ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ό René Demont, υπάλληλος, ἤσκησε δύο προσφυγές κατά τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Μολονότι ἡ ένωση τῶν δύο αυτών υποθέσεων δέν διετάχθη πρός διευκόλυνση τῆς προφορικής διαδικασίας, ἄς μοῦ επιτραπεί νά υποβάλω τίς προτάσεις μου την ἰδία ἡμερα λόγω τῶν υποκρυπτόμενων στίς δύο αυτές προσφυγές περιστατικών, πού είναι στενῶς συνδεδεμένα.
Μέ τήν προσφυγή ἀριθ. 791/79 ζητείται ή ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως, πού ελήφθη τήν 10η Νοεμβρίου 1978 καί ἐκοινοποιήθη τήν 4η Δεκεμβρίου τοῦ ιδίου έτους, περί μεταβολής τῆς τοποθετήσεως τοῦ René Demont καί τῆς ἀπασχολήσεως του εντός τῆς ἰδίας γενικῆς διευθύνσεως συνεπάγεται επίσης μεταβολή τοῦ τόπου υπηρεσίας (Βρυξέλλες ἀντί Σαντιάγκο τῆς Χιλῆς).
Μέ την δεύτερη προσφυγή ἀριθ. 115/80 ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς ἐπιπλήξεως πού επεβλήθη στόν προσφεύγοντα την 19η 'Ιουνίου 1979 καί τῆς ἀπορρίψεως, τήν 7η Μαρτίου 1980, τῆς διοικητικής ενστάσεως, ή ὁποία ὑπεβλήθη τήν 10η Αυγούστου 1979 κατά τῆς ποινής αυτής.
Θά εξετάσω διαδοχικῶς τίς δύο αυτές υποθέσεις.
'Υπόθεση 791/79
I — 'Επί τοῦ παραδεκτοῦ
Γιά νά εξετασθεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής, πρέπει προηγουμένως νά τεθεί τό ερώτημα ἄν ἡ μετακίνηση τοῦ René Demont μαζί μέ τήν θέση του εντός τῆς ἰδιας γενικής διευθύνσεως συνιστᾶ μετάθεση κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, ἡ ὁποία καθίστᾶ περαιτέρω ἀναγκαία τήν τήρηση των διατυπώσεων τῶν άρθρων 4 καί 29.
Κατά τήν ἀπόφαση τοῦ δευτέρου τμήματος της 24ης Φεβρουαρίου 1981, Carbognani καί Coda Zabetta (σκέψη 19), «ὅπως προκύπτει ἀπό τό σύστημα τοῦ κανονισμού, δέν υπάρχει μετάθεση, κατά τήν κύρια ἔννοια τοῦ ὅρου, παρά σέ περίπτωση μετακινήσεως υπαλλήλου σέ κενή θέση. 'Από αυτό έπεται ὅτι κάθε μετάθεση, κατά κυριολεξία, υπόκειται στίς διατυπώσεις των άρθρων 4 καί 29 τοῦ κανονισμοῦ. 'Αντιθέτως, οἱ διατυπώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται σέ περίπτωση ἀνατοποθετήσεως τοῦ υπαλλήλου μαζί μέ τήν θέση του, ἐξ αιτίας τοῦ γεγονότος ὅτι παρόμοια μετακίνηση δέν δημιουργεί κενή θέση».
'Εν προκειμένω, δεδομένου ὅτι ὁ René Demont μετεκινήθη μαζί μέ τήν θέση του, ή ληφθείσα ὡς πρός αυτό ἀπόφαση δέν συνιστά, συνεπώς, μετάθεση κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Πάντως (σκέψη 21 τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως), «οἱ ἀποφάσεις ἀνατοποθετήσεως υπόκεινται, ὅπως καί οἱ μεταθέσεις ́ὡς πρός τήν προάσπιση τῶν δικαιωμάτων καί τῶν νόμιμων συμφερόντων τῶν υπαλλήλων πού ἀφορούν, στους κανόνες τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ, ὑπό τήν έννοια ιδίως ὅτι ἡ ἀνατο-ποθέτηση τῶν υπαλλήλων δέν δύναται νά γίνει παρά πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας καί μέ σεβασμό τῆς ισοτιμίας τῶν θέσεων».
"Οταν πραγματικά βασίζεται στό συμφέρον καί μόνο τῆς υπηρεσίας (άρθρο 7 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως), ἡ ἀνατοποθέτηση δέν δύναται νά βλάψει: υπόκειται στην διακριτική εξουσία τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία δύναται νά διαμορφώνει τίς υπηρεσίες της καί διαθέτει τό προσωπικό τῆς γιά νά εκπληρώσει τους σκοπούς πού τής ἀνετέθησαν (ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1966, Gutmann, συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 18 καί 35/65, Rec. σ. 151).
Πάντως, κατά τήν πλέον πρόσφατη νομολογία (ἀπόφαση τῆς 27ης 'Ιουνίου 1973, Kley, υπόθεση 35/72, Rec. σ. 679), ἀκόμα καί ἄν μιά ἀπόφαση περί μεταθέσεως δέν βλάπτει τά υλικά συμφέρονται ἡ τήν υπηρεσιακή θέση τοῦ υπαλλήλου στην Ιεραρχία, δύναται λαμβανομένης ὑπ' ὂψη τῆς φύσεως τῆς ἐν λόγω θέσεως καί τῶν περιστάσεων, νά θίξει τά ηθικά συμφέροντα καί τίς μελλοντικές προοπτικές τοῦ ενδιαφερομένου υπαλλήλου καί, σέ μιά τέτοια περίπτωση, νά στηρίξει τήν προσφυγή ἀκυρώσεως.
'Επιπροσθέτως, καί αυτό ἀποτελεί ένα λόγο της προσφυγής, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι ἡ μεταβολή τοποθετήσεως του ἀντιστοιχεί πρός συγκεκαλυμμένο πειθαρχικό μέτρο καί συνιστά κατάχρηση εξουσίας πού δέν εἶναι δυνατό νά εκτιμηθεί χωρίς νά εξετασθεί ἡ ουσία τῆς υποθέσεως.
II — Ἐπί τῆς ουσίας
Ὁ προσφεύγων προβάλλει διαφόρους λόγους, τους ὁποίους θά εξετάσω διαδοχικῶς.
1. Ἔλλειψη αιτιολογίας
Ό René Demont θεωρεί ὅτι ἡ ἀπόφαση τόν βλάπτει πρέπει, συνεπῶς, νά εξετασθεί αν εἶναι νόμιμη ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως.
Ὡς πρός τό θέμα αυτό, πρέπει ὄχι μόνο νά εξετασθεί ἡ ἀπόφαση καθ' εαυτή, άλλα ἀκόμα νά επαληθευθεί ἄν τά υπηρεσιακά σημειώματα πού ἀποτελούν τό υπόβαθρό της ἐγνωστοποιήθησαν στον ενδιαφερόμενο καί τόν ἐπληροφόρησαν σαφῶς γιά τους λόγους, οἱ όποιοι συνιστούν τό έρεισμα τῆς επιδίκου πράξεως. Ό ἔλεγχος τοῦ Δικαστηρίου πρέπει νά ἀναφέρεται στό κατά πόσο τά υπηρεσιακά αυτά σημειώματα περιέχουν ὅλα τά ουσιώδη στοιχεία, τά όποια καθωδήγησαν την διοίκηση (ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1977, Geist, υπόθεση 61/76, Rec. σ. 1420 ἀπόφαση τῆς 12ης 'Οκτωβρίου 1978, Ditterich, υπόθεση 86/77, Rec. σ. 1855).
Πρέπει συνεπώς νά εκτιμηθεί κατά πόσο οἱ διατάξεις έχουν τηρηθεί.
Μέ ἀπόφαση τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975, ἡ 'Επιτροπή ἐδημιούργησε ένα σύστημα κυκλικής μετακινήσεως γιά τίς ἀντιπροσωπείες καί γραφεία πού εγκατέστησε στίς τρίτες χώρες. Τό σύστημα αυτό, τό όποιο ἐδη-μιουργήθη τήν 24η Νοεμβρίου 1976 γιά την κυκλική μετακίνηση τοῦ προσωπικοί) τῶν γραφείων τύπου, γιά τό όποιο πρόκειται στην ἀναφερθείσα ήδη ἀπόφαση Carbognani.
Κατά τους ὅρους τῶν διατάξεων πού ἐθε-σπίσθησαν μέ τήν ευκαιρία αυτή, ἡ κανονική διάρκεια τῆς τοποθετήσεως τῶν υπαλλήλων σέ εξωτερικές θέσεις καθω-ρίσθη, κατ' ἀρχήν, σέ τρία χρόνια, περίοδο πού δύναται νά παραταθεί ἀπό έτος σέ έτος πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, ἀνα-
νεώσιμη γιά διάρκεια ενός έτους, μέ ἀνώτατο ὅριο τρεῖς περιόδους ἀνανεώσεως, δηλαδή συνολικώς έξι χρόνια.
Ή κυκλική μετακίνηση πρέπει νά γίνεται «κατ' ἀρχήν» μέσω μιᾶς γενικής μετακινήσεως καί, κατά τήν μετακίνηση αυτή οἱ υπάλληλοι τοποθετούνται μέ τήν ὀργανική τους θέση. Τό σύστημα αυτό ἀποβλέπει στην εξασφάλιση τῆς μεταθέσεως τῶν υπαλλήλων στό πλαίσιο τῆς κινητικότητος στίς υπηρεσίες, τῆς διαφοροποιήσεως τῆς πείρας τῶν ὑπαλλήλων, τῆς συνοχής μεταξύ τῆς κεντρικής διοικήσεως καί τῶν εξωτερικών θέσεων, καθώς καί τῆς ισορροπίας στίς σταδιοδρομίες τῶν ὑπαλλήλων γιά τους ὁποίους πρόκειται.
Τό σύστημα εφαρμόζεται, κατ' ἀρχήν πάντοτε, στους υπαλλήλους τῶν κατηγοριών Α, Β καί C οἱ υπάλληλοι αυτοί ενημερώνονται κάθε έτος γιά τίς δυνατότητες τοποθετήσεως στίς ἀντιπροσωπεῖες καί καλούνται νά υποβάλουν ενδεχομένως τήν υποψηφιότητα τους στό πλαίσιο τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως.
Ό πίνακας τῶν υπαλλήλων πού μετέχουν στην μελετωμένη κυκλική μετακίνηση καταρτίζεται ἀπό μιά επιτροπή «ad hoc» ὁ τελικός πίνακας τῶν μετακινήσεων καταρτίζεται ἀπό τήν 'Επιτροπή.
Οἱ ἀποφάσεις ἐπί τῶν μετακινήσεων τοῦ προσωπικού πρέπει νά λαμβάνονται κάθε χρόνο πρό τῆς 31ης 'Ιανουαρίου καί οἱ μετακινήσεις νά πραγματοποιοῦνται κατά τό τρίτο τρίμηνο.
Εἶχε ὁρισθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή θά κατήρτιζε γιά πρώτη φορά τόν πίνακα τῶν μετακινήσεων στην ἀρχή τοῦ έτους 1976.
Ὁ προσφεύγων εἶχε τοποθετηθεί στό Σαντιάγκο ἀπό 1ης Αυγούστου 1973, ήτοι ἀπό τριών και πλέον ετών, όταν ἡ 'Επιτροπή ἀπεφάσισε, τήν 26η Μαΐου 1977, νά μεταθέσει τήν αντιπροσωπεία τῆς γιά τήν Λατινική 'Αμερική στό Καράκας καί νά μή διατηρήσει στό Σαντιάγκο παρά μία περιορισμένη ἀποστολή λόγω τῶν γεγονότων πού ἐπεσυνέβησαν στην Χιλή.
Τήν 5η Δεκεμβρίου 1977, ἡ 'Επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως ἀνέγραψε τό ονομά του στον «ἐνδεικτικό πίνακα τῶν υπαλλήλων οἱ όποιοι δύνανται νά συμμετάσχουν στην δεύτερη κυκλική μετακίνηση 1978—1979 καί πού πρέπει νά εξετασθεί», μέ τό ἀκόλουθο σχόλιο: «Λόγω τῆς μεταθέσεως τῶν L. καί Renner, ἡ κυκλική μετακίνηση τοῦ ενδιαφερομένου δέν δύναται νά γίνει παρά τό 1979». Ἀνεφέρετο επίσης ὅτι έπρεπε νά γίνει πρόσκληση περί υποβολής υποψηφιοτήτων γιά τήν θέση τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου (Α5/Α4) γιά τό 1978 στό Σαντιάγκο.
Μέ ἀπόφαση τῆς 12ης 'Απριλίου 1978, ή 'Επιτροπή ἀνέθεσε ρητῶς στον René Démont τήν ευθύνη τοῦ γραφείου στό Σαντιάγκο ἀπό τῆς 15ης 'Απριλίου 1978 καί μερικές ἡμερες ἀργότερα, κατά τήν συνεδρίαση τῆς τῆς 26ης 'Απριλίου 1978, ενέκρινε τόν πίνακα τῶν προβλεπομένων γιά τό 1979 μετακινήσεων πού περιελάμβανε τό ὄνομά του.
Ό René Démont υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς 12ης 'Απριλίου 1978 εἶχε ως ἀποτέλεσμα τήν ἀνανέωση τῆς τοποθετήσεως του στό Σαντιάγκο γιά διάρκεια ενός έτους. Ή ερμηνεία αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Πράγματι, ἀπό τά πρακτικά τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς προκύπτει ὅτι ή ευθύνη τῆς ἀποστολής πού διετηρήθη στό Σαντιάγκο δέν ἀνετέθη στόν προσφεύγοντα παρά μόνο προσωρινῶς, ὁπως καί ή ευθύνη τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς 'Επιτροπής στην Λατινική 'Αμερική δέν ἀνετέθη στόν L. παρά «ἐν ἀναμονή τοῦ διορισμού τοῦ υπευθύνου τῆς ἀντιπροσωπείας»" ἡ ἀπόφαση αὐτη δέν προδικάζει μεταγενέστερη ἀνατοποθέτηση. 'Από τόν Δεκέμβριο τοῦ 1977, ἡ επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως ἐδήλωσε ὅτι έπρεπε νά γίνει πρόσκληση γιά υποψηφιότητες εντός τοῦ 1978 προς πλήρωση τῆς θέσεως τοῦ υπευθύνου τοῦ γραφείου στό Σαντιάγκο, δήλωση πού ἐπεβεβαιώθη τήν 11η 'Ιουλίου 1978.
Στην ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ὁ δικηγόρος τοῦ προσφεύγοντος προέβαλε 'ένα
νέο λόγο, τόν όποιο ἀρύεται ἀπό τό ὅτι, βάσει τοῦ ιδίου τοῦ συστήματος κυκλικής μετακινήσεως πού ἐθεσπίσθη τήν 23η 'Ιουλίου 1975 (σημείο ΙΙ, 1.3 καί 3.1), μόνη ή 'Επιτροπή ενεργούσα συλλογικῶς εἶχε ἁρμοδιότητα γιά νά καταρτίσει τόν τελικό πίνακα τῶν κυκλικών μετακινήσεων ὅμως, ή προσβαλλομένη ἀπόφαση δέν ελήφθη παρά μόνο ἀπό τό αρμόδιο ἐπί θεμάτων τοῦ προσωπικού καί τῆς διοικήσεως μέλος τῆς 'Επιτροπής.
Ή 'Επιτροπή δέν ἀμφισβητεί τό παραδεκτό τοῦ λόγου αὐτοῦ. Θεωρώ ὅτι είναι ἀβάσιμος. 'Από τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 5ης 'Οκτωβρίου 1977 (άρθρο 3), πού άφορᾶ τήν άσκηση τῶν ἐξουσιῶν, οἱ όποιες μετεβιβάσθησαν στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ἡ άσκηση τῆς εξουσίας ἀνατοποθετήσεως τῶν υπαλλήλων Α 4 έως Α 8 μαζί μέ τήν θέση τους εἶχε παραχωρηθεί στό επιφορτισμένο μέ τά θέματα προσωπικού καί διοικήσεως μέλος τῆς 'Επιτροπής. Μολονότι ἡ ἀναφορά, ἀπό τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση, στην ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής τῆς 25ης 'Ιουλίου 1974 (καταργηθείσα μέ τήν ἀπόφαση τῆς 5ης 'Οκτωβρίου 1977) δέν εἶναι ἀκριβής, πάντως ἡ Επιτροπή δέν ἠδυνήθη, κατά τήν συνεδρίαση της τῆς 26ης 'Απριλίου 1978, νά εγκρίνει τόν πίνακα τῶν προβλεπομένων μετακινήσεων γιά τό 1979, παρά μόνο κατά τό μέτρο πού ήταν ἡ «ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή», πράγμα πού επεφύλασσε τήν ἁρμοδιότητα τοῦ επιφορτισμένου μέ τά θέματα προσωπικού επιτρόπου.
'Εξ άλλου, παρατηρώ ὅτι, ἄν ὁ ἀνατοποθετηθείς υπάλληλος ἀντικαθίσταται ἀπό άλλο υπάλληλο μαζί με τήν θέοη του — ὅπως φαίνεται ὅτι συμβαίνει μέ τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως — τό εγχείρημα περικλείει τόν κίνδυνο επιπτώσεων στην δομή καί στην εύρυθμη λειτουργία τῆς υπηρεσίας ἀπό τήν ὁποία προέρχεται ὁ υπάλληλος. Πάντως, δέν θά επιμείνω ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ πού δέν ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς παρούσης υποθέσεως.
2. Κατάχρηση εξουσίαςΜιά ἀπόφαση μεταθέσεως δύναται νά φέρει τό στίγμα τῆς καταχρήσεως εξουσίας ἄν φαίνεται, βάσει ἀντικειμενικών, πειστικών καί συγκλινουσῶν ενδείξεων, ὅτι ελήφθη γιά σκοπούς άλλους έκτός τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας (προαναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1966, Gutmann).
'Ορισμένες ενδείξεις ὁδηγοῦν στην σκέψη ὅτι ευρισκόμεθα ενώπιον μιᾶς τέτοιας περιπτώσεως.
Τήν 19η 'Ιουνίου 1978, ἕνα υπηρεσιακό σημείωμα προερχόμενο ἀπό τόν L. προκαλεί τήν ἀποστολή στό Σαντιάγκο μιας ἀνακριτικής επιτροπής, ἀπό τῆς 12ης μέχρι τῆς 14ης 'Ιουλίου 1978, γιά νά διεξαγάγει ἀνακρίσεις ἐπί τῆς καταγγελθείσης επιλήψιμου συμπεριφορᾶς.
Ό René Demont παρατηρεί ὅτι ἡ ἀπόφαση μεταβολής τῆς τοποθετήσεως του ελήφθη τήν 10η Νοεμβρίου 1978, ήτοι μετά τό προαναφερθέν υπηρεσιακό σημείωμα, τήν έναρξη τῆς πειθαρχικής διώξεως (25 Σεπτεμβρίου 1978) καί τήν ἀκρόασή του στίς Βρυξέλλες κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 87 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως (επίσης τήν 25η Σεπτεμβρίου 1978). Ἀπό αυτό συμπεραίνει ὅτι ἡ μεταβολή τοποθετήσεως του έχει πειθαρχικό χαρακτήρα.
Πρέπει νά παρατηρηθεί σχετικῶς ὅτι ὁ βοηθός τοῦ γενικού διευθυντού τῶν εξωτερικών υποθέσεων ἐθεώρει, σέ υπηρεσιακό σημείωμα πού ἀπηύθυνε στόν προϊστάμενό του τήν 23η 'Ιουνίου 1978, ὅτι, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 19ης 'Ιουνίου 1978, «ἡ ἄμεση ἀνάκληση τοῦ Demont στίς Βρυξέλλες» (υπογεγραμμένη στό πρωτότυπο) ἐπεβάλλετο πρίν ἀκόμα γίνει «πρόσκληση ἐν ὄψει τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ προσφεύ-
γοντος». Ἐξ άλλου, ὁ ἴδιος βοηθός τόν ἐπληροφόρησε τήν 29η 'Ιουνίου 1978, «ἀνεπισήμως καί ὑπό προσωπική ιδιότητα», ὅτι ἡ διεύθυνση θά προέτεινε στην επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, ἡ ὁποία επρόκειτο νά συγκλιθεῖ ἀρχάς 'Ιουλίου, νά «προσθέσει» τό ὄνομά του στόν πίνακα τῶν μελετωμένων γιά τό 1978 μετακινήσεων.
"Οσον ἀνησυχητικές καί ἄν εἶναι οἱ συμπτώσεις αυτές, πρέπει νά διαπιστωθεί ὅτι ή μετάθεση τοῦ προσφεύγοντος δέν έχει σχέση μέ τήν πειθαρχική δίωξη, πού εἶχε ἀσκηθεί εναντίον του. Έκτοτε, ἡ διαδικασία αυτή κατέληξε στην επιβολή ἐπιπλήξεως, τήν 15η 'Ιουνίου 1979 (τῆς ὁποίας ὁ προσφεύγων ζητεῖ τήν ἀκύρωση μέ τήν προσφυγή του ἀριθ. 115/80). Τά δύο μέτρα πρέπει νά διαχωρισθοῦν, έκτος ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ ἀνατοποθέτηση (πού δέν περιλαμβάνεται μεταξύ τῶν πειθαρχικών ποινών πού δύνανται νά ἐπιβληθούν) συνιστᾶ — ὅπως ἀκριβώς ἡ ἀνάκληση — συντηρητικό μέτρο πού προηγείται τῆς ἐπιπλήξεως, καί τό όποιο, κατά κάποιο τρόπο, προστίθεται στην επίπληξη (ὁπότε ὁ κανόνας «non bis in idem» θά ἀπαγόρευε νά επιβληθεί ποινή δύο φορές γιά τό 'ίδιο παράπτωμα, ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1966, Gutmann, REC. σ. 172).
3. Παράβαση τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς καί τῶν γενικών άρχων χρηστής διοικήσεως καί τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης τοῦ υπαλλήλου
Μολονότι δύναται νά προκαλέσει στόν υπάλληλο οικογενειακές δυσκολίες καί οικονομική δυσχέρεια, ἡ ἀνατοποθέτηση δέν ἀποτελεί ἀσύνηθες ούτε ἀπρόβλεπτο γεγονός στην σταδιοδρομία του, οἱ τόποι υπηρεσίας στους οποίους δύναται νά υπηρετήσει κατανέμονται σέ πολλά κράτη καί ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, γιά νά ἀντιμετωπίσει τις ἀπαιτήσεις τῆς υπηρεσίας, δύναται νά ὁδηγηθεί στην μετακίνηση τῶν υπαλλήλων της. Αυτό εἶναι ιδιαιτέρως ἀληθές ὡς πρός τό προσωπικό των «εξωτερικών ἀντιπροσωπειῶν». 'Εξ άλλου, ἔχουν προβλεφθεί ὁρισμένα πρόσθετα μέτρα, γιά νά διευκολυνθεί ἡ ἀνατο-ποθέτηση τοῦ υπαλλήλου καί ὁ προσφεύγων ἔχει επωφεληθεί ἀπό αυτά.
Ή λήψη τῆς ἀποφάσεως, ἐξ άλλου, δέν εξαρτᾶται ἀπό τήν ὕπαρξη «αιτήσεως» ούτε ἀπό τήν συναίνεση τοῦ υπαλλήλου.
Κατά τήν ἀπόφαση τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981, Carbognani καί Coda Zabetta (σκέψη 23):
«Ἡ λειτουργία τῆς κοινοτικῆς διοικήσεως συνεπάγεται γιά κάθε κοινοτικό υπάλληλο τήν υποχρέωση νά δέχεται κάθε τοποθέτηση πού ἀνταποκρίνεται στην κατηγορία καί τό βαθμό τῆς θέσεώς του, σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας, εντός τοῦ συνόλου τῆς Κοινότητος, σέ κάθε τόπο εργασίας τοῦ ὀργάνου, στό όποιο έχει ἀναλάβει υπηρεσία. Οἱ δυσχέρειες, προσωπικοῦ καί οἰκογενειακοῦ χαρακτήρα, πού δύνανται νά προκύψουν ἀπό τήν εκτέλεση τῆς υπηρεσίας ὑπό αυτές τίς συνθήκες, ἀντισταθμίζονται μέ τά πλεονεκτήματα καί προνόμια πού περιλαμβάνει ὁ κανονισμός τῆς ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας.»
καί (σκέψη 28):
«... Ἔχει ἀναγνωρισθεί μέ πάγια νομολογία ὅτι τά όργανα τῆς Κοινότητος εἶναι ελεύθερα νά ὀργανώνουν τίς υπηρεσίες τους, σέ συνάρτηση μέ τήν ἀποστολή πού τους έχει ἀνατεθεί καί νά τοποθετοῦν, ενόψει αυτής τῆς ἀποστολής, τό προσωπικό πού εἶναι στην διάθεση τους.»
Ή θέση τοῦ προσφεύγοντος, κατά τήν ὁποία ἡ συναίνεση τοῦ υπαλλήλου γιά τόν όποιο πρόκειται εἶναι ἀναγκαία προκειμένου νά πραγματοποιηθεί μιά ἀνατοπο-θέτηση «θά εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά περιορίσει κατά τρόπο μή ἀνεκτό τήν ελευθερία των ὀργάνων γιά λήψη μέτρων κατά τήν ὀργάνωση τῶν υπηρεσιών τους καί κατά τήν προσαρμογή τῆς ὀργανώσεως αυτής στην εξέλιξη τῶν ἀναγκών».
Ἐξ άλλου, ὁ René Demont τονίζει ὅτι ή εκπαίδευση τοῦ υἱοῦ του ἐπηρεάσθη ἀπό τήν σχετική σπουδή μέ τήν ὁποία ἡ ἀπόφαση ετέθη σέ εφαρμογή.
Ή άποψη αυτή μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νά ἀπορριφθεῖ.
Ή σκέψη ἀριθ. 37 τῆς ἀποφάσεως σας, πού ἀνεφέρθη ήδη, ὁρίζει:
«Ειδικότερα, ὅσον ἀφορᾶ τά σχολικά προβλήματα, πρέπει νά παρατηρηθεί ὅτι, χάρη στά μέτρα πού έχουν ληφθεί ἀπό τά όργανα καί τίς κυβερνήσεις τῶν Κρατών μελών, ἡ λύση τους δέν πρέπει νά παρουσιάζει προβλήματα πού δέν μπορεί νά υπερπηδηθούν ἀπό τίς οικογένειες τῶν ευρωπαίων υπαλλήλων.»
'Εν προκειμένω, ὁ προσφεύγων ἐνημερώθη μέ τηλετύπημα, τήν 29η 'Ιουνίου 1978, ὅτι θά ἐπροτείνετο στην επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως, ἡ ὁποία θά συνεδρίαζε ἀρχάς 'Ιουλίου, νά προστεθεί τό ὄνομά του στόν πίνακα τῶν προβλεπομένων γιά τό 1978 μετακινήσεων καί ὅτι, ἄν ἡ πρόταση αυτή ἐγίνετο δεκτή, θά ἐκαλεῖτο νά επανέλθει στά καθήκοντά του στίς Βρυξέλλες τήν 1η Σεπτεμβρίου.
Μολονότι ἡ 'Επιτροπή δέν ἀπεδέχθη τήν πρόταση αυτή, ὁ προσφεύγων εἰδοποιήθη μέ τηλετύπημα, τήν 20ή 'Ιουλίου 1978, ὅτι θά ἀνεκαλεῖτο στίς Βρυξέλλες ὄχι κατά τό τρίτο τρίμηνο, άλλά τόν Δεκέμβριο 1978, ώστε νά ληφθεί ὑπ᾽ όψη ἡ διαφορά τοῦ σχολικοῦ έτους στό νότιο ημισφαίριο.
"Αν ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση φαίνεται κατ' ἀρχήν δικαιολογημένη, πάντως, ὁ τρόπος εφαρμογῆς τῆς εἶναι ἐπικριτέος. Δέν ἀποκλείεται ἡ εφαρμογή τῆς νά ἐπεταχύνθη μετά τήν λήψη τῆς ἀποφάσεως περί πειθαρχικῆς διώξεως τοῦ προσφεύγοντος. Ή ἀπόφαση δέν ἐφηρμόσθη κατά τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1979, ἀλλά στην πραγματικότητα ἀπό1ης 'Ιανουαρίου 1979 ἑπομένως, ὁ προσφεύγων ὤφειλε νά επανέλθει στίς Βρυξέλλες πρό τοῦ τέλους τοῦ 1978, ἐνῶ δέν ἀντεκατεστάθη πραγματικά ἀπό ὑπάλληλο τῶν Βρυξελλών βαθμοῦ A4, ὁ όποιος καί αυτός ἐτοποθετήθη μαζί μέ τήν θέση του, παρά μόνο τήν 15η 'Απριλίου 1979. Τό γραφείο (ἀποστολή) τοῦ Σαντιάγκο ἐστερήθη έτσι διευθύνσεως ἐπί τέσσερις σχεδόν μῆνες Προτείνω νά λάβετε ὑπ᾽ ὄψη τό στοιχείο αυτό, επιβάλλοντας μέρος τῶν δικαστικών εξόδων τοῦ προσφεύγοντος στην Ἐπιτροπή.
Κατά τά λοιπά, ἡ εξέταση τοῦ λόγου πού ἀναφέρεται στην παράβαση τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως (καθήκον συνδρομής), ὅτι ἡ διοίκηση παρέλειψε νά επαληθεύσει τό βάσιμο τῶν δια-τυπωθεισῶν κατά τοῦ προσφεύγοντος κατηγοριῶν, συνδέεται στενῶς μέ τήν εξέταση τῆς ουσίας τῆς υποθέσεως 115/80, στην ὁποία θά προχωρήσω ἀμέσως.
Ὡς πρός τήν πρώτη αυτή προσφυγή προτείνω τήν ἀπόρριψη τῆς καί, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη τίς πολύ ειδικές περιστάσεις ὑπό τίς όποιες ἐπεσυνέβη ἡ μεταβολή τοποθετήσεως τοῦ René Démont, ἡ 'Επιτροπή, έκτός ἀπό τά δικά τῆς δικαστικά έξοδα, νά φέρει καί τό ήμισυ τῶν δικαστικών εξόδων στά όποια υπεβλήθη ὁ προσφεύγων.
'Υπόθεση 115/80
Μέ τήν δεύτερη αυτή προσφυγή του ὁ René Démont ζητεῖ τήν ἀκύρωση τῆς ἐπιπλήξεως πού τοῦ επεβλήθη τήν 19η 'Ιουνίου 1979, καθώς καί τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 7ης Μαρτίου 1980, μέ τήν ὁποία ἀπερρίφθη ἡ διοικητική του ἔνσταση πού υπέβαλε τήν 10η Αυγούστου 1979 κατά της ποινής αυτής. Κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα δέν τίθεται ὡς πρός τό παραδεκτό τῆς προσφυγής αυτής εἶναι προφανές ὅτι ή ἀκύρωση τῆς ρητής αυτής ἀπορρίψεως 'έχει χαρακτήρα ἐπικουρικό ἐν σχέσει μέ τήν ἀκύρωση τῆς ιδίας τῆς ποινής.
Προς υποστήριξη τῆς προσφυγής του ὁ ενδιαφερόμενος προβάλλει, ἀφ᾽ ενός, τήν ἀνυπαρξία τῶν διοικητικών ἀμελειών πού τοῦ προσήφθησαν — παράβαση τοῦ άρθρου 25 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως (εσφαλμένη αιτιολογία), ή ὁποία συνοδεύεται ἀπό τήν παράβαση τῆς υποχρεώσεως συνδρομής τοῦ ὀργάνου έναντι τῶν υπαλλήλων του (άρθρο 24) — καί, ἀφ᾽ έτερου, τήν παραβίαση ὁρισμένου ἀριθμοῦ κανόνων ἡ γενικών άρχῶν πού ἀφορούν τό δικαίωμα υπερασπίσεως.
I —
Ἀρχίζω ἀπό τόν τελευταίο λόγο. Ό προσφεύγων Ισχυρίζεται ὅτι:
—
Ή 'Επιτροπή τοῦ έταξε ἀνεπαρκή προθεσμία γιά νά προετοιμάσει τήν υπεράσπιση του
—
ή 'Επιτροπή δέν επέτρεψε, τόσο στον ἴδιο προσωπικώς ὅσο καί στόν δικηγόρο του νά λάβουν γνώση τοῦ φακέλλου πού ἐσχηματίσθη εἰς βάρος του
—
δέν έλαβε ἀντίγραφο οὔτε ἠδυνήθη νά λάβει γνώση ὅλων τῶν καταθέσεων τῶν προσώπων πού ἀναφέρονται στην προσβαλλομένη ἀπόφαση
—
τέλος, ένα υπηρεσιακό σημείωμα, συντεταγμένο ἀπό τό ὑποδειχθέν ἀπό τήν διοίκηση πρόσωπο προκειμένου νά συντάξει έκθεση γιά λογαριασμό της, ἀπεσύρθη ἀπό τόν φάκελλο τῆς πειθαρχικής του διώξεως πάντως, ἀφοῦ αυτό τό σημείο διευκρινίσθη κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας, δέν επανέρχομαι ἐπ᾽ αυτού.
Ὑπενθυμίζω ὅτι στόν τίτλο «πειθαρχικό καθεστώς» τό άρθρο 86 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ἀπαριθμεί ἑπτά μέτρα. Γιά τά δύο πρώτα (έγγραφη προειδοποίηση καί επίπληξη) θεωρούμενα ὡς λιγότερα σοβαρά, ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 87 ὁρίζει ὅτι «ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή δύναται νά επιβάλει τήν κύρωση, χωρίς διαβούλευση μέ τό πειθαρχικό συμβούλιο, προτάσει τοῦ ἱεραρχικῶς ἀνωτέρου τοῦ υπαλλήλου ἤ μέ δική της πρωτοβουλία καί μετά ἀπό ἀκρόαση τοῦ ενδιαφερομένου». 'Αντιθέτως κατά τήν παράγραφο 2 «οι άλλες κυρώσεις επιβάλλονται ἀπό τήν αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή μετά τό πέρας τῆς πειθαρχικής διαδικασίας πού προβλέπεται στό παράρτημα ΙΧ...».
Ή διαδικασία αυτή συνεπάγεται τήν σύνταξη ἀναφοράς ἐκ μέρους τῆς αρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής, τήν μεταβίβαση της στον πρόεδρο καί τά μέλη τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου καθώς καί στόν διωκόμενο υπάλληλο (άρθρο 1). «Ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀναφοράς αυτής, ὁ διωκόμενος υπάλληλος δικαιούται νά λάβει πλήρη γνώση τοῦ ἀτομικού του φακέλλου, καθώς καί νά λάβει ἀντίγραφα ὄλων τῶν έγγραφων τῆς διαδικασίας» (άρθρο 2). «Κατά τήν πρώτη συνεδρίαση τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου ὁ πρόεδρος ὁρίζει ἕνα ἀπό τά μέλη αυτού για νά συντάξει ἀναφορά ἐπί τοῦ συνόλου τῆς υποθέσεως» (άρθρο 3). «Στό διωκόμενο υπάλληλο παρέχεται προθεσμία δέκα πέντε ήμερῶν τουλάχιστον ἀπό τῆς ημερομηνίας γνωστοποιήσεως τῆς ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία κινεί τήν πειθαρχική διαδικασία, γιά νά προετοιμάσει τήν υπεράσπιση του. Ἐνώπιον τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου, ὁ υπάλληλος δύναται νά υποβάλει γραπτές ἡ προφορικές παρατηρήσεις, νά προτείνει μάρτυρες καί νά παρασταθεί μέ συνήγορο τῆς εκλογής του» (άρθρο 4). «... Τό πειθαρχικό συμβούλιο δύναται νά διατάξει κατ' ἀντιπαράσταση ἐξέταση. Ή κατ' ἀντιπαράσταση εξέταση διεξάγεται ἀπό τόν εισηγητή...» (άρθρο 6).
Ὅπως γνωρίζετε, ἔχει επιβληθεί ἡ ποινή τῆς ἐπιπλήξεως καί ἡ εγγύηση πού συνιστά ή ἀκρόαση τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου δέν ὤφειλε νά τηρηθεί. Εἶναι πάντως φανερό ὅτι, ὅταν ἡ διοίκηση προτίθεται νά επιβάλει ποινή κατά υπαλλήλου, ὀφείλει, πρίν τον ἀκούσει, νά τοῦ διευκρινίσει ἄν ἡ λήψη τοῦ μέτρου πού ἔχει ὑπ' ὄψη της, επιβάλλει ή όχι τήν σύγκληση τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου, ώστε τό διωκόμενο πρόσωπο νά δυνηθεί νά επωφεληθεί ενδεχομένως των εγγυήσεων πού περιλαμβάνει ἡ προβλεπομένη στό παράρτημα ΙΧ «πειθαρχική διαδικασία». Ἐπιπροσθέτως, ἡ ἀρχή τοῦ σεβασμοῦ τοῦ δικαιώματος υπερασπίσεως, περί τοῦ ὁποίου προνοεί τό παράρτημα ΙΧ — καί κυρίως τό άρθρο 4 — ισχύει, mutatis mutandis γιά τήν έγγραφη προειδοποίηση καί τήν επίπληξη.
1.
Ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς αρχή, ἐν προκειμένω τό ἁρμόδιο ἐπί θεμάτων προσωπικοῦ μέλος τῆς 'Επιτροπής, ἠκο-λούθησε τήν διαδικασία αυτή : κατόπιν τῆς ἀναφορᾶς πού συνέταξε τήν 25η 'Ιουλίου 1978 ἡ επιτροπή, ἡ ὁποία ἀπεστάλη στό Σαντιάγκο γιά νά διεξαγάγει ἀνακρίσεις ἐπί τῶν ενεργειών τοῦ προσφεύγοντος, ἀπεφάσισε νά κινήσει εναντίον του τήν πειθαρχική διαδικασία κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 87, διώρισε «εισηγητή» τόν διευθυντή τῆς γενικής διευθύνσεως «'Επιστημονική καί Τεχνική Πληροφόρηση», Lannoy, καί ἐκοινοποίησε εγγράφως στον René Demont τίς «κατηγορίες» τοῦ ἱεραρχικῶς προϊσταμένου του καθώς καί τήν έκθεση τῆς ἀνακριτικής επιτροπής. Τρεις μέρες μετά τήν κοινοποίηση αυτή, ὁ «εἰσηγητής» προέβη στην ἀκρόαση τοῦ ενδιαφερομένου. Ό τελευταίος κατέθεσε γραπτές εξηγήσεις καί ἐκλήτευσε μάρτυρες, οἱ όποιοι ἐξη-τάσθησαν. Παρ' ὅλο ὅτι δέν διέθετε παρά πολύ σύντομη προθεσμία ἀπό τήν ώρα τῆς επιστροφής του ἀπό τό Σαντιάγκο, ὁπότε ἔλαβε τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ L. καί τήν έκθεση τῆς ἀνακριτικής επιτροπής πού εστάλη στό Σαντιάγκο, μέχρι τήν πρώτη του ἀκρόαση, τήν οποία ἐπηκολούθησαν δύο άλλες (τήν 19η 'Ιανουαρίου καί τήν 3η 'Απριλίου 1979) καί, συνολικῶς, θεωρώ ὅτι ή προθεσμία πού τοῦ εδόθη γιά νά προβάλει τά μέσα υπερασπίσεως του ήταν Ικανοποιητική.
2.
Ἀντιθέτως, παρ' ὅλον ὅτι ὁ προσφεύγων ἐπωφελήθη, φυσικά, τῶν συμβουλῶν ἑνός δικηγόρου, ὁ τελευταίος ουδέποτε ἠδυνήθη νά λάβει γνώση τοῦ φακέλλου τοῦ προσφεύγοντος. 'Απευθυνθείς την 2α 'Απριλίου 1979 στον γενικό διευθυντή τοῦ προσωπικοί) γιά νά δυνηθεί νά λάβει γνώση τοῦ σχετικοῦ μέ την διαδικασία πού εἶχε κινηθεί κατά τοῦ πελάτου του φακέλλου καί ἀφοῦ την 21η Μαΐου 1979 ἀπέστειλε επιστολή ὑπομνήσεως, έλαβε τήν ἀπάντηση, στίς 6 'Ιουνίου 1979 — ἐνῶ ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση ελήφθη τήν 15η 'Ιουνίου — ὅτι ὁ προσφεύγων ουδέποτε ἐζήτησε ἡ ἀκρόαση του νά διεξαχθεί παρουσία συνηγόρου καί ὅτι μόνο στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ἡ διοίκηση θά ἀντιμετώπιζε τήν κίνηση τῆς προβλεπομένης στό παράρτημα ΙΧ πειθαρχικής διαδικασίας θά ἠδύνατο ὁ ενδιαφερόμενος νά ζητήσει τήν συμπαράσταση ενός συνηγόρου. 'Εν προκειμένω, παίζομε λιγάκι μέ τίς λέξεις. Πράγματι, ναί μέν ὁ προσφεύγων δέν ἐζήτησε τήν συμπαράσταση δικηγόρου κατά τήν διάρκεια τῶν καταθέσεων του, εἶχε ὅμως εξουσιοδοτήσει, ἀπό τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979, τόν δικηγόρο του στίς ὑπό κρίση υποθέσεις νά λάβει γνώση τοῦ προσωπικοῦ του φακέλλου, καθώς καί τοῦ σχετικού μέ τήν διαδικασία πού εἶχε κινηθεί εναντίον του φακέλλου.
Τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ υπευθύνου επιτρόπου τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1978 ἀναφέρεται στό σύνολο τοῦ ἄρθρου 87 καί τά σχετικά μέ τήν υπόθεση αυτή εσωτερικά υπηρεσιακά σημειώματα φέρουν τήν επικεφαλίδα: «'Αντικείμενο: πειθαρχική διαδικασία κατά τοῦ Demont». Τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ γενικού διευθυντοῦ προσωπικοῦ τῆς 29ης Μαΐου 1979, τό όποιο παραγγέλλει στό ἁρμόδιο μέλος τῆς 'Επιτροπής νά ἀσχοληθεί μέ τήν υπόθεση αύτη «χωρίς νά ἀναφερθεί στό πειθαρχικό συμβούλιο», φέρει επίσης τόν ἴδιο τίτλο. Μόλις τήν 6η 'Ιουνίου 1979 ὁ δικηγόρος του εἰδοποιήθη ὅτι ἡ διαδικασία πού ἐκινεῖτο έως τότε κατά τοῦ ἐνδιαφερομένου ἐβασίζετο ἐπί τοῦ εδαφίου 1 τοῦ ἄρθρου 87.
Ἡ 'Επιτροπή επεξηγεί ὅτι οὔτε οἱ κανόνες τοῦ παραρτήματος ΙΧ ούτε οἱ γενικές ἀρχές τοῦ πειθαρχικού δικαίου τῆς επέβαλλαν νά επιτρέψει στόν δικηγόρο τοῦ René Démont νά λάβει γνώση τοῦ φακέλλου πού ἐσχηματίσθη εις βάρος τοῦ πελάτου του, ἐφ' ὅσον ή διαδικασία δέν κατέληξε παρά σέ μιά ἀπό τίς προβλεπόμενες στό άρθρο 87 εδάφιο 1 ποινές.Ὁ ενδιαφερόμενος δέν έχει δικαίωμα νά ζητήσει τήν συμπαράσταση δικηγόρου παρά μόνο ἄν ἡ διοίκηση ἀπεφάσιζε «νά κινήσει» τήν πειθαρχική διαδικασία πού προβλέπεται στό παράρτημα ΙΧ.
Βεβαίως, δέν εἶναι πάντοτε εύκολο νά γίνει ἐξ ὑπαρχῆς γνωστό ἐάν ἡ σοβαρότης τοῦ επαγγελματικού παραπτώματος τοῦ υπαλλήλου συνεπάγεται ἡ ὄχι βαρύτερη ἀπό τήν επίπληξη ποινή, ἀλλά θεωρώ ὅτι πρίν επιβληθεί οἱαδήποτε ἀπό τίς προβλεπόμενες στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ποινές θά ήταν ὀρθό νά πληροφορείται ὁ κατηγορούμενος υπάλληλος περί τῆς σχετικής σοβαρότητος τῆς μελετωμένης ποινής. 'Επί πλέον, μολονότι ἡ παρουσία δικηγόρου ή συμβούλου, τῆ αιτήσει τοῦ ενδιαφερομένου, δέν ἀπαιτείται παρά μόνο ενώπιον τοῦ πειθαρχικού συμβουλίου (συνδυασμένες διατάξεις τοῦ ἄρθρου 87 εδάφιο 2 καί τοῦ παραρτήματος ΙΧ), τό εδάφιο 1 τοῦ άρθρου 87 δέν ἀποκλείει καθόλου ὁ ενδιαφερόμενος νά ἐπικουρεῖται ἀπό δικηγόρο καί ὁ δικηγόρος νά λαμβάνει γνώση τοῦ φακέλλου. Θά ήταν ευχής έργο νά γίνει δεκτό ὅτι, μόλις κινεῖται ἡ πειθαρχική διαδικασία βάσει τοῦ ἄρθρου 87 καί οἱαδήποτε καί ἄν εἶναι ἡ έκβαση της, ὁ κατηγορούμενος υπάλληλος νά έχει το δικαίωμα συμπαραστάσεως ἀπό τρίτο πρόσωπο προκειμένου νά προετοιμάσει τήν υπεράσπιση του, καί μέ τό δικαίωμα τό πρόσωπο αυτό νά λαμβάνει γνώση τοῦ φακέλλου.
3.
'Αλλά συμβαίνει κάτι περισσότερο. Κατά τους μήνες 'Απρίλιο καί Μάιο 1979, ἐξητάσθησαν ὁρισμένοι μάρτυρες ἀπό υπαλλήλους άλλους έκτός τοῦ διορισθέντος ὡς «εἰσηγητοῦ» υπαλλήλου (ἀκροάσεις τῶν Forwood, Renner, Barberis, Long, Lesseliers, Pendville καί Angelini). Καμμιά ἀπό τίς μαρτυρικές αυτές καταθέσεις δέν ἐκοινοποιήθη στον René Demont, ἐν ἀντιθέσει πρός τά πρακτικά τῆς ἀκροάσεώς του ἀπό τόν εισηγητή.
Ή Ἐπιτροπή, εκφράζοντας τήν λύπη της γιά τήν παράλειψη αυτή, επεξηγεί ὅτι οἱ μαρτυρικές αυτές καταθέσεις δέν επέδρασαν καθόλου ἐπί τῆς προσβαλλομένης αποφάσεως καί ὅτι ὁ προσφεύγων δέν υπέστη καμμία βλάβη λόγω τῆς παραλείψεως αυτής. Μόνος ὁ ισχυρισμός αυτός δέν είναι πειστικός. Οἱ καταθέσεις αυτές — τίς όποιες θά βρείτε στόν φάκελλο καί οἱ όποιες, στην πλειοψηφία τους, ας τό υπογραμμίσω, εἶναι επιβαρυντικές γιά τόν κατηγορούμενο — ἄν ήσαν ἀνώδυνες, τότε τίθεται τό ερώτημα τῆς χρησιμότητος τῆς, κατ' ἀλφαβητική σειρά, ἀναφοράς τους στην προσβαλλομένη ἀπόφαση.
Δύναται ἀσφαλώς ἀπό ὁρισμένες ἀποφάσεις σας νά εξαχθεί a contrario, τό συμπέρασμα ὅτι ἡ κοινοποίηση ενός έγγράφου δέν εἶναι υποχρεωτική παρά μόνο κατά τό μέτρο πού δύναται νά ἀσκήσει ἀποφασιστική επίδραση ἐπί τῆς τελικής ἀποφάσεως (3 Φεβρουαρίου 1971, Rittweger, υπόθεση 21/70, Rec. σ. 18).
Παρίσταται δυσχερές νά επεκταθεί ἡ νομολογία αυτή στον πειθαρχικό τομέα καί ή έλλειψη γνωστοποιήσεως καταθέσεων, ἰδίως ἐπιβαρυντικών, συνιστᾶ παράβαση οὐσιώδους τύπου.
4.
Τέλος, ὁ άμεσος ιεραρχικά προϊστάμενος τοῦ René Demont, πού ἀποτελεί τήν αιτία τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως, θά έπρεπε ἄν ὄχι νά τεθεί σέ ἀντιπαράσταση μέ τό πρόσωπο πού κατηγορούσε, τουλάχιστο νά καταθέσει στό πλαίσιο τῆς πειθαρχικής διαδικασίας. Μετά τήν ἀκρόαση του, κατά τήν παραμονή τῆς ἀνακριτικής επιτροπής στό Σαντιάγκο, οὔτε ετέθη σέἀντιπαράσταση μέ τόν προσφεύγοντα, ούτε κάν ελήφθη μαρτυρική του κατάθεση.
Γιά τους διαφόρους αυτούς λόγους, ἀμφιβάλλω κατά πόσον ἡ ἀπόφαση αυτή ελήφθη κατόπιν κανονικής διαδικασίας.
II —
Ἐθεώρησα, τελικώς, ὅτι ἡ κάπως βεβιασμένη ἀνάκληση τοῦ προσφεύγοντος δέν είχε τόν χαρακτήρα συγκεκαλυμμένης πειθαρχικής ποινής, πιστεύω ὅμως ὅτι έχω ἀρκούντως καταδείξει ὅτι τό ὀκτασέλιδο «εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα» πού ἐγράφη ἀπό τό Σαντιάγκο, τήν 19η 'Ιουνίου 1978, ἀπό τόν άμεσο ιεραρχικά προϊστάμενο τοῦ προσφεύγοντος ὑπ' όψη τοῦ Günther Burdhardt, βοηθού τοῦ γενικού διευθυντού ἐπί τῶν εξωτερικών σχέσεων δέν ήταν καθόλου ξένο πρός τήν ἀνάκληση.
'Αντιθέτως, τό σημείωμα αυτό, ἀναφερόμενο ρητώς στην προσβαλλομένη ἀπόφαση, ἀποτελεί τήν άμεση αιτία τῆς κινήσεως τῆς πειθαρχικής διαδικασίας καί τῆς ποινής πού επεβλήθη στόν René Demont.
Δέν εἶναι, συνεπώς, καθόλου ἀνώφελο νά ἀναφερθοῦν ὁρισμένα στοιχεία ἀπό τήν ἀλληλουχία μέσα στην ὁποία ελήφθη ἡ ἀπόφαση, τά όποια ἐξ άλλου δανείζομαι ἀπό τόν φάκελλο.
Ό L. εντεταγμένος στον βαθμό Α 4 καί άμεσος Ιεραρχικά προϊστάμενος τοῦ προσφεύγοντος, υπηρετών στό Σαντιάγκο τῆς Χιλής, έδρα τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς 'Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γιά τήν Λατινική 'Αμερική, εἶχε στην ἁρμοδιότητά του, πλέον τῆς Χιλής, εἰκοσιτέσσερις άλλες χώρες τῆς Κεντρικής καί Νοτίου 'Αμερικής. Διωρίσθη διαχειριστής παγίων προκαταβολών ἀπό τῆς 1ης 'Απριλίου 1972. Ό René Demont, εντεταγμένος στον βαθμό Α 7, εκτελούσε καθήκοντα υπαλλήλου διοικήσεως ὑπευθύνου ἐπί τῶν σχέσεων μέ τήν ὁμάδα τῶν "Ανδεων, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν προκήρυξη περί πληρώσεως τῆς θέσεως στην ὁποία διωρίσθη.
'Από τῆς ἀφίξεως τοῦ René Demont στό Σαντιάγκο τόν Αύγουστο 1973, τοῦ ἐνέθεσε ουσιαστικά την ευθύνη τῆς λογιστικής της υπηρεσίας παγίων προκαταβολών, πείθοντάς τον νά ἀσχολείται ἐπί πλέον μέ τήν δημοσιονομική καί λογιστική διαχείριση τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο κατά τόν υπόλοιπο διαθέσιμο χρόνο του.
Όμως, οἱ σχέσεις μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν δέν ήσαν αρμονικές. Κατά τόν Νοέμβριο1976, ἐδημιουργήθη διαμάχη, επειδή ὁ L. ἠρνήθη νά δεχθεί τήν πρόταση τοῦ René Demont νά ἀπολύσει λόγω κλοπῆς τό επιφορτισμένο μέ τήν πληρωμή τῶν καθαριστριῶν πρόσωπο. 'Εν συνεχεία, τό 1978, ὁ L. δέν συνετάχθη μέ τήν πρόταση τοῦ προσφεύγοντος, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στό νά ἀφαιρεθεί, ἀπό τόν οδηγό υπηρεσίας τό δικαίωμα ὁδηγήσεως τοῦ υπηρεσιακού αυτοκινήτου, γιά έξι μήνες, επειδή εκρίθη ένοχος ὅτι ὡδήγει τό προσωπικό του αυτοκίνητο ἐν καταστάσει μέθης. Τέλος, κατά τήν περίοδο 1977/1978, ὁ L. ἠρνήθη νά προσυπογράψει τίς εντολές καί τους λογαριασμούς αποστολών τοῦ υφισταμένου του.
Θά ἐνθυμεῖσθε επίσης ὅτι τήν 26η Μαΐου 1977 ἀπεφασίσθη νά μεταφερθεί ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐπιτροπῆς γιά τήν Λατινική 'Αμερική στό Καράκας καί νά διατηρηθεί στό Σαντιάγκο μιά περιορισμένη ἀποστολή. Στό πλαίσιο τῆς κυκλικής μετακινήσεως γιά τήν περίοδο 1977/1978, ὁ L. ἐτο-ποθετήθη στό Καράκας καί ἀπό τῆς 15ης Ἀπριλίου 1978 ἐπεφορτίσθη ad interim μέ τίς υποθέσεις τῆς αντιπροσωπείας τῆς 'Επιτροπῆς στήν Λατινική 'Αμερική, ἐνῶ ὁ υφιστάμενός του παρέμεινε στό Σαντιάγκο ὡς υπεύθυνος τοῦ γραφείου. Ἡ ἀπόφαση αύτη ελήφθη, ἐξ άλλου, παρ' ὅλες τίς ἀντιρρήσεις πού προέβαλε ὁ ἀρχηγός τῆς ἀντιπροσωπείας Wolfgang Renner, τόν Σεπτέμβριο 1977, ὑπό τήν ιδιότητα τοῦ υπευθύνου τύπου καί πληροφοριών μετά τήν ἀναχώρηση τῶν άλλων υπαλλήλων τῆς ἀντιπροσωπείας.
Δέν εἶναι γνωστό ἄν, ὅπως τό διαβεβαιώνει ἡ 'Επιτροπή, ἡ ἀνταλλαγή επιστολών μεταξύ τῶν δύο αυτών προσώπων, ἀπό της 19ης Μαΐου μέχρι τῆς 13ης 'Ιουνίου 1978, εἶχε μόνο «κοινότυπο» χαρακτήρα, πάντως τό προαναφερθέν «υπηρεσιακό σημείωμα» τοῦ L. τῆς 19ης 'Ιουνίου 1978 ξεφεύγει ἀπό τά συνήθη. 'Αλλά καλύτερα ἄς κριθεί τό σημείωμα αυτό.
Τό σημείωμα συνετάγη κατόπιν αιτήσεως τοῦ βοηθού τοῦ γενικού διευθυντού εξωτερικών σχέσεων κατόπιν συνδιαλέξεως πού εἶχε μέ τόν L. ἀντίγραφο τοῦ σημειώματος ἀπεστάλη στον Eduardo Volpi, διευθυντή στήν γενική διεύθυνση εξωτερικών σχέσεων. Ὁ L. εξέφρασε στήν ἀρχή τους φόβους του λόγω τοῦ ὅτι ὁ René Demont θά έμενε άμεσος υπεύθυνος τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο. Ὑποψιάζετο επίσης «συγκεκριμένως» τήν Goetschmann, «δεξί χέρι» τοῦ René Demont. Διευκρίνιζε: «ἄν (ἐγώ) διαθέτω ὁρισμένο ἀριθμό ενδείξεων πού (μοῦ) γεννούν σοβαρές ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν σωστή άσκηση, ἀπό τόν Demont, τῶν καθηκόντων του», καί ὑπεγράμμιζε επίσης ὅτι «είναι (θά εἶναι) δύσκολο νά προσκομισθοῦν ἀποδείξεις», άλλά ὅτι «ὁ πίνακας αυτός δέν εἶναι πλήρης». Ἐθεώρει ὅτι ήταν σέ θέση νά βεβαιώσει ὅτι «ὁρισμένοι τοπικοί υπάλληλοι εἶναι διατεθειμένοι νά καταθέσουν ὡς μάρτυρες ἐπί της μιάς ἡ τῆς άλλης ενδείξεως πού εκτίθενται κατωτέρω (ή καί γιά άλλες πού δέν γνωρίζει ἀκόμα), ιδίως παρέχοντάς τους εγγυήσεις κατά τῶν «ἀντιποίνων» τοῦ René Demont, καί, ὅσον ἀφορᾶ μερικούς ἀπ' αυτούς, ἄν τους παραχωρηθούν εγγυήσεις ἀνάλογες πρός αυτές τῆς «fifth amendment» (πέμπτης τροποποιήσεως). Περαιτέρω ἀνέπτυσσε μέ λεπτομέρειες σέ έξι σελίδες τίς «ενδείξεις», τίς όποιες διέθετε, καί πού ἀφοροῦσαν αυτό πού ἐχαρακτήριζε:
—
«κακή διαχείριση τῶν πιστώσεων»,
—
«κακή διαχείριση τῶν υποθέσεων τοῦ προσωπικοῦ»,
—
τέλος, «επαφές μέ εταιρίες ἤ πρόσωπα ξένα πρός την ἀντιπροσωπεία πού δέν περιποιοῦν τιμή στην υπόληψη υπαλλήλου τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων».
Καί προσέθετε: «Ἰδίως κατά τήν ἀναχώρηση μου γιά τό Καράκας, ἀναχώρηση ή ὁποία, ὑπό τίς παρούσες περιστάσεις, δέν μέ ἀπαλλάσσει ἀπό τίς ευθύνες μου ὡς πρός τήν εύρυθμη λειτουργία τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο, άλλά ἡ ὁποία, ἀφ᾽ έτερου, περιορίζει σοβαρῶς τά δικά μου μέσα επεμβάσεως καί ἀμεσου έλεγχου τῆς εὐρύθμου λειτουργίας του, ἐθεώρησα ὅτι ήταν ὑποχρέωση μου (δυσάρεστη) νά σᾶς ενημερώσω γιά τήν υπόθεση αυτή. Χωρίς νά θέλω κατά κανένα τρόπο νά προδικάσω τήν έκβαση τῶν ἀνακρίσεων πού θά ἐθεω-ρούσατε ενδεχομένως σκόπιμες (καί γιά τίς όποιες προσφέρω τήν συνεργασία μου), επιμόνως σᾶς παρακαλώ νά έλθετε ἀμέσως σέ επαφή μέ τους Renner καί Forwood, οἱ όποιοι συμμερίζονται, πιστεύω, τήν ενδόμυχη πεποίθηση μου, ὅτι αυτά πού σᾶς εξέθεσα ἀνωτέρω ἀποτελούν τήν κορυφή μόνο τοῦ παγόβουνου».
Ἀφοῦ ὁ L. ἀνέφερε προηγουμένως, ἐν παρενθέσει, ὅτι διέθετε ἐπί παραδείγματι μια «πλέον ἀόριστη ένδειξη κατά τήν ὁποία ὁ Demont εἶχε ενδεχομένως ἀναμειχθεί σέ λαθρεμπόριο ὅπλών» καί ἀφοῦ έκαμε μνεία τῶν «σχέσεων, οι όποιες έβαιναν πέραν τῶν επαγγελματικών σχέσεων» πού ὑφίσταντο μεταξύ τοῦ προσφεύγοντος καί ορισμένων προσωρινών υπαλλήλων πού εἶχαν προσληφθεί κατ' ευθείαν ἀπό αυτόν, πράγμα τό όποιο ήταν «πασίγνωστο στην ἀντιπροσωπεία (ὅπως ἐξ άλλου καί έναντι τῆς ἰδίας τῆς κυρίας Demont)», διερωτώμεθα σέ τί ἠδύνατο νά συνίσταται τό υπόλοιπο «παγόβουνο».
Κατέληγε ὡς έξῆς: «Κατά συνέπεια συνιστώ τήν άμεση ἀνάκληση τοῦ Demont στίς Βρυξέλλες ἀποφεύγοντας κατ' αυτό τόν τρόπο νά παραμείνει — έστω καί γιά σύντομο χρονικό διάστημα — άμεσος υπεύθυνος τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο...».
Τέσσερις ήμερες ἀργότερα, τήν 23η 'Ιουνίου 1978, μέ επιμέλεια πού έρχεται κάπως σέ ἀντίθεση μέ τήν βραδύτητα πού επέδειξε ή 'Επιτροπή κατά τήν σύλληψη τοῦ δημοσιογράφου, γιά τόν όποιο γίνεται λόγος κατωτέρω, ὁ βοηθός τοῦ γενικού διευθυντή μετε-βίβασε τό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ L. στόν προϊστάμενό του, μέ ἀντίγραφο στους Caspari, Volpi, Perlot, Baichère, Noël, καθώς καί στά γραφεία τῶν Haferkamp καί Tugendhat, εξηγώντας ὅτι ὁ L. «είχε τήν εντύπωση ὅτι, μέ τήν ἀναχώρηση του καί ἀφήνοντας ἐπί τόπου μόνο τόν Demont, θά ἐδημιουργεῖτο μιά ἀφόρητη κατάσταση». Πέραν τῆς «ἀμεσου ἀνακλήσεως τοῦ Demont στίς Βρυξέλλες», στην ὁποία ἀνεφέρθην ἀνωτέρω, ἐπεβάλλοντο τά ἀκόλουθα:
«...
β)
νά σταλεί στό Σαντιάγκο, μέ ἀποστολή, υπάλληλος ἀπό τίς Βρυξέλλες επιφορτισμένος:
—
νά ἀναλάβει τήν ευθύνη τοῦ γραφείου ὁ υπάλληλος αυτός έπρεπε νά ἐπικουρεῖται, τό συντομότερο δυνατό, ἀπό έναν ὑπάλληλο Β, επιφορτισμένο μέ τήν διοικητική διαχείριση
...
—
νά λάβει, ἐν ἀναμονή, τά ἀναγκαῖα «συντηρητικά» μέτρα
γ)
νά αρχίσει επίσημη ἀνάκριση ἐπί τόπον ἀπό τόν L. σε συνεργασία μέ τίς ἐνδιαφερόμενες υπηρεσίες τῆς ἕδρας...
(υπογραμμισμένο στό πρωτότυπο)
δ)
νά λάβει, σέ ενδεχομένη περίπτωση, τά μέτρα πού επιβάλλονται έναντι τοῦ Demont ὑπό τό φως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀνακρίσεως...»
Τό υπηρεσιακό αυτό σημείωμα τοῦ βοηθοῦ τοῦ γενικοῦ διευθυντή εξωτερικών σχέσεων δέν ἐπεσυνάφθη στόν πειθαρχικό φάκελλο τοῦ René Demont παρά μόνο κατόπιν ρητῆς αιτήσεως του, την 27η Φεβρουαρίου 1979. Τό σημείωμα αυτό εὑρίσκετο στον φάκελλο πού διεβιβάσθη στον διευθυντή τοῦ γραφείου τοῦ Tugendhat, άλλα δέν ἀνεκοινώθη στόν Demont πρό τῆς ημερομηνίας αυτής, μαζί μέ τά άλλα έγγραφα, «δεδομένου ὅτι επρόκειτο περί ἐσωτερικοῦ ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος τῆς γενικής διευθύνσεως τῶν εξωτερικών σχέσεων».
Ἔχω ἤδη αναφερθεί στά «συντηρητικά» μέτρα πού ἐπηκολούθησαν: ὁ Burghardt, βοηθός τοῦ γενικοῦ διευθυντή, «ἐπεβε-βαίωσε» στόν René Demont, τήν 29η 'Ιουνίου 1978, ὅτι ἡ γενική διεύθυνση θά ἐπρό-τεινε στην επιτροπή κυκλικής μετακινήσεως «νά προστεθεί» τό ὄνομά του στόν πίνακα τῶν προβλεπομένων γιά τό 1979 μετακινήσεων στην περίπτωση αυτή, θά ἐκαλεῖτο νά ἀναλάβει τά καθήκοντα του στίς Βρυξέλλες ἀπό τῆς 1ης τοῦ ἑπομένου Σεπτεμβρίου. Κατόπιν, επίσης, τοῦ «ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος» τοῦ L. τῆς 19ης 'Ιουνίου 1978 καί τοῦ σημειώματος τοῦ Burghardt, ἀπεφασίσθη νά σταλεί στό Σαντιάγκο ἀνακριτική επιτροπή, συγκειμένη ἀπό τους Volpi, διευθυντή στην γενική διεύθυνση τῶν εξωτερικών υποθέσεων, Gibbels, προϊστάμενο τμήματος στή γενική διεύθυνση προσωπικοί, καί Lentz, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στην γενική διεύθυνση προϋπολογισμών.
Ή ἔκθεση, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἀπό τήν επιτροπή αυτή τήν 25η 'Ιουλίου 1978, ἀκολουθεί ἀκριβώς τό σχέδιο τῶν «παρατηρήσεων» τοῦ L. Ἔχω ήδη ἀναφέρει ὅτι ἡ εξέταση τῶν μαρτύρων ἀπό τήν επιτροπή αυτή, δέν διεξήχθη ποτέ παρισταμένου ή νομίμως κλητευθέντος τοῦ Demont καί ὅτι, ἰδίως, ποτέ δέν υπήρξε ἀντιπαράσταση μεταξύ τοῦ L. καί τοῦ René Demont. 'Επιπροσθέτως, ὁ René Demont δέν εἶχε, κατά τήν εποχή αυτή, λάβει γνώση τῶν παρατηρήσεων τοῦ πρώτου, ώστε ἀγνοοῦσε τί τοῦ προσήπτον.
Κατόπιν τῆς ἀνωτέρω διαδικασίας, ἀπό τίς «παρατηρήσεις» πού διετύπωσε ὁ L. ή προσβαλλομένη ἀπόφαση εδέχθη τά ἀκόλουθα παραπτώματα:
—
ὅτι κατέφυγε στην έκδοση πλαστών τιμολογίων, μέσω μιᾶς εταιρίας πού ἀνῆκε σέ γνωστό του, προκειμένου νά τακτοποιήσει τό μισθό μιᾶς προσωρινής υπαλλήλου, μέ τήν ὁποία καμμία σύμβαση δέν κατηρτίσθη.
—
ὅτι διέπραξε ἀτασθαλίες ὅσον άφορᾶ τήν πληρωμή τῶν ἀπασχολουμένων κατά τό 1977/1978 καθαριστριών
—
ὅτι ἐδέχθη νά καταβάλει τίς ἀπαιτούμενες ἀπό τους δικηγόρους ἀμοιβές χωρίς νά επαληθεύσει τά σχετικά δικαιολογητικά καί χωρίς προηγουμένη έγκριση τῆς έδρας.
Τέλος, ἡ ἀπόφαση προσάπτει στον René Demont ὅτι εισέπραξε προκαταβολή 100% ἐπί τοῦ κόστους τοῦ ἐτησίου ταξιδιού του τό 1977 καί τό 1978 ἀντί τῶν επιτρεπομένων 90 %.
Ἐκτός εξαιρέσεως, δέν θά επανέλθω στην ουσία τῶν περιστατικών ἐπί τῶν ὁποίων βασίζονται οἱ κατηγορίες αυτές. Πάντως, ἄν δέν εἶναι σύνηθες, γενικώς, ὁ δικαστής νά υποκαθιστά τήν διοίκηση στην εξακρίβωση τῶν περιστατικών οὔτε στην διεξαγωγή τῆς ἀνακρίσεως (26 Φεβρουαρίου 1981, De Briey, σκέψη 7: τό Δικαστήριο δέν δύναται νά ελέγξει τό βάσιμο τῆς κρίσεως πού αιτιολογεί ἀπόλυση λόγω επαγγελματικής ἀνεπαρκείας, έκτος ἄν ἀποδειχθεί ή ύπαρξη προφανοῦς πλάνης ἡ καταχρήσεως ἐξουσίας), ὀφείλει, στόν πειθαρχικό τομέα, ὄχι μόνο νά επαληθεύει ἄν ἐτηρήθησαν οἱ κανόνες διαδικασίας, άλλά ἀκόμη καί νά ελέγχει τόν ἀπό μέρους τῆς διοικήσεως νομικό χαρακτηρισμό τῶν περιστατικῶν ὀφείλει, επιπροσθέτως, νά διερευνά κατά πόσο οἱ λόγοι, ἐπί τῶν ὁποίων στηρίζεται ή επιβολή τῆς ποινής, εἶναι νόμω βάσιμοι.
1.
Ή ἀναφερομένη στά έξοδα τοῦ ετησίου ταξιδιού αιτίαση — ἡ ὁποία ἀναφέρεται πρώτη στην προσβαλλομένη ἀπόφαση — δέν διετυπώθη ἀπό τόν L. στό περίφημο σημείωμά του, διότι, ὅπως ἀκριβώς καί ὁ Renner καί τά άλλα μέλη τῆς ἀντιπροσωπείας, εἷχε ἐπωφεληθεί καί ὁ 'ίδιος ἀπό τό σύστημα αυτό. Προεβλήθη κατόπιν τοῦ συνταχθέντος τόν Δεκέμβριο 1978 ἀπό τόν οικονομικό έλεγχο «υπομνήματος» ὡς προς τίς προκαταβολές ἐπί τῶν εξόδων ἀποστολής καί τῶν εξόδων τοῦ ετησίου ταξιδιού, οἱ όποιες εἰσεπράχθησαν ἀπό τόν René Demont.
Τό υπόμνημα αυτό, τό όποιο δέν επισυνάπτεται στην δικογραφία, ἐκοινοποιήθη στον προσφεύγοντα ἀπό τό αρμόδιο μέλος τῆς επιτροπής μέ υπηρεσιακό σημείωμα της 16ης 'Ιουνίου 1979, τό όποιο επίσης δέν επισυνάπτεται στην δικογραφία. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὁ προσφεύγων εξέθεσε ἐν συντομία τίς παρατηρήσεις του στόν εισηγητή υπάλληλο τήν 19η 'Ιανουαρίου 1979 καί, εκτενέστερα, τήν 3η 'Απριλίου 1979 (μόνο τό πρακτικό τῆς τελευταίας αυτής ἀκροάσεως επισυνάπτεται στην δικογραφία).
Κατά συνέπεια, ἡ ἀνακριτική επιτροπή, ή ὁποία ἀνεστάλη στό Σαντιάγκο δέν διερεύνησε τά περιστατικά αυτά καί ὁ René Demont, μέχρι τῆς 16ης 'Ιανουαρίου 1979 ἀγνοοῦσε ὅτι ὁ φάκελλός του περιείχε αυτό τό ἀμφισβητούμενο σημείο. Γιά τόν λόγο αυτό, θεωρῶ ὅτι πρόκειται περί όψιμου αιτιάσεως.
"Οσον άφορᾶ τόν επιλήψιμο χαρακτήρα τῆς πρακτικής αυτής, παρατηρώ ὅτι ούτε ὁ
L. ούτε ὁ Renner υπέστησαν έλεγχο ὡς πρός τό σημείο αυτό καί ὅτι γιά τό 1978, ή ἰδία ἡ 'Επιτροπή επέστρεψε στον προσφεύγοντα τό 10 % τοῦ ποσοῦ τῆς επιστροφής, πού αυτός εἶχε καταβάλει «ἐκ πλάνης» γιά νά συμμορφωθεί πρός τίς διατάξεις, τίς όποιες κατηγορείται τώρα ὅτι δέν ἐτήρησε.
2.
Όλα τά παραπτώματα πού προσάπτονται στον René Demont ἀναφέρονται στην οικονομική του διαχείριση, ιδίως τό δεύτερο πού ἀνάγεται στό 1976. Ή προσβαλλομένη ἀπόφαση τοῦ προσάπτει ὅτι ἐπεδθηό σέ «λογιστικά τεχνάσματα» καί αὐτό «χωρίς κατάλληλη ενημέρωση τῆς έδρας, πράγμα πού εμπόδισε τόν έλεγχο ὡς πρός τόν πραγματικό προορισμό τῶν κοινοτικών χρημάτων», ἡ ὅσον άφορᾶ τό ὕψος τῶν δικηγορικών ἀμοιβών, ὅτι ἐδέ-σμευσε οικονομικώς τήν Ἐπιτροπή «χωρίς επαλήθευση τῶν δικαιολογητικών τοῦ ἐν λόγω ποσοῦ καί χωρίς προηγουμένη άδεια τῆς έδρας».
Καί ὁ René Demont, συνεχίζει ἡ ἀπόφαση, «θεωρείται ὅτι έχει πλήρη συνείδηση τῶν ευθυνών του σάν διοικητικός υπεύθυνος καί διαχειριστής τῶν παγίων προκαταβολών ἀπό τοῦ τέλους τοῦ 1973 καί οἱ υπηρεσίες τῆς έδρας ἐζήτησαν τήν γνώμη του, μεταξύ άλλων, μέσω συνόδων τῶν διοικητικών υπευθύνων τῶν εξωτερικών γραφείων». Τά περιστατικά πού τοῦ προσάπτονται δέν συνιστοῦν επομένως πράξεις, «οἱ όποιες ὀφείλονται στην πίεση εξαιρετικών περιστάσεων».
Προκαλεί συνεπώς σχετική κατάπληξη τό ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐν συνεχεία πληροφορεῖ ὅτι ὁ René Demont, «κατά πολλούς μάρτυρες... δέν έχει οὔτε τήν κατάρτιση, οὔτε τήν ιδιοσυγκρασία γιά νά ἀσκεῖ τά καθήκοντα τοῦ διαχειριστοῦ παγίων προκαταβολών καί ὅτι τά λοιπά καθήκοντά του δέν τοῦ άφηναν τόν ἀναγκαίο χρόνο γιά νά ἀσχοληθεί κατά τόν ὀρθό τρόπο μέ τήν εποπτική εργασία τῶν παγίων προκαταβολών... Πρέπει επιπροσθέτως νά ληφθοῦν ὐπ᾽ όψη οἱ υφιστάμενες στό Σαντιάγκο συνθήκες καί, ἰδίως, ἡ ἀπόσταση ἀπό την έδρα... Δέν υπάρχουν ἀποδείξεις ὅτι στό Σαντιάγκο ἐπωφελήθη προσωπικώς ἀπό τις παράτυπες αυτές δραστηριότητες». Ἐν τούτοις, ἡ ἀπόφαση επιβάλλει στόν προσφεύγοντα την ποινή τῆς ἐπιπλήξεως.
Εἶναι, επομένως, ἀναγκαίο νά εξετασθούν καλύτερα οἱ συνθῆκες ὑπό τίς όποιες ὁ προσφεύγων ἤσκει την οικονομική διαχείριση.
"Αν υποτεθεί ὅτι έχουν ἀποδειχθεί τά περιστατικά πού προσάπτονται στόν προσφεύγοντα, θά ἐδικαιολογοῦσαν πλήρως τήν επίπληξη. Πράγματι, ὁ διαχειριστής παγίων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική ευθύνη καί ενδεχομένως χρηματική ὅταν δέν δύναται νά δικαιολογήσει μέ κανονικές ἀποδείξεις τίς πληρωμές στίς όποιες προβαίνει ἡ ὅταν καταβάλλει σέ άλλο έκτός τοῦ δικαιούχου ἀντισυμβαλλόμενο.
'Αλλά, ἀκριβῶς, τό πρόβλημα εἶναι κατά πόσο ὁ René Demont κατείχε ὀργανικῶς τήν θέση τοῦ διαχειριστοῦ παγίων προκαταβολών κατά τήν περίοδο τῶν ενεργειών αὐτών.
"Αν, καί ὅπως έχει ἀναφερθεί ὁ L., κάτοχος τῆς ὀργανικής θέσεως τοῦ διαχειριστοῦ ἀπό τῆς 1ης 'Απριλίου 1972, εἶχε ουσιαστικώς ἀπαλλαγεί ἀπό τήν τήρηση τῶν λογαριασμών τῶν παγίων προκαταβολών ἀπό τῆς ἀφίξεως τοῦ προσφεύγοντος στό Σαντιάγκο τόν Αύγουστο 1973, ἐν τούτοις μόλις τήν 12η Αυγούστου 1977 ὁ γενικός διευθυντής τοῦ προϋπολογισμού ἀπεφάσισε τήν ἀντικατάσταση τοῦ L. (βαθμού Α 4) ἀπό τόν Demont (βαθμού Α 7) ως διαχειρι-
στοῦ παγίων προκαταβολών: τό γεγονός ὅτι ἡ ἀπόφαση αυτή 'ίσχυσε ἀπό τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1973 δέν δύναται νά έχει ως συνέπεια ἡ ευθύνη τῆς διαχειρίσεως αυτής πρό τῆς ἡμερομηνίας λήψεως τῆς ἀποφάσεως νά βαρύνει τόν προσφεύγοντα: εἴτε ή ἀπόφαση ισχύει γιά τό μέλλον, ὁπότε ὅμως δέν δύνανται νά ζητηθοῦν ἀπό τόν προσφεύγοντα πειθαρχικές ευθύνες γιά τήν προγενέστερη περίοδο, εἴτε ἡ ισχύς τῆς ἀνατρέχει στόν Δεκέμβριο 1973, ὁπότε ὁ René Demont ἀπαλλάσσεται, ἀπό τό γεγονός αυτό, τῆς ευθύνης τῆς διαχειρίσεως γιά ὅλη τήν περίοδο πού προηγήθη τῆς ημερομηνίας λήψεως τῆς ἀποφάσεως αυτής. Ἐξ άλλου, ἄν ὁ προσφεύγων ἀνέλαβε τήν ευθύνη τοῦ γραφείου στό Σαντιάγκο μόνο προσωρινώς, ὅπως ἀναφέρεται στην ἀπό 24ης 'Ιουλίου 1979 ἀπάντηση στην πρώτη του διοικητική ένσταση τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1979, δέν δύνανται νά ἐφαρμοσθούν στην διαχείριση του τά κριτήρια πού ισχύουν γιά πρόσωπο επιφορτισμένο κανονικά μέ τήν ευθύνη αὐτή.
Δέν έλειψαν, πάντως, οἱ προειδοποιήσεις προς τίς υπεύθυνες ἀρχές:
Μιά έκθεση ἀποστολής πρός τήν γενική διεύθυνση τῶν εξωτερικών σχέσεων, τῆς 26ης Νοεμβρίου 1976, συνιστούσε ήδη τήν ἀποστολή, τό συντομότερο δυνατό, ενός «υπαλλήλου βαθμού Β, ὁ όποιος θά έπρεπε νά επιφορτισθεί μέ τόν χειρισμό τῶν διοικητικών καί οἰκονομικῶν προβλημάτων, ὅπως συμβαίνει σε ὅλες τίς ἀντιπροσωπείες. 'Επί τοῦ παρόντος ἡ εργασία αυτή εκτελείται ἀπό τόν René Demont, ὁ όποιος έχει άλλα καθήκοντα στην ἀντιπροσωπεία καί τά όποια τόν υποχρεώνουν νά ἀπουσιάζει συχνά» (κατά τό 1976 παρέμεινε στό Σαντιάγκο, λιγότερο ἀπό τρεις μήνες). Ή έκθεση αυτή διετύπωνε τήν πρόταση «νά προσαρμοσθεί ἡ διοικητική υποδομή τῆς ἀντιπροσωπείας, θέτοντος στην διάθεση τῆς τό ἀναγκαίο προσωπικό, μέ την ἀποστολή ἑνός υπαλλήλου κατηγορίας Β επιφορτισμένου μέ τόν χειρισμό τῶν διοικητικῶν καί οικονομικών προβλημάτων καί τήν πρόσληψη τοπικών υπαλλήλων πρός εκτέλεση καθηκόντων...» (ἀκολουθεί ἀπαρίθμηση τεσσάρων μορφῶν δραστηριοτήτων). Είναι γνωστό ἀπό τήν δικογραφία ὅτι υπάλληλος (βαθμού Β 4), ειδικά επιφορτισμένος μέ τά καθήκοντα τοῦ διαχειριστοῦ παγίων προκαταβολών, — γιά ένα γραφείο περιορισμένο σέ ἀποστολή — διωρίσθη στό Σαντιάγκο μόλις τήν 30ή Νοεμβρίου 1978.
Τήν 1η 'Απριλίου 1977, ὁ δημοσιονομικός ἐλεγκτής τῆς Ἐπιτροπῆς ἐθεώρησε ὅτι τό γεγονός ὅτι μία τοπική υπάλληλος παρεποίησε τίς ἀποδείξεις ἀγορᾶς γραμματοσήμων πού εξέδιδε τό ταχυδρομείο, αυξάνοντας τά πράγματι καταβληθέντα ποσά καί κρατώντας γιά τόν εαυτό τῆς τήν διαφορά «ἐδημιούργει ευθύνη γιά τόν Démont, διαχειριστή παγίων προκαταβολών». Καί προσέθεσε: «ἀπομένει νά εξετασθεί κατά πόσο ἡ διαπίστωση τῆς σοβαρής αυτής ἀμελείας επιτρέπει νά ἀντιμετωπισθεί ή διατήρηση τοῦ Démont στά καθήκοντα τοῦ διαχειριστοῦ παγίων προκαταβολών...».
Τήν 8η Σεπτεμβρίου 1977, ὁ ἀναπληρωτής υπόλογος τῆς 'Επιτροπής, στην έκθεση του περί ἐπιθεωρήσεως τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο, κατά τόν προηγούμενο Αύγουστο, συνιστοῦσε τόν διορισμό τοῦ L. ὡς συνυπογράφοντος, ὅπως συνέβαινε μέ τόν Renner στόν τομέα ἀναλήψεως τῶν δαπανών. "Εκρινε ὅτι τό ημερολόγιο τῆς τραπέζης ήταν ἐν τάξει καί ὅτι ἐτηρεῖτο κατά τρόπο εξαίρετο ἀπό τόν βοηθό τοῦ René Démont. Ἐπωφελεῖτο τῆς εὐκαιρίας γιά νά συγχαρεί τόν René Démont γιά τήν διαχείριση του, ἀλλά ἐπεσήμαινε ὅτι ήταν «φυσικά λυπηρό ὅτι οι προσπάθειες πού ἀνεπτύσσοντο γιά τήν διαχείριση τῶν διοικητικών αυτών πιστώσεων διεκυβεύοντο ἡ καθίσταντο μάταιες λόγω ελλείψεως ὑπευθύνου επιφορτισμένου μέ τήν εφαρμογή τοῦ κανόνος, κατά τόν όποιο οἱ προτάσεις ἀναλήψεως πρέπει νά γίνονται ἀπό τόν διαχειριστή».
Δέν εἶναι συνεπώς σωστό νά προσάπτεται στον René Démont ὅτι ὁ τρόπος ενεργείας του εμπόδισε τόν κατάλληλο έλεγχο της διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τῆς Κοινότητος, ἐνῶ δέν έθεσαν στην διάθεση του παρά περιορισμένα μέσα. Ἐπαναλαμβάνοντας τους ὅρούς τῆς μαρτυρικής καταθέσεως τοῦ Lesselliers τῆς 27ης 'Απριλίου 1979, ἐάν «τό Σαντιάγκο εἶχε τήν χειρότερη διαχείριση παγίων προκαταβολών ἀπ' ὅλα τά εξωτερικά γραφεία», ἡ ευθύνη βαρύνει κατά πρώτον τήν 'ίδια τήν Ἐπιτροπή. Σύμφωνα μέ κατάθεση άλλου μάρτυρα, τοῦ Angelini, τῆς 30ής Μαΐου 1979, διευθυντή κτιριακών εγκαταστάσεων κατά τήν εποχή εκείνη, «ή 'Επιτροπή έσφαλε μή διορίζοντας διαχειριστή παγίων προκαταβολών στό Σαντιάγκο καί έτσι ὁ Démont ήταν υποχρεωμένος νά ἀσκεῖ καθήκοντα, γιά τά όποια ουδόλως ήταν προετοιμασμένος καί γιά τά όποια δέν είχε καμμία διάθεση». "Αν ή διαχείριση τοῦ προσφεύγοντος δέν υπήρξε τόσο κανονική ὅσο θά έπρεπε, ή ευθύνη βαρύνει κατά πρώτον τους ἱεραρχικῶς προϊσταμένους του, καί ειδικώς τόν L. υπεύθυνο διαχειριστή έως τόν Νοέμβριο 1977.
3.
'Αλλά ἡ σοβαρότερη κατηγορία κατά τοῦ René Démont συνίσταται στό ὅτι, ἀπερίσκεπτα, κατά τόν ελαφρότερο χαρακτηρισμό, ἐνέπλεξε τήν 'Επιτροπή σέ μιά υπόθεση δικηγορικής ἀμοιβής ύψους 30000 δολλαρίων Η ΠΑ.
Οἱ λεπτομέρειες τῆς υποθέσεως αὐτῆς ευρίσκονται στην δικογραφία. Τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1977, ὁ Μ. τοπικός υπάλληλος καί βοηθός τοῦ William Forwood (υπευθύνου τοῦ γραφείου τύπου στό Σαντιάγκο, μέ βαθμό Α5), ὄχι μόνο ἀνεκρίθη άλλά καί συνελήφθη ἀπό την χιλιανή ἀστυνομία ὑπό συνθῆκες λίγο προσβλητικές. Ό Μ. πρώην δόκιμος δημοσιογράφος τῆς ενώσεως «Journaliste pour l'Europe», ἀπησχολεῖτο ὡς δημοσιογράφος στην ἀντιπροσωπεία τοῦ Σαντιάγκο. Ἦταν γνωστός γιά τίς ἀντίθετες πρός τό καθεστώς (Πινοσέτ) δραστηριότητες του. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, τό γραφείο τοῦ Σαντιάγκο εἶχε πραγματικά υποχρέωση νά τόν βοηθήσει. Όμως, κατά την εποχή εκείνη, οἱ Renner καί L. εὑρίσκοντο σέ ἀποστολή καί ὁ Forwood ἐκωλύετο. Τότε, ὁ René Démont ἐτη-λεφώνησε στην έδρα τῆς Ἐπιτροπῆς στις Βρυξέλλες, ἀλλά δέν κατώρθωσε νά επικοινωνήσει μέ τόν εφημερεύοντα υπάλληλο τῆς υπηρεσίας. Μέσω ενός χιλιανοῦ δικηγόρου, γνωστοῦ στην ἀντιπροσωπεία, επέτυχε τήν ἀπελευθέρωση τοῦ Μ. τήν 'ίδια ήμερα. Οἱ πολιτικές πλευρές τῆς υποθέσεως αὐτῆς καθώς καί οἱ επιπλοκές γιά τόν τύπο καί τήν πληροφόρηση στην Λατινική 'Αμερική προεβλήθησαν μέ υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ Forwood τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1977 πρός τόν εκπρόσωπο τῆς 'Επιτροπής (στίς Βρυξέλλες), σημείωμα μέ τό όποιο ἐζήτει «ὁδηγίες ὡς πρός τήν πορεία, τήν ὁποία ἡ ἀντιπροσωπεία... καί ή γενική διεύθυνση... ὤφειλαν ἐπί τοῦ παρόντος νά ἀκολουθήσουν». Τήν 4η 'Ιανουαρίου, ὁ Volpi ἐπληροφόρησε τόν προσφεύγοντα, ὁ όποιος ἐν τω μεταξύ τόν εἶχε ειδοποιήσει ὅτι «ὁ διακανονισμός τῆς υποθέσεως... έπρεπε νά συνοδεύεται ἀπό τήν καταβολή δικηγορικής ἀμοιβῆς», τό ὕψος τῆς ὁποίας δέν ἐγνώριζε ἀκόμα, καί ὅτι «ουδέποτε ἀμφέβαλλε γιά τήν ἀποτελεσματικότητα τῆς ενεργείας του». Τό ἐν λόγω δικηγορικό γραφείο εἶχε ήδη ζητήσει ἀπό τόν René Démont, μέ επιστολή τῆς 27ης Δεκεμβρίου 1977, «Conforme lo que hemos conversado... por las gestiones realizadas hasta fecha...», ποσό 18000 δολλα-ρίων Η ΠΑ.
Τήν 19η 'Απριλίου 1978, ὁ Μ. προσήχθη ενώπιον τῆς δικαιοσύνης καί δέν κατεδικάσθη
παρά σέ πρόστιμο 200 ἀμερικανικῶν δολ-λαρίων μέ ἀναστολή, γιά «ηθική προσβολή». Conforme a la convenido con UD... por la defensa asumida... en favor de DN. Μ.», τό δικηγορικό γραφείο ἠξίωσε τότε ἀπό τόν René Démont, τήν 28η 'Απριλίου 1978, ποσό 12000 ἀμερικανικῶν δολ-λαρίων Η ΠΑ. Ό προσφεύγων διεβίβασε τους δύο αυτούς λογαριασμούς δικηγορικής ἀμοιβῆς στόν Eduardo Volpi στίς Βρυξέλλες, τήν 5η Μαΐου 1978 κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ἐπληρο-φορήθημεν ὅτι, τελικῶς, ἡ 'Επιτροπή δέν κατέβαλε στό ἐν λόγω δικηγορικό γραφείο παρά ποσό δύο ἡ τριῶν χιλιάδων δολλα-ρίων. Μεταξύ τοῦ χρόνου τῆς συλλήψεως τοῦ Μ. καί τῆς ημερομηνίας τῆς καταδίκης του, ή διοίκηση τῶν Βρυξελλών ἀπέσχε ουσιαστικά ἀπό κάθε ἀνάμιξη δέν δύναται συνεπώς νά προσάπτεται στον προσφεύγοντας ὁ όποιος ἀντιμετώπιζε μια κατάσταση πού ὅλοι ἐθεωροῦσαν «λεπτή», ὅτι συνειργάσθη μέ ἕνα γραφείο δικηγόρων, ἕνα μέλος τοῦ ὁποίου ἐγνώριζε, ἀντί νά ζητήσει ἀπό ἄλλο υπάλληλο τῆς ἀντιπροσωπείας νά χειρισθεί τό θέμα τῆς δικηγορικής ἀμοιβῆς, ὅπως ἀναφέρει τώρα ή 'Επιτροπή. Αυτός ὁ «άλλος» υπάλληλος δέν ἠδύνατο βεβαίως νά εἶναι ὁ L.: ἐνῶ ὁ προσφεύγων τοῦ ἐνεπιστεύθη τόν φάκελλο τῆς ἀμοιβής γιά νά συζητηθεί ἐπ' ευκαιρία μιας ἀποστολής στίς Βρυξέλλες, ὁ L. δέν τόν συνεζήτησε μέ τίς υπηρεσίες τῆς έδρας ἀντιθέτως, ἐν ἀναμονῆ τῆς προσεχούς ἀφί-ξεως τῆς ἀνακριτικῆς επιτροπής στό Σαντιάγκο, ἐζήτησε ἀπό ένα δημοσιογράφο εργαζόμενο κατ' ἀποκοπήν στό γραφείο τῆς πόλεως αυτής μιά έκθεση δυσμενή γιά τόν προσφεύγοντα. Ή τελευταία λέξη στην υπόθεση αυτή φαίνεται νά εἶναι ἡ εκτίμηση πού εξέφρασε σέ επιστολή, ἡ ὁποία ἀπεστάλη τήν 19η Δεκεμβρίου 1977 μέ ἐντολή τοῦ Wolfgang Remmer, ἀριθ. 77001968 (καί ή ὁποία δέν επισυνάπτεται στην δικογραφία), στό ἐν λόγω δικηγορικό γραφείο, κατά την ὁποία «οι υπηρεσίες του υπήρξαν πολύ θετικές ώστε νά μή διαταραχθούν οἱ σχέσεις πού υπάρχουν ἐπί επισήμου επιπέδου μεταξύ τῆς κυβερνήσεως (της Χιλής) καί τῶν ὀργάνων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων.
'Εν ὄψει τῶν κατηγοριών αυτών ἀξίζει νά σημειωθεί ὅτι τήν 11η 'Απριλίου 1975, ὁ προσφεύγων εδέχθη τά συγχαρητήρια τοῦ Angelini γιά τά ἀποτελέσματα τῶν προσπαθειών του προκειμένου νά διαρρυθμισθεῖ τό οίκημα τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο. Γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1973 μέχρι 30ής 'Ιουνίου 1975 ἡ έκθεση βαθμολογήσεως του ὑπό ημερομηνία 9 'Οκτωβρίου 1975, υπογραφομένη ἀπό τόν Wolfgang Renner, προϊστάμενο τῆς ἀντιπροσωπείας γιά τήν Λατινική 'Αμερική, περιέχει τήν ἀκόλουθη γενικής φύσεως εκτίμηση: «υπάλληλος πολύ ικανός καί εξαίρετος συνάδελφος, ὁ Demont, προσηρμόσθη πολύ καλά στό πνεῦμα τῆς αντιπροσωπείας, τήν ὁποία πιστώς υπηρετεί. Οἱ διοικητικές στατιστικές του γνώσεις υπήρξαν γιά μᾶς πολύτιμες. Ευρύ πνεῦμα, κατώρθωσε νά δημιουργήσει ενδιαφέρουσες καί πολυποίκιλες προσωπικές επαφές πού τοῦ επέτρεψαν νά προσαρμοσθεί γρήγορα μέ τήν φύση τῆς εργασίας στην Λατινική Ἀμερική». Οἱ ἀναλυτικές εκτιμήσεις χαρακτηρίζουν τήν ικανότητα του, τήν ἀποδοτικότητα του καί τήν συμπεριφορά του στην υπηρεσία «ἀνώτερες τοῦ κανονικοῦ».
Τήν 25η Αυγούστου 1977, ὁ ἴδιος ὁ Angelini ἐζήτησε ἀπό τόν René Demont νά ὀργανώσει τήν προσωπική του ἀποστολή στό Καράκας, «μέ τήν συνήθη σας επιδεξιότητα καί ἀποτελεσματικότητα, βεβαίως»...
Ή έκθεση βαθμολογήσεως τοῦ προσφεύγοντος τῆς 29ης Νοεμβρίου 1977, υπογραφομένη ἀπό τόν προϊστάμενο τῆς ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία καλύπτει τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1975 μέχρι 30ής 'Ιουνίου 1977, κατά τήν ὁποία περίοδο τά καθήκοντα λογιστοῦ τῆς ἀντιπροσωπείας προσετέθησαν στίς άλλες του ευθύνες, χαρακτηρίζει επίσης τήν ικανότητά του, τήν ἀποδοτικότητά του καί τήν συμπεριφορά του στην υπηρεσία ὡς «ἀνώτερες τοῦ κανονικοί)» καί περιέχει τήν ἀκόλουθη γενικής φύσεως εκτίμηση: «ὁ Demont δημιουργεί πολύ εύκολα επαφές στην Λατινική 'Αμερική γιά τόν λόγο αυτό, κατορθώνει καί επιτυγχάνει τά ἀποτελέσματα πού ἀναμένονται ἀπό αυτόν. Στό πλαίσιο τῆς διοικητικής καί δημοσιονομικής του εργασίας, κατώρθωσε νά συμβιβάσει τήν λύση τῶν προβλημάτων πού ἐπιβάλλουν οἱ συνθήκες εργασίας στην Λατινική 'Αμερική μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς διοικήσεως». Ό προσωπικός φάκελλος τοῦ προσφεύγοντος δέν περιέχει έκθεση βαθμολογήσεως γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1977 μέχρι 30ής 'Ιουνίου 1979, ούτε γιά τήν περίοδο μεταξύ 1ης 'Ιουλίου 1979 καί 30ής 'Ιουνίου 1981, ἀλλά τήν 5η 'Απριλίου 1978, μέ υπογραφή τοῦ ἁρμοδίου ἐπί θεμάτων προσωπικοῦ μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ προσφεύγων προήχθη (ἀναδρομικώς ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1977) ἀπό τόν βαθμό Α 7, κλιμάκιο 6, στον βαθμό Α 6, κλιμάκιο 6.
Γενικῶς, δημιουργείται ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ ρόλος τοῦ προσφεύγοντος δέν ήταν εύκολος λόγω τοῦ καταμερισμοῦ τῶν ἁρμοδιοτήτων μεταξύ τῶν υπαλλήλων πού ὑπή-γοντο σέ πολλές γενικές διευθύνσεις: εξωτερικές σχέσεις, διοίκηση, τύπος καί πληροφόρηση (κατάθεση τοῦ Pendville τῆς 17ης Μαΐου 1979). Ὑπό συνθήκες εργασίας ιδιαιτέρως δυσχερείς καί ἐνῶ, ἀπό τό 1977, ή 'Επιτροπή εἶχε ἀποφασίσει ὅτι ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου τοῦ Σαντιάγκο έπρεπε νά εἶναι υπάλληλος τῆς σταδιοδρομίας Α4-Α5, ὁ προσφεύγων ενήργησε καλοπιστος καί ουδέποτε επεδίωξε τό προσωπικό οικονομικό του συμφέρον. Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρική κατάθεση τοῦ Long τῆς 27ης 'Απριλίου 1979, «τό χρήμα δέν τόν ενδιέφερε, άλλά ήταν ἀνέντιμος. Ἦταν άνθρωπος φιλόφρων, καί στην επιθυμία του νά βοηθήσει, εἶχε τήν τάση νά ἀγνοεί τήν σωστή διαδικασία».
Συμμερίζομαι, συνεπώς, την εκτίμηση τοῦ «εἰσηγητοῦ», ὁ όποιος δέν ἐπίστευε ὅτι ή συμπεριφορά τοῦ προσφεύγοντος ἀπήτει την επιβολή πειθαρχικῆς ποινής: «πρόκειται γιά άνθρωπο, τοῦ ὁποίου τό πάθος καί ἡ ἐπιδεξιότης ἀπεδείχθησαν πιθανώς περισσότερο ωφέλιμα παρά ζημιογόνα γιά την 'Επιτροπή. Ἀλλά οἱ προϊστάμενοι του, ἀδικαιολογήτως, τοῦ άφησαν ελευθερία δράσεως, τήν ὁποία ἐχρησιμοποίησε μερικές φορές χωρίς σύνεση καί εκλαμβάνοντας τόν εαυτό του ως πρόσωπο παντοδύναμο». Μολονότι δέχεται ὅτι υπάρχουν ενδείξεις ανωμαλιῶν ως πρός τίς δύο πρώτες κατηγορίες πού διετυπώθησαν κατά τοῦ προσφεύγοντος (σύμβαση μέ τήν εταιρία AHNSA καί μισθός τῶν καθαριστριών), διαπιστώνει ὅτι «δέν ὑπάρχει καμμία ἀπόδειξη πρός στήριξη τῶν κατηγοριών πού διετυπώθησαν ἀπό τόν L.» καί διερωτάται: «ἐάν εἶναι ἀληθές ὅτι ὁ L. ήταν διαχειριστής παγίων προκαταβολών έως τό 1977, γιατί ἡ υπόθεση AHNSA (1976) καί ἄλλες προγενέστερες τοῦ διορισμού τοῦ René Démont υποθέσεις διέφυγαν τόν ἔλεγχό του»;
Όσον ἀφορᾶ τήν δικηγορική ἀμοιβή, ἀναφέρει ὅτι δέν εκπλήσσεται ἀπό τό γεγονός ὅτι, «ὑπό ένα αὐταρχικό καί ἀστυνομικό καθεστώς ὅπως αυτό τῆς Χιλής, οἱ δικηγόροι ἡ άλλοι μεσάζοντες προσπαθούν νά επιτύχουν πολύ υψηλή ἀμοιβή γιά τίς υπηρεσίες πού προσφέρουν προκειμένου νά σώσουν ἀπό τήν κάθειρξη τά θύματα τοῦ καθεστώτος».
Δέν δύναται νά ἀποκλεισθεῖ ἡ σκέψη ὅτι λόγω τῆς καταγγελίας, ἡ ὁποία ἔγινε κατά τοῦ προσφεύγοντος, ὁ γενικός διευθυντής ἐθεώρησε, ἐκ πρώτης ἀπόψεως, ὅτι ήταν άξιος αυστηρής ποινής, καί αυτό εξηγεί τήν ἀναφορά στό άρθρο 87 στό σύνολο του. Αυτό ἀκόμα εξηγεί τήν ταχύτητα τῆς ἀνακλήσεως του στίς Βρυξέλλες, ἡ ὁποία κατ' ἀρχήν εἶχε ήδη αποφασισθεί. Πάντως, κατά τήν εξέλιξη τῆς ἀνακρίσεως, ή «κορυφή τοῦ παγόβουνου» στό ὁποῖο ἀνεφέρετο ἡ καταγγελία ἔλυωσε σάν χιόνι στόν ήλιο καί ὁ γενικός διευθυντής τῆς διοικήσεως διερωτᾶτο, τήν 23η Μαρτίου 1979, κατά πόσο μιά «ἁπλή προειδοποιητική επιστολή πού δέν θά περιελαμβάνετο στον προσωπικό του φάκελλο» δέν θά ήταν ἀρκετή. Όμως δεδομένου ὅτι ἐν τῶ μεταξύ τήν 9η Φεβρουαρίου 1979 ὁ René Démont υπέβαλε διοικητική ἔνσταση κατά τῆς ἀνακλήσεως του, υποστηρίζοντας ὅτι επρόκειτο περί συγκεκαλυμμένης πειθαρχικής ποινής, ἀπεφασίσθη νά τοῦ επιβληθεί μιά πραγματική πειθαρχική ποινή, έστω καί σχετικώς ήπια, πρός παραδειγματισμό τῶν ἄλλων ἀντιπροσωπειών καί γιά νά ἀποδειχθεῖ κατά τρόπο ἀναντίρρητο ὅτι ή ἀνάκληση τοῦ προσφεύγοντος δέν εἶχε τόν πειθαρχικό χαρακτήρα πού τῆς ἀπέδιδε.
Γιά ὅλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ὅτι, λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς παραβάσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως, τῆς ὁποίας φέρει τό στίγμα ἡ ἀπόφαση πού άφορᾶ τόν προσφεύγοντα, θά ἔπρεπε νά περιλαμβάνει τό πολύ μιά ἁπλή προειδοποίηση. Πάντως, δέν εἶναι βέβαιο ὅτι, ἐπί θεμάτων πειθαρχικής φύσεως, έχετε πλήρη δικαιοδοσία πού νά σᾶς επιτρέπει νά τροποποιήσετε τήν ἀπόφαση, τῆς ὁποίας σᾶς ζητείται ἡ ἀκύρωση. Μιά επιπρόσθετη σκέψη επιβάλλει, κατά τήν γνώμη μας, τήν ἀκύρωση τῆς άνευ ἑτέρου.
III —
Ἡ σύνταξη τοῦ «ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος» τοῦ L. εξηγείται ουσιαστικά ἀπό τό κλίμα ἀντιπαθείας πού δέν έπαψε νά ὑπάρχει μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ προσφεύγοντος καί ἀπό τό αίσθημα ἀπογοητεύσεως πού ἐδοκίμαζε μέ τήν ἰδέα ὅτι ὁ υφιστάμενός του, θά παρέμενε ἐν υπηρεσία στό Σαντιάγκο μετά τήν δική του ἀναχώρηση. Κατά τό πέρας τῆς πειθαρχικής διαδικασίας, θά ἠδύνατο νά γίνει φανερό, ἀκόμα καί στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ὅτι τό σημείωμα αυτό είχε χαρακτήρα συκοφαντικό, καθ' ὅσον αυτή ἡ ἴδια, τελικώς, δέν εδέχθη παρά μόνο συγγνωστές ἀμέλειες κατά τοῦ προσφεύγοντος. Συνεπώς, ἡ κατά τοῦ προσφεύγοντος καταγγελία δύναται νά εμφανίσει δυσφημηστικό χαρακτήρα.
Ἀντιθέτως ἀπό ὅ,τι διαβεβαιώνει ἡ 'Επιτροπή, πρόκειται περί κατ' εξοχήν περιπτώσεως οπού τό άρθρο 24 πρέπει νά εφαρμοσθεί: «Οἱ Κοινότητες παρέχουν βοήθεια στόν ὑπάλληλο ἰδίως σέ περίπτωση διώξεως τῶν δραστών ἀπειλών, προσβολών, εξυβρίσεων, δυσφημίσεων ἡ ἀποπειρών εναντίον τοῦ προσώπου καί τῆς περιουσίας εἴτε τοῦ ἰδίου εἴτε τῶν μελών τῆς οικογενείας του, λόγω τῆς ιδιότητάς του ἡ τῶν καθηκόντων του». Ἔχετε ἀποφανθεί (14 'Ιουνίου 1979, MME V. κατά 'Επιτροπής, υπόθεση 18/78, REC. σ. 2102) ὅτι, «μολονότι ἡ διάταξη αυτή ἐθεσπίσθη γιά νά προστατεύει, κατ' ἀρχάς, τούς υπαλλήλους τῆς Κοινότητος ἀπό επιθέσεις καί κακή μεταχείριση ἐκ μέρους τρίτων ἡ ὑποχρέωση συνδρομής, ἡ οποία θεσπίζεται ἀπό τό ἄρθρο 24, ενυπάρχει επίσης στην περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ δράστης τῶν προβλεπομένων ἀπό τήν διάταξη αυτή περιστατικών εἶναι άλλος υπάλληλος τῶν Κοινοτήτων» (σκέψη 15)' καί εἴχατε προσθέσει ὅτι τό καθήκον αυτό προστασίας ήταν ἀκόμα ιδιαιτέρως αυστηρό καθ' ὅσον τό επεισόδιο ἀφορούσε δυό υπαλλήλους ἀπό τους ὁποίους ὁ ἕνας εὑρίσκετο σέ σχέση εξαρτήσεως ἐν σχέσει μέ τόν άλλο.
Θεωρώ ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑπόληψη τοῦ προσφεύγοντος καί νά τοῦ «εξασφαλισθεί εξέλιξη σταδιοδρομίας ἀνάλογη μέ αυτή τῶν υπαλλήλων τῆς έδρας» συνίσταται στην ἀποδοχή τῆς προσφυγής του στό σύνολο της.
Γιά ὅλους αυτούς τους λόγους, προτείνω νά ἀκυρωθεῖ ἡ ἀπόφαση ἐπιπλήξεως πού επεβλήθη στόν René Démont την 15η 'Ιουνίου 1979 καί νά καταδικασθεί ή 'Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τῆς δευτέρας αὐτῆς προσφυγής.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy