλαξη ότι δεν θα απορριφθεί η έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως προς το σημείο της που αφορά την ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76. Υπό το φως των ανωτέρω δεν προτίθεμαι να εξετάσω την παράλειψη αυτή.
Κατά συνέπεια, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι ότι η θέση που περιγράφεται στην ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 συνιστά μία από εκείνες στις οποίες ο Pizziolo δικαιούνταν να επανενταχθεί σύμ-ζε φωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
Απαιτείται ακόμη ο καθορισμός της ημερομηνίας κατά την οποία o Pizziolo απέκτησε το δικαίωμα για επανένταξη του στη θέση αυτή. Από τη διατύπωση του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης φαίνεται ότι το δικαίωμα για επανένταξη γεννάται «ευθύς ως υπάρξει κενή θέση». Στην επίδικη ανακοίνωση κενής θέσεως δεν αναφέρεται πότε η θέση κατέστη κενή, ούτε και προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καμία σχετική απόδειξη.
Έχω κατά νου ορισμένες πιθανές ημερομηνίες, που είναι εύκολα εξακριβώσιμες, παραδείγματος χάρη την ημέρα της ανακοινώσεως ή, όπως πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Warner με τις προτάσεις του στην εν λόγω υπόθεση, την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων που είναι στην προκειμένη περίπτωση η 10η Δεκεμβρίου 1976. Εκτός αν αποδειχθεί πότε κατέστη κενή η θέση, νομίζω ότι είναι προσφορότερη η επιλογή της πιθανής ημερομηνίας, κατά την οποία θα μπορούσε να έχει αναλάβει καθήκοντα το πρόσωπο που διορίστηκε μετά την εξέταση της υποψηφιότητας του. Κατ' εμέ, είναι λογικό να υπολογιστεί στην παρούσα υπόθεση ως χρόνος αναμονής ένας μήνας, και συνεπώς να ληφθεί ως ημερομηνία κατά την οποία γεννάται η υποχρέωση επανεντάξεως του Pizziolo η 10η Ιανουαρίου 1977.
Άρα, ο Pizziolo δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση της εκ μέρους της Επιτροπής υποχρεώσεως για επανένταξη του στην υπηρεσία από την ημερομηνία αυτή. Η υποχρέωση της Επιτροπής για να τον επανεντάξει, είναι συνεχής: ο Pizziolo εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα για επανένταξη του.
Για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο Pizziolo, νομίζω ότι αρμόζει η εφαρμογή της αρχής σύμφωνα με την οποία η καταβλητέα αποζημίωση είναι το ισόποσο των καθαρών αποδοχών που θα είχε εισπράξει από το οποίο αφαιρείται το καθαρό εισόδημα που απέκτησε ασκώντας άλλη απασχόληση (υπόθεση 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, ECR 1976, σ. 1139, στη σ. 1153). Το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεση του λεπτομέρειες επί του μισθού που θα είχε αποκομίσει ο Pizziolo αν, επανερχόμενος στην υπηρεσία θα είχε καταλάβει τη θέση που περιγραφόταν στην ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 ούτε επί των αποδοχών του από άλλη απασχόληση από τις 10 Ιανουαρίου 1977. Υπό τις συνθήκες αυτές εναπόκειται στους διαδίκους και τους συνηγόρους τους να επιδιώξουν τον υπολογισμό του ποσού της αποζημιώσεως και να συμφωνήσουν επ' αυτού. Για τον προσδιορισμό του μισθού που θα δικαιούνταν ο Pizziolo, αν είχε επανενταχθεί, οι διάδικοι πρέπει κατ' εμέ να συμπεριλάβουν και όλες τις προσαυξήσεις λόγω αρχαιότητας, καθώς και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όπως θα συνέβαινε αν είχε επανενταχθεί (βλέπε υπόθεση Sergy, σ. 1151). Αντιθέτως, νομίζω ότι δεν πρέπει να συνυπολογισθεί κανένα επίδομα εκπαζε τρισμού που θα έπρεπε να καταβληθεί στον Pizziolo, εφόσον τα εν λόγω επιδόματα παρέχονται στους υπαλλήλους ως αποζημίωση για το πρόσθετο κόστος ζωής στο εξωτερικό που συνεπάγεται η απασχόληση στην Κοινότητα, ενώ ο Pizziolo δεν υποβλήθηκε σε παρόμοια έξοδα (βλέπε τις προτάσεις στην υπόθεση 175/80, Tuber κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2345, στη σ. 2369, όπου και σχετική βιβλιογραφία). Παρόλον ότι δεν υποστηρίχθηκε ότι ο Pizziolo δεν μπόρεσε να ανεύρει άλλη απασχόληση μετά τις 10 Ιανουαρίου 1977, ούτε ότι σε παρόμοια περίπτωση φέρει ο ίδιος την ευθύνη, πρέπει να προστεθεί ότι είχε καθήκον να περιορίσει τη ζημία του, αναζητώντας εργασία. 'Αρα, από το σύνολο των αποδοχών που θα είχε λάβει ο Pizziolo πρέπει να αφαιρεθούν όχι μόνο το ποσό που απεκόμισε αποσχολούμενος σε άλλη εργασία μετά τις 10 Ιανουαρίου 1977, αλλ' επίσης και το ποσό που εύλογα θα μπορούσε να προσδοκά ότι θα κερδίσει για οποιοδήποτε διάστημα μετά την ημερομηνία που έπαυσε να εργάζεται λόγω του ότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια κατά την αναζήτηση εργασίας (βλέπε την υπόθεση Sergy arų σ. 1154).
Νομίζω ότι η σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια υπολογιζόμενη αποζημίωση πρέπει να του καταβληθεί μέχρι της ημέρας της επανεντάξεως του. Με την επιδίκαση παρόμοιας αποζημιώσεως εξασφαλίζεται στον προσφεύγοντα, χωρίς να απαιτηθεί η άσκηση νέας προσφυγής, ποσό «ίσο προς τις καθαρές αποδοχές τις οποίες 8α εδι-καιούτο» (βλέπε υπό9εση Sergy στη σ. 1153). Συμφωνώ με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Warner ότι οι επί της αποζημιώσεως τόκοι πρέπει να καταβληθούν από την ημερομηνία που ο Pizziolo ζήτησε για πρώτη φορά την επανένταξη του (δηλαδή από την 23η Οκτωβρίου 1978) ή από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να του καταβληθούν οι μηνιαίες αποδοχές του αν αυτί') είναι μεταγενέστερη. Με πρόσφατες αποφάσεις του, δυνάμει των οποίων τα κοινοτικά όργανα εντέλλονται να καταβάλουν σε υπαλλήλους (ή στους επιζώντες δικαιούχους) αποζημίωση για απώλεια μισθών ή άλλων παροχών που θα έπρεπε να εισπράξουν νωρίτερα, το Δικαστήριο υποχρέωνε σε μερικές περιπτώσεις τα όργανα αυτά να καταβάλουν τόκους προς 6o/ο ενώ σε άλλες προς 8 ο/ο. Με προγενέστερες των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Warner, της 26ης Φεβρουαρίου 1981, αποφάσεις, το σύνηθες επιτόκιο ήταν 8o/ο (βλέπε υπόθεση Sergy mo πάνω' υπόθεση 115/76, Leonardini κατά Επιτροπής, ECR 1978, σ. 735, στη σ. 750συνεκδικασθείσες υποθέσεις 63 και 64/79, Boizard κατά Επιτροπής, ECR 1980, σ. 2975, στη σ. 2991 υπόθεση 40/79, Ρ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 361, στη σ. 375, ενώ σε υπόθεση για την οποία εκδόθηκε απόφαση το 1978, Jacquemart κατά Επιτροπής, υπόθεση 114/77, EC R 1978, σ. 1697, στη σ. 1709, το επιτόκιο ορίσθηκε σε 6 %). Πάντως, με ακόμη νεώτερες αποφάσεις, το ύψος του επιτοκίου ορίσθηκε σε 6 %: βλέπε υπόθεση 185/80, Garganese κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1785, στη σ. 1796 , υπόθεση 103/81, Cbaumont-Bartbel κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή, 1982, σ. 1003, στη σ. 1011, και υπόθεση 9/81, Williams κατά Ελεγκτικού 2υ-νεδρίου, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, σκέψη 28. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική το επιτόκιο ορίζεται σε 6 %.
Εξάλλου, συμφωνώ με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Warner ότι ο Pizziolo δεν δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση για αποκατάσταση ζημίας που υπέστη ενδεχομένως από την απώλεια των ευκαιριών προαγωγής του, επειδή αυτό είναι υπερβολικά θεωρητικό (βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις 126/75, 34 και 92/76, Giry κατά Επιτροπής, ECR 1977, σ. 1937, στις σσ. 1958-1959). Επίσης νομίζω ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του για ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία η τελευταία δεν δέχθηκε την επανένταξη του, διότι παρόμοια απόφαση «επιβεβαιώνει απλώς την πράξη ή παράλειψη που αποτελεί αντικείμενο της ενστάσεως και δεν συνιστά καθαυτή απόφαση που μπορεί να προσβληθεί» (βλέπε συνεκδι-κασθείσες αποφάσεις 33 και 75/79, Kuhner κατά Επιτροπής, ECR 1980, σ. 1677, στη σ. 1694). Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου ο Pizziolo δικαιούται να αναζητήσει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς είμαι της γνώμης ότι ο προσφεύγων είχε δικαίωμα να επανενταχθεί στη δέση που περιγραφόταν στην ανακοίνωση κενής θέσεως 1531/76 από τις 10 Ιανουαρίου 1977 και εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό-ότι η Επιτροπή οφείλει να του καταβάλει σχετική αποζημίωση που πρέπει να καθορίσουν οι διάδικοι, αφαιρώντας από το σύνολο των καθαρών αποδοχών που θα δικαιούνταν ο προσφεύγων, αν είχε επανενταχθεί κατά την εν λόγω ημερομηνία με τον τότε βαθμό του, το καθαρό ποσό που αποκόμισε ή εύλογα όφειλε να αποκομίσει από τις 10 Ιανουαρίου 1977, εντόκως επί της διαφοράς προς 6 %. Επιπλέον πρέπει να αποδοθούν στον προσφεύγοντα τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy