ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
Jean Pierre Warner
της 23ης Σεπτεμβρίου 1980 ( *1 )
Περιεχόμενα
Εισαγωγή
Το πρώτο και δεύτερο ερώτημα
Το τρίτο και τέταρτο ερώτημα
Το πέμπτο ερώτημα
Προτάσεις
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από την Pretura Penale του Como. Διαπίστωσα ότι αυτή η υπόθεση είναι δύσκολη παρόλον ότι είχα στη διάθεση μου Διάταξη περί παραπομπής, αιτιολογημένη με μεγάλη φροντίδα και, εκτός από τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης (Gaetano, Cremonini και Maria Luisa Vrankvovich), και τις προτάσεις τεσσάρων Κυβερνήσεων, της Γαλλίας, της Ιταλίας, των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και τις παρατηρήσεις της Επιτροπής.
Η υπόθεση εγείρει ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία και το αποτέλεσμα της οδηγίας 73/23/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 1973, «περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στο ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως» και αποτελεί, κατά κάποια έννοια, συνέχιση της υποθέσεως 123/76, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Eer. 1977, σ. 1449). Πρόκειτο περί προσφυγής ασκηθείσας κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε, με απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977, ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείψασα να θεσπίσει, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη.
Στις 18 Οκτωβρίου 1977, η Ιταλική Βουλή θέσπισε το νόμο 791, εφαρμόζοντα ή αποβλέποντα στο να εφαρμόσει την οδηγία. Ένα από τα ερωτήματα που πρέπει να επιλύσει ο pretore είναι αν αυτός ο νόμος προσέδωσε πλήρη αποτελέσματα στις διατάξεις της οδηγίας. Ο νόμος δεν κατήργησε εντελώς τα άρθρα 314 και 315 του προεδρικού διατάγματος 547 της 27ης Απριλίου 1955 που η Επιτροπή είχε υποστηρίξει, στην υπόθεση 123/76, ότι ήταν ασυμβίβαστα προς την οδηγία και τα οποία είχαμε θεωρήσει πράγματι ως ασυμβίβαστα. Με λίγα λόγια, το άρθρο 314 προβλέπει ότι το ηλεκτρολογικό υλικό που είναι εφοδιασμένο με κινητήρα τροφοδοτούμενο με ρεύμα, υπερβαίνον ορισμένη τάση, διαθέτει ρευματολήπτη με γείωση, ενώ το άρθρο 315 απαιτεί το κινητό ηλεκτρολογικό υλικό να διαθέτει συμπληρωματική μόνωση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι λόγοι ασφαλείας δεν απαιτούν το υλικό να διαθέτει ρευματολήπτη με γείωση και να είναι εφοδιασμένο με συμπληρωματική μόνωση και ότι οι σωρευτικές απαιτήσεις των άρθρων 314 και 315, από τις οποίες οι Ιταλικές Αρχές συχνά παρεκκλίνουν, υφίστανται μάλλον για προστατευτικούς λόγους παρά για λόγους ασφαλείας.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως είναι, στην ουσία, τα εξής: Το 1979, ο Cremonini και η Vrankvovich, τους οποίους στο εξής θα αποκαλώ «οι κατηγορούμενοι» εισήγαγαν από το Βέλγιο στην Ιταλία σίδερα σιδερώματος μάρκας «Calor» και «Rowenta», ηλεκτρικά διατρητικά μηχανήματα μάρκας «Metabo» και κουρευτικές μηχανές για χλωροτάπητα μάρκας «Gazonette». Κανένα από αυτά τα μηχανήματα δεν ήταν σύμφωνο με τις απαιτήσεις των άρθρων 314 και 315 του προεδρικού διατάγματος του 1955.
Τα σίδερα σιδερώματος, εφοδιασμένα με ρευματολήπτη με γείωση, δεν είχαν την απαιτούμενη από το άρθρο 315 συμπληρωματική μόνωση. Τα διατρητικά μηχανήματα και οι κουρευτικές μηχανές είχαν αυτή τη μόνωση αλλά δεν διέθεταν ρευματολήπτη με γείωση. Φαίνεται, κατά συνέπεια, ότι η εισαγωγή αυτών των μηχανημάτων μπόρεσε να αποτελέσει ποινικό αδίκημα κατά την ιταλική νομοθεσία. Στις 7 Ιουλίου 1979, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων ενώπιον της pretura penale di Como, που διέταξε την κατάσχεση των μηχανημάτων. Η κατάσχεση πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1979. Στις 22 Οκτωβρίου 1979, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν την άρση της κατασχέσεως των μηχανημάτων με την αιτιολογία ότι ήσαν σύμφωνα προς τις απαιτήσεις της οδηγίας. Εξού και η Διάταξη περί παραπομπής στο Δικαστήριο που εξέδωσε ο pretore στις 27 Νοεμβρίου 1979.
Για τον μη Ιταλό νομικό, η ενώπιον της pretura διαδικασία φαίνεται περίεργη, καθόσον φαίνεται ότι η διαδικασία κινήθηκε και η κατάσχεση των μηχανημάτων διατάχθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της pretura, δηλαδή δικαστικής αρχής. Το αναφέρω διότι συμβάλλει στο να γίνει αντιληπτή η διατύπωση των υποβληθέντων από την pretura στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων.
Οι δικηγόροι των κατηγορουμένων μας δήλωσαν ότι αυτή η υπόθεση είναι χαρακτηριστική ορισμένων υποθέσεων που δημιουργήθηκαν στην Ιταλία, ειδικότερα στο Μιλάνο, όπου pretori penali διέταξαν την κατάσχεση μηχανημάτων, τόσο εισαγομένων όσο και ιταλικής κατασκευής, με την αιτιολογία ότι δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος του 1955. Η εκδοθησόμενη από το Δικαστήριο απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση, που θα είναι η πρώτη του είδους της, θα έχει, επομένως, κατά τη γνώμη των δικηγόρων των κατηγορουμένων, μεγάλη απήχηση. Αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Επιτροπή, η οποία ανέφερε ότι κίνησε νέα διαδνκασία κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 169. Αυτή η διαδικασία δεν φαίνεται ακόμα να έχει καταλήξει στο στάδιο προσφυγής της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου.
Εκ πρώτης όψεως, η οδηγία είναι, όπως παρατήρησε ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως, πλήρης αντιφάσεων, η δε ερμηνεία της είναι δυσχερής.
Πριν προβώ στην εξέταση των όρων της οδηγίας, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω τη διάκριση, επί της οποίας επέστησα την προσοχή στην υπόθεση 123/76 μεταξύ των δύο εννοιών κατά τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί η λέξη «πρότυπο» στην προκειμένη περίπτωση. Κατά μία έννοια, σημαίνει απλώς τα κριτήρια ή επίπεδο ασφαλείας που προβλέπει μία νομοθεσία. Κατά μία στενότερη και διαφορετική έννοια, συμπίπτει με τεχνικά πρότυπα επεξεργασμένα από οργανισμούς τυποποιήσεων στα οποία αναφέρεται η νομοθεσία. Όπως επισημαίνουν οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, η λέξη χρησιμοποιείται σ' αυτήν κατά την εν λόγω δεύτερη έννοια. Είναι πρωταρχικής σημασίας να μη λησμονηθεί αυτό κατά την ανάγνωση των διατάξεων της οδηγίας.
Η οδηγία αρχίζει με τον ορισμό, στο άρθρο 1, του υλικού επί του οποίου έχει εφαρμογή. Πρόκειται για κάθε ηλεκτρολογικό υλικό «προοριζόμενο να χρησιμοποιηθεί σε ονομαστική τάση περιλαμβανόμενη μεταξύ 50 και 1000 ν για το εναλλασσόμενο ρεύμα και 75 και 1500 ν για το συνεχές ρεύμα, εξαιρέσει των υλικών και των φαινομένων τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Π.» Αυτό καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του ηλεκτρολογικού υλικού που χρησιμοποιείται για βιομηχανικούς, εμπορικούς και οικιακούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των σιδήρων σιδερώματος, των διατρητικών μηχανημάτων και των κουρευτικών μηχανών για χλωροτάπητα που αναφέρονται στην προκειμένη περίπτωση. Δεν νομίζω ότι πρέπει να απασχολήσω το Δικαστήριο με τις εξαιρέσεις που αναφέρει το παράρτημα II. Το άρθρο 12 ορίζει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται «προκειμένου περί ηλεκτρολογικού υλικού που προορίζεται να εξαχθεί σε τρίτες χώρες».
Η οδηγία, αφού έτσι καθόρισε το πεδίο εφαρμογής της, επιβάλλει περαιτέρω σειρά υποχρεώσεων στα κράτη μέλη. Αυτές οι υποχρεώσεις διαιρούνται σε δύο κύριες ομάδες, από τις οποίες η πρώτη αφορά τους βασικούς στόχους της οδηγίας και η δεύτερη αναφέρει τα μέσα με τα οποία οι εν λόγω στόχοι πρέπει να επιτευχθούν.
Όπως ανέφερε το Δικαστήριο στην υπόθεση 123/76, οι υποχρεώσεις της πρώτης ομάδας αποβλέπουν στο να επιτευχθεί συγχρόνως «το αρνητικό αποτέλεσμα», δηλαδή κανένα εμπόρευμα να μη διατίθεται στο εμπόριο σε κανένα τμήμα της Κοινότητας αν δεν είναι σύμφωνο με κατάλληλα πρότυπα ασφαλείας, και το «θετικό αποτέλεσμα», δηλαδή τα εμπορεύματα που είναι σύμφωνα μ' αυτά τα πρότυπα να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Το άρθρο 2 επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση να διασφαλίσουν το αρνητικό αποτέλεσμα. Η παράγραφος 1 αυτής της διατάξεως προβλέπει ότι:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε το ηλεκτρολογικό υλικό να μη δύναται να διατεθεί στην αγορά εκτός μόνον εάν έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της ασφαλείας οι οποίοι ισχύουν εντός της Κοινότητας και δεν εκθέτει σε κίνδυνο, σε περίπτωση καλής εγκαταστάσεως, συντηρήσεως και χρησιμοποιήσεως σύμφωνης με τον προορισμό του, την ασφάλεια των προσώπων και των κατοικίδιων ζώων, ως και των υλικών αγαθών.»
Η παράγραφος 2 ορίζει ότι «το παράρτημα Ι συνοψίζει τα κυριότερα στοιχεία των αντικειμενικών στόχων ασφαλείας που προβλέπονται στην παράγραφο 1». Θα επανέλθω εν καιρώ επί του παραρτήματος Ι.
Η γενική υποχρέωση διασφαλίσεως του θετικού αποτελέσματος επιβάλλεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 3 της οδηγίας. Έχει ως εξής:
«Τα κράτη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να μην υπάρξει εμπόδιο για λόγους ασφαλείας, στην ελεύθερη κυκλοφορία του ηλεκτρολογικού υλικού εντός της Κοινότητας, εάν η ποιότης του ανταποκρίνεται, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 5,6,7 ή 8, προς τις διατάξεις του άρθρου 2.»
Αυτή τη διάταξη συμπληρώνει το άρθρο 4 το οποίο προβλέπει ότι:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν, ώστε οι επιχειρήσεις διανομής ηλεκτρισμού να μην εξαρτούν τη σύνδεση στο δίκτυο και την ηλεκτροδότηση των καταναλωτών από απαιτήσεις περί ασφαλείας σε ό,τι αφορά το ηλεκτρολογικό υλικό αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 2.»
Τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας περιλαμβάνουν τη δεύτερη κύρια ομάδα των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα κράτη μέλη για τις οποίες ομίλησα. Τα άρθρα 5, 6, 7 και 8 ορίζουν τα μέτρα εξακριβώσεως της συμφωνίας προς τους στόχους ασφαλείας του άρθρου 2, βάσει κάποιας ιεραρχίας προτύπων. Τα άρθρα 9 και 10 περιέχουν σημαντικές συμπληρωματικές διατάξεις.
Δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας, θα περιοριστώ στη σύντομη εξέταση τους.
Το άρθρο 5 προβλέπει την κατάρτιση και δημοσίευση «εναρμονισμένων προτύπων» στο επίπεδο της Κοινότητας και ορίζει ότι το υλικό που ανταποκρίνεται σ' αυτά τα πρότυπα ασφαλείας πρέπει να θεωρείται «για τη διάθεση του στην αγορά, που αναφέρεται στο άρθρο 2 ή την ελεύθερη κυκλοφορία, που προβλέπεται στο άρθρο 3 ως ανταποκρινόμενο στις διατάξεις του άρθρου 2». Τα εναρμονισμένα πρότυπα τοποθετούνται στην ανωτάτη κλίμακα της ιεραρχίας, κατά την έννοια ότι, όταν υφίστανται, πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά προτίμηση από άλλες μεθόδους επιτρέπουσες να αποδειχθεί η συμφωνία προς το άρθρο 2. Ένας πρώτος κατάλογος αυτών των προτύπων δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή υπό τη μορφή τμήματος «ανακοινώσεως» που ανευρίσκεται στην Επίσημη Εφημερίδα (OJ C 184 της 23.7.1979).
Το άρθρο 6 ορίζει ότι, εφόσον τα εναρμονισμένα πρότυπα δεν έχουν ακόμα καταρτιστεί και δημοσιευθεί, το ηλεκτρολογικό υλικό που είναι σύμφωνο προς τα αποκαλούμενα «διεθνή πρότυπα», δηλαδή προς τις διατάξεις περί ασφαλείας της διεθνούς επιτροπής κανονισμών εγκρίσεων ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, πρέπει να θεωρείται ως ανταποκρινόμενο στις διατάξεις του άρθρου 2. Κατά συνέπεια, τα διεθνή πρότυπα καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση στην ιεραρχία. Συνιστούν μεταβατική λύση, όπως ρητώς αναφέρει το προοίμιο της οδηγίας και όπως επιβεβαιώνουν οι όροι του άρθρου 6.
Την τρίτη θέση στην ιεραρχία κατέχουν τα «εθνικά πρότυπα» που και αυτά δίνουν προσωρινή λύση. Αναφέρονται στο άρθρο 7 που έχει ως εξής:
«Εφόσον δεν υπάρχουν εισέτι εναρμονισμένα πρότυπα κατά την έννοια του άρθρου 5 ή διατάξεις περί ασφαλείας δημοσιευθείσες σύμφωνα με το άρθρο 6, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε οι αρμόδιες διοικητικές αρχές τους να θεωρούν, ενόψει της διαθέσεως στην αγορά που προβλέπει το άρθρο 2 ή της ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπει το άρθρο 3, ως εξίσου ανταποκρινόμενο προς τις διατάξεις του άρθρου 2, το ηλεκτρολογικό υλικό, που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις περί ασφαλείας των προτύπων, που εφαρμόζονται εντός του κράτους μέλους της κατασκευής, εάν εξασφαλίζει ασφάλεια ίση με εκείνη που απαιτείται εντός του ιδικού τους εδάφους.»
Γίνεται επίκληση αυτού του άρθρου στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τα σίδερα σιδερώματος Calor και Rowenta. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών επισήμανε ότι τα διεθνή πρότυπα (κατά την έννοια του άρθρου 6) υφίστανται όσον αφορά τα σίδερα σιδερώματος από τις 29 Ιανουαρίου 1979. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πληροφορηθήκαμε από πραγματογνώμονα που κλήθηκε εξ ονόματος της Επιτροπής, ότι στην πραγματικότητα υφίσταται εναρμονισμένο πρότυπο (κατά την έννοια του άρθρου 5) που έχει εφαρμογή στα σίδερα σιδερώματος. Φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν επιστήθηκε η προσοχή του pretore ούτε στην ύπαρξη του διεθνούς προτύπου ούτε στην ύπαρξη του εναρμονισμένου προτύπου. Δεδομένου ότι πρόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, περί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο, εκτός αν σφάλλω, έχει το καθήκον να απαντήσει στα ερωτήματα του pretore όπως έχουν υποβληθεί βάσει των εγερθέντων ενώπιον του προβλημάτων. Το αν αυτά τα προβλήματα δεν είναι πραγματικά προβλήματα, διότι στηρίζονται σε ξεπερασμένα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να προβληθεί από τους κατηγορουμένους ενώπιον του pretore.
Το άρθρο 8 διαφέρει από τα άρθρα 6 και 7 στο μέτρο που δεν είναι απλώς μεταβατικό. Προβλέπει μέτρο με το οποίο ένα προϊόν μπορεί να εγκριθεί, ακόμα κι αν δεν είναι σύμφωνο προς δημοσιευμένο πρότυπο, εναρμονισμένο, διεθνές ή εθνικό. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους αυτό το άρθρο έχει διαρκή ισχύ είναι ότι προορίζεται να ρυθμίσει τις περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές πρόοδοι υπερέβησαν τα δημοσιευθέντα πρότυπα. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρίνισε ότι αυτή η διάταξη εφαρμόζεται σε δύο κατηγορίες περιπτώσεων: (ι) στην απλή κατηγορία των περιπτώσεων όπου το ηλεκτρολογικό υλικό δεν θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στις διατάξεις περί ασφαλείας οποιουδήποτε προτύπου και (ιι) στην πιο περίπλοκη κατηγορία περιπτώσεων όπου, για παράδειγμα, το ηλεκτρολογικό υλικό θεωρείται ότι ανταποκρίνεται σε πρότυπο, αποδεικνύεται, όμως, κατόπιν εξετάσεως, ότι αυτό το πρότυπο είναι ακατάλληλο.
Το άρθρο 8 έχει ως εξής:
«1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα χρήσιμα μέτρα, ώστε οι αρμόδιες διοικητικές αρχές να επιτρέπουν επίσης τη διάθεση στην αγορά, που προβλέπεται στο άρθρο 2 ή την ελεύθερη κυκλοφορία, που προβλέπεται στο άρθρο 3, ηλεκτρο λογικού υλικού, το οποίο μολονότι δεν είναι σύμφωνο με τα εναρμονισμένα πρότυπα, που προβλέπονται στο άρθρο 5 ή με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7, ανταποκρίνεται προς τις διατάξεις του άρθρου 2.
2.
Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας δύναται να παρουσιάσει έκθεση, συντεταγμένη από ένα εκ των γνωστοποιηθέντων οργανισμών σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 11, αναφορικός προς τη συμμόρφωση του ηλεκτρολογικού υλικού με τις διατάξεις του άρθρου 2.»
Επίκληση του άρθρου 8 γίνεται, στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τα διατρητικά μηχανήματα Metabo και τις κουρευτικές μηχανές για χλωροτάπητα Gazonette.
Το άρθρο 9 ορίζει τα εξής:
«1.
Εάν για λόγους ασφαλείας, ένα κράτος μέλος απαγορεύει την διάθεση στην αγορά ενός ηλεκτρολογικού υλικού, ή δημιουργεί εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία του, ενημερώνει αμέσως περί αυτού τα λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και την Επιτροπή, αιτιολογούν επαρκώς την απόφαση του και διασαφηνίζον ιδίως:
—
εάν η μη συμμόρφωση προς το άρθρο 2 προέρχεται από κενό των εναρμονισμένων προτύπων, που προβλέπονται στο άρθρο 5, των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 6 ή των προτύπων, που προβλέπονται στο άρθρο Τ
—
εάν η μη συμμόρφωση προέρχεται από την κακή εφαρμογή των εν λόγω προτύπων ή δημοσιεύσεων ή από μη τήρηση των κανόνων, που προβλέπονται στο άρθρο 2.
2.
Εάν άλλα κράτη μέλη εγείρουν αντιρρήσεις εναντίον της αποφάσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή προβαίνει άνευ καθυστερήσεως σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
3.
Εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ημερομηνίας της ενημερώσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εάν δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία, η Επιτροπή αποδέχεται τη γνώμη ενός εκ των οργανισμών που έχουν γνωστοποιηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11, ο οποίος έχει την έδρα του εκτός του εδάφους των ενδιαφερομένων κρατών μελών και ο οποίος δεν έχει παρέμβει στη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8. Η γνώμη αυτή προσδιορίζει μέχρι ποίου σημείου δεν εγένοντο σεβαστές οι διατάξεις του άρθρου 2.
4.
Η Επιτροπή ανακοινώνει τη γνώμη του οργανισμού σε όλα τα κράτη μέλη, τα οποία δύνανται εντός προθεσμίας ενός μηνός να γνωστοποιήσουν σ' αυτή τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή λαμβάνει συγχρόνως γνώση των ενδιαφερομένων μερών επί του θέματος της προαναφερομένης γνώμης.
5.
Αφού λάβει γνώση αυτών των παρατηρήσεων, η Επιτροπή διατυπώνει, ενδεχομένως, τις κατάλληλες συστάσεις ή τη γνώμη της.»
Οι διάδικοι συμφωνούν ότι η εν λόγω διαδικασία δεν εφαρμόστηκε από την Ιταλία στην υπό κρίση υπόθεση ή, στην πραγματικότητα, σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Οι πληρεξούσιοι των κατηγορουμένων αποδίδουν μεγάλη σημασία σ' αυτό το γεγονός.
Το άρθρο 10 έχει ως εξής:
«1.
Υπό την επιφύλαξη άλλων αποδεικτικών τρόπων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι αρμόδιες διοικητικές αρχές τους να θεωρούν ως τεκμήριο συμφωνίας με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 την τοποθέτηση επί του ηλεκτρολογικού υλικού ενός σήματος πιστότητος ή την παράδοση ενός πιστοποιητικού πιστότητος, ή ελλείψει αυτών και ιδίως στην περίπτωση βιομηχανικού υλικού, τη δήλωση πιστότητος που παρέσχε ο κατασκευαστής.
2.
Τα σήματα ή πιστοποιητικά εκδίδονται μεμονωμένως ή κατόπιν κοινής συμφωνίας από τους γνωστοποιηθέντες οργανισμούς σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11. Τα πρότυπα αυτών των σημάτων ή των πιστοποιητικών δημοσιεύονται από τους εν λόγω οργανισμούς και για λόγους ενημερώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
Η «ανακοίνωση» της Επιτροπής που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα που προανέφερα ορίζει επίσης πρότυπα σημάτων εκδοθέντα κατ' εφαρμογή του άρθρου 10. Περιλαμβάνουν το βελγικό σήμα «Ce-bec» και το γερμανικό σήμα «VDE» που φέρουν αντιστοίχως τα σίδερα σιδερώματος Calor και Rowenta. Θα αποκαλώ σήμα εκδιδόμενο βάσει του άρθρου 10 ένα «σήμα πιστότητας».
Το άρθρο 11 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, τον κατάλογο των οργανισμών που επέλεξε (ι) για να συμμετάσχουν στη διαδικασία εκδόσεως εναρμονισμένων προτύπων βάσει του άρθρου 5, (ιι) για την έκδοση των σημάτων και των πιστοποιητικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 και (ui) για τη σύνταξη των εκθέσεων και των γνωμών κατ' εφαρμογή των άρθρων 8 και 9. Όπως προκύπτει από την «ανακοίνωση» που ήδη ανέφερα δύο φορές, τέτοιοι οργανισμοί υποδείχτηκαν από όλα τα κράτη μέλη εκτός του Λουξεμβούργου που δεν υπέδειξε κανένα οργανισμό για τους σκοπούς των άρθρων 8, 9 και 10.
Ενθυμείται το Δικαστήριο ότι το άρθρο 2 της οδηγίας παραπέμπει στο παράρτημα Ι καθόσον συνοψίζει τα «κύρια στοιχεία των στόχων ασφαλείας» που πρέπει να επιτευχθούν για το ηλεκτρολογικό υλικό επί του οποίου έχει εφαρμογή η οδηγία. Παρόλον ότι το κείμενο αυτού του παραρτήματος είναι σημαντικό, είναι μάλλον μακρύ και θα αποφύγω να το αναγνώσω. Αποτελείται από τρία μέρη εκ των οποίων το πρώτο μέρος περιέχει τους «γενικούς όρους», το δεύτερο μέρος ορίζει «μέτρα τεχνικής φύσεως» που «προβλέπονται» για την προστασία κατά διάφορους τρόπους, «εναντίον των κινδύνων οι οποίοι δύνανται να προέλθουν εκ του ηλεκτρολογικού υλικού» και το τρίτο μέρος ορίζει ότι παρόμοια μέτρα προβλέπονται για την προστασία «εναντίον των κινδύνων που θα ήταν δυνατό να προξενηθούν από εξωτερικές επιδράσεις επί του ηλεκτρολογικού υλικού». Ουδαμού αναφέρεται ποιος πρέπει να λάβει αυτά τα μέτρα. Συνάγω το συμπέρασμα ότι πρέπει να ληφθούν με τα πρότυπα που αφορά η οδηγία και, ελλείψει σχετικού προτύπου, με τις νομοθεσίες των κρατών μελών.
Όπως, όμως, τόνισε η Επιτροπή, αυτό δεν σημαίνει ότι οι νομοθεσίες των κρατών μελών μπορούν να λάβουν μέτρα πέραν αυτών που είναι απαραίτητα για τις διατάξεις του παραρτήματος — ή, όσον αφορά αυτό το θέμα, μέτρα που δεν ανταποκρίνονται σε ό,τι είναι απαραίτητο για το σκοπό αυτό.
Ανέφερα ανωτέρω ότι η Διάταξη περί παραπομπής που υποβλήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση είναι αιτιολογημένη με μεγάλη φροντίδα. Ένα από τα χαρακτηριστικά της είναι ότι εκθέτει τα προσωρινά συμπεράσματα του pretore επί των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ο pretore αναφέρει ειδικώς ότι αυτά τα επιχειρήματα τείνουν στο να προσδώσουν στις διατάξεις της οδηγίας άμεσο αποτέλεσμα, ισοδύναμο με το αποτέλεσμα διατάξεων κοινοτικού κανονισμού που ισχύει άμεσα. Αναφέροντας το άρθρο 189 της Συνθήκης, ο pretore διερωτάται μήπως το αποτέλεσμα της οδηγίας μπορεί να περιοριστεί στην επισήμανση προς τα κράτη μέλη του «προς επίτευξη αποτελέσματος», χωρίς να συνεπάγεται το δεσμευτικό αποτέλεσμα που είναι ίδιο του κοινοτικού κανονισμού. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι υφίστανται περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεώρησε ότι, διατάξεις περιεχόμενες σε οδηγία μπορούν να έχουν «δεσμευτικό αποτέλεσμα». Αναφέρει το παράδειγμα της υποθέσεως 148/78, την υπόθεση Ratti (Eer. 1979, σ. 1629). Κατόπιν αυτού, ο pretore θεωρεί ότι δεν θα ήταν σκόπιμο γι' αυτόν να επιδιώξει να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων της οδηγίας. Αναφέρει ως συμπληρωματικό λόγο, δικαιολογούντα τη διάταξη του περί παραπομπής, το γεγονός ότι η αυθεντική ερμηνεία της οδηγίας θα τον βοηθήσει να ερμηνεύσει λυσιτελώς τον ιταλικό νόμο του 1977.
Το ζήτημα που εγείρει ο pretore ως προς το άρθρο 189 της Συνθήκης είναι ασφαλώς ζήτημα γνωστό στο Δικαστήριο. Πρόσφατα το εξέτασα εκτεταμένα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 131/79, Santillo, όπου ανέφερα την υπόθεση Ratti μεταξύ της νομολογίας. Θα αποφύγω την επανάληψη των όσων ανέφερα σ' αυτές τις προτάσεις. Το ίδιο το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει το ζήτημα σ' αυτήν την υπόθεση, το έπραξε όμως στην υπόθεση 102/79, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, με τρόπο ώστε, αν μπορεί να μου επιτραπεί να το είπω, μου φαίνεται ότι συμπίπτει πλήρως με την άποψη που είχα εκθέσει. Το κεφαλαιώδες σημείο είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι η απευθείας εφαρμογή και το άμεσο αποτέλεσμα, ακόμα και αν μπορούν να αλληλοκαλυφθούν, είναι διαφορετικές έννοιες. Ποτέ δεν είναι πρόσφορο να γίνεται λόγος περί της απευθείας εφαρμογής μιας οδηγίας, υπάρχουν όμως περιστάσεις στις οποίες η διάταξη μιας οδηγίας μπορεί να παράγει άμεσο αποτέλεσμα. Όταν μια τέτοια διάταξη επιβάλλει σε κράτος μέλος την υποχρέωση να παράσχει, με τη δική του νομοθεσία, δικαιώματα σε ιδιώτες και ορίζει αυτά τα δικαιώματα με επαρκή ακρίβεια, το κράτος μέλος που παρέβη αυτή την υποχρέωση του ή που δεν συμμορφώθηκε πλήρως προς αυτήν, δεν μπορεί να επικαλείται αυτό το γεγονός εναντίον ιδιώτου και να επιδιώκει να του εφαρμόσει διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας που είναι ασυμβίβαστες προς τις απαιτήσεις της οδηγίας. Σχετικά με τις περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως, θα ήθελα να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, αυτή η αρχή εφαρμόζεται αναμφισβήτητα όταν η παράβαση της επιβαλλόμενης με την οδηγία υποχρεώσεως είναι καταλογιστέα στη νομοθετική εξουσία του κράτους μέλους, ενώ τα μέτρα που αποβλέπουν στην εφαρμογή του ασυμβίβαστου εθνικού δικαίου λαμβάνονται από τη δικαστική του εξουσία. Αυτό συμβαίνει διότι, όπως είναι πλήρως καθιερωμένο, η αρχή από την οποία το κοινοτικό δίκαιο αναμένει, βασικά, την εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχει ένα κράτος μέλος από τη Συνθήκη, είναι το ίδιο το κράτος, ανεξαρτήτως του ποιο από τα θεσμικά του όργανα είναι υπεύθυνο για την ενέργεια ή την παράλειψη του σε ορισμένες περιστάσεις — βλέπε, σχετικώς, τη νομολογία που απαρίθμησα στην υπόθεση 30/77, Regina κατά Bouchereau (Eer. 1977, σ. 2020).
Στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στην προκειμένη περίπτωση η Ιταλική Κυβέρνηση δέχθηκε, υπό το φως της υποθέσεως Ratti, ότι η αρχή είναι όπως την περιέγραψα, υποστήριξε, όμως, ότι αυτή η αρχή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση διότι η οδηγία 73/23 είχε εφαρμοστεί στην Ιταλία με το νόμο του 1977. Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, ο pretore έπρεπε να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει αυτό το νόμο και όχι την οδηγία. Η Ιταλική Κυβέρνηση έφθασε μέχρι του σημείου να ισχυριστεί, βάσει αυτού του επιχειρήματος, ότι η αίτηση του pretore προς το Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η άποψη είναι εντελώς πεπλανημένη έστω και μόνο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι κατηγορούμενοι έγειραν ενώπιον του pretore το ζήτημα αν ο νόμος του 1977 ανταποκρινόταν πλήρως προς τις διατάξεις της οδηγίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο, έκρινε ότι, ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων μιας οδηγίας, η επί της ερμηνείας της απόφαση μπορεί να ζητηθεί από εθνικό δικαστήριο για να του παρασχεθεί η βοήθεια να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία που την εφήρμοζε — βλέπε την υπόθεση 115/75, Mazzalai κατά Ferrovia del Renon (Eer. 1976, σ. 657). Η Ιταλική Κυβέρνηση επεζήτησε να προβεί σε διάκριση μεταξύ αυτής της υποθέσεως και της προκειμένης με την αιτιολογία ότι αυτό που διακυβευόταν σε εκείνη την υπόθεση ήταν η ομοιόμορφη εφαρμογή κοινοτικής οδηγίας. Ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα. Αν, στην προκειμένη περίπτωση, ο pretore δεν είχε θελήσει να διατάξει την παραπομπή και αν είχε ερμηνεύσει το νόμο του 1977 κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς την οδηγία 73/23, ασφαλώς η ομοιόμορφη εφαρμογή αυτής της οδηγίας δεν θα είχε επιτευχθεί.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου (στις γραπτές της παρατηρήσεις) και η Γαλλική Κυβέρνηση (με τις προφορικές της παρατηρήσεις) θεώρησαν ότι καμιά από τις διατάξεις της οδηγίας 73/23 που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσε να παραγάγει οποιοδήποτε άμεσο αποτέλεσμα. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, για την προβολή αυτού του επιχειρήματος, είχε ξεκινήσει από την ιδέα ότι «διάταξη οδηγίας δεν μπορεί να έχει απευθείας εφαρμογή παρά μόνο αν είναι σαφής και ακριβής, ανεπιφύλακτη, αν η εφαρμογή της δεν απαιτεί καμία μεταγενέστερη παρέμβαση του κοινοτικού νομοθέτη και αν δεν αφήνει στα κράτη μέλη καμιά εξουσία εκτιμήσεως, εκτός όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα της εφαρμογής της». Η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε το επιχείρημα της ξεκινώντας από την ίδια ιδέα εκφραζόμενη συνοπτικότερα. Για τους λόγους που εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Santillo, αυτή η ιδέα δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την ορθή διατύπωση της σχετικής αρχής. Τονίζει όχι τους ορθούς παράγοντες και παραβλέπει το γεγονός ότι, βασικά, το άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας είναι φαινόμενο που εμφανίζεται όταν ένα κράτος μέλος, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία, παραλείπει να παράσχει σε ιδιώτη δικαίωμα που να μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον των δικών του Δικαστηρίου. Είναι ασφαλώς ορθό ότι αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να εμφανιστεί, όταν οι όροι της οδηγίας είναι τόσον ασαφείς ή όταν η εξουσία εκτιμήσεως που αφήνουν στα κράτη μέλη είναι τόσο ευρεία ώστε δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως αποβλέποντες στην παροχή τέτοιων δικαιωμάτων. Σχετικώς, βλέπε, για παράδειγμα, την υπόθεση 152/79, Lee κατά Minister of Agriculture (6.5.1980).
Αρχίζοντας την εξέταση του ζητήματος αν μία διάταξη της οδηγίας 73/23 μπορεί να παραγάγει άμεσο αποτέλεσμα, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μη λησμονείται ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα. 'Ετσι, ελλείψει της οδηγίας, αν ένα κράτος μέλος επεζήτησε να περιορίσει τις εισαγωγές ηλεκτρολογικού υλικού από άλλο κράτος μέλος για λόγους ασφαλείας, ο εισαγωγέας θα είχε την ευχέρεια να αμφισβητήσει τον περιορισμό ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους, στην περίπτωση που θα ήταν σε θέση να αποδείξει ότι συνιστούσε, κατά την έννοια του άρθρου 36 «μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών». Ο σκοπός της οδηγίας, στο μέτρο που αποσκοπεί στο να επιτευχθεί το «θετικό αποτέλεσμα» στο οποίο προαναφέρθηκα, συνίσταται στο να αντικαταστήσει αυτή την ευρεία διατύπωση με κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο. Θα ήταν περίεργο, για να χρησιμοποιήσω ακραίο παράδειγμα, όταν ένα εναρμονισμένο πρότυπο καθιερώθηκε και το κύρος του δεν αμφισβητήθηκε, ένα κράτος μέλος να μπορεί να αρνηθεί σε εισαγωγέα το δικαίωμα να επικαλεστεί αυτό το εναρμονισμένο πρότυπο και, εν τούτοις, να τον υποχρεώσει να στηριχθεί στα άρθρα 30 και 36.
Πριν έλθω στα συγκεκριμένα ερωτήματα που θέτει ο pretore, πρέπει να αναφέρω γενικό σημείο που σχετίζεται με το προηγούμενο. Είναι άξιο προσοχής ότι ορισμένα άρθρα της οδηγίας, τα άρθρα 5, 6, 7, 8 και 10, χρησιμοποιούν, επιβάλλοντα υποχρεώσεις στα κράτη μέλη, διατύπωση που αναφέρεται στις «αρμόδιες διοικητικές αρχές τους». Κατά τα εν λόγω άρθρα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν «όλα τα χρήσιμα μέτρα, ώστε οι αρμόδιες διοικητικές αρχές τους» να τηρούν ορισμένη στάση. Αλλα άρθρα, και ιδίως τα άρθρα 2, 3 και 9, επιβάλλουν, απλώς, υποχρεώσεις στα κράτη μέλη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι συντάκτες της οδηγίας είχαν την πρόθεση να συναγάγουν, από αυτή τη διαφορά, διάκριση προς ορισμένους σκοπούς και όχι άλλους, μεταξύ των διοικητικών αρχών και των δικαστικών αρχών των κρατών μελών. Κανένας, ωστόσο, δεν ισχυρίστηκε ότι προέκυπτε από αυτό ότι οι διατάξεις των άρθρων 5,6, 7, 8 και 10 δεν δέσμευαν παρά τις διοικητικές αρχές των κρατών μελών και μπορούσαν να μη ληφθούν υπόψη από τα δικαστήρια τους. Στην πραγματικότητα, η Ιταλική Κυβέρνηση ρητώς δέχθηκε ότι το θετό δίκαιο πρέπει να είναι το ίδιο τόσο για τη διοίκηση όσο και για τα δικαστήρια («per l'amministratore pybblico e per il giudice»). Είμαι της γνώμης ότι αυτή η άποψη πρέπει να θεωρηθεί ορθή.
Το πρώτο και δεύτερο ερώτημα
Θα εξετάσω το πρώτο και δεύτερο ερώτημα του pretore που αφορούν τα σίδερα σιδερώματος. Είναι υπό κάπως συντομότερη μορφή, τα εξής:
«1.
Πρέπει οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 10, 7, 3 και 2 της οδηγίας 73/23, να ερμηνεύονται έτσι ώστε το τεκμήριο συμφωνίας προς τις διατάξεις αυτής της οδηγίας να θεωρείται ως τεκμήριο που αποκλείει κάθε περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας εκ μέρους οποιασδήποτε δικαστικής αρχής των κρατών μελών, όταν το εν λόγω υλικό φέρει σήματα κανονικώς εκδοθέντα από οργανισμούς γνωστοποιηθέντες σύμφωνα με την οδηγία (ακόμα και αν όλα τα κράτη μέλη δεν γνωστοποίησαν τέτοιους οργανισμούς αναφερόμενα στην εσωτερική τους έννομη τάξη);
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, το εν λόγω τεκμήριο συμφωνίας είναι ικανό να εμποδίσει εθνική δικαστική αρχή να λάβει περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, ερειδόμενο σε εθνική επιτακτική κανονιστική ρύθμιση περί προλήψεως των ατυχημάτων, η οποία επιβάλλει την τοποθέτηση διατάξεως συσκευής διαφορετικής από αυτήν με την οποία είναι εφοδιασμένο το εισαγόμενο προϊόν, όταν καμία εθνική διοικητική αρχή δεν έλαβε ακόμα περιοριστικά μέτρα εφαρμοστέα στο σύνολο του εθνικού εδάφους και, επομένως, δεν κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 9 της οδηγίας;»
Τα ερωτήματα αυτά εγείρουν ορισμένο αριθμό προβλημάτων.
Μπορώ να εξετάσω πολύ σύντομα το μικρότερο πρόβλημα που εγείρεται στην τελική παρένθεση του πρώτου ερωτήματος τοι pretore. Δεν νομίζω ότι το απλό γεγονός, ότι το Λουξεμβούργο παρέλειψε να γνωστοποιήσει οργανισμό επιφορτισμένο με την έκδοση σημάτων σύμφωνα με το άρθρο 10, ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Το επόμενο σημείο είναι δυσχερέστερο. Κατά το άρθρο 7 πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, το υλικό πρέπει να έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις περί ασφαλείας των προτύπων, τις εφαρμοζόμενες στο κράτος μέλος κατασκευής. Δεύτερον, πρέπει να διασφαλίζει ασφάλεια ίση με εκείνη που απαιτείται εντός του κράτους μέλους εισαγωγής. Τρεις διαφορετικές απόψεις εκτέθηκαν περί της φύσεως αυτής της δεύτερης προϋποθέσεως.
Στο ένα άκρο, υπάρχει η άποψη που υποστηρίχτηκε από την Ιταλική και Βρετανική Κυβέρνηση (και, λιγότερο ρητώς, από τη Γαλλική Κυβέρνηση), κατά την οποία η συμφωνία προς το πρότυπο που λαμβάνεται υπόψη στο κράτος μέλος κατασκευής δεν απαλλάσσει από την ανάγκη ικανοποιήσεως των κριτηρίων, οποιαδήποτε και αν είναι, τα οποία ισχύουν στο κράτος μέλος εισαγωγής (είτε λαμβάνουν τη μορφή προτύπων κατά στενή έννοια είτε νομοθετικών απαιτήσεων όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 315 του προεδρικού διατάγματος του 1955). Είμαι της γνώμης ότι αυτό δεν είναι ορθό. Αν ήταν ορθό, το άρθρο 7 θα σήμαινε, όπως παρατήρησα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως 123/76, στροφή προς τα πίσω διότι, ελλείψει αυτού, θα επαρκούσε η συμφωνία προς τα ισχύοντα στο κράτος μέλος εισαγωγής κριτήρια. Ούτε το άρθρο 7 είναι απαραίτητο για την προστασία του εισαγόμενου υλικού έναντι δυσμενούς διακρίσεως στην περίπτωση που θα εφαρμόζονταν στο· εισαγόμενο υλικό αυστηρότερα κριτήρια από τα εφαρμοζόμενα στα εγχώρια προϊόντα θα υφίστατο πρόδηλη παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Στο άλλο άκρο, προβλήθηκε από την Επιτροπή ότι η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 7 δεν προσθέτει στην πραγματικότητα τίποτε στην πρώτη, εφόσον όλα τα κράτη μέλη έχουν σήμερα την υποχρέωση να διασφαλίζουν το ίδιο επίπεδο ασφαλείας στο υλικό που υπάγεται στην οδηγία, δηλαδή το επίπεδο ασφαλείας που ορίζει το άρθρο 2, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Αυτή η άποψη, κατά τη γνώμη μου, επιδέχεται δύο επικρίσεις. Καταλήγει στο να ασχολείται με τα εναρμονισμένα πρότυπα και δεν λαμβάνει υπόψη το μεταβατικό χαρακτήρα του άρθρου 7. Οι συντάκτες της οδηγίας πρέπει να οδηγήθησαν από την ιδέα ότι, εν αναμονή της καθιερώσεως των εναρμονισμένων προτύπων, εθνικά πρότυπα μη ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του άρθρου 2 μπορούσαν να παραμείνουν σε ισχύ στο ένα ή στο άλλο κράτος μέλος εξαγωγής, και πρέπει να θέλησαν να εξασφαλίσουν ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μειωθεί το επίπεδο ασφαλείας, το εφαρμοστέο σε κάθε κράτος μέλος εισαγωγής.
Μια ενδιάμεση ερμηνεία, αντιστοιχούσα στην άποψη που, με κάποιο δισταγμό, είχα εκθέσει στην υπόθεση 123/76, προτάθηκε από την Ολλανδική Κυβέρνηση και νομίζω ότι πρόκειται για την ορθή ερμηνεία. Σύμφωνα μ' αυτήν, το άρθρο 7 υποχρεώνει το κράτος μέλος εισαγωγής να δεχθεί το υλικό που ανταποκρίνεται στα πρότυπα του κράτους μέλους κατασκευής, εκτός αν το επίπεδο ασφαλείας που τα πρότυπα αυτά παρέχουν δεν φθάνει το επίπεδο που εξασφαλίζεται με τη δική του νομοθεσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το εισαγόμενο υλικό πρέπει να ανταποκρίνεται στις ειδικές απαιτήσεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους εισαγωγής. Η ιδέα, εδώ, είναι ότι το ίδιο επίπεδο ασφαλείας πρέπει να επιτυγχάνεται με διαφορετικές μεθόδους. Ειδικότερα, είναι δυνατό μια αυστηρότερη νομοθεσία του κράτους μέλους εισαγωγής να δημιουργεί επίπεδο ασφαλείας που δεν είναι ανώτερο του επιπέδου ασφαλείας που δημιουργούν λιγότερο αυστηρά πρότυπα, ισχύοντα στο κράτος μέλος κατασκευής. Υφίσταται, ασφαλώς, επίσης το όριο εντός του οποίου το κράτος μέλος εισαγωγής μπορεί να ενεργήσει, δηλαδή δεν έχει το δικαίωμα να απαιτεί επίπεδο ασφαλείας ανώτερο από αυτό που απαιτείται με το άρθρο 2, παράρτημα Ι.
Περαιτέρω, η ερμηνεία του άρθρου 10 εγείρει δύο προβλήματα.
Το πρώτο αφορά το αν το τεκμήριο που δημιουργεί αυτό το άρθρο, εκ του γεγονότος της τοποθετήσεως σήματος πιστότητας επί του ηλεκτρολογικού υλικού, καλύπτει αποκλειστικά την πρώτη των προϋποθέσεων του άρθρου 7 (δηλαδή την προϋπόθεση ότι το υλικό κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις περί ασφαλείας των προτύπων, τις εφαρμοζόμενες στο κράτος μέλος κατασκευής) ή αν καλύπτει και τη δεύτερη προϋπόθεση (που εξασφαλίζει ασφάλεια ίση με εκείνη που απαιτείται εντός του κράτους μέλους εισαγωγής). Η Επιτροπή υποστήριξε ότι καλύπτει τις δύο προϋποθέσεις· κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου δεν καλύπτει παρά την πρώτη. Νομίζω ότι, επ' αυτού του σημείου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να έχει δίκιο. Το άρθρο 10 αναφέρεται σε «τεκμήριο συμφωνίας με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7» είναι, όμως, συντεταγμένο κατά τρόπο προδήλως ασαφή, έστω και μόνο διότι τα άρθρα 5, 6 και 7 προσφέρουν εναλλακτικές μεθόδους και όχι σωρευτικές προς απόδειξη του ότι το υλικό ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 2. Τα άρθρα 5 και 6 επιτρέπουν την απόδειξη αποκλειστικά βάσει της συμφωνίας προς πρότυπο (εναρμονισμένο ή διεθνές). Εν αντιθέσει προς το άρθρο 7, ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα εν λόγω άρθρα επιβάλλει συμπληρωματική προϋπόθεση. Μου φαίνεται εντελώς κατανοητό ότι οι συντάκτες της οδηγίας θεώρησαν ότι η τοποθέτηση σήματος πιστότητας επί προϊόντων, από οργανισμό γνωστοποιηθέντα προς το σκοπό αυτό κατ' εφαρμογή του άρθρου 11, συνεπάγεται το τεκμήριο ότι αυτά τα προϊόντα ανταποκρίνονται σε κατάλληλο πρότυπο (υπό στενή έννοια). Νομίζω, όμως, ότι είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι είχαν θεωρήσει ότι, ένας τέτοιος οργανισμός είναι επίσης εξουσιοδοτημένος να βεβαιώνει ότι τα προϊόντα ήσαν σύμφωνα προς το επίπεδο ασφαλείας, το επιβαλλόμενο σε άλλο κράτος μέλος, διότι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται, όχι μόνο τον έλεγχο της συμφωνίας των προϊόντων προς τις τεχνικές προδιαγραφές ενός προτύπου, αλλά και την ερμηνεία της νομοθεσίας αυτού του κράτους. Οι αμφιβολίες μου ενισχύονται από το γεγονός ότι το άρθρο 10 προβλέπει ότι «η δήλωση πιστότητος» που παρέχει ο κατασκευαστής συνεπάγεται το ίδιο τεκμήριο που συνεπάγεται το σήμα ή το πιστοποιητικό πιστότητας. Σημειώνω, τέλος, ότι κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, ένας από τους γνωστοποιηθέντες οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 11 μπορεί να κληθεί να συντάξει έκθεση, αναφορικώς προς τη συμμόρφωση ηλεκτρολογικού υλικού με τις διατάξεις του άρθρου 2. Μια τέτοια έκθεση δεν θεωρείται ότι συνεπάγεται οποιοδήποτε τεκμήριο. Πρέπει, ωστόσο, να είναι πολύ ευκολότερο για ένα τέτοιο οργανισμό να ερμηνεύσει το άρθρο 2 και το παράρτημα Ι, που δημοσιεύονται σε όλες τις γλώσσες της Κοινότητας, παρά να ερμηνεύσει τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ένα σήμα, ένα πιστοποιητικό ή μία δήλωση πιστότητας, κατά την έννοια του άρθρου 10, δεν μπορούν να αφορούν παρά την πιστότητα προς ένα πρότυπο. Το άλλο πρόβλημα που εγείρει η ερμηνεία του άρθρου 10 είναι αν το τεκμήριο που συνεπάγεται ένα σήμα, ένα πιστοποιητικό ή μία δήλωση πιστότητας είναι μαχητό ή αμάχητο. Μόνο οι κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι μπορεί να είναι αμάχητο. Η Επιτροπή και οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις που αποφάνθηκαν επ' αυτού του σημείου ισχυρίστηκαν ότι ήταν μαχητό. Το ότι είναι μαχητό είναι, κατά τη γνώμη μου, τόσο πρόδηλο ώστε δεν θα απασχολήσω περισσότερο το Δικαστήριο επ' αυτού του σημείου.
Εξετάζω τώρα αυτό που συνιστά, ίσως, το δυσχερέστερο πρόβλημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας: το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα του άρθρου 9.
Κανένας από αυτούς που κατέθεσαν προτάσεις στο Δικαστήριο δεν ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 9 ορίζει τη μόνη διαδικασία με την οποία η νομιμότητα περιορισμού, επιβληθέντος από κράτος μέλος, στη διάθεση στο εμπόριο ή στην ελεύθερη κυκλοφορία του ηλεκτρολογικού υλικού θα μπορούσε να ελεγχθεί. Όλοι οι διάδικοι δέχθηκαν (ρητώς ή σιωπηρώς) ότι μπορούσε επίσης προς το σκοπό αυτό να υπάρξει προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων. Είμαι της γνώμης, ότι αυτό πρέπει να είναι ορθό, έστω και μόνο διότι η διαδικασία βάσει του άρθρου 9 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί παρά από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται και δεν μπορεί να καταλήξει παρά σε συστάσεις ή σε γνώμες της Επιτροπής, δηλαδή σε πράξεις περί των οποίων το άρθρο 189 της Συνθήκης προβλέπει ότι δεν δεσμεύουν.
Η διαφορά στην υπό κρίση υπόθεση αναφέρεται στο αν υφίστανται περιστάσεις, στις οποίες προσφυγή ως προς το κύρος τέτοιου περιορισμού μπορεί να ασκηθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, χωρίς να εφαρμοστεί η διαδικασία του άρθρου 9, ειδικότερα όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο περιορισμός επιβάλλεται με την ιδία πρωτοβουλία δικαστικής αρχής εντός του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται. Σχετικώς, τίθεται το προκαταρκτικό ερώτημα αν το άρθρο 9 εφαρμόζεται αποκλειστικά όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει περιορισμό βάσει ενός από τους ρητώς αναφερόμενους στο άρθρο 9, παράγραφος 1, λόγους ή αν έχει εφαρμογή οποιοιδήποτε κι αν είναι οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται. Οι αναφερόμενοι σ' αυτή τη διάταξη λόγοι είναι, με λίγα λόγια, όπως ενθυμείται το Δικαστήριο, η μη συμμόρφωση του εν λόγω υλικού προς το άρθρο 2, προερχόμενη από κενό των εναρμονισμένων προτύπων που προβλέπονται στο άρθρο 5, των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 6 ή των προτύπων που προβλέπονται στο άρθρο 7, είτε λόγω κακής εφαρμογής των εν λόγω προτύπων ή «από μη τήρηση των κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 2». Υπάρχουν άλλοι λόγοι βάσει των οποίων ένα κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με την οδηγία, να επιβάλλει περιορισμό σε ειδικά εμπορεύματα (ι) όταν στηρίζεται στο άρθρο 7 και οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους θεωρούν ότι τα εν λόγω εμπορεύματα δεν εξασφαλίζουν ασφάλεια ίση με εκείνη που απαιτείται εντός του ιδικού τους εδάφους και (ιι) όταν γίνεται επίκληση του άρθρου 8 και αυτές οι αρχές θεωρούν, υπό το φως δυσμενούς εκθέσεως συντεταγμένης βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2 ή παρά την ύπαρξη ευνοϊκής εκθέσεως, ότι τα εμπορεύματα δεν ικανοποιούν τις διατάξεις του άρθρου 2. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 9 αφορά τέτοιες περιπτώσεις. Η ρητή αναφορά στο άρθρο 9, παράγραφος 3 στη «διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8» επισημαίνει αυτή τη διαδικασία, διότι θα ήταν εντελώς παράλογη η σκέψη ότι, σε περίπτωση στην οποία γίνεται επίκληση του άρθρου 8, το άρθρο 9 δεν εφαρμόζεται παρά αν η αντίρρηση του κράτους μέλους έναντι των εμπορευμάτων είχε ως λόγο τη μη τήρηση από τον κατασκευαστή των κανόνων της τέχνης — όταν μάλιστα το άρθρο 8 αφορά τα εμπορεύματα στα οποία κανένα πρότυπο δεν εφαρμόζεται, κατάσταση στην οποία η διαδικασία διαβουλεύσεως που ορίζει το άρθρο 9 φαίνεται ιδιαιτέρως κατάλληλη. Αν αυτό είναι ορθό, δεν βλέπω κανένα βάσιμο λόγο για να αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 μια μόνο κατηγορία περιπτώσεων, δηλαδή η κατηγορία των περιπτώσεων όπου η αντίρρηση του κράτους μέλους είναι ότι η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 7 δεν πληρούται. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το άρθρο 9 πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι εφαρμόζεται οποιοιδήποτε και αν είναι οι λόγοι βάσει των οποίων το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται επιβάλλει περιορισμό. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι το άρθρο 9 επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να επιβάλλει περιορισμό σε εμπορεύματα για το μόνο λόγο ότι
δεν ανταποκρίνονται στις ειδικές απαιτήσεις που προβλέπει η δική του νομοθεσία.
Οι κατηγορούμενοι και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι η διατύπωση και το περιεχόμενο του άρθρου 9 αφήνουν να εννοηθεί ότι μόνον οι εκτελεστικές ή διοικητικές αρχές των κρατών μελών μπορούν να αναλάβουν την πρωτοβουλία επιβολής περιορισμού, πρώτον διότι είναι οι μόνες που διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για να θέσουν σε εφαρμογή και να συμμετάσχουν στη διαδικασία του άρθρου 9, η οποία είναι υποχρεωτική σε όλες τις περιπτώσεις και, δεύτερον, διότι ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα προϊόντα ειδικού τύπου και όχι μόνο σε αυτά που αποτέλεσαν το αντικείμενο ειδικής διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου. Είμαι της γνώμης ότι δεν συμβιβάζεται, επομένως, με το άρθρο 9 οι δικαστικές αρχές να ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία σε έναν τέτοιο τομέα. Μια τέτοια αρχή δεν θα μπορούσε να ενεργήσει παρά μόνο αφού γενικό μέτρο, εφαρμοζόμενο στα προϊόντα του εν λόγω τύπου, θα είχε θεσπιστεί από την αρμόδια εκτελεστική ή διοικητική αρχή, και σε εφαρμογή αυτού του μέτρου. Ανέφεραν το άρθρο 9 του ιταλικού νόμου του 1977 το οποίο, ισχυρίστηκαν, απονέμει αποκλειστικές εκτελεστικές εξουσίες στον Υπουργό Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας και του αναθέτει ρητώς να τηρεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 της οδηγίας διαδικασία, στην περίπτωση που θα απαγόρευε τη διάθεση στο εμπόριο ή θα περιόριζε την ελεύθερη κυκλοφορία οποιουδήποτε υλικού επί του οποίου ο νόμος έχει εφαρμογή.
Συμφωνώ με τη σκέψη ότι το άρθρο 9 είναι υποχρεωτικό σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι, κανένας δεν επιδίωξε να πείσει το Δικαστήριο περί του αντιθέτου. Τα επιχειρήματα, όμως, των κατηγορουμένων και της Επιτροπής είμαι της γνώμης ότι βαίνουν πολύ μακριά από δύο απόψεις.
Πρώτον, όπως τόνισαν η Ολλανδική και η Ιταλική Κυβέρνηση, η οδηγία δεν θεωρείται ότι καθορίζει, και ούτε θα ήταν κατάλληλη για να καθορίσει, ποια ειδική αρχή του κράτους μέλους θα έπρεπε να επιφορτισθεί με το έργο της εφαρμογής, εξ ονόματος αυτού του κράτους, των διατάξεων του άρθρου 9. Πρόκειται για τομέα υπαγόμενο στην έννομη τάξη του κάθε κράτους. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε, και τάσσομαι με την άποψη της, ότι ο νομοθέτης ενός κράτους μέλους μπορούσε, αν το έκρινε χρήσιμο, να αναθέσει στις δικαστικές του αρχές το έργο να ελέγχουν αν ένα ειδικό υλικό είναι σύμφωνο προς την προβλεπόμενη με την οδηγία ασφάλεια, αν όμως το έπραττε, κάθε απόφαση, λαμβανόμενη από τις εν λόγω αρχές προς περιορισμό της διαθέσεως στο εμπόριο ή της ελεύθερης κυκλοφορίας αυτού του υλικού, θα έπρεπε αμέσως να γνωστοποιείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1.
Δεύτερον, δεν νομίζω ότι είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι περιοριστικό μέτρο, επιβαλλόμενο από τις αρχές κράτους μέλους στη διάθεση στο εμπόριο ή στην ελεύθερη κυκλοφορία ειδικών προϊόντων, πρέπει αναγκαστικά να εκτείνεται σε όλα τα προϊόντα αυτού του τύπου. Είναι προφανές ότι, αν ο περιορισμός επιβάλλεται επί εθνικού επιπέδου από τις εκτελεστικές αρχές κράτους μέλους, αυτό θα ήταν ορθό. Όμως, όταν, για παράδειγμα, μια τοπική αρχή διαπιστώνει ότι προϊόντα, που εισήλθαν στην περιοχή της, είναι ελαττωματικά και επικίνδυνα (για παράδειγμα λόγω κακής κατασκευής), πρέπει να είναι σε θέση να σταματήσει την πώληση ή τη διανομή τους χωρίς να αναμένει τη λήψη εθνικού μέτρου. Ομοίως, όταν ένα δικαστήριο, ενώπιον του οποίου αμφισβητήθηκε η συμφωνία ειδικών εμπορευμάτων προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, διαπιστώνει ότι είναι ελαττωματικά, μπορεί να διατάξει τα κατάλληλα μέτρα έναντι αυτών των εμπορευμάτων. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, απαιτεί αποκλειστικά όπως, σε κάθε περίπτωση αυτού του είδους, ενημερωθούν περί της αποφάσεως τα άλλα κράτη μέλη και η Επιτροπή.
Υποστηρίχθηκε εκ μέρους των κατηγορουμένων ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 9 διαδικασία είναι πολύ περίπλοκη για να εφαρμοστεί σε τέτοιες περιστάσεις. Έχω επ' αυτού να κάνω δύο σχόλια. Το πρώτο είναι ότι το άρθρο 9 ουδόλως περιορίζει τις περιστάσεις, στις οποίες πρέπει να εφαρμοστεί σε σχέση με το περιεχόμενο του επιβληθέντος περιορισμού. Το δεύτερο είναι ότι στην πράξη ο βαθμός περιπλοκότητας της διαδικασίας θα εξαρτηθεί από τη σημασία που τα κράτη μέλη και η Επιτροπή αποδίδουν στην υπόθεση και, ειδικότερα, από τις ενέργειες στις οποίες θα προβούν αντίστοιχα κατ' εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 3.
Θα ήθελα να τονίσω τη λέξη «απόφαση» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 9, παράγραφος 1. Σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει την υποχρέωση να ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, δυνάμει αυτής της διατάξεως, παρά μόνον όταν έχει ληφθεί οριστική απόφαση από αρμόδια αρχή αυτού του κράτους (είτε διοικητική είτε δικαστική) για την απαγόρευση της διαθέσεως στο εμπόριο ή για την παρεμβολή εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων. Μια τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται όταν η εν λόγω αρχή περιορίστηκε στο να περιορίσει τη διάθεση στο εμπόριο ή την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εν αναμονή μιας τέτοιας αποφάσεως.
Τα προβλήματα που το άρθρο 9 εγείρει σταματούν εδώ. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξε ότι, αυτό το άρθρο δεν μπορεί να έχει κανένα άμεσο αποτέλεσμα «εφόσον δεν αφορά παρά τις μεταξύ των κρατών μελών σχέσεις, όπως και τις σχέσεις τις υφιστάμενες μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής». Αυτό δεν είναι εντελώς ορθό. Η παράγραφος 1, του άρθρου 9, στο μέτρο που επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να επιβάλλει περιορισμούς στη διάθεση στο εμπόριο ή στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, λόγω υποτιθέμενου καινού προτύπου, παρεκκλίνει από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 και, κατά τη γνώμη μου, είναι αναμφισβήτητο ότι μπορεί να θίξει ορισμένα δικαιώματα των ιδιωτών. Επιπλέον, η παράγραφος 4 απαιτεί η Επιτροπή να λαμβάνει «γνώση των ενδιαφερομένων μερών» επί του θέματος της γνώμης που λαμβάνεται βάσει της παραγράφου 3. Τα ενδιαφερόμενα μέρη, συγκεκριμένα, πρέπει να περιλαμβάνουν τον κατασκευαστή και τον εισαγωγέα και οι παρατηρήσεις τους περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών, υπό το φως των οποίων η Επιτροπή, δυνάμει της παραγράφου 5, καλείται να διατυπώσει τις συστάσεις ή τη γνώμη της. Η επιβαλλόμενη σε ένα κράτος μέλος υποχρέωση, με την παράγραφο 1, είναι σαφής: οφείλει να ενημερώσει «αμέσως περί αυτού τα λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη και την Επιτροπή». 'Ετσι το ζήτημα είναι αν η παράβαση εκ μέρους κράτους μέλους αυτής της υποχρεώσεως παρέχει στον κατασκευαστή ή στον εισαγωγέα το δικαίωμα να ισχυριστεί ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων ότι η απόφαση δεν είναι εκτελεστή. Δεν αναφέρθηκε κανένας λόγος για τον οποίο δεν θα συνέβαινε αυτό. 'Επειτα από κάποιο δισταγμό, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω παράβαση παρέχει αυτό το δικαίωμα. Η απαίτηση το κράτος μέλος να θέσει σε εφαρμογή την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 διαδικασία παρέχει στον κατασκευαστή ή στον εισαγωγέα συμπληρωματική προστασία των δικαιωμάτων του.
Το τρίτο και τέταρτο ερώτημα
Αρχίζω την εξέταση του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τον pretore. Αφορούν τα διατρητικά μηχανήματα Metabo και τις κουρευτικές μηχανές για χλωροτάπητα Gazonette για τα οποία, όπως ενθυμείται το Δικαστήριο, ζητείται η εφαρμογή του άρθρου 8. Τα ερωτήματα αυτά, σε κάπως συντομότερη διατύπωση, είναι τα εξής:
«3.
Πρέπει οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8, 3 και 2 της οδηγίας 73/23 να ερμηνευθούν έτσι ώστε να αποκλείεται οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους να μπορούν να θεσπίζουν περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της ΕΟΚ του ηλεκτρολογικού υλικού που αφορά αυτή η ίδια οδηγία, όταν το εν λόγω υλικό δεν διαθέτει διάταξη συσκευής (ρευματολήπτη με γείωση), ρητώς προβλεπόμενο από επιτακτικό πρότυπο του εσωτερικού νόμου, πριν ζητηθεί ή παρουσιαστεί η έκθεση που συντάσσεται από τον ειδικό οργανισμό τον αναφερόμενο στο άρθρο 8 της οδηγίας;
4.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, το περιοριστικό μέτρο δεν μπορεί να διαταχθεί από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους παρά μόνο μετά τη θέσπιση πρόσφορου μέτρου για όλο το εθνικό έδαφος από τον ειδικό οργανισμό αυτού του ίδιου κράτους μέλους, που ορίστηκε για να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 9 της οδηγίας;»
Μπορώ να εξετάσω συντομότερα αυτά τα ερωτήματα δεδομένου, ειδικότερα, ότι η άποψη μου επί του ερωτήματος 4 απορρέει από τα όσα ανέφερα επί του ερωτήματος 2.
Ως προς το ερώτημα 3, υποστηρίχθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση ότι το άρθρο 8 δεν μπορούσε να υπερισχύσει των διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας του κράτους μέλους εισαγωγής. Παρά το σεβασμό που τρέφω προς την Ιταλική Κυβέρνηση, αυτή η άποψη είναι ασφαλώς εσφαλμένη. Όπως τόνισαν η Ολλανδική και η Βρετανική Κυβέρνηση, το άρθρο 8 εφαρμόζεται μόνον όταν το προς εισαγωγή υλικό δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους εισαγωγής. Όταν ανταποκρίνεται σ' αυτές τις απαιτήσεις δεν
παρίσταται ανάγκη προσφυγής στο άρθρο 8 για να εμποδιστεί η απαγόρευση της εισαγωγής του και της διαθέσεως του στο εμπόριο. Κατά συνέπεια, αν στην προκειμένη περίπτωση τα διατρητικά μηχανήματα και οι κουρευτικές μηχανές για χλωροτά-πητα ήσαν εφοδιασμένες με ρευματολήπτες με γείωση, όπως απαιτεί το άρθρο 314 του προεδρικού διατάγματος, δεν θα είχε εγερθεί κανένα πρόβλημα.
Το άρθρο 8 προσφέρει διαδικασία, επιτρέπουσα να επιλυθεί το πρόβλημα που αναφύεται όταν το υλικό δεν ανταποκρίνεται ούτε σε οποιοδήποτε πρότυπο ούτε στις απαιτήσεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους εισαγωγής, ενώ ωστόσο εμφανίζεται ως σύμφωνο προς τις διατάξεις του άρθρου 2. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εισαγωγής, όταν αντιμετωπίζει μια τέτοια διεκδίκηση, μπορεί είτε να τη δεχθεί είτε να την «αμφισβητήσει». Αν την δεχθεί, cădit quaestio. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας μπορεί να προσκομίσει έκθεση, συντεταγμένη από οργανισμό γνωστοποιηθέντα κατ' εφαρμογή του άρθρου 11, σχετικά με τη συμμόρφωση του υλικού προς τις διατάξεις του άρθρου 2. Το έργο της αρμόδιας αρχής, συμπεριλαμβανομένου του έργου οποιουδήποτε δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου μπορεί να αχθεί η υπόθεση, συνίσταται τότε στο να αποφανθεί, υπό το φως αυτής της εκθέσεως και όλων των λοιπών ενώπιον αυτής προσκομισθεισών αποδείξεων, αν, στην πραγματικότητα, το υλικό ικανοποιεί τις διατάξεις του άρθρου 2. Αυτό κανονικά συνεπάγεται το να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις του παραρτήματος Ι.
Η νομική αξία της εκθέσεως αποτέλεσε το αντικείμενο ορισμένης συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, ειδικότερα επί του σημείου αν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως αποφασιστική ή ως δημιουργούσα τεκμήριο. Η οδηγία δεν αναφέρει τίποτα επ' αυτού. Επιστήθηκε η προσοχή εκ μέρους της Ιταλικής Κυβερνήσεως επί του άρθρου του ιταλικού νόμου του 1977, το οποίο επιτρέπει προσκόμιση αντιθέτου αποδείξεως, προβλέπει, όμως, πράγματι, ότι ελλείψει αυτής, η έκθεση θα είναι αποφασιστική. Είμαι της γνώμης ότι η έκθεση είναι, ως εκ της φύσεως της, πραγματογνωμοσύνη. Θα είναι αποφασιστική αν είναι πειστική και αναμφισβήτητη.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της, καμιά έκθεση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, δεν είχε προσκομιστεί από τους κατηγορουμένους. (Έκθεση αφορώσα τα διατρητικά μηχανήματα Metabo προσκομίστηκε ως απόδειξη ενώπιον του Δικαστηρίου). Είμαι της γνώμης ότι, όπως υποστήριξαν η Ολλανδική και η Βρετανική Κυβέρνηση, η pretura είχε προφανώς το δικαίωμα να περιορίσει τη διάθεση στο εμπόριο και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εν αναμονή της προσκομίσεως σχετικών προς αυτά εκθέσεων και της οριστικής αποφάσεως του pretore.
Το πέμπτο ερώτημα
Το πέμπτο και τελευταίο ερώτημα του pretore έχει ως εξής:
«5.
Πρέπει ο ενδεχόμενος αποκλεισμός της εξουσίας θεσπίσεως περιοριστικών μέτρων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, υπό τις προϋποθέσεις και τους όρους τους αναφερόμενους στα προηγούμενα ερωτήματα, να θεωρείται ως επιβαλλόμενος στη δικαστική αρχή του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως μάλιστα οποιασδήποτε εσωτερικής διατάξεως, σχετικής με τους κανόνες εγκαταστάσεως του εξεταζόμενου ηλεκτρολογικού υλικού;»
Νομίζω ότι, λόγω λάθους στην αγγλική μετάφραση της Διατάξεως περί παραπομπής, (όπου «installazione» μεταφράστηκε ως «κατασκευή»), η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντιλήφθηκε κακώς το ερώτημα και οδηγήθηκε στη σκέψη ότι αφορούσε το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας. Είναι δυνατό και η ολλανδική μετάφραση να είναι και αυτή ατελής, διότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δήλωσε ότι το ερώτημα δεν ήταν σαφές και ότι μπορούσε να αφορά το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αντιλήφθηκε, ωστόσο, ορθώς το ερώτημα και οι σχετικές παρατηρήσεις της είναι οι μόνες από αυτές που κατατέθηκαν που έθιξαν την ουσία του ερωτήματος. Αναφέρω αμέσως ότι υιοθετώ πλήρως τις παρατηρήσεις της.
Όπως προκύπτει από τα όσα ο pretore αναφέρει πριν καταλήξει στο διατακτικό της Διατάξεως περί παραπομπής, το ζήτημα δημιουργήθηκε λόγω της διατυπώσεως του άρθρου 10 του ιταλικού νόμου του 1977 που ρητώς διατηρεί «το πλήρες κύρος» («la piena validità») των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος του 1955 «όσον αφορά τις διατάξεις περί εγκαταστάσεως του υλικού που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος νόμου» («per quanto riguarda le regole di installazione dei materiali oggetto della presente legge»).
Όπως τόνισε η Ολλανδική Κυβέρνηση, η διάθεση στο εμπόριο και η ελεύθερη κυκλοφορία του ηλεκτρολογικού υλικού πρέπει αναποφεύκτως να εμποδίζεται αν η εγκατάσταση του απαγορεύεται. Οι άνθρωποι δεν θα αγοράσουν υλικό που δεν μπορούν να εγκαταστήσουν. Το άρθρο 4 της οδηγίας σαφώς αποκαλύπτει ότι οι συντάκτες του είχαν επίγνωση του γεγονότος, διότι αυτό το άρθρο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις διανομής ηλεκτρισμού να μην εξαρτούν τη σύνδεση στο δίκτυο και την ηλεκτροδότηση των καταναλωτών από απαιτήσεις περί ασφαλείας, σε ό,τι αφορά το ηλεκτρολογικό υλικό, αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 2.
Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι προσήκει στο πέμπτο ερώτημα του pretore καταφατική απάντηση.
Προτάσεις
Προτείνω, επομένως, να δοθεί στα υποβληθέντα από τον pretore προς το Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα η ακόλουθη απάντηση:
1.
Η ύπαρξη, σε περί ασφαλείας νομοθεσία κράτους μέλους εισαγωγής, επιτακτικής διατάξεως απαιτούσας όπως το ηλεκτρολογικό υλικό, για το οποίο ζητείται η εφαρμογή των άρθρων 7 ή 8 της οδηγίας 73/23, είναι εφοδιασμένο με διάταξη συσκευής διαφορετική από αυτή με την οποία το υλικό είναι εφοδιασμένο, δεν επιτρέπει αυτή καθαυτή σε οποιαδήποτε αρχή αυτού του κράτους μέλους (δικαστική ή άλλης φύσεως) να περιορίσει τη διάθεση στο εμπόριο ή την ελεύθερη κυκλοφορία αυτού του υλικού στο εσωτερικό της Κοινότητας.
2.
Όταν ζητείται η εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας για οποιοδήποτε υλικό αυτού του είδους, οι αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής (είτε δικαστικές είτε άλλης φύσεως) δεν μπορούν να περιορίσουν τη διάθεση στο εμπόριο ή την ελεύθερη κυκλοφορία αυτού του υλικού στο εσωτερικό της Κοινότητας όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
ι)
όταν το υλικό έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις περί ασφαλείας, τις εφαρμοζόμενες στο κράτος μέλος κατασκευής προτύπων (και δεν αποδεικνύεται ότι αυτά τα πρότυπα περιλαμβάνουν οποιοδήποτε κενό)·
ιι)
όταν το υλικό εξασφαλίζει ασφάλεια ίση με εκείνη που απαιτείται εντός του εδάφους του κράτους μέλους εισαγωγής.
3.
Υφίσταται μαχητό τεκμήριο ότι το υλικό κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις περί ασφαλείας, τις εφαρμοζόμενες στο κράτος μέλος κατασκευής, όταν το υλικό φέρει σήμα που έχει δεόντως εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας από γνωστοποιηθέντα προς το σκοπό αυτό οργανισμό βάσει του άρθρου 11, είτε τέτοιοι οργανισμοί έχουν γνωστοποιηθεί από το σύνολο των κρατών μελών είτε όχι.
4.
Η προϋπόθεση κατά την οποία το υλικό πρέπει να εξασφαλίζει ασφάλεια ίση προς εκείνη που απαιτείται εντός του εδάφους του κράτους μέλους εισαγωγής, πληρούται ακόμα και όταν αυτή η ασφάλεια επιτυγχάνεται με μέθοδο διαφορετική από τη μέθοδο που ορίζει η εθνική περί ασφαλείας νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους. Το κράτος μέλος εισαγωγής δεν μπορεί επίσης να απαιτήσει ασφάλεια μεγαλύτερη (ή μικρότερη) από εκείνη που απαιτείται από το άρθρο 2 της οδηγίας.
5.
Οι εθνικοί κανόνες περί εγκαταστάσεως ηλεκτρολογικού υλικού είναι ασυμβίβαστοι προς την οδηγία όταν, και στο μέτρο που, εμποδίζουν τη διάθεση και την ελεύθερη κυκλοφορία του υλικού το οποίο ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.
6.
Αρμοδία αρχή του κράτους μέλους εισαγωγής μπορεί, αν αμφιβάλλει περί της συμμορφώσεως ορισμένου υλικού προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, να περιορίσει τη διάθεση στο εμπόριο ή την ελεύθερη κυκλοφορία αυτού του υλικού εν αναμονή αποφάνσεως επ' αυτού του ζητήματος και, ειδικότερα, όταν ζητείται η εφαρμογή για το εν λόγω υλικό του άρθρου 8, μπορεί να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο εν αναμονή της προσκομίσεως εκθέσεως βάσει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου.
7.
Η οδηγία δεν αφορά την κατανομή των καθηκόντων μεταξύ των αρχών ενός κράτους μέλους, πράγμα που υπάγεται στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους. Ειδικότερα, το άρθρο 9 της οδηγίας δεν εξαρτά την ενέργεια εκ μέρους δικαστικής αρχής κράτους μέλους από την προϋπόθεση ότι διοικητική αρχή αυτού του κράτους μέλους έχει θεσπίσει οποιοδήποτε μέτρο.
8.
Όταν μία αρχή κράτους μέλους (δικαστική ή άλλης φύσεως) αποφασίζει οριστικώς να περιορίσει τη διάθεση στο εμπόριο ή την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας ηλεκτρολογικού υλικού, επί του οποίου εφαρμόζεται η οδηγία, το εν λόγω κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να ενημερώσει αμέσως τα λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και την Επιτροπή περί της αποφάσεως. Σε περίπτωση παραβάσεως αυτής της υποχρεώσεως, η απόφαση καθίσταται μη εκτελεστή έναντι οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου ιδιώτη.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτότυπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy