ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Μετά τίς ὑποθέσεις 141/78 (Γαλλική Δημοκρατία κατά Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βόρειας Ἰρλανδίας, ἀπόφαση τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1979, (1979) ECR 2923) καί 32/79 (Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου, ἀπόφαση τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980), αύτη εἶναι ἡ τρίτη φορά πού τό Δικαστήριο χρειάστηκε νά ἀσχοληθεῖ μέ την κατηγορία ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς κατά τή συνθήκη ΕΟΚ υποχρεώσεις του θεσπίζοντας μονομερή μέτρα περί θαλάσσιας ἀλιείας.
Δεδομένου ὅτι οἱ σχετικές διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου, ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ κοινή πολιτική ἀλιείας, τέθηκαν λεπτομερῶς τόσο στίς δύο ἀνωτέρω υποθέσεις ὅσο καί στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 3, 4 καί 6/76 Cornells Kramer κλπ, ἀπόφαση τῆς 14ης 'Ιουλίου 1976 (1976) ECR 1279), καθώς καί στήν υπόθεση 61/77 (Επιτροπή κατά Ἰρλανδίας, απόφαση τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1978, (1978) ECR 417), θεωρώ δεδομένο ὅτι γνωρίζετε τίς διατάξεις αυτές, γιά τίς λεπτομέρειες δέ παραπέμπω στά περιστατικά τῶν υποθέσεων αυτών.
Τό μόνο σημείο στό ὁποῖο διαφέρει ή νομική κατάσταση πού ἀποτελεί τή βάση τῆς παρούσας υποθέσεως ἀπό τίς προηγούμενες υποθέσεις εἶναι ὅτι ἡ περίοδος πού ἀναφέρεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως τῆς 22ας 'Ιανουαρίου 1979 περί τῶν ὅρων προσχωρήσεως καί προσαρμογῆς τῶν συνθηκῶν (ἀποκαλούμενη στό έξῆς «ή πράξη προσχωρήσεως») έληξε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978, ὁπως έκρινε τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του ἐπί τῶν συνεκ-δικασθεισῶν υποθέσεων 185 καί 204/78 [Ποινική δίκη κατά Firma J. Van Dam & Zonen καί λοιπών, τῆς 13ης Ἰουλίου 1979 (1979) ECR 2345].
Ἀφοῦ, ὅπως γνωρίζει τό Δικαστήριο, τό Συμβούλιο δέν κατόρθωσε νά θεσπίσει, εντός τῆς ἀνωτέρω περιόδου, τους ὅρούς τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀλιευτικής δραστηριότητας σχετικά μέ τή διατήρηση τῶν ἀλιευτικών βιολογικών θαλάσσιων πόρων, θέσπισε στίς 19 Δεκεμβρίου 1978 προσωρινά μέτρα «σύμφωνα μέ τίς συνθήκες, πού ἀφοροῦν τίς ἀλιευτικές δραστηριότητες ἐντός τῶν υδάτων πού εμπίπτουν στήν κυριαρχία ἡ στή δικαιοδοσία τῶν Κρατών μελών, ἐν ἀναμονή τῆς θεσπίσεως ὁριστικών κοινοτικών μέτρων», τά όποια ίσχυσαν ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου μέχρι 31 Μαρτίου 1979. Μετά τήν παρέλευση τῆς περιόδου αυτής, θεσπίστηκαν μέ τίς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου 79/383 τῆς 9ης 'Απριλίου 1979 (JO 1979 L 93, σ. 40) 79/590 τῆς 25ης 'Ιουνίου 1979 (JO 1979 L 161 τῆς 29ης 'Ιουνίου 1979, σ. 46) καί 79/905 τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1979 (JO 1979 L 277 τῆς 6ης Νοεμβρίου 1979, σ. 10) παρόμοια μέτρα, μέ τήν ἴδια διατύπωση στά ουσιώδη τμήματά τους.
Οἱ σχετικές μέ τήν παρούσα ὑπόθεση διατάξεις τῶν προσωρινών μέτρων, πού θεσπίστηκαν στίς 15 'Ιουνίου, εἶναι οἱ ωκόλουθες:
«Τό Συμβούλιο προτίθεται νά επιτύχει, τό συντομότερο δυνατό κατά τό 1979, συμφωνία ἐπί τῶν κοινοτικών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων καί τῶν συναφών θεμάτων. 'Εν ἀναμονή τῆς ἐπί τοῦ θέματος ἀποφάσεως του καί έχοντας ὑπόψη τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως καθώς καί τήν ἀνάγκη προστασίας τῶν βιολογικών πόρων καί διατηρήσεως πρόσφορων σχέσεων μέ τίς τρίτες χῶρες στον τομέα τῆς ἁλιείας, τό Συμβούλιο θέσπισε στίς 19 Δεκεμβρίου 1978 καί στίς 9 Ἀπριλίου 1979, προσωρινά μέτρα πού ίσχυσαν, ἀντιστοίχως ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου μέχρι 31 Μαρτίου 1979 καί ἀπό 1ης 'Απριλίου μέχρι 30 'Ιουνίου 1979. Κατόπιν τῶν μέτρων αὐτών τό Συμβούλιο θεσπίζει τά ἀκόλουθα προσωρινά μέτρα, πού ισχύουν ἀπό 1ης 'Ιουλίου 1979 μέχρις ὅτου τό Συμβούλιο ἐπιτύχει ὁριστική συμφωνία, τό ἀργότερο δέ μέχρι τίς 31 Ὀκτωβρίου 1979.
1.
Τά Κράτη μέλη ἀσκοῦν τίς ἁλιευτικές τους δραστηριότητες κατά τρόπο ώστε κατά τίς ἁλιεύσεις, πού γίνονται ἀπό τά πλοία τους κατά τή διάρκεια τῆς προσωρινής περιόδου, νά λαμβάνονται υπόψη οἱ συνολικές ἐπιτρεπόμενες ἁλιεύσεις (TAC), πού υπέβαλε ἡ 'Επιτροπή στό Συμβούλιο μέ τίς ἀνακοινώσεις τῆς τῆς 23ης Νοεμβρίου 1978 καί τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1979 καί τό μέρος των TAC πού έχει ἀναγνωριστεί στίς τρίτες χώρες, στό πλαίσιο συμφωνιών ἡ ρυθμίσεων πού συνήψε μαζί τους ἡ Κοινότητα. Οἱ αλιεύσεις πού θά πραγματοποιηθούν κατά τήν προσωρινή περίοδο θά συμψηφισθούν μέ τίς ποσότητες πού τό Συμβούλιο θά ἀποφασίσει τελικώς νά επιτρέψει γιά τό 1979.
2.
Ὅσον άφορα τά τεχνικά μέτρα διατηρήσεως καί έλεγχου τῶν ἁλιευτικών πόρων, τά Κράτη μέλη εφαρμόζουν τά ἴδια μέτρα μέ ἐκείνα πού εφάρμοζαν στίς 3 Νοεμβρίου 1976, καθώς καί άλλα μέτρα πού λαμβάνονται σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τοῦ παραρτήματος VΙ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Συμβουλίου τῆς 3ης Νοεμβρίου 1976.»
Πρίν ἀκόμα ληφθεί ἡ ἀπόφαση αυτή, ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου γνωστοποίησε στην 'Επιτροπή μέ επιστολή τῆς 21ης Μαρτίου 1979 ὅτι, ελλείψει κοινοτικοῦ μέτρου, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο σκόπευε νά θεσπίσει διάφορα εθνικά μέτρα περί θαλάσσιας αλιείας, μέ ἰσχύ ἀπό 1ης 'Ιουνίου εκείνου τοῦ έτους. Ουσιαστικά ἀντιμετωπιζόταν ἡ αὔξηση, σέ ὁρισμένες ἁλιευτικές περιοχές, τοῦ. μεγέθους ματιών (βροχίδων) δικτύων γιά τήν αλιεία λευκών ψαριών καί ἀστακών Νορβηγίας, ὁ καθορισμός ελάχιστου μεγέθους εκφορτώσεως γιά ὁρισμένα εἴδη ψαριών, καθώς καί ὁ καθορισμός μέγιστης ἀναλογίας παρεπόμενων ἁλιεύσεων κατά τήν ἁλιεία ἀστακών Νορβηγίας.
Τελικώς, ύστερα ἀπό ὀγκώδη ἀλληλογραφία καί διάφορες διαβουλεύσεις, ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου υπέβαλε επίσημα στην 'Επιτροπή στίς 19 'Ιουνίου 1979 πέντε σχέδια κανονιστικών πράξεων, πού περιείχαν μέτρα περί θαλάσσιας ἁλιείας, τά όποια αυτή σκόπευε νά θέσει σέ ἰσχύ τήν 1η 'Ιουλίου 1979, παρά τίς ἀντιρρήσεις τῆς 'Επιτροπής. Οἱ κανονιστικές πράξεις περιλάμβαναν τά ἀκόλουθα orders, γιά τίς λεπτομέρειες τῶν ὁποίων παραπέμπω στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
1.
The Fishing Nets (North-East Atlantic) (Variation) Order 1979, No 744,
2.
The Immature Sea Fish Order 1979, No 741,
3.
The Immature Nephrops Order 1979, No 742,
4.
The Nephrops Tails (Restrictions on Landing) Order 1979, No 743 καί
5.
The Sea Fish (Minimum Size) Order (Northern Ireland) 1979, πού ἀντικαταστάθηκε ἀπό τό Sea Fish (Minimum Size) (Amendment) Order (Northern Ireland) 1979, No 235, τό όποιο κοινοποιήθηκε στην 'Επιτροπή στίς 29 'Ιουνίου 1979.
'Επιπλέον, ἡ 'Επιτροπή ενημερώθηκε επίσημα γιά τίς δυσχέρειες πού ἀνέκυπταν ἀπό τήν έκδοση ἀδειῶν καί άλλα μέτρα σχετικά μέ τήν ἁλιεία ρέγγας στά ύδατα τῆς νήσου Man καί στό βόρειο τμήμα τῆς θάλασσας τῆς Ιρλανδίας. Τά μέτρα αυτά βασίζονται στό Herring (Irish Sea) (Licensing Order 1977, No 1388 καί στό Herring (Isle of Man) Licensing Order 1977, No 1389, πού ἀποτέλεσαν τό ἀντικείμενο τῆς δίκης στην υπόθεση 32/79.
Ὕστερα ἀπό περαιτέρω ἀνταλλαγή ἀλληλογραφίας καί περισσότερες διαβουλεύσεις, ή Ἐπιτροπή κίνησε τήν προβλεπόμενη στό άρθρο 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία κατά τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, μέ ἐπιστολή τῆς 6ης Ἰουλίου 1979, καί δήλωσε ὅτι τό τελευταίο παρέβη τίς κατά τή συνθήκη υποχρεώσεις του, μέ τή θέσπιση, χωρίς τήν έγκριση τῆς Ἐπιτροπῆς καί χωρίς νά συνεργαστεί μαζί τῆς ἡ νά τή συμβουλευτεί, τῶν ἐν λόγω μέτρων περί ἁλιείας, των ὁποίων τό περιεχόμενο ήταν επιπλέον ἀσυμβίβαστο πρός τό κοινοτικό δίκαιο. Ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἀπέρριψε τήν κατηγορία αυτή μέ επιστολή τῆς 31ης 'Ιουλίου 1979. Ή 'Επιτροπή ἀπάντησε, εκδίδοντας στίς 3 Αυγούστου 1979 αἰιολογημένη γνώμη, σύμφωνα μέ τό άρθρο 169 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καί καλώντας τήν κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου νά λάβει εντός 45 ήμερῶν τά ἀναγκαία μέτρα γιά τόν τερματισμό τῆς ἐν λόγω παραβιάσεως τοῦ κοινοτικού δικαίου. Συγχρόνως ἡ Ἐπιτροπή ἐπιφυλάχτηκε νά λάβει συντόμως ὁριστική θέση γιά τή ρύθμιση τῆς ἁλιείας ρέγγας στά ύδατα τῆς νήσου Man καί στό βόρειο τμήμα τῆς θάλασσας τῆς Ιρλανδίας. "Υστερα ἀπό νέες διαπραγματεύσεις, εκδόθηκε μιά δεύτερη αἰτιολογημένη γνώμη στίς 2 'Οκτωβρίου 1979, μέ τήν ὁποία τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καλούνταν νά τερματίσει τήν ἀντίθετη πρός τό κοινοτικό δίκαιο επέμβαση στην ἁλιεία ρέγγας, στά ύδατα τῆς νήσου Man καί στό βόρειο τμήμα τῆς θάλασσας τῆς 'Ιρλανδίας.
Ἀφοῦ τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δέ συμμορφώθηκε πρός τά ἀνωτέρω αἰτήματα ή 'Επιτροπή έφερε στίς 13 Νοεμβρίου 1979 τό θέμα ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου καί ζήτησε νά ἀναγνωριστεί ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, μέ τή θέσπιση κατά τό 1979 ἡ τήν εφαρμογή τῶν ἐν λόγω μέτρων, παρέβη τίς κατά τή συνθήκη καί τό ψήφισμα τῆς Χάγης υποχρεώσεις του. 'Επιπλέον, ἡ 'Επιτροπή ζήτησε νά καταδικαστεί τό 'Ηνωμένο Βασίλειο στά δικαστικά έξοδα.
Θά εκθέσω τώρα τίς ἀπόψεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως αυτής, στην ὁποία παρενέβησαν υπέρ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ Γαλλική Δημοκρατία καί ἡ 'Ιρλανδία.
Ι —
"Ολοι οἱ διάδικοι θεωρούν ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς κατά τή συνθήκη υποχρεώσεις του σέ πολλά σημεία.
1.
Κατ' ἀρχήν, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει τήν άποψη ὅτι, μετά τό τέλος τῆς μεταβατικής περιόδου πού ὁρίζεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, δηλαδή μετά τήν 1η Ἰανουαρίου 1979, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δέν είχε πλέον ἀνεξάρτητη ἁρμοδιότητα πρός θέσπιση εθνικῶν μέτρων διατηρήσεως περί θαλάσσιας ἁλιείας εντός τῶν υδάτων τῆς δικαιοδοσίας του καί ὅτι επομένως τέτοια μέτρα μπορούσαν νά θεσπιστοῦν μόνο κατόπιν ἀδείας τῶν κοινοτικών άρχων. Καί ἄν ἀκόμα υποτεθεί ὅτι, μετά τήν πάροδο τῆς ἐν λόγω περιόδου, τό Κράτος μέλος διατηροῦσε τήν εξουσία θεσπίσεως κατάλληλων μέτρων διατηρήσεως επειδή ἡ Κοινότητα δέν άσκησε τίς εξουσίες της, τό Ἡνωμένο Βασίλειο δέν μποροῦσε νά ἀσκήσει τήν εξουσία αυτή παρά μόνο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή μέ στενή συνεργασία τῶν κοινοτικῶν άρχων καί μέ τήν έγκριση τους. Ἄν τό Δικαστήριο δέ συμφωνήσει μέ τίς σκέψεις αυτές, ἡ Ἐπιτροπή ζητά επίσης νά ἀναγνωριστεῖ ὅτι τά μέτρα πού θέσπισε τό Ἡνωμένο Βασίλειο ήταν επίσης ἀσυμβίβαστα πρός τίς διαδικαστικές προϋποθέσεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, μάλιστα δέ τίς ουσιώδεις προϋποθέσεις του, ἄν καί σέ μικρότερο βαθμό.
2.
Κατά τήν άποψη τῆς κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας, μετά τήν πάροδο τῆς ἀνωτέρω μεταβατικής περιόδου, τά Κράτη μέλη σέ καμιά περίπτωση δέν είναι πλέον ἁρμόδια νά θεσπίζουν μονομερή μέτρα διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικῶν πόρων. "Αν τό Δικαστήριο δέ δεχθεί τή νομική αυτή άποψη, πρέπει τουλάχιστο νά ἀναγνωρίσει ὅτι τά μέτρα πού υἱοθέτησε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, μέ τά όποια αυξήθηκε τό μέγεθος τῶν ματιών (βροχίδων) τῶν δικτύων γιά τήν ἁλιεία ἀστακών Νορβηγίας υπήρξαν πρόωρα, μή ἀναγκαία, υπερβολικά καί δημιουργοῦντα διακρίσεις.
3.
Ή κυβέρνηση τῆς 'Ιρλανδίας παρατηρεί ὅτι ἡ θέσπιση τῶν επίδικων μέτρων δέν ήταν σύμφωνη μέ τίς υποχρεώσεις τοῦ Κράτους μέλους δυνάμει τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης καί ὅτι ἡ εφαρμογή τῶν περί ἁλιείας μέτρων στά ὕδατα τῆς νήσου Man καί στό βόρειο τμῆμα τῆς θάλασσας τῆς Ἰρλανδίας συνεπάγονται ιδιαίτερη διάκριση εἰς βάρος τῆς 'Ιρλανδίας.
4.
'Εξάλλου ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου στην ουσία φρονεί ὅτι, εφόσον ή Κοινότητα δέν άσκησε τίς εξουσίες της, τά Κράτη μέλη ἐξακολουθοῦν νά δικαιοῦνται, ἀκόμα καί μετά τή μεταβατική περίοδο τοῦ άρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, νά θεσπίζουν εθνικά μέτρα στόν τομέα τῆς ἁλιείας, γιά τά όποῖα, ἑπομένως, δέν ἀπαιτείται ἡ έγκριση τῆς 'Επιτροπής. Σημειωτέον τέλος ὅτι, τά ἐν λόγω μέτρα θεσπίστηκαν σύμφωνα μέ τίς σχετικές διατάξεις κοινοτικοῦ δικαίου.
II —
'Από τίς παρατηρήσεις αυτές προκύπτει σαφώς ὅτι τό πρώτο ερώτημα πού πρέπει νά εξεταστεί εἶναι τό ἄν, καί, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, ὑπό ποιες συνθήκες, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο εἶχε τήν εξουσία νά θεσπίσει τά επίδικα μέτρα, ἀκόμα καί μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
1.
'Εξετάζοντας τό ερώτημα αυτό, είναι ἀδύνατο νά μή ληφθεί υπόψη τό γεγονός ὅτι, ὁπως ὀρθώς παρατήρησαν ἡ 'Επιτροπή καί ἡ γαλλική κυβέρνηση, πρέπει καθαρά νά συναχθεί ἀπό τίς προηγούμενες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου στό θέμα τῆς κοινής πολιτικής ἁλιείας ὅτι μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως μόνη ἡ Κοινότητα είναι κατ' ἀρχήν ἁρμόδια νά θεσπίζει μέτρα διατηρήσεως περί θαλάσσιας ἁλιείας. Ἐπιπλέον, ἡ διαπίστωση αυτή δέν ἀναιρείται ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά τήν ἐποχή τῶν γεγονότων πού ὁδήγησαν στίς ανωτέρω ἀποφάσεις ἡ μεταβατική περίοδος δέν εἶχε ἀκόμα λήξει.
'Επομένως τό Δικαστήριο έχει μέ συνέπεια υπογραμμίσει ὅτι ἡ κοινή πολιτική ἁλιείας βασίζεται στά άρθρα 3 δ καί 38 ἑπ. περί γεωργίας σέ συνδυασμό μέ τό παράρτημα ΙΙ τῆς συνθήκης, τό όποιο εντάσσει τήν ἁλιεία στην κοινή γεωργική πολιτική. Στίς ἀνωτέρω ἀναφερόμενες ἀποφάσεις καί εἰδικότερα στίς ἀποφάσεις ἐπί τῶν υποθέσεων Kramer (συνεκδικαζόμενων υποθέσεων 3, 4 καί 6/76), Γαλλική Δημοκρατία κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου (ὑπόθ. 141/78) καί 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου (ὑπόθ. 32/79), τόνισε περαιτέρω ὅτι, βάσει των υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν τόσο ἀπό τή συνθήκη ὅσο καί ἀπό τήν πράξη προσχωρήσεως, ἡ Κοινότητα έχει ἁρμοδιότητα νά θεσπίζει μέτρα διατηρήσεως περί ἁλιείας στά ύδατα τῆς δικαιοδοσίας των Κρατῶν μελῶν.
Μετά τήν προσχώρηση τῶν νέων Κρατών μελών, τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, ὅπως δείχνουν καί οἱ προηγούμενες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου καί ἰδίως ή ἀπόφαση του ἐπί τῶν συνεκδ. υποθέσεων 3, 4 καί 6/76, Kramer καί τῶν συνεκδικαζόμενων υποθέσεων 185 καί 204/78, Van Dam, ἐπιβεβαίωσε ρητώς ὅτι τά μέτρα διατηρήσεως εμπίπτουν στή δικαιοδοσία τῆς Κοινότητας. Τό ὅτι αυτό δέν ἀποτελεί διάταξη πού δημιουργεί δικαιοδοσία — ἐπ' αὐτοῦ δέ συμφωνοῦν σαφώς ὅλοι οἱ διάδικοι ἐν προκειμένω — καθίσταται σαφές καί ἀπό τήν πρόσφατη ἀπόφαση ἐπί τῆς ὑποθέσεως 32/79, 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου, μέ τήν ὁποία τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως ἀναγνώρισε ὅτι ἡ προστασία τῶν αλιευτικών ἀποθεμάτων καί ή διατήρηση τῶν βιολογικών πόρων τῆς θάλασσας ἀποτελούσε μέρος τῆς πολιτικής αυτής (τῆς κοινής πολιτικής ἁλιείας), ἀναθέτοντας στό Συμβούλιο τή θέσπιση, εντός συγκεκριμένης περιόδου καί προτάσει τῆς 'Επιτροπής, καταλλήλων μέτρων πρός τό σκοπό αυτό. Σκοπός τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι «ύστερα ἀπό τή σημαντική αύξηση τοῦ θαλάσσιου χώρου μέ τήν επέκταση τῆς Κοινότητας, ἡ ἀφετηρία νέας μεταβατικής περιόδου εντός τῆς οποίας τό Συμβούλιο ὀφείλει νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα διατηρήσεως». Όπως ἀναφέρθηκε στην ἀπόφαση Kramer, μέ τήν ἐν λόγω διάταξη επιδιώχθηκε ἡ επίτευξη Ικανοποιητικής λύσεως τοῦ προβλήματος τῆς προστασίας τῶν ἁλιευτικών ἀποθεμάτων καί τῆς διατηρήσεως τῶν βιολογικών πόρων τῆς θάλασσας, μέ τή συμμετοχή τῶν νέων Κρατών μελών, τά όποια, λόγω τῆς γεωγραφικής τους θέσεως, έχουν σημαντικό συμφέρον γιά τήν ἁλιεία.
Βάσει τῶν σκέψεων αυτών, τό Δικαστήριο έχει συχνά παρατηρήσει ὅτι, εφόσον ἡ Κοινότητα έχει ἀσκήσει τίς ἐξουσίες της, οἱ διατάξεις πού θέσπισε ἀποκλείουν τυχόν ἀντίθετες διατάξεις τῶν Κρατών μελών. 'Εξάλλου, «ἐφόσον ακόμα διαρκεῖ ἡ μεταβατική περίοδος τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, ἡ δέ Κοινότητα δέν έχει ἀκόμα ἀσκήσει πλήρως τίς εξουσίες τῆς ἐπί τοῦ θέματος, τά Κράτη μέλη δικαιούνται, καθένα στή δικαιοδοσία του, νά λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα διατηρήσεως, ὑπό τήν επιφύλαξη πάντως τῆς υποχρεώσεως συνεργασίας πού τους επιβάλλει ἡ συνθήκη, εἰδικότερα τό άρθρο 5 αυτής (βλ. ἀπόφαση τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980 ἐπί τῆς ὑποθέσεως 32/79, παράγραφος 10).
Τό ὅτι ἡ ἀνωτέρω περιγραφόμενη καί συντρέχουσα εξουσία τῆς Κοινότητας καί τῶν Κρατών μελών πρός θέσπιση μέτρων διατηρήσεως περί θαλάσσιας ἁλιείας επρόκειτο νά ισχύσει μόνο κατά τή μεταβατική περίοδο τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, προκύπτει σαφώς πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία καί ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως Kramer, όπου ρητώς τονίζεται ὅτι ἡ ἐξουσία αυτή τῶν Κρατών μελών εἶχε μόνο μεταβατικό χαρακτήρα, πράγμα πού σήμαινε ὅτι έπρεπε νά εκλείψει, τό ἀργότερο, ἀπό τό έκτο έτος μετά τήν προσχώρηση. Βάσει τῶν σκέψεων αυτών, τό Δικαστήριο έκρινε ἐπίσης, στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 185 έως 204/78, Van Dam, ὅπού ἡ κύρια ἀγωγή ἀφοροῦσε τό συμβιβάσιμο εθνικῶν μέτρων διατηρήσεως πρός τό κοινοτικό δίκαιο, ὅτι μέτρα ὅπως τά καλυπτόμενα ἀπό τίς διατάξεις τῶν εθνικῶν κανονιστικών διατάξεων πού ἀνάφερε τό παραπέμπον δικαστήριο, ενέπιπταν κατά τόν ἐν λόγω χρόνο, στίς εξουσίες τῶν Κρατῶν μελών.
Τά παραδείγματα αυτά δείχνουν ὅτι σκοπός τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως εἶναι ὄχι μόνο, ὅπως θεωρεί ή κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, νά υποχρεωθεί τό Συμβούλιο νά ενεργήσει, άλλά επιπλέον νά τερματίσει ὁριστικά, μετά τή λήξη τῆς μεταβατικῆς προθεσμίας, τίς εξουσίες πού είχαν δοθεί προσωρινά στά Κράτη μέλη ὑπό τίς ἀνωτέρω συνθῆκες.
Ἐπιπλέον, ὅπως ἀναφέρεται στό ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τῆς 3ης Νοεμβρίου 1976, προτάσει τῆς Επιτροπής, ενόψει τῶν δυσχερειών πού ἀνέκυψαν ἀπό τήν εισαγωγή, εντός τῆς ταχθείσας περιόδου, κοινῆς πολιτικής διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων, ή ὁποία εἶναι γνωστή ὡς «παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης», ἡ εξουσία τῶν Κρατών μελών δόθηκε μόνο κατ' ἐξαίρεση καί μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1978. Μέ τό ψήφισμα αυτό τό Συμβούλιο, ἀφοῦ παρατήρησε ὅτι ἐν ἀναμονή τῆς θέσεως σέ ἐφαρμογή τῶν κοινοτικών μέτρων τά Κράτη μέλη δέ θά ελάμβαναν μονομερή μέτρα διατηρήσεως, ὅπως ἀναφέρεται στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 61/77, 'Επιτροπή 'κατά Ἰρλανδίας, ἐπέτρεψε τή λήψη τέτοιων μέτρων ὡς προσωρινών, ἄν δέν ήταν δυνατό νά ληφθούν εγκαίρως κοινοτικά μέτρα.
2.
Τώρα ἀνακύπτει περαιτέρω τό ερώτημα ἄν, κατά τήν περίοδο μετά τίς 31 Δεκεμβρίου 1978, ἀποκλειόταν τελείως ἡ ἐκ μέρους τῶν Κρατών μελών λήψη μέτρων προστασίας, ύστερα ἀπό τήν παράλειψη τοῦ Συμβουλίου, λόγω ελλείψεως ὁμοφωνίας, νά συμμορφωθεί πρός τήν ὑποχρέωση πού τοῦ επέβαλλε τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
Τό Συμβούλιο, μέ τήν ὀρθή σκέψη ὅτι ή Ισχύς τοῦ παραρτήματος VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης περιοριζόταν στή μεταβατική περίοδο, δέν έλαβε ἀπόφαση παρά στίς 19 Δεκεμβρίου 1978, μέ ἰσχύ ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1979, πού παρατάθηκε μερικές φορές καί πρόβλεψε στό άρθρο 2 ὅτι, «ὅσον άφορᾶ τά τεχνικά μέτρα διατηρήσεως καί έλεγχου τῶν ἁλιευτικών πόρων, τά Κράτη μέλη ἐφαρμόζουν τά ίδια μέτρα μέ εκείνα πού ίσχυαν στίς 3 Νοεμβρίου 1976, καθώς καί άλλα μέτρα πού λαμβάνονται σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τοῦ παραρτήματος VΙ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Συμβουλίου τῆς 3ης Νοεμβρίου 1976».
'Από τήν ἑρμηνεία τῶν διατάξεων αυτών εξαρτάται τό ἄν τό Ἡνωμένο Βασίλειο είχε τό δικαίωμα θεσπίσεως τῶν προσβαλλόμενων μέτρων μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
Ή βρετανική κυβέρνηση, πού επιθυμεί νά ἑρμηνεύει τό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως ὑπό τήν έννοια ὅτι συνιστά μόνο υποχρέωση τοῦ Συμβουλίου πρός ενέργεια, σχετικά μέ τή διατήρηση τῶν βιολογικών θαλάσσιων πόρων, θεωρεί ὅτι, ἀκόμα καί μετά τή λήξη τῆς περιόδου πού ἀναφέρεται στή διάταξη αυτή, τά Κράτη μέλη εξακολουθούν νά διατηρούν τίς εξουσίες τους ὡς πρός τά μέτρα διατηρήσεως στόν τομέα αὐτό. Κατά συνέπεια, εἶναι της γνώμης ὅτι οἱ μεταβατικές ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἀποτελούν ἁπλώς καί μόνο παραπομπή στό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης καί στό ψήφισμα τοῦ Συμβουλίου τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1978. Κατά τήν άποψη αύτη, εφόσον τό Συμβούλιο δέν ενεργούσε, τα Κράτη μέλη εξακολουθούσαν νά ἔχουν, καί μετά τήν πάροδο τῆς περιόδου τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, εξουσία θεσπίσεως μονομερῶν μέτρων διατηρήσεως των ἁλιευτικῶν πόρων, καί κατά τή θέσπιση αυτών ὄφειλαν ἁπλώς νά λαμβάνουν υπόψη τά κριτήρια πού ἔθεσαν οἱ ἀνωτέρω ἀποφάσεις. 'Αντιστοίχως, ἀπό τήν άποψη τῶν διαδικαστικών νομικών κανόνων ήταν μόνο ἀναγκαῖο ὁπως τά Κράτη μέλη προσπαθοῦν νά λαμβάνουν τήν έγκριση τῆς Ἐπιτροπής, τήν ὁποία όφειλαν πάντα νά συμβουλεύονται.
Πάντως, ἡ άποψη αυτή ἀντιβαίνει καί στό πνεῦμα καί στό σκοπό τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, πού ήταν, όπως ἀναφέρθηκε, ἡ παραχώρηση στά Κράτη μέλη ἐξουσίας πρός θέσπιση μέτρων ἁλιείας μόνο γιά ἀκριβώς καθορισμένη μεταβατική περίοδο. "Οπως ὀρθώς παρατηροῦν ἡ 'Επιτροπή καί ἡ γαλλική κυβέρνηση, μετά τήν πάροδο τῆς ἐν λόγω μεταβατικής περιόδου, τά Κράτη μέλη έχουν ἐν πάση περιπτώσει ἀπολέσει τήν εξουσία τους πρός θέσπιση τέτοιων μέτρων, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἡ Κοινότητα έχει ή ὄχι ἀσκήσει τίς εξουσίες τῆς μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικῆς περιόδου.
Βάσει τῶν σκέψεων αυτών, ἡ γαλλική κυβέρνηση, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά θεωρήσει τίς μεταβατικές ἀποφάσεις ως ἀναμεταβίβαση εξουσιών ἀπό τήν Κοινότητα πρός τά Κράτη μέλη, καταλήγει ἀντίστοιχα στό συμπέρασμα ὅτι ὁ μόνος σκοπός, πού οἱ ἀποφάσεις αυτές θά μπορούσαν νά έχουν, ήταν νά καθορίσουν τά μέτρα διατηρήσεως, θεσπιζόμενα πρό τῆς λήξεως τῆς μεταβατικῆς περιόδου, πρός ἀποφυγή νομικοῦ κενού. Αυτό προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ρητώς ἀναφέρεται ὡς καθήκον τῶν Κρατών μελών, μετά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1979, νά εφαρμόζουν μόνο τά μέτρα ἐκείνα πού ἴσχυαν στίς 3 Νοεμβρίου 1976, ημερομηνία τοῦ παραρτήματος VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης ἡ εκείνα πού εἶχαν ληφθεί σύμφωνα μέ τό παράρτημα αυτό. Ἔτσι, τά τελευταία αυτά μέτρα δέν μπορούν παρά νά εἶναι ἐκεῖνα πού εἶχαν θεσπιστεί πρίν ἀπό τίς 31 Δεκεμβρίου 1978, δεδομένου ὅτι, ἀφενός ἡ διάταξη ρητώς ἀναφέρεται στά «ληφθέντα μέτρα», δηλαδή μέτρα πού υπήρχαν ήδη στό παρελθόν καί, ἀφετέρου, τό παράρτημα VΙ έπαψε ὁπωσδήποτε νά Ισχύει μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικής περιόδου.
Ἐκτιμώντας τό επιχείρημα αυτό, νομίζω ὅτι ἡ άποψη τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως πρέπει νά γίνει δεκτή, καθόσον εἶναι ἀδύνατο νά διαγνωσθεί στίς ἐν λόγω ἀποφάσεις ὁποιαδήποτε πλήρης ἀναμεταβίβαση κοινοτικών ἐξουσιών στά Κράτη μέλη, ὑπό τήν έννοια ὅτι τά τελευταία ἀνάκτησαν μέ τίς ἀποφάσεις αὐτές ἀνεξάρτητη εξουσία στόν τομέα τῆς πολιτικῆς ἁλιείας. 'Αντιθέτως, πρέπει κατ' ἀρχή νά τονιστεῖ ὅτι, όπως έκρινε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 7/71, 'Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, ἀπόφαση τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1971, (1971) ECR 1003, κυριαρχικά δικαιώματα πού ἀπορρέουν ἀπό τόν περιορισμό τῶν ἐξουσιών τῶν Κρατών μελών ἡ ἀπό τή μεταβίβαση τους στην Κοινότητα, είναι δυνατό νά ἀποσυρθούν καί νά ἐπανακάμψουν στην ἀποκλειστική ἐξουσία τῶν Κρατών μελών, μόνο δυνάμει ρητής διατάξεως τῆς συνθήκης.
Ἐπιπλέον, ὁπως έκρινε τό Δικαστήριο στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 80 καί 81/77 (Société Les Commissionnaires Réunis κατά Receveur des Douanes καί S.à.r.l. Les Fils de Henri Ramel κατά Receveur des Douanes, ἀπόφαση τῆς 20ής 'Απριλίου 1978 (1978) ECR 927), κάθε ἐξαίρεση ἀπό θεμελιώδη ἀρχή τῆς Κοινής Ἀγοράς πρέπει νά προβλέπεται σαφώς. 'Οπως ὀρθώς παρατηρεί ἡ γαλλική κυβέρνηση, θά ήταν δύσκολο νά ἀνταποκριθοῦν στην προϋπόθεση αύτη οἱ ἐν λόγω μεταβατικές ἀποφάσεις.
"Αν, εντούτοις, θεωρηθεί ὅτι οἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις ἀποτελοῦν μερική μόνο ἐπανάκαμψη τῶν εξουσιῶν καί ὅτι αυτό κατ' ἀρχήν επιτρέπεται, εἶναι ἀναγκαίο νά εξασφαλιστεί τουλάχιστον ὅτι δέν παραβιάζονται οἱ θεμελιώδεις κανόνες τῆς συνθήκης, ὅπως ἔκρίνε τό Δικαστήριο σέ διάφορες περιπτώσεις, (βλ. σχετικά, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 80 καί 81/77, Ramel (1978) ECR 927 ὑπόθ. 52/76 Luigi Benedetti κατά Munart, ἀπόφαση τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1977, (1977) ECR 163 ὑπόθ. 60/75 Carmine Antonio Russo κατά Azienda di Stato gli Interventi sul Mercato Agricolo, ἀπόφαση της 22ας Ἰανουαρίου 1976, (1976) ECR 45 ὑπόθ. 65/75 Riccardo Tasca, ἀπόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976 (1976) ECR 921). 'Ενας ὅμως ἀπό τους κανόνες αυτούς είναι ὅτι στο γεωργικό τομέα καί ειδικότερα στόν τομέα τῆς ἁλιείας, ἡ 'Επιτροπή εισέρχεται στή νομοθετική διαδικασία τῆς Κοινότητας μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικῆς περιόδου τοῦ ἄρθρου 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Ἑπομένως, ἄν ἀναγνωριστεί ὅτι τό Συμβούλιο έχει τήν ἐξουσία μερικής μεταβιβάσεως εξουσιών, δέν μπορεί νά στερήσει τήν 'Επιτροπή ἀπό τό δικαίωμά τῆς νά συμμετέχει στή νομοθετική διαδικασία. Αυτή ὅμως ἡ συμμετοχή, ή ὁποία προάγει τό κοινοτικό συμφέρον, θά εξασφαλιζόταν μόνο ἄν ἡ ἀναμεταβίβαση γινόταν βάσει προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, πράγμα πού, ὅπως γνωρίζει τό Δικαστήριο, δέ συνέβη ἡ ἄν ἡ 'Επιτροπή μετείχε στή νομοθετική διαδικασία τῶν Κρατών μελών.
Δεδομένου ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέ διαθέτει εξουσία σέ σχέση μέ τά Κράτη μέλη νά νομοθετεί, μπορεί νά μετέχει ἀποτελεσματικά μόνο διά τῆς ἀπαιτήσεως νά παρέχει τήν έγκριση της.
Οἱ προσωρινές ἀποφάσεις, κατά τό μέτρο πού θά θεωρηθούν ὡς μερική μεταβίβαση εξουσιών, δέν παραβιάζουν τό κοινοτικό δίκαιο, μόνο ἄν ἑρμηνευθούν ὑπό τήν έννοια ὅτι οἱ εξουσίες τῶν Κρατών μελών πρός ενέργεια ἐξαρτώνται ἀπό τήν έγκριση τῆς 'Επιτροπῆς.
"Αν οἱ ἀνωτέρω σκέψεις ἀποτελοῦν περαιτέρω λόγο ώστε νά μή θεωροῦνται οἱ ἐν λόγω προσωρινές ἀποφάσεις ὡς μεταβιβαστικές εξουσιών, έπεται, ὅπως ὀρθώς παρατηρεί ἡ Ἐπιτροπή, ἄν καί ἡ γαλλική κυβέρνηση έχει διαφορετική γνώμη, ὅτι μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικής περιόδου τά Κράτη μέλη δέν εἶχαν πλέον καμία εξουσία θεσπίσεως νέων μέτρων διατηρήσεως στόν τομέα τῆς θαλάσσιας ἁλιείας. "Αν καί ἀληθεύει ὅτι, παρά τή λύση πού προτείνει ἡ γαλλική κυβέρνηση, ή ἁπλή παράταση, μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου, τῶν μέτρων πού θεσπίστηκαν κατά τήν περίοδο αυτή, δέ δημιουργεί νομικό κενό πού πρέπει νά ἀποφευχθεί, εντούτοις ὁ ισχυρισμός αυτός πάσχει γενικώς ἀπό τό μειονέκτημα ὅτι παρατείνει μιά στατική κατάσταση πραγμάτων, καί δέν επιτρέπει τήν προσαρμογή τῶν ληφθέντων μέτρων στίς τρέχουσες ἀπαιτήσεις, εφόσον δέν ενεργεί τό Συμβούλιο.
'Επιπλέον, φαίνεται δυνατό, βάσει, άλλων λόγων, νά ἀποφευχθεί τό συμπέρασμα ὅτι μέ τίς ἐν λόγω ἀποφάσεις ἐπιδιωκόταν ἁπλώς καί μόνο ἡ παράταση τῶν μέτρων πού είχαν ληφθεί κατά τή μεταβατική περίοδο. "Ετσι ἀπό τήν εννοιολογική ερμηνεία τῶν λέξεων «ληφθέντα μέτρα» (measures taken) δέν προκύπτει ἀναμφίβολα ὅτι αυτές πρέπει νά σημαίνουν τά μέτρα πού θεσπίστηκαν στό παρελθόν. Περαιτέρω, τό επιχείρημα ὅτι τό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης εἶχε χάσει κάθε ἰσχύ τό ἀργότερο μέχρι τήν 31 Δεκεμβρίου 1978 καί ὅτι επομένως οἱ προσωρινές ἀποφάσεις δέν μποροῦσαν παρά νά ἀφοροῦν μόνο τά μέτρα πού εἶχαν ληφθεί κατά την περίοδο αυτή δέν εἶναι πειστικό, ἀφοῦ γίνεται ἀναφορά σέ μέτρα πού λήφθηκαν «σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τοῦ παραρτήματος VΙ».
Πάντως, ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου είναι ἀντίθετη πρός τήν άποψη ὅτι, μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικής περιόδου, ἀν ή Κοινότητα δέν ενεργήσει, αποκλείεται έτσι ή ἐκ μέρους τῶν Κρατῶν μελῶν θέσπιση μέτρων διατηρήσεως τῶν βιολογικῶν θαλάσσιων πόρων καί ὅτι συνεπώς οἱ προσωρινές ἀποφάσεις σκοποῦσαν ἁπλώς καί μόνο τήν παράταση τῶν μέτρων πού εἶχαν ληφθεί πρό τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1978. "Ηδη λοιπόν ἀπό τίς υποθέσεις Van Dam (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 185 ως 204/78) εἶχε κριθεί, ὅσον άφορᾶ τά εθνικά προστατευτικά μέτρα πού είχαν θεσπιστεί κατά τή διάρκεια τῆς μεταβατικῆς περιόδου, ὅτι πρός ἀποφυγή νομικοῦ κενοῦ «κατά τό ἔτος 1978 τά Κράτη μέλη είχαν δικαίωμα καί υποχρέωση νά θεσπίζουν, εντός τῶν ἀντιστοίχων τομέων δικαιοδοσίας, κάθε σύμφωνο πρός τό κοινοτικό δίκαιο μέτρο, πρός προστασία τῶν βιολογικών θαλάσσιων πόρων ...». Στην υπόθεση 32/79, 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου, ἡ ὁποία στό σημείο αυτό προσομοιάζει μέ τήν παρούσα, ἀναφέρεται σαφώς ὅτι ἕνα τέτοιο νομικό κενό πρέπει νά ἀποφευχθεῖ, ἄν εμποδιστεί ἡ θέσπιση περαιτέρω προστατευτικών μέτρων ἀπό τήν Κοινότητα, ἡ ὁποία εἶναι αυτοδικαίως ἁρμόδια. Τό Συμβούλιο είχε ήδη τό 1977 ἀσκήσει τίς εξουσίες του ὅσον άφορα τίς ἐν λόγω θαλάσσιες ζώνες καί ἁπλώς δέν κατόρθωσε νά καταλήξει σέ ἀπόφαση περί παρατάσεως τῶν μέτρων αυτών γιά τό υπόλοιπο τῆς μεταβατικής περιόδου. Πάντως, ὅπως τό Δικαστήριο τόνισε στην ἀπόφαση του, ἀπό αυτό δεν έπεται ὅτι ἡ Κοινότητα στερείται τῶν σχετικών εξουσιών τῆς καί ὅτι έτσι τά Κράτη μέλη ἀνάκτησαν τήν ελευθερία νά ἐνεργούν κατά βούληση στον ἐν λόγω τομέα. Τό Δικαστήριο, ξεκινώντας μέ βάση τό ὅτι ἡ Κοινότητα έχει κατ' ἀρχή δικαιοδοσία, τῆς ὁποίας τήν άσκηση μόνο οἱ ἀνωτέρω ἀναφερόμενοι λόγοι εμπόδισαν, έκρινε ὅτι «σέ μιά τέτοια κατάσταση τα Κράτη μέλη όφειλαν, ὅσον άφορᾶ τίς θαλάσσιες ζώνες πού υπάγονταν στή δικαιοδοσία τους, νά λάβουν τά ἀναγκαῖα μέτρα διατηρήσεως πρός τό κοινό συμφέρον καί σύμφωνα μέ τους ουσιαστικούς καί διαδικαστικούς κανόνες πού πηγάζουν ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο». Ή ἀνωτέρω ἀπόφαση επισημαίνει περαιτέρω ὅτι, ὅπως προκύπτει ἀπό τό σύνολο τῶν μέτρων πού ίσχυαν μέχρι τίς 31 Δεκεμβρίου 1978, ἀπό τους σκοπούς τῶν μέτρων αυτών, καθώς καί ἀπό τίς γενικές υποχρεώσεις πού ὁρίζει τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης, υπάρχει υποχρέωση λήψεως μέτρων πρός τό συμφέρον τῆς Κοινότητας τά ὁποία πληροῦν ἀποδεδειγμένες ἀνάγκες διατηρήσεως, ἄν δέν είναι δυνατή ἡ έγκαιρη θέσπιση τέτοιων μέτρων ἐπί κοινοτικής βάσεως. Σχετικά μέ τό θέμα αυτό ρητή μνεία έγινε στό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης, τό όποῖο, ὅπως τόνισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 141/78, Γαλλική Δημοκρατία κατά Ἡνωμένου Βασιλείου,«στό συγκεκριμένο τομέα ὅπού εφαρμόζεται, εξειδικεύει τίς υποχρεώσεις συνεργασίας πού ἀνέλαβαν τά Κράτη μέλη δυνάμει τοῦ άρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, όταν προσχώρησαν στην Κοινότητα». Ή σημασία τῶν ἐν λόγω ὑποχρεώσεων συνεργασίας πρός τό συμφέρον τῆς Κοινότητας, οἱ όποιες ἀπορρέουν ἀπό τό άρθρο 5 τῆς συνθήκης, τονίστηκαν στην ἴδια ἀπόφαση, ὅπου τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε ὅτι «ή εκτέλεση τῶν υποχρεώσεων αυτών είναι ἰδιαίτερα ἀναγκαία σέ μιά κατάσταση ὅπου ἡ θέσπιση κοινής πολιτικής δέν κατέστη δυνατή, λόγω τῆς διαφοράς τῶν συμφερόντων πού δεν μπόρεσε ἀκόμα νά λυθεῖ, καί σέ έναν τομέα ὅπως εκείνος τῆς διατηρήσεως τῶν βιολογικών θαλάσσιων πόρων, στόν όποῖο, μόνο μέ τη συνεργασία ὅλων τῶν Κρατῶν μελών μποροῦν νά ἐπιτευχθούν ἀξιόλογα αποτελέσματα».
Είναι περιττή ἡ προβολή περαιτέρω λόγων γιά τήν ύπαρξη μιᾶς τέτοιας υποχρεώσεως πού ἔχουν τά Κράτη μέλη δυνάμει τοῦ άρθρου 5 τῆς συνθήκης, ὅταν τό Συμβούλιο ἀδυνατεί νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα διατηρήσεως, ἡ υποχρέωση δέ αυτή πρέπει νά ἰσχύει καί γιά τή μετά τίς 31 Δεκεμβρίου 1978 περίοδο, ὅπως εξήγησα, κάπως λεπτομερώς μέ τίς προτάσεις μου τῆς 21ης Μαΐου 1980, στην υπόθεση 32/79, 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλειου μέ περαιτέρω παραπομπές στή νομολογία.
Ἄν καί κατά τή διάρκεια τῆς μεταβατικῆς περιόδου, κατά τήν ὁποία τόσο ἡ Κοινότητα ὅσο καί τά Κράτη μέλη εἶχαν συντρέχουσες εξουσίες θεσπίσεως μέτρων διατηρήσεως, ἀρκούσε ἡ ἐκ μέρους τοῦ οἰκείου Κράτους μέλους προσπάθεια νά επιτύχει τήν Εγκριση τῆς Ἐπιτροπῆς πρό τῆς θεσπίσεως τῶν μέτρων — αυτό προκύπτει ἀπό τό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης — ἡ μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικής προθεσμίας νομική κατάσταση διαφέρει κατά τό ὅτι, ὅπως είδαμε, ἡ Κοινότητα έχει τώρα ἀποκλειστική εξουσία θεσπίσεως τέτοιων μέτρων. 'Αναγκαία συνέπεια τῆς ἐξουσίας αυτής ἀποτελεί, κατά τή γνώμη μου, τό ὅτι τό κοινοτικό συμφέρον μπορεί νά υποστηριχθεί μόνο ἄν τα μέτρα πού λαμβάνουν τά Κράτη μέλη, ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινότητας, θεσπίζονται μέ τήν έγκριση της, πράγμα πού δέ συνέβαινε κατά τήν προηγουμένη νομική κατάσταση. Περαιτέρω, αυτό ἀποτελεῖ πιθανώς τήν εξήγηση τοῦ γεγονότος ὅτι στίς προσωρινές ἀποφάσεις, οἱ όποιες, ὅπως καί τό παράρτημα VΙ τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης, ἁπλώς εξειδικεύουν τήν υποχρέωση συνεργασίας πού ἀνέλαβαν τά Κράτη μέλη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης, ὅταν έγιναν μέλη τῆς Κοινότητας, γίνεται ἁπλώς ἀναφορά στα μέτρα πού θεσπίζονται σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τοῦ παραρτήματος VΙ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Συμβουλίου.
3.
Τό τελευταίο ερώτημα είναι, ποιό κοινοτικό όργανο πρέπει νά εγκρίνει τά θεσπιζόμενα ἀπό τά Κράτη μέλη μέτρα.
Ἡ κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ὅτι τό όργανο αυτό δέν μπορεί βεβαίως νά εἶναι ἡ 'Επιτροπή, διότι, τότε, θά ἀπονεμόταν στην πραγματικότητα στην Ἐπιτροπή δικαίωμα ἀρνησικυρίας ὅσον άφορᾶ τά μέτρα πού τά Κράτη μέλη δικαιούνται νά θεσπίζουν δυνάμει τῶν προσωρινών ἀποφάσεων. Υποστήριξε επιπλέον ὅτι τό άρθρο 155 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν μπορεί νά ἑρμηνευτεῖ ὡς παρέχον τήν ευχέρεια στην Ἐπιτροπή νά επιτρέπει στά Κράτη μέλη τή θέσπιση μέτρων, τά όποια τά τελευταία, θεωρητικώς, δέν έχουν τήν εξουσία νά λάβουν.
Πάντως, τά επιχειρήματα αυτά μποροῦν, κατ' ἀρχή, νά ἀντικρουσθοῦν μέ τήν ἀρκετά γενική άποψη ὅτι, στίς περιπτώσεις ὅπου τά Κράτη μέλη ὑποχρεοῦνται νά λάβουν μέτρα ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινότητας, λόγω τῆς ἀδυναμίας τοῦ Συμβουλίου νά ἐνεργήσει, δέν εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί ὅτι απαιτείται ἡ έγκριση τῶν μέτρων αυτών ἀπό τό Συμβούλιο. Πράγματι, αυτό θά σήμαινε είτε ὅτι θά ήταν ἀδύνατη ἡ θέσπιση μέτρων διατηρήσεως, ἄν δέν επιτυγχανόταν ὁμόφωνη έγκριση στό πλαίσιο τοῦ Συμβουλίου εἴτε, ἄν τό Συμβούλιο ενέκρινε τά μέτρα, ὅτι είχε πράγματι μεταβιβάσει ἐξουσίες στά Κράτη μέλη χωρίς τή συμμετοχή τῆς 'Επιτροπής, πράγμα πού, ὅπως τόνισα ἀνωτέρω, δέν επιτρέπεται.
Είδαμε, ἀντιθέτως, ὅτι ἡ δυνάμει τοῦ άρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση συνεργασίας τῶν Κρατών μελών ἀποτελεῖπραγματική υποχρέωση δυνάμει τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἁπλῶς εξειδικεύτηκε μέ τις προσωρινές ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου. 'Από αυτό ἕπεται ευθέως ὅτι ἡ 'Επιτροπή πρέπει νά συμμετέχει στή νομοθετική διαδικασία τῆς θεσπίσεως τῶν ἐν λόγω μέτρων ὡς φρουρός τοῦ κοινοτικοῦ συμφέροντος, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 155 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο, μεταξύ άλλων, ή Επιτροπή ὀφείλει νά εξασφαλίζει τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης αυτής καί τῶν μέτρων πού λαμβάνουν τά ὄργανα πρός εφαρμογή της, ώστε νά εξασφαλίζεται ἡ κατάλληλη λειτουργία καί ἀνάπτυξη τῆς Κοινής Ἀγοράς.
Περαιτέρω ένδειξη τῆς ὀρθότητας τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ παρέχει, ἀφενός, τό παράρτημα VI τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης, σύμφωνα μέ τό όποιο τά Κράτη μέλη πού προτίθενται νά θεσπίσουν μονομερή μέτρα διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικῶν πόρων ὀφείλουν νά επιδιώξουν τήν έγκριση τῆς 'Επιτροπής καί, ἀφετέρου, ένα μέτρο πού θεσπίστηκε ἐν τῶ μεταξύ, ὁ κανονισμός (ΕΟΚ) 2527/80 τοῦ Συμβουλίου τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1980, ὁ ὁποῖος θέτει ὁρισμένα τεχνικά μέτρα διατηρήσεως τῶν ἁλιευτικών πόρων (JO L 258, σ. 1). Στή δεύτερη αἰτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ ὁρίζεται ὅτι «... σέ περιπτώσεις αυστηρώς τοπικών ἀποθεμάτων, καί ὑπό τήν ἐπιφύλαξη έλέγχου τῆς Κοινότητας, επιτρέπεται στά Κράτη μέλη νά λαμβάνουν μέτρα διατηρήσεως ὑπό ὁρισμένους ὅρους». 'Αντιστοίχως στό άρθρο 18 (1) καί (2) τοῦ κανονισμοῦ προβλέπεται ὅτι:
«(1) Στην περίπτωση αυστηρώς τοπικών ἀποθεμάτων στά όποια έχουν συμφέρον οἱ ἁλιεῖς ενός μόνο Κράτους μέλους, τό τελευταίο μπορεί νά λάβει μέτρα γιά τή διατήρηση καί διαχείριση τῶν ἀποθεμάτων αυτών, μή ἀναφερόμενα στους κοινοτικούς κανονισμούς, ὑπό τόν ὅρον ὅτι τά μέτρα αυτά δέν ἀντιβαίνουν στίς κοινοτικές διατάξεις.
Τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος ὀφείλει πρό τῆς θεσπίσεως τῶν μέτρων αυτών νά λάβει τήν έγκριση τῆς 'Επιτροπής ἐπί τοῦ ὅτι τά ἐν λόγω ἀποθέματα ενδιαφέρουν μόνο αυτό τό Κράτος μέλος καί εἶναι σύμφωνα πρός τήν παράγραφο 1.
(2) Τά μέτρα αυτά κοινοποιοῦνται στά άλλα Κράτη μέλη καί στην Ἐπιτροπή.»
Στή τέταρτη αἰτιολογική σκέψη τοῦ προοιμίου τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ ὁρίζεται περαιτέρω ὅτι, όταν ἀπειλείται σοβαρῶς ή διατήρηση, επιτρέπεται στά Κράτη μέλη νά λαμβάνουν τά κατάλληλα προσωρινά μέτρα. Τό άρθρο 19 τοῦ κανονισμοῦ προβλέπει ἀντιστοίχως ὅτι:
«(1) Ὅταν γιά τή διατήρηση τῶν ἀποθεμάτων ψαριών ἀπαιτείται άμεση ενέργεια, ἡ Επιτροπή μπορεί, κατά παρέκκλιση ἀπό τόν παρόντα κανονισμό, νά θεσπίζει κάθε ἀναγκαίο μέτρο σύμφωνα μέ τή διαδικασία τῶν άρθρων 31 (2) καί 32 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 100/76. Αυτό περιλαμβάνει μέτρα πρός τόν ἀνωτέρω σκοπό, τά όποια δέν προβλέπονται ειδικώς στόν παρόντα κανονισμό.
(2) Όταν ἀπειλείται σοβαρῶς ἡ διατήρηση ορισμένων εἰδῶν ἡ ἁλιευτικών ἀποθεμάτων, ἡ δέ καθυστέρηση θά προκαλοῦσε ζημία, ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὁποίας θά ήταν δυσχερής, τό παράκτιο κράτος μπορεί νά λάβει τά κατάλληλα, μή δημιουργοῦντα διακρίσεις, μέτρα για τά ύδατα πού υπάγονται στή δικαιοδοσία του.
...
(4) 'Εντός 10ημερολογιακών ήμερων ἀπό τῆς λήψεως τῆς κοινοποιήσεως αυτής, ή 'Επιτροπή επικυρώνει, ἀκυρώνει ή τροποποιεῖ τά μέτρα αυτά. Ή ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπῆς κοινοποιεῖται ἀμέσως στά Κράτη μέλη.»
Περαιτέρω στήριξη τοῦ συμπεράσματος στό όποιο κατέληξα παρέχει ἡ ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 41/76, Suzanne Criel née Donckerwolcke and Henri Schou κατά Procureur de la République au Tribunal de Grande Instance, Lille, and Director General of Customs, Paris, τῆς 15ης Δεκεμβρίου 1976 (1976) ECR 1921. Στη δίκη αύτη, γιά την έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως, τό Cour d'Appel τοῦ Douai, υπέβαλε μεναξύ ἄλλων τό ερώτημα, ἄν ὁρισμένοι εθνικοί κανόνες περί έλεγχου τῆς καταγωγῆς εμπορευμάτων πού βρίσκονται σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τῶν Κρατών μελών ήταν σύμφωνοι πρός τή συνθήκη μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικής περιόδου πού εἶχε ταχθεῖ γιά τήν καθιέρωση κοινής εμπορικής πολιτικής, ἄν καί τό οικείο μέλος εἶχε τήν ευχέρεια, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 115 παράγραφος 1 καί 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά παρεκκλίνει ἀπό τίς διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων εντός τῆς Κοινότητας. Υπάρχει παραλληλισμός μεταξύ εκείνης τῆς ὑποθέσεως καί τῆς προκείμενης, κατά τό ὅτι, ὅταν λήφθηκαν τά ἐν λόγω μέτρα έλεγχου, ή ἁρμοδιότητα στό θέμα τῆς εμπορικής πολιτικῆς εἶχε ἐξ ὁλοκλήρου μεταβιβαστεί στην Κοινότητα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 113 (1) τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἄν καί ἡ κοινή εμπορική πολιτική, ὁπως διαπίστωσε τό Δικαστήριο, δέν εἶχε πλήρως καθιερωθεί μέχρι τό τέλος τῆς μεταβατικής περιόδου.
Μέ τήν ἀνωτέρω απόφαση τό Δικαστήριο τόνισε ὅτι, στην κατάσταση εκείνη πού ὁμοιάζει μέχρις ὁρισμένου σημείου μέ τήν ἐν προκειμένω, «μέτρα εμπορικής πολιτικής ἐθνικοῦ χαρακτήρα δέν επιτρέπονται μετά τή λήξη τῆς μεταβατικής περιόδου παρά μόνο δυνάμει ειδικής άδειας» τῆς 'Επιτροπής. Γιά τους λόγους πού προβλήθηκαν, αὐτό πρέπει νά Ισχύει σέ μεγαλύτερο βαθμό ὅσον άφορᾶ τά μέτρα στόν τομέα τῆς πολιτικής ἁλιείας.
'Απομένει νά παρατηρηθεί, ὡς συμπέρασμα, ὅτι ἡ 'Επιτροπή μπορεί νά εγκρίνει τά μέτρα διατηρήσεως περί θαλάσσιας ἁλιείας πού θεσπίζονται ἀπό τά Κράτη μέλη, ὄχι μόνο ρητῶς άλλά καί σιωπηρώς. Ἀπό τίς 'ίδιες τίς προσωρινές ἀποφάσεις, οἱ όποιες ἀναφέρονται σέ «μέτρα πού λαμβάνονται σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τοῦ παραρτήματος VΙ » τοῦ ψηφίσματος τῆς Χάγης, μπορεί νά συναχθεί ὅτι ἀρκεῖ έστω καί σιωπηρή έγκριση. Πάντως, όπως γνωρίζει τό Δικαστήριο, ἡ διακήρυξη αύτη ὁρίζει ἁπλώς, ὅσον άφορα τή διαδικασία, ὅτι πρέπει νά ζητείται ἡ γνώμη τῆς 'Επιτροπής σέ ὅλα τά στάδια, δηλαδή τό Κράτος μέλος ὀφείλει νά συνεργάζεται στενά μέ τήν 'Επιτροπή πρός συντονισμό των εθνικών μέτρων, ειδικότερα ὅσον άφορᾶ τήν κατάρτιση κοινής πολιτικής ἐπί τῶν σχέσεων μέ χώρες μή μέλη, ἡ ὁποία δέν έχει ἀκόμη επιτευχθεί. Ἄν γίνει ἡ συμβουλευτική αύτη διαδικασία καί ἡ 'Επιτροπή δέν ἀντιταχθεί στην εἰσαγωγή τέτοιων μέτρων, αυτό μπορεί νά θεωρηθεί ὡς σιωπηρή έγκριση, χωρίς νά θίγει τό συμφέρον τῆς Κοινότητας.
'Επομένως εἶναι ἀδύνατο καί τό συμπέρασμα ὅτι ἡ έγκριση αυτή εἶναι περιττή, στό όποιο καταλήγει ἡ κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἀπό τό γεγονός ὅτι σέ άλλες περιπτώσεις ἡ Ἐπιτροπή δέν ενέκρινε πάντοτε ρητώς τά μέτρα άλλων Κρατών μελών πρίν ἀπό τήν έναρξη τῆς ισχύος τους.
Πάντως, ἀκόμα κι ἄν πράγματι θεσπίστηκαν σέ άλλες περιπτώσεις τέτοια μέτρα χωρίς τήν έγκριση τῆς Ἐπιτροπῆς — αυτό πρέπει νά τονιστεί σέ σχέση μέ τά περαιτέρω επιχειρήματα τῆς βρετανικής κυβερνήσεως — εἶναι ἀδύνατο νά εξαχθεί ἀπό αυτό τό συμπέρασμα ὅτι επιτρέπονται τέτοιες διαδικασίες.
'Εφόσον δέν ἀμφισβητείται ὅτι ὅλα τά μέτρα περί διατηρήσεως τῶν βιολογικῶν θαλάσσιων πόρων, πού ἀναφέρονται στήν ἀρχή, θεσπίστηκαν χωρίς ὁποιαδήποτε προηγούμενη έγκριση τῆς Ἐπιτροπής, πρέπει συνεπῶς νά κριθεί ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέβη, γιά τό λόγο αυτό, τίς ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὑποχρεώσεις του.
4.
Αυτό ἰσχύει ἰδίως γιά τά μέτρα περί ἁλιείας πού θεσπίστηκαν ὅσον άφορᾶ τή θάλασσα τῆς 'Ιρλανδίας καί τά ύδατα τῆς νήσου Man, σχετικά μέ τό Herring (Irish Sea) Licensing Order 1977 καί τό Herring (Isle of Man) Licensing Order 1977. Όπως γνωρίζουμε ἀπό τήν υπόθεση 32/79, 'Επιτροπή κατά 'Ηνωμένου Βασιλείου, το ἀντικείμενο καί τῶν δύο orders άφορᾶ τήν ἀπαγόρευση ἁλιείας ρέγγας στίς ἐν λόγω θαλάσσιες ζώνες. 'Εξαίρεση γίνεται στην περίπτωση ἁλιέων, κατόχων άδειας τῆς κυβερνήσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου γιά τή θάλασσα τῆς 'Ιρλανδίας καί τοῦ Board for Agriculture and Fisheries τῆς νήσου Man γιά τά ύδατα τῆς νήσου αὐτής. Τά δύο orders, πού ίσχυαν ἀκόμα κατά τό 1979, δέν περιέχουν καμία άλλη ένδειξη ὡς πρός τίς προϋποθέσεις εκδόσεως τῶν ἀδειων αυτών, τά δικαιώματα πού παρέχουν καί τίς υποχρεώσεις πού συνεπάγεται ἡ έκδοση τους. 'Αφήνουν έτσι πλήρη διακριτική ευχέρεια στίς αρμόδιες ἀρχές, ὤς πρός τήν έκδοση καί τήν έκταση τῶν ἀδειων. Σχετικά μέ τά παράπονα πού υπέβαλε ἡ 'Επιτροπή στην υπόθεση εκείνη, ὅτι δηλαδή οὔτε αύτη οὔτε τά ἐνδιαφερόμενα Κράτη μέλη εἶχαν δεόντως πληροφορηθεί εἴτε τό 1977 εἴτε τό 1978, γιά τήν πραγματική έκταση τοῦ συστήματος περιορισμού καί διαχειρίσεως τῆς ἁλιείας πού προέκυψε ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ συστήματος τῶν άδειων, τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 10ης 'Ιουλίου 1980 ἀπεφάνθη, μεταξύ άλλων, ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς ἐκ τῆς συνθήκης υποχρεώσεις του, διότι εφήρμοσε κατά τό 1977, βάσει τῶν ἐν λόγω orders, σύστημα ἀδειων ἁλιείας πού δέν εἶχε ἀποτελέσει ἀντικείμενο προσήκουσας διαβουλεύσεως καί τοῦ ὁποίου οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής ἐπιφυλάχτηκαν στην ἀπόλυτη ευχέρεια τῶν ἀρχων τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς δυνατότητα γιά τίς κοινοτικές ἀρχές, τά άλλα Κράτη μέλη καί τους ενδιαφερομένους, ἀποκτήσεως βεβαιότητας περί τοῦ τρόπου νομικῆς εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω συστήματος. Υπήρξε περαιτέρω παραβίαση τῆς συνθήκης κατά τό ὅτι αυτή ἡ κατάσταση ἀβεβαιότητας διατηρήθηκε καί κατά τό 1978 πρός βλάβη τῶν ἁλιέων άλλων Κρατών μελών.
Σχετικά μέ τό ερώτημα ἄν οἱ διατάξεις πού διέπουν τήν κοινή πολιτική ἁλιείας ἐφαρμόζονται επίσης στά ύδατα εντός τῆς ζώνης 12 μιλίων γύρω ἀπό τή νήσο Man, τό Δικαστήριο, μέ τήν ἴδια ἀπόφαση θεώρησε περιττό νά εξετάσει τή συνταγματική θέση τῆς νήσου Man καί τή σχέση τοῦ εδάφους της μέ τήν Κοινότητα. 'Αντί αὐτοῦ ἁπλώς καί μόνο διαπίστωσε ὅτι τό Herring (Isle of Man) Licensing Order 1977, ὅπως προέκυπτε σαφώς ἀπό τή διατύπωση του, θεσπίστηκε κατά τή νομοθεσία τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἀπό τή βρετανική κυβέρνηση, ὁπότε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει νά ευθύνεται γιά τό μέτρο αυτό έναντι τῆς Κοινότητας.
Ἀπὁ αυτό έπεται ὅτι γιά τήν εφαρμογή τῶν ἐν λόγω orders μετά τήν πάροδο τῆς μεταβατικῆς περιόδου πού ὁρίζεται στό άρθρο 102 τῆς πράξεως προσχωρήσεως, καθώς καί γιά τίς συμφωνίες πού έγιναν γιά τό 1979 βάσει τῶν orders αυτῶν μεταξύ τῆς κυβερνήσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί τῆς νήσου Man, περί τῶν ὅρών τῆς ἁλιείας ρέγγας στά ἐν λόγω ὕδατα ήταν ἀναγκαία ή προηγουμένη άδεια τῆς Ἐπιτροπής, ή ὁποία ὁπωσδήποτε δέ δόθηκε.
III —
Δεδομένου ὅτι τό συμπέρασμα αυτό ἀποδεικνύει, ὅπως νομίζω, χωρίς ἀμφιβολία ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο, μέ τή θέσπιση καί εφαρμογή τῶν ἐν λόγω μέτρων διατηρήσεως, ὑπερέβη τίς εξουσίες του — ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν τό Δικαστήριο συμφωνεί μέ τίς ἀπόψεις μου ἡ κλίνει ὑπέρ τῆς λύσεως πού προτείνει ἡ γαλλική κυβέρνηση — δέν υπάρχει πλέον ἀνάγκη εξετάσεως τῶν άλλων δικονομικοῦ καί ουσιαστικού χαρακτήρα ἀντιρρήσεων πού ἤγειραν ἡ Ἐπιτροπή καί οἱ διάδικοι, καί μάλιστα ἀφού ἡ 'Επιτροπή βεβαίωσε ρητώς ὅτι δέν ἐπιθυμοῦσε περαιτέρω εξέταση των ἀντιρρήσεων, ἄν διαπιστωνόταν ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δέν εἶχε τίς ἐν λόγω εξουσίες.
IV —
Προτείνω ἑπομένως ὅπως τό Δικαστήριο ἀναγνωρίσει ὅτι τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρεώσεις του, μέ τή θέσπιση καί εφαρμογή κατά τό 1979, χωρίς την ἔγκριση τῆς 'Επιτροπῆς, τοῦ Fishing Nets (North-East Atlantic) (Variation) Order 1979, τοῦ Immature Sea Fish Order 1979, τοῦ Immature Nephrops Order 1979, τοῦ Nephrops Tails (Restriction on Landing) Order 1979, καθώς καί τοῦ Sea Fish (Minimum Size) Order (Northern Ireland) 1979 καί ὅτι μέ τά Herring (Irish Sea) Licensing Order 1979, S.I. 1979 No. 1388 καί Herring (Isle of Man) Licensing Order 1977, S.I. 1977 No. 1389, εισήγαγε σύστημα άδειων ἁλιείας ἡ γενικών ὅρών γιά την αλιεία ρέγγας στη θάλασσα τῆς 'Ιρλανδίας καί τά ύδατα τῆς νήσου Man.
Ἄν ἡ προσφυγή ευδοκιμήσει, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει νά καταδικαστεί στά δικαστικά έξοδα, περιλαμβανόμενων καί τῶν εξόδων τῶν παρεμβαινουσῶν.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy