ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
της 9ης Ιουλίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι —
Αντικείμενο της κύριας δίκης είναι η διαφορά μεταξύ του Bundesversicherungsanstalt für Angestellte (Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων των υπαλλήλων) του Βερολίνου και ενός Γερμανού υπηκόου, η επαγγελματική σταδιοδρομία του οποίου εξελίχθηκε ως εξής:
Ο ενδιαφερόμενος, γεννηθείς το 1926, πρόσφυγας από τα ανατολικά εδάφη, κατέβαλε, δυνάμει του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων της 20ής Δεκεμβρίου 1911 — ο οποίος εμπίπτει στο καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας — υποχρεωτικές εισφορές στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων των υπαλλήλων:
—
από τον Απρίλιο 1948 έως τον Απρίλιο 1956,
—
τον Ιούνιο, Αύγουστο και Οκτώβριο 1956,
—
από το Δεκέμβριο 1956 έως τον Ιούλιο 1964,
—
και από τον Ιανουάριο 1968 έως τον Ιούνιο 1969.
Από τον Ιούλιο 1969 έως τον Αύγουστο 1973 ο ενδιαφερόμενος εργάστηκε στο Βέλγιο αυτό είχε ως συνέπεια την υποχρεωτική υπαγωγή του στο βελγικό σύστημα ασφαλίσεως των υπαλλήλων. Ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε έτσι πενήντα βελγικές περιόδους ασφαλίσεως.
Ενώ εργαζόταν στο Βέλγιο, το προαναφερθέν Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων του αρνήθηκε το δικαίωμα να εξακολουθήσει να ασφαλίζεται προαιρετικά στη Γερμανία και δεν τον πληροφόρησε ότι, τουλάχιστον μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου της 16ης Οκτωβρίου 1972 περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων, για τον οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια, είχε πλέον αυτή τη δυνατότητα.
Από το Σεπτέμβριο 1973 έως τον Ιούλιο 1974 ο ενδιαφερόμενος κατέβαλε και πάλι υποχρεωτικές εισφορές στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων των υπαλλήλων.
Από το Βέλγιο, όπου βρισκόταν και πάλι για να εργαστεί, ζήτησε, τον Αύγουστο 1974, να του επιτραπεί να καταβάλει αναδρομικά εισφορές για τις περιόδους κατά τις οποίες δεν είχε καταβάλει εισφορές στη Γερμανία, δηλαδή για το Μάιο, Ιούλιο, Σεπτέμβριο και Νοέμβριο 1956, καθώς και για την περίοδο από τον Αύγουστο 1964 έως το Δεκέμβριο 1967.
Επειδή η βελγική κοινωνική ασφάλιση ήταν ανεπαρκής, ήθελε έτσι να επωφεληθεί της δυνατότητος που του προσέφερε η νέα γερμανική νομοθεσία περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων.
Ο νόμος της 16ης Οκτωβρίου 1972 περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων στη Γερμανία, που δημοσιεύτηκε στις 18 Οκτωβρίου 1972, τροποποίησε ιδίως τις διατάξεις περί προαιρετικής ασφαλίσεως:
Όλοι όσοι κατοικούν ή διαμένουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και όλοι οι Γερμανοί κάτοικοι εξωτερικού μπορούν να καταβάλλουν προαιρετικές εισφορές, υπό τον όρο ότι δεν υπάγονται υποχρεωτικά στην κοινωνική ασφάλιση. Ο νόμος αυτός επιτρέπει την καταβολή προαιρετικών εισφορών με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1956.
Το άρθρο 49α, παράγραφος 2, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων ορίζει:
«Τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα να ασφαλιστούν προαιρετικά δυνάμει του άρθρου 10 του νόμου περί της ασφαλίσεως των υπαλλήλων μπορούν, κατ' αίτηση τους και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 140 του νόμου αυτού, να εξαγοράσουν προαιρετικά εισφορές για τις περιόδους που περιλαμβάνονται μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1956 και 31ης Δεκεμβρίου 1973, για τις οποίες δεν κατέβαλαν εισφορές στην υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεων, υπό τον όρο ότι η εισφορά για συγκεκριμένο μήνα δεν μπορεί να καταβληθεί παρά μόνον αν έχουν προηγουμένως εξοφληθεί οι εισφορές που αναλογούν σε όλους τους μεταγενέστερους μήνες. Η εισφορά για συγκεκριμένο μήνα δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μικρότερη εισφορά που καταβλήθηκε για μεταγενέστερο μήνα.»
Κατά το άρθρο 10 του νόμου περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων (προαιρετική ασφάλιση):
«Τα πρόσωπα που δεν έχουν υποχρεωτική ασφάλιση δυνάμει του παρόντος νόμου, του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, του νόμου περί των εργαζομένων στα ανθρακωρυχεία, του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως των βιοτεχνών ή του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως μειονεκτούντων ατόμων στα προστατευόμενα ιδρύματα, και τα οποία κατοικούν ή διαμένουν εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου μπορούν να καταβάλλουν προαιρετικά εισφορές που καλύπτουν περιόδους μετά τη συμπλήρωση του 16ου έτους. Αυτή η διάταξη εφαρμόζεται και στους Γερμανούς κατά την έννοια του άρθρου 116, παράγραφος 1, του θεμελιώδους νόμου, που κατοικούν ή διαμένουν στο εξωτερικό.»
Ενώ αναγνώρισε καταρχήν το δικαίωμα του ενδιαφερομένου — παρόλο που κατοικεί στο Βέλγιο — να καταβάλει αναδρομικά εισφορές στη ασφάλιση συντάξεων των υπαλλήλων για τις περιόδους από το Σεπτέμβριο έως το Δεκέμβριο 1956 και από τον Αύγουστο 1964 έως το Δεκέμβριο 1967, το γερμανικό Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξήρτησε την άσκηση του δικαιώματος αυτού από την προηγούμενη καταβολή εισφορών για την περίοδο από τον Αύγουστο 1969 έως το Δεκέμβριο 1971, περίοδο κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος είχε ήδη καταβάλει υποχρεωτικές εισφορές στο Βέλγιο.
Σχετικά με αυτή την άποψη, την οποία υποστήριξε και με αναίρεση το γερμανικό Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Bundessozialgericht υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ακριβή έκταση της τροποποιήσεως που επέφερε ο κανονισμός του Συμβουλίου 1392/74 της 4ης Ιουνίου 1974 στο παράρτημα V (Γερμανία) του κανονισμού 1408/71.
Ας υπενθυμιστεί ότι το παράρτημα αυτό έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση των ειδικών περιπτώσεων εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών (άρθρο 89 του κανονισμού 1408/71)· έχει ως αντικείμενο να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών πρέπει να εφαρμοστούν, λαμβάνοντας υπόψη το κοινοτικό δίκαιο. Το Bundessozialgericht πρέπει, επομένως, να κρίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση που του έχει υποβληθεί βάσει του εσωτερικού γερμανικού δικαίου, ερμηνευόμενου υπό το φως του κοινοτικού δικαίου, η «πρόσφορη», όμως, ερμηνεία του τελευταίου απαιτεί την εξέταση του εθνικού δικαίου.
II —
Σύμφωνα με το άρθρο 1, 5 του κανονισμού 1392/74, το παράρτημα V, σημείο Γ (Γερμανία) τροποποιείται ως εξής:
«8.
Το άρθρο 1233 του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως (RVO) και το άρθρο 10 του νόμου περί ασφαλίσεως των υπαλλήλων (AVG), όπως ετροποποιήθησαν από τον νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος των συντάξεων της 16ης Οκτωβρίου 1972, οι οποίοι διέπουν την προαιρετική ασφάλιση στο πλαίσιο των γερμανικών συστημάτων ασφαλίσεως συντάξεων, εφαρμόζονται στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών καθώς και στους απάτριδες και τους πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Αν πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις, δύνανται να καταβάλλονται εισφορές προαιρετικής ασφαλίσεως στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων:
α)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας·
β)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και ήταν ασφαλισμένος, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σ' οποιαδήποτε στιγμή κατά το παρελθόν στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων
γ)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος, υπήκοος άλλου κράτους μέλους, έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του στο έδαφος τρίτου κράτους, εφόσον κατέβαλε εισφορές επί 60 τουλάχιστον μήνες στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων ή εδικαιούτο να υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων που ίσχυαν προηγουμένως και δεν είναι ασφαλισμένος, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
9.
Ο κανονισμός δεν θίγει... το άρθρο 49α, παράγραφος 2 του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων (AnVNG) όπως τροποποιήθηκε από το νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων της16ης Οκτωβρίου 1972. Τα πρόσωπα που δικαιούνται να υπαχθούν στην προαιρετική ασφάλιση σύμφωνα με την περίπτωση 8, υποπεριπτώσεις β και γ, δύνανται να καταβάλλουν εισφορές μόνο για τις περιόδους, για τις οποίες δεν έχουν ήδη καταβάλει εισφορές κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.»
Αυτό το νομοθετικό κείμενο προστέθηκε έπειτα από πρόταση της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως για να επιτρέψει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, έστω και αν κατοικούν ή διαμένουν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, να ασφαλιστούν προαιρετικά, όπως οι Γερμανοί υπήκοοι ή οι μη Γερμανοί που κατοικούν ή διαμένουν στη Γερμανία, σύμφωνα με το νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων, και να καταβάλουν εκ των υστέρων εισφορές σύμφωνα με το νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων, στο μέτρο που οι υπήκοοι αυτοί ήταν προηγουμένως ασφαλισμένοι στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων.
Είναι σύμφωνο προς το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 (όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2864/72 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1972) που ορίζει:
«Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, οι περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας που επραγματοποιήθη-σαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σαν να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους.»
Η διατύπωση όμως της παραγράφου 9, που προστέθηκε κατ' αυτό τον τρόπο, είναι διφορούμενη.
Καταρχάς, αναφέρεται βέβαια ότι ο κανονισμός «δεν θίγει» το άρθρο 49 α, παράγραφος 2 του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεως των υπαλλήλων (όπως τροποποιήθηκε από το νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων της 16ης Οκτωβρίου 1972), αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αυτή η εθνική διάταξη δεν πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, διότι διαφορετικά θίγεται ο ίδιος ο κανονισμός.
Όσον αφορά το δεύτερο εδάφιο αυτής της παραγράφου 9, αυτό αναφέρει ρητά ότι οι μη Γερμανοί κοινοτικοί υπήκοοι που κατοικούν ή διαμένουν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν υποχρεούνται να καταβάλουν προηγουμένως τις εισφορές για τους μήνες που έπονται αυτών που επιθυμούν να εξαγοράσουν, παρά μόνο εάν δεν έχουν ήδη καταβάλει εισφορές για τους μήνες αυτούς κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους: γι' αυτή την κατηγορία προσώπων, οι εισφορές που καταβλήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους άλλου από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία εξομοιώνονται επομένως προς τις γερμανικές εισφορές.
Δεν βεβαιώνει παρά σιωπηρά ότι τα πρόσωπα που κατοικούν ή διαμένουν στο Ομοσπονδιακό έδαφος (συμπεριλαμβανομένου του ανατολικού Βερολίνου) — είτε είναι Γερμανοί είτε κοινοτικοί υπήκοοι — μπορούν να καταβάλλουν προαιρετικές εισφορές στη Γερμανική ασφάλιση συντάξεων μόνον «εάν πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις», δηλαδή ότι εφαρμόζεται στα πρόσωπα αυτά η αρχή του άρθρου 49α, παράγραφος 2, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων.
Αντίθετα η διάταξη αυτή δεν ρυθμίζει άμεσα την περίπτωση των Γερμανών υπηκόων που κατοικούν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
Οι τροποποιήσεις που επιφέρει στο παράρτημα V, σημείο Γ (Γερμανία), ο κανονισμός 1392/74 της 4ης Ιουνίου 1974, που τέθηκε σε ισχύ στις 8 Ιουνίου 1974, ισχύουν αναδρομικά από τις 19 Οκτωβρίου 1972, επομένη της δημοσιεύσεως του γερμανικού νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων.
Εάν αυτή η αναδρομικότητα είχε την έννοια ότι οι προηγούμενες της θέσεως του κανονισμού σε ισχύ περίοδοι, κατά τις οποίες πρόσωπα που βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τον προσφεύγοντα είχαν υποχρεωτικά υπαχθεί στην κοινωνική ασφάλιση άλλου κράτους μέλους, δεν εξομοιώνονται πλέον με γερμανικές περιόδους υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 49α, παράγραφος 2, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων, η κοινοτική αυτή διάταξη θα ήταν ανίσχυρη.
Δεν νομίζω όμως ότι αυτό συμβαίνει.
III —
Κατ' εξαίρεση της απαγορεύσεως της σωρευτικής υπαγωγής στην υποχρεωτική και την προαιρετική ασφάλιση, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1392/74) ορίζει:
«Πάντως, ως προς την αναπηρία, το γήρας και τον θάνατο (συντάξεις) ο ενδιαφερόμενος δύναται να γίνει δεκτός στην προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως κράτους μέλους, ακόμη και αν υπόκειται υποχρεωτικώς στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, κατά το μέτρο που η σώρευση αυτή επιτρέπεται ρητά ή σιωπηρά στο πρώτο κράτος μέλος.»
Όπως είδαμε η σώρευση αυτή επετράπη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία από το νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων.
Εδώ όμως παρενέβη ο κοινοτικός νομοθέτης: η εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας δεν μπορεί να γεννήσει, για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, την υποχρέωση καταβολής εισφορών για τις περιόδους για τις οποίες έχουν ήδη καταβάλει εισφορές, κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας ενός από τα κράτη αυτά, είτε οι περίοδοι αυτές προηγούνται είτε έπονται των γερμανικών περιόδων που θέλουν να εξαγοράσουν.
Προκύπτει άραγε από αυτό ότι ένα πρόσωπο που κατοικεί και εργάζεται εκτός του ομοσπονδιακού εδάφους πρέπει να υποβληθεί στην προαναφερθείσα υποχρέωση για μόνο το λόγο ότι διατήρησε τη γερμανική ιθαγένεια;
Η εξαγορά της γερμανικής ασφαλίσεως είναι, θεωρητικά, «εντελώς προαιρετική», η ανάγκη όμως για τους ενδιαφερομένους, εάν θέλουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία εξαγοράς των προηγουμένων περιόδων, που τους δίνει ο νόμος, να εξοφλήσουν προηγουμένως τις εισφορές για τις περιόδους, για τις οποίες εξάλλου ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένοι σε άλλο κράτος μέλος, ισοδυναμεί στην πραγματικότητα, για τις περιόδους αυτές, με υποχρέωση ασφαλίσεως. Όμως, δυνάμει του ίδιου του κανονισμού, αποκλείεται η υποχρεωτική ασφάλιση διακινουμένου εργαζομένου σε δύο συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.
Στην πράξη, η προϋπόθεση από την οποία η γερμανική νομοθεσία εξαρτά την εξαγορά των εισφορών οδηγεί στο αποτέλεσμα, οι Γερμανοί υπήκοοι που συμπλήρωσαν τις τελευταίες περιόδους ασφαλίσεως στο εξωτερικό να μην μπορούν, ενώ σκέπτονται να σταματήσουν τη δραστηριότητα τους, να έχουν επαρκή προαιρετική ασφάλιση στη χώρα καταγωγής τους, επικαλούμενοι αυτές τις περιόδους που συμπλήρωσαν στο εξωτερικό.
Μια τέτοια αντίληψη θα οδηγούσε στο να εξαρτάται η λήψη υπόψη των υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως από την ιθαγένεια του ασφαλισμένου.
Είναι ενδεχομένως κατανοητό να επιτρέπεται στους Γερμανούς κατοίκους εξωτερικού να καταβάλλουν προαιρετικές εισφορές στη γερμανική ασφάλιση για τις περιόδους, κατά τις οποίες ήταν προαιρετικά ασφαλισμένοι δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τις περιόδους για τις οποίες έχουν ήδη καταβάλει υποχρεωτικές εισφορές δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του άλλου κράτους, ενώ μάλιστα αυτές οι υποχρεωτικές εισφορές δεν τους επιστρέφονται εάν επιλέξουν να καταβάλουν προαιρετικές εισφορές για τις ίδιες περιόδους στη γερμανική ασφάλιση.
Το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και, στη συνέχεια, η Επιτροπή αντιτάσσουν ότι η ερμηνεία αυτή θα είχε δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στο σύστημα κεφαλαιοποιήσεως από το οποίο εμπνέεται η προαιρετική ασφάλιση: αν επιτρεπόταν σε όσους σκέπτονται να ασφαλιστούν προαιρετικά να καλύψουν τις παλαιές περιόδους χωρίς να εξοφλήσουν τις εισφορές που αντιστοιχούν στις πιο πρόσφατες περιόδους, αυτοί δεν θα εξαγόραζαν παρά τις πιο παλιές περιόδους, που είναι ευνοϊκότερες από άποψη αποδοτικότητας των εισφορών.
Φαίνεται όμως περίεργη η διαβεβαίωση ότι σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως διότι, ανάλογα με τη σταδιοδρομία των ενδιαφερομένων, η τήρηση της αρχής αυτής θα είχε γι' αυτούς λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκές συνέπειες.
Δεν βλέπω βάσει ποιας αρχής το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν θα έπρεπε να αναλάβει την ίδια υποχρέωση έναντι των Γερμανών υπηκόων που ανέλαβαν τους ίδιους επαγγελματικούς κινδύνους με τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών όταν μετέβησαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
Ο κανονισμός 1408/71 είχε ως σκοπό να επιτρέψει σε κάθε κοινοτικό εργαζόμενο — είτε αυτός κατοικεί στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος είτε σε άλλο κράτος — να συμπληρώσει τη σταδιοδρομία του χωρίς κενά από πλευράς κοινωνικής ασφαλίσεως.
Όπως δεν μπορεί να απαιτηθεί από τους μη Γερμανούς κοινοτικούς υπηκόους να κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, όταν ζητούν να γίνουν δεκτοί στη γερμανική προαιρετική ασφάλιση, δεν μπορεί να απαιτηθεί και από τους Γερμανούς που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμούν να γίνουν δεκτοί στην ασφάλιση αυτή να καταβάλλουν εισφορές για τις περιόδους για τις οποίες είχαν ήδη καταβάλει υποχρεωτικές εισφορές κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού.
Προτείνω να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι η περίπτωση 9, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος V, Γ, του κανονισμού του Συμβουλίου 1408/71 έχει την έννοια ότι για το σκοπό προαιρετικής εξαγοράς εισφορών στην ασφάλιση συντάξεων των υπαλλήλων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 49α, παράγραφος 2, του νόμου της 16ης Οκτωβρίου 1972 περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων, οι Γερμανοί υπήκοοι που έχουν καταβάλει εισφορές στην υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεων άλλου κράτους μέλους δεν υποχρεούνται, για τις περιόδους που καλύπτονται ήδη από τις εισφορές που καταβλήθηκαν σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος, να εξαγοράσουν επιπλέον τις γερμανικές εισφορές που αντιστοιχούν στις ίδιες περιόδους.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy