ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 20 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό κεντρικό ζήτημα τῆς προκειμένης υπαλληλικής διαφορᾶς ἀποτελεί ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας πού προβλέπεται στό άρθρο 69 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, ἡ ὁποία ἔχει ήδη ἀποτελέσει ἀντικείμενο πολλών ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου. Οἱ προϋποθέσεις χορηγήσεώς τῆς ρυθμίζονται στό άρθρο 4 παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανο-νισμοῦ, σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ ἀποζημίωση χορηγείται μεταξύ άλλων,
«α)
στόν υπάλληλο:
—
ὁ ὁποίος δέν εἶναι καί δέν υπήρξε ποτέ υπήκοος τοῦ κράτους στό ευρωπαϊκό έδαφος τοῦ ὁποίου ευρίσκεται ὁ τόπος ὅπου υπηρετεί ὁ ἐνδιαφερόμενος καί,
—
ὁ όποιος δέν εἶχε μόνιμη διαμονή ή δέν άσκησε κατά συνήθη τρόπο, ἐπί πέντε ἔτη λήγοντα έξι μήνες πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του, τήν κύρια ἐπαγγελματική δραστηριότητά του στό ευρωπαϊκό έδαφος τοῦ ἐν λόγω κράτους. Γιά τήν εφαρμογή τῆς παρούσας διατάξεως δέ λαμβάνονται υπόψη οἱ καταστάσεις πού προκύπτουν ἀπό τήν παροχή υπηρεσιῶν σέ άλλο κράτος ἡ διεθνή ὀργανισμό».
Μέ τόν κανονισμό 912/78 τοῦ Συμβουλίου τῆς 2ας Μαΐου 1978 περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των ὑπαλλήλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων καί τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποῦ προσωπικού τῶν Κοινοτήτων (Abl. L 119 τῆς 3ης Μαίου 1978, σ. 1) προστέθηκε στό παραπάνω άρθρο μιά δεύτερη παράγραφος, ἡ ὁποία έχει ὡς έξης:
«Ό υπάλληλος ὁ ὁποιος δέν εἶναι καί δέν ὑπήρξε ποτέ ὑπήκοος τοῦ κράτους στό έδαφος τοῦ ὁποίου βρίσκεται ὁ τόπος ὅπου υπηρετεί, ὁ ὁποίος ὅμως δέ συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στην παράγραφο 1, δικαιούται ἀποζημιώσεως ἐκπατρισμοῦ ἴσης πρός τό ένα τέταρτο τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας».
Σύμφωνα μέ τή διάταξη αυτή, λαμβάνει καί ὁ προσφεύγων, υπάλληλος, ἰταλικῆς ἰθαγέ-νειας, ὁ όποιος υπηρετεί στην Ἐπιτροπή, τή λεγόμενη ἀποζημίωση ἐκπατρισμού. Ὁ προσφεύγων γεννήθηκε στή Σικελία τό 1944 καί τό 1947 ἀκολούθησε τόν πατέρα του στό Βέλγιο, ὅπου ἀπό τότε κατοικεί χωρίς διακοπή, έκανε τή σχολική του ἐκπαίδευση καί ἐργάστηκε σέ διάφορες θέσεις πρίν ἀπό τήν πρόσληψή του ἀπό τήν Ἐπιτροπή στίς 17 Μαρτίου 1975. Τήν 1η Ἀπριλίου 1979, μέ ἀπόφαση τοῦ προϊστάμενου τοῦ τμήματος «Προσλήψεις, διορισμοί, προαγωγές», διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος στό βαθμό D3 καί ἀργότερα μόνιμος υπάλληλος στόν ἴδιο βαθμό ἀπό τήν 1η Ὀκτωβρίου 1979.
Ἐπειδή ὁ προσφεύγων διατήρησε τήν ιταλική του Ιθαγένεια καί εἶναι ἀκόμα ἐγγεγραμμένος στους ιταλικούς ἐκλογικούς καταλόγους, ἡ δέ σύζυγός του έχει επίσης τήν ἰταλική Ιθαγένεια καί τά παιδιά του πηγαίνουν στό Ιταλικό σχολείο στίς Βρυξέλλες, έχει τή γνώμη ὅτι δικαιοῦται ἀποζημιώσεως ἀποδημίας σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ τῆς υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων.
Ἐπειδή ἡ ἀποζημίωση αυτή δέν τοῦ χορηγήθηκε, υπέβαλε στίς 19 Ίουνίου 1979 διοικητική ένσταση σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ καί, ἀφοῦ τοῦ κοινοποιήθηκε στίς 25 Σεπτεμβρίου 1979 ἡ ἀρνητική ἀπόφαση, άσκησε τήν προκειμένη προσφυγή, ἡ ὁποία περιήλθε στή γραμματεία στίς 21 Δεκεμβρίου 1979 καί μέ τήν ὁποία ζητᾶ νά κηρυχτεί παραδεκτή καί βάσιμη ἡ προσφυγή καί ἑπομένως νά ἀρθεῖ ἡ ἀπόφαση της Ἐπιτροπῆς πού τοῦ κοινοποιήθηκε στίς 25 Σεπτεμβρίου 1979, μέ τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή ἀπέρριψε τη διοικητική ἔνσταση τήν ὁποία υπέβαλε στίς 19 Ίουνίου 1979 σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ γιά τους υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων καί μέ τήν ὁποία επιδίωκε τή χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας πού προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 4 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ, ἐπιπλέον δέ τήν ἐπιβολή στην Ἐπιτροπή τῶν δικαστικῶν εξόδων.
Ἡ θέση μου στό θέμα αυτό εἶναι ἡ ἑξῆς:
Μέ τήν προσφυγή πού άσκησε νομότυπα καί ἐμπρόθεσμα, ὁ προσφεύγων ἐπικαλείται τόν παράνομο χαρακτήρα τοῦ άρθρου 4 παράγραφος Ι τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, στό ὁποῖο στηρίζεται ἡ προσβαλλόμενη ἀπόφαση, χωρίς νά ἀμφισβητεί τήν εφαρμογή τῆς διατάξεως αυτής. Ὅπως ἀκριβώς καί στην ὑπόθεση Hochstrass (Ὑπόθεση 147/79, René Hochstrass κατά Δικαστηρίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἀπόφαση τῆς 16ης Όκτωβρίου 1980), ἀνακύπτει καί ἐδῶ τό ἐρώτημα — ἡ Ἐπιτροπή πάντως δέν προβάλλει κάτι τέτοιο — στά πλαίσια τοῦ ἐλέγχου τοῦ παραδεκτοῦ, ἄν ὁ προσφεύγων μπορεί νά ἀποδείξει ὅτι ἔχει ἔννομο συμφέρον στην άσκηση τῆς προσφυγής, ὁπότε, ἀκόμα καί ἄν τό Δικαστήριο κήρυσσε τήν ἐν λόγω διάταξη ως μή ἐφαρμόσιμη, ὁ προσφεύγων δέ θά ἀποκτούσε ἀξίωση γιά ἀποζημίωση ἀποδημίας. Ἐχοντας υπόψη τίς διαπιστώσεις τοῦ Δικαστηρίου στην ἀπόφαση του στην ὑπόθεση Hochstrass, μοῦ φαίνεται πάντως ὅτι δικαιολογείται καί σ' αυτή τήν περίπτωση, λόγω τοῦ στενού συνδέσμου μεταξύ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνάγκης παροχής ἐννόμου προστασίας καί τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν διαδίκων ως πρός τό βάσιμο, νά στραφώ ἀμέσως στην ἐξέταση τοῦ τελευταίου ζητήματος.
Ὁ προσφεύγων, γιά νά θεμελιώσει τήν προσφυγή του, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ παράνομος χαρακτήρας τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ἀπορρέει ἀπό τό ὅτι δέ λήφθηκε υπόψη μιά ἱεραρχικά ἀνώτερη ἀρχή τοῦ δικαίου, δηλαδή ἡ ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως καί τῆς μή διακρίσεως. Οἱ ἀρχές αυτές παραβιάζονται, ἀφοῦ ἡ διάταξη δέ χορηγεί ἀποζημίωση ἀποδημίας στόν υπάλληλο ὁ ὁποῖος, ἐπί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων του, εἶχε μόνιμη διαμονή ἡ ἀσκούσε κατά συνήθη τρόπο τήν κύρια ἐπαγγελματική δραστηριότητά του στό κράτος, στό έδαφος τοῦ ὁποίου υπηρετεί, χωρίς ὅμως νά εἶχε ποτέ τήν Ιθαγένεια τοῦ κράτους αὐτοῦ. Ἀντίθετα ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας χορηγείται σέ τρεῖς κατηγορίες υπαλλήλων, οἱ όποιοι ἀπό άποψη «ἀποδημίας» βρίσκονται ουσιαστικά σέ παρόμοια κατάσταση. Τῆς ἀποζημιώσεως αυτής ἀπολαύουν κατά πρώτο λόγο οἱ ὑπάλληλοι εκείνοι, οἱ όποιοι ἀσκοῦσαν κατά συνήθη τρόπο τήν κύρια ἐπαγγελματική δραστηριότητά τους ἡ είχαν τή μόνιμη διαμονή τους στό ευρωπαϊκό έδαφος τοῦ σχετικοῦ κράτους γιά διάστημα μικρότερο ἀπό πεντέμισι χρόνια πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη των καθηκόντων τους. Ή ἀποζημίωση χορηγείται κατά δεύτερο λόγο καί στους υπαλλήλους οἱ όποιοι, ἀνεξάρτητα ἀπό τή διάρκεια τῆς μόνιμης διαμονής τους στό σχετικό κράτος, παρείχαν τίς υπηρεσίες τους σέ άλλο κράτος ἡ σέ διεθνή ὀργανισμό. Ή ἀποζημίωση τέλος χορηγείται χωρίς χρονικό περιορισμό καί στους ὑπαλλήλους οἱ ὁποιοι παρέχουν τίς ὑπηρεσίες τους στίς Κοινότητες για διάστημα μεγαλύτερο ἀπό πεντέμισι χρόνια. Ὅλοι ὅμως οἱ ἀνωτέρω υπάλληλοι υπόκεινται, ὅσον άφορᾶ τους δεσμούς μέ τη χώρα προελεύσεώς τους, στίς ίδιες ὑλικές καί ἠθικές ἐπιβαρύνσεις. Ή διαφορετική μεταχείριση συνεπῶς είναι ἀδικαιολόγητη καί ἄσχετη Ιδίως ὡς πρός τίς ὑπηρεσιακές ἀνάγκες.
Ή Ἐπιτροπή ἀντίθετα, ἐν ὄψει Ιδίως της μέχρι τώρα νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, θεωρεί τήν προσφυγή ἀβάσιμη.
Μέ τή γνώμη αυτή νομίζω ὅτι θά πρέπει νά συνταχθοῦμε βάσει τῶν παρακάτω συλλογισμῶν. Σύμφωνα μέ τήν πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ βασική ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως ἡ τῆς μή διακρίσεως ἀπαγορεύει ἁπλῶς καί μόνο τίς διαφοροποιήσεις πού δέ δικαιολογοῦνται ἀπό τά πράγματα. Ἀντίθετα, ἐπιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση τῶν υπαλλήλων, ἐφ' ὅσον υπάρχουν Ιδιαίτερα στοιχεία πού δικαιολογούν τή διαφοροποίηση αυτή.
Στην προκειμένη ὑπόθεση λοιπόν πρέπει νά ἐξετάσουμε ἄν ἡ διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων ὡς πρός τήν ἀποζημίωση ἀποδημίας, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δικαιολογείται ἀπό τά πράγματα. Ή κρίση αυτή πάλι, ἄν δηλαδή δικαιολογείται ἀπό τά πράγματα μιά διαφοροποίηση, συνδέεται στενά μέ τή φύση καί τή λειτουργία τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας.
Σκοπός τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας είναι, ὅπως τόνισε τό Δικαστήριο τελευταία στην ὑπόθεση Hochstrass, μέ παραπομπή στίς ἀποφάσεις πού εξέδωσε στίς ὑποθέσεις 21/74 (Airola κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1975, Slg. 1975 σ. 221) καί 37/74 (Van den Broeck κατά Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 20ής Φεβρουαρίου 1975, Slg. 1975 σ. 235), «νά χρησιμεύσει ὡς ἀντιστάθμισμα στίς Ιδιαίτερες ἐπιβαρύνσεις καί τά μειονεκτήματα, πού συνεπάγεται ή είσοδος στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων, σέ περίπτωση πού ὁ υπάλληλος γιά τόν όποιο πρόκειται εἶναι ὑποχρεωμένος λόγω τοῦ γεγονότος αὐτοῦ νά ἀλλάξει κατοικία» (πρβλ. σχετικά καί τίς ἀποφάσεις στην υπόθεση 20/71 — Sabbatini κατά Κοινοβουλίου, ἀπόφαση τῆς 7ης Ίουνίου 1972, Slg. 1972 σ. 345 — καί στην υπόθεση 32/71 — Bauduin κατά Ἐπιτροπής, ἀπόφαση τῆς 7ης Ιουνίου 1972, Slg. 1972 σ. 363).
Στό σκοπό αυτό ἀντιπαρατίθεται ρητά στην υπόθεση Hochstrass ἡ λειτουργία τῆς ἀποζημιώσεως ἐκπατρισμοί) πού χορηγείται σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί ἡ ὁποία ἐπιδιώκει «νά ἀποτελέσει τό ἀντιστάθμισμα στίς ἐπιβαρύνσεις στίς ὁποίες ὑπόκεινται οἱ υπάλληλοι λόγω τῆς Ιδιότητάς τους ὡς ἀλλοδαπών». Στίς επιβαρύνσεις αὐτές είναι ἐκτεθειμένοι, ὅπως σωστά τονίζει ὁ προσφεύγων, ὅλοι οἱ υπάλληλοι πού δέν ἔχουν τήν Ιθαγένεια τοῦ κράτους στό ἔδαφος τοῦ ὁποίου υπηρετούν. Κατά συνέπεια τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε ἀκόμα στην ἀπόφαση του στην υπόθεση Hochstrass ὅτι τό Συμβούλιο ήταν μέσα στά πλαίσια τῆς νομοθετικής του ἐξουσίας, όταν εξαρτούσε τή χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἐκπατρισμοῦ μόνο ἀπό τό κριτήριο τῆς Ιθαγένειας.
Ἀπό τήν ύπαρξη τῆς ἀποζημιώσεως ἐκπατρισμοί), ἡ ὁποία, ὅπως αναφέρθηκε, χορηγείται γιά άλλους λόγους ἀπό ὅ,τι ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας, δέν μπορεί, ἀντίθετα μέ τή γνώμη τοῦ προσφεύγοντος, νά συναχθεί ὁ παράνομος χαρακτήρας τῶν στοιχείων, ἀπό τήν ὑπαρξη τῶν ὁποίων εξαρτάται ή χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας. Γιά τήν καταβολή δηλαδή τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῆς, ὅπως προκύπτει ήδη ἀπό τή γενική δομή τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ παραρτήματος VΙΙ καί ὅπως ἐπανειλημμένα ἀποφάνθηκε τό Δικαστήριο στην ἀνωτέρω νομολογία, «ἡ μόνιμη διαμονή τοῦ υπαλλήλου πρίν ἀπό τήν εἴσοδό του στην υπηρεσία ἀποτελεί τό ἀποφασιστικό κριτήριο», ἐνω «ή ιθαγένεια τοῦ υπαλλήλου ... εἶναι συγκριτικά μικρότερης σημασίας».
Ἐπειδή ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας ἔχει ως σκοπό τήν ἀντιστάθμιση τῶν μειονεκτημάτων πού συνεπάγεται ἡ ἀλλαγή διαμονής λόγω τῆς ἀναλήψεως καθηκόντων στίς Κοινότητες, εἶναι συνεπές καί δέν παραβαίνει τήν ἐπιταγή τῆς ισότητας τό γεγονός ὅτι ἡ χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως αυτής ἐξαρτάται ἀπό τή μόνιμη διαμονή των υπαλλήλων πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη των καθηκόντων τους. Ἀντίθετα συνάγεται ἀπό αυτό ὅτι ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας δέ χορηγείται στόν υπάλληλο πού είχε τή μόνιμη διαμονή του, ήδη πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη των καθηκόντων του, στή χώρα ὅπου υπηρετεί, γιατί στην περίπτωση αυτή ή ἀνάληψη καθηκόντων στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων δέν εἶναι ὁ γενεσιουργός λόγος τῶν ιδιαίτερων ἐπιβαρύνσεων καί μειονεκτημάτων πού συνεπάγεται ἡ ἀναγκαία ἀλλαγή διαμονής. Συνεπῶς, οἱ υπάλληλοι πού δέν είχαν διαμονή πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους στή χώρα ὅπου υπηρετούν βρίσκονται ουσιαστικά σέ διαφορετική θέση ἀπό τους υπαλλήλους πού ήδη εἶχαν ἐκεῖ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους στίς Κοινότητες, τή μόνιμη διαμονή τους.
Ό καθορισμός τῶν κριτηρίων ἀπό τά όποια ἐξαρτάται ἡ ὕπαρξη «μόνιμης διαμονής» ἀνήκει βασικά στή νομοθετική ἐξουσία τοῦ Συμβουλίου, ἁπλῶς πρέπει νά καταβάλλεται προσοχή ώστε ὁ προσδιορισμός τους νά μήν παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως.
Ἀντίθετα μέ τή γνώμη τοῦ προσφεύγοντος, στην προκείμενη υπόθεση δέν εἶναι ἐν τούτοις δυνατό νά γίνει λόγος γιά αυθαίρετη άνιση μεταχείριση. Ὅταν ἐρευνᾶται ἄν κάποιος εἶχε τή μόνιμη διαμονή του σέ συγκεκριμένο τόπο κατά ὁρισμένη χρονική περίοδο, πρέπει μεταξύ άλλων νά ληφθεί ιδίως υπόψη, ὅπως παρατήρησε καί ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner στίς προτάσεις του τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση Delvaux (υπόθεση 42/75, Slg. 1976 σ. 174), πόσο χρόνο παρέμεινε ἐκεῖ κατά τή διάρκεια τῆς ἐν λόγω περιόδου καί ποιοι ήταν οἱ λόγοι τῆς παραμονής του αὐτής.
Ἀπό αυτούς τους συλλογισμούς ὁδηγήθηκε προφανώς τό Συμβούλιο νά θεωρήσει ὅτι σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγω διάταξη δέν μπορεί νά γίνει δεκτό ὅτι ὑπάρχει μόνιμη διαμονή, ἄν ò υπάλληλος γιά τόν όποιο πρόκειται είχε τή διαμονή του στή χώρα ὅπου υπηρετεί γιά διάστημα μικρότερο ἀπό πεντέμισι χρόνια πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη των καθηκόντων του, ἡ ἄν ὁ λόγος τῆς παραμονής αυτής ήταν ἡ παροχή υπηρεσιών σέ άλλο κράτος ἡ διεθνή ὀργανισμό.
Συνεπῶς εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πού παρέχουν τίς υπηρεσίες τους σέ άλλο κράτος ἤ διεθνή ὀργανισμό παρά τή μακρά διάρκεια τῆς παραμονής τους στή χώρα ὅπου ἀργότερα θά υπηρετήσουν, δέν είχαν πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους μόνιμη διαμονή ἐκεῖ, μέ τήν έννοια ἑνός στενοῦ καί μέ πρόθεση διάρκειας δεσμοῦ μέ αὐτή τή χώρα. Οἱ υπάλληλοι αὐτοί στέλνονται κατά κανόνα σέ ὁρισμένη χώρα γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα καί διατηρούν κατά τό διάστημα αυτό τους δεσμούς τους μέ τό κράτος πού τους έστειλε. Σάν ἀντιστάθμισμα στίς Ιδιαίτερες ἐπιβαρύνσεις καί μειονεκτήματα πού συνεπάγεται ἡ υπηρεσία στό ἐξωτερικό χορηγείται στους ἐνδιαφερόμενους υπαλλήλους, ἀπό ὅ,τι ξέρω, κατά κανόνα μιά παρόμοια ἀποζημίωση ἀποδημίας.
Ἐχοντας υπόψη όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα, δέν μπορεί πλέον νά δώσει λαβή γιά παράπονα τό γεγονός ὅτι τό Συμβούλιο ἐξάρτησε τή χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας ἀπό τή διάρκεια τῆς παραμονής. Όπως σωστά τονίζει ἡ Ἐπιτροπή, δέν πρέπει νά βρεθούν σέ μειονεκτική θέση οἱ υπάλληλοι ἐκεῖνοι οἱ όποιοι παρέμειναν, γιά σχετικά σύντομο διάστημα πρίν ἀπό τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους, στή χώρα ὅπου ἀργότερα θά υπηρετήσουν καί δέν ἀπέκτησαν ἐκεῖ μόνιμη διαμονή. Μέ τήν ἀνάληψη καθηκόντων στίς Κοινότητες ἀποκτοῦν καί αὐτοί οἱ υπάλληλοι μόνιμη διαμονή «σέ μιά ξένη χώρα», τά μειονεκτήματα τῆς ὁποίας προορίζεται νά ἀντισταθμίσει ἡ ἀποζημίωση ἀποδημίας.
Τό πόσο ὅμως πρέπει νά εἶναι τό διάστημα μέσα στό ὁποῖο δέν μπορεί νά γίνει λόγος ὅτι ἀποκτήθηκε μόνιμη διαμονή εἶναι ένα θέμα πού ἐναπόκειται τελικά στην εκτίμηση τοῦ Συμβουλίου, δέ μοῦ φαίνεται δέ νά υπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι τό προβλεπόμενο χρονικό διάστημα τῶν πεντέμισι ἐτών θεσπίστηκε κατά κατάχρηση διακριτικής ἐξουσίας.
Ἐξάλλου καί στην περίπτωση αυτή — ὅπως ἀποφάνθηκε τό Δικαστήριο καί στην υπόθεση Hochstrass — δέν μπορεῖ νά προσαφθεί στό Συμβούλιο ὅτι προκειμένου νά θεσπιστεί μιά γενική καί αφηρημένη ρύθμιση, στηρίχτηκε σέ γενικές κατηγορίες, ἀκόμα καί ἄν ἡ ἐφαρμογή τοῦ ἐν λόγω κανόνα σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις ὁδηγεί σέ ἀνεπιεική ἀποτελέσματα, ἐφ' ὅσον ὁ ίδιος ὁ κανόνας ἐν ὄψει τοῦ επιδιωκόμενου σκοποῦ δέν εἰσάγει διακρίσεις. Αυτό ὅμως δέ συμβαίνει, ὅπως κατέδειξα, για τό άρθρο 4 παράγραφος 1 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επειδή ὁ κανόνας αὐτός προβλέπει διαφορετική μεταχείριση, πού δικαιολογείται ἀπό τά πράγματα, γιά ὑπαλλήλους πού βρίσκονται σέ διαφορετική θέση.
Ἐπειδή ὁ προσφεύγων δέν ἀπέδειξε ὅτι συγκεντρώνει τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις ἀπό τίς όποιες έξαρτᾶται, σύμφωνα μέ τό ἀνωτέρω άρθρο, ἡ χορήγηση τῆς ἀποζημιώσεως ἀποδημίας, ἡ ἀπορριπτική ἀπόφαση τῆς ἁρμόδιας γιά διορισμούς ἀρχῆς δέν εἶναι ἐλαττωματική. Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές δέν χρειάζεται πλέον νά ὑπεισέλθουμε καί στην εξέταση τοῦ ζητήματος τῆς υπάρξεως ἐννόμου συμφέροντος. Προτείνω επομένως νά ἀπορριφτεῖ ἡ προσφυγή καί νά φέρει κάθε διάδικος τά δικά του δικαστικά έξοδα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy