ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 27ης Σεπτεμβρίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 23/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof του Μονάχου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου μεταξύ
Geflügelschlaehterei Freystadt GmbH & Co. KG, Freystadt,
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9 του κανονισμού 123/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του κρέατος πουλερικών (JO 1967, σ. 2301), των άρθρων 4 και 6 του κανονισμού 176/67 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, που καθιερώνει, στον τομέα του κρέατος πουλερικών, τους γενικούς κανόνες για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους της (JO 1967, σ. 2612), και των άρθρων 3, 4 και 8 του κανονισμού 1041/67 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα των προϊόντων που υπάγονται στο καθεστώς ενιαίων τιμών (JO 1967, 314, σ. 9), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, M. Sørensen, A. O'Keeffe, G. Bosco, A. Touffait και T. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 9ης Ιανουαρίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Φεβρουαρίου 1979, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διατάξεων κοινοτικού δικαίου, περί των επιστροφών κατά την εξαγωγή προϊόντων τα οποία υπάγονται στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών.
2
Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ γερμανικής επιχειρήσεως και των τελωνειακών αρχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, λόγω της αρνήσεως των τελευταίων να χορηγήσουν επιστροφές κατά την εξαγωγή για κατεψυγμένα κοτόπουλα, τα οποία, αφού πωλήθησαν σε αγοραστή τρίτης χώρας, εγκατέλειψαν το έδαφος της Κοινότητας στις 28 και 30 Αυγούστου 1973, και παραδόθηκαν, αφού διέσχισαν το έδαφος τρίτων χωρών χωρίς μεταφόρτωση και τελώντας υπό καθεστώς τελωνειακού ελέγχου, στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία.
3
Το πρώτο ερώτημα του Bundesfinanzhof αφορά την έννοια της «εξαγωγής» όπως συναντάται στις διατάξεις περί χορηγήσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή. Πρόκειται για το ζήτημα, αν — όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης — το εμπόρευμα πρέπει να θεωρείται εξαχθέν, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μόλις εγκαταλείψει το έδαφος της Κοινότητας, ή αν επιπλέον απαιτείται — όπως υποστηρίζουν οι Γερμανικές αρχές — να τεθεί το εμπόρευμα σε ελεύθερη κυκλοφορία στην τρίτη χώρα προορισμού και αυτό ακόμη και όταν ο συντελεστής επιστροφής δεν διαφοροποιείται ανάλογα με τον προορισμό του εμπορεύματος.
4
Από το δεύτερο ερώτημα του Bundesfinanzhof και από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το γενικότερο πρόβλημα που θέτει το πρώτο ερώτημα αφορά στην προκειμένη υπόθεση την ειδική περίπτωση των εμπορευμάτων που προέρχονται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τα οποία εγκατέλειψαν το έδαφος της Κοινότητας για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, αφού διέσχισαν, τελώντας υπό τελωνειακό έλεγχο, το έδαφος τρίτων χωρών. Δεν πρόκειται επομένως για το εμπόριο με τρίτες χώρες γενικά, αλλά μόνο για το εμπόριο μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Γι' αυτό το Bundesfinanzhof, για να ερμηνεύσει τις εν λόγω διατάξεις, αναφέρεται στο «πρωτόκολλο περί του εσωτερικού Γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων» της 25ης Μαρτίου 1957, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΟΚ. Υπό τις συνθήκες αυτές τα δύο ερωτήματα πρέπει να εξετασθούν από κοινού.
5
Η παράγραφος 1 του αναφερθέντος πρωτοκόλλου ορίζει ότι:
«Δεδομένου ότι η συναλλαγές μεταξύ των γερμανικών εδαφών, στα οποία ισχύει ο Θεμελιώδης Νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και εκείνα στα οποία ο Θεμελιώδης Νόμος δεν ισχύει, αποτελούν μέρος του εσωτερικού Γερμανικού εμπορίου, η εφαρμογή της Συνθήκης δεν απαιτεί καμία τροποποίηση του ισχύοντος καθεστώτος του εμπορίου αυτού στη Γερμανία.»
6
Όπως αποφάνθηκε ήδη το Δικαστήριο στην απόφασή του της 1ης Οκτωβρίου 1974 (υπόθεση 14/74, Norddeutsches Vieh- und Fleischkontor κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, Slg. 1974, σ. 899), η ρύθμιση αυτή ελευθερώνει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την υποχρέωση εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου επί του εσωτερικού Γερμανικού εμπορίου. Έτσι, όσον αφορά τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, της οποίας το έδαφος δεν ανήκει στην Κοινότητα, χωρίς όμως να έχει σχέση με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το καθεστώς τρίτης χώρας, ισχύει ειδική ρύθμιση.
7
Σύμφωνα με αυτά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορεί να θεωρήσει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εφαρμόζεται επί του εσωτερικού Γερμανικού εμπορίου σ' όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες το δίκαιο αυτό ρυθμίζει το εμπόριο της Κοινότητας με τρίτες χώρες. Έτσι η έννοια της «εξαγωγής», που συναντάται στους κοινοτικούς κανονισμούς περί κοινής οργανώσεως αγοράς για τα γεωργικά προϊόντα, δεν εφαρμόζεται επί του εμπορίου μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
8
Ως προς αυτό όμως η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης υποστηρίζει ότι το πρωτόκολλο δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Τα εμπορεύματα πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σε αγοραστή σε τρίτη χώρα, και συνήφθησαν δύο συμβάσεις πωλήσεως, αφ' ενός, μεταξύ επιχειρήσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Αυστρίας και, αφ' ετέρου, μεταξύ επιχειρήσεων της Αυστρίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Αυτό όμως δεν είναι καθοριστικό. Πράγματι αναγκαία και ικανή συνθήκη για την υπαγωγή στο γερμανικό εσωτερικό εμπόριο, κατά την έννοια του πρωτοκόλλου, είναι να τεθεί το εμπόρευμα σε ελεύθερη κυκλοφορία στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, χωρίς να έχει προηγουμένως τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε τρίτη χώρα, μετά την απομάκρυνσή του από το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Δεν ενδιαφέρουν ο τρόπος μεταφοράς και οι λεπτομέρειες των εμπορικών συναλλαγών.
9
Επομένως στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια της «εξαγωγής» στο πλαίσιο των κοινοτικών διατάξεων περί των επιστροφών κατά την, εξαγωγή γεωργικών προϊόντων, που υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν αφορά τις ανταλλαγές του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου κατά την έννοια του πρωτοκόλλου της 25ης Μαρτίου 1957.
Γιά τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 9ης Ιανουαρίου 1979 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Η έννοια της «εξαγωγής» στο πλαίσιο των κοινοτικών διατάξεων περί των επιστροφών κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων, που υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν αφορά τις ανταλλαγές του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου κατά την έννοια του πρωτοκόλλου περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων της 25ης Μαρτίου 1957.
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 1979.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Koopmans
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 1979.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο προεδρεύων
J. Mertens de Wilmars,
πρόεδρος του πρώτου τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy