ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 22ας Ιανουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 30/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesverwaltungsgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου, εκπροσωπούμενου από το Senator für Gesundheit und Umweltschutz,
καθού και αναιρεσείον,
και
εταιρίας Wigei, Wild-Geflügel-Eier-Import GmbH & Co. KG, Μόναχο,
προσφεύγουσα και αναιρεσιβαλλομένη,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens De Wilmars, Ρ. Pescatore, G. Bosco και O. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 1978 που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 1979, το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116).
2
Το ερώτημα έχει ως εξής: «Το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, επιτρέπει την είσπραξη τελών που καλύπτουν το κόστος του κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών ελέγχου, ο οποίος εκτείνεται στο αν οι αποστολές είναι εφοδιασμένες με την απαραίτητη σήμανση και τα απαραίτητα πιστοποιητικά και αν, βάσει δειγματοληπτικού ελέγχου, τα προς εισαγωγή προσκομιζόμενα κρέατα πουλερικών αποδεικνύονται κατάλληλα για κατανάλωση, όταν το δίκαιο του κράτους μέλους επιτρέπει την εισαγωγή τέτοιου κρέατος μόνο με την προϋπόθεση ότι η εξάγουσα τρίτη χώρα τήρησε όλες τις υγειονομικές διατάξεις, τις οποίες επιβάλλει στη χώρα αποστολής η αναφερθείσα οδηγία για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και όταν η τρίτη χώρα εισπράττει, σύμφωνα με το δίκαιο της, τέλη για το λόγο αυτό; 'Εχει σημασία το ύψος των εισπραχθέντων από την τρίτη χώρα τελών;»
3
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του ομόσπονδου κράτους του Βερολίνου και μιας επιχειρήσεως, η οποία τον Ιανουάριο 1976 εισήγαγε από την Ουγγαρία στο (Δυτικό) Βερολίνο περισσότερα φορτία νωπών κρεάτων πουλερικών. Κατ' εφαρμογή του διατάγματος περί τελών για την παροχή υπηρεσιών κατά την εκτέλεση του γερμανικού νόμου περί υγειονομικού ελέγχου του κρέατος πουλερικών (Gebührenverordnung - Geflügelfleischhygiene) ζητήθηκαν με αφορμή το διεξαγόμενο, κατά την εισαγωγή του κρέατος αυτού, υγειονομικό έλεγχο τέλη δυνάμει του γερμανικού νόμου περί υγειονομικού ελέγχου του κρέατος πουλερικών της 12ης Ιουλίου 1973 (BGBL. Ι, σ. 776).
Η επιχείρηση αντιτάχθηκε στην καταβολή των τελών με την αιτιολογία ότι συνιστούσαν φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, η επιβολή της οποίας αντίκειται στο άρθρο 11, παράγραφος 2 του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71) που άρχισε να ισχύει την 1η Νοεμβρίου 1975 σε αντικατάσταση του άρθρου 11, παράγραφος 2 του κανονισμού 123/67 (ABl σ. 2301).
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, όπως ίσχυε κατά το χρόνο των επίμαχων εισαγωγών «εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή παρεκκλίσεως που αποφάσισε, το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής, απαγορεύονται:
—
η είσπραξη παντός δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος,
—
η εφαρμογή παντός ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος».
4
Το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου απέρριψε την άποψη αυτή, υποστηρίζοντας ότι η έννοια της φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, όταν πρόκειται για τέλη υγειονομικού ελέγχου επί εισαγωγών από τρίτες χώρες, έχει διαφορετικό νόημα από ό,τι στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
5
Το Bundesverwaltungsgericht διαπίστωσε ότι τα επίμαχα τέλη συνιστούν πράγματι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, κατά την έννοια του άρθρου 9 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 11, παράγραφος 2 των αναφερθέντων κανονισμών 123/67 και 2777/75 και κατόπιν αυτού παρέπεμψε στην προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή διάταξη δυνατότητα παρεκκλίσεως από την απαγορευτική διάταξη. Επειδή το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση του της 28ης Ιουνίου 1978 (υπόθεση 70/77, Simmenthal, Sig. 1978, σ. 1453) ότι το άρθρο 9 της οδηγίας 64/433, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129) παρεκκλίνει από την απαγόρευση περί εισπράξεως τελών ενόψει της οργανώσεως της οικείας αγοράς, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, αν το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περιέχει παρόμοια παρέκκλιση. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «(μέχρις ενάρξεως ισχύος των κοινοτικών διατάξεων περί εισαγωγών νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών) τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εισαγωγές αυτές διατάξεις τουλάχιστον αντίστοιχες με αυτές που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία». Παρά το ότι το Bundesverwaltungsgericht δεν αμφιβάλλει ως προς το ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 15 έχει χαρακτήρα παρεκκλίσεως, κρίνει ότι για να αποσαφηνιστεί η νομική κατάσταση είναι απαραίτητο να υποβάλει το αναφερθέν ερώτημα ερμηνείας.
6
Το άρθρο 11, παράγραφος 2 των κανονισμών 123/67 και 2777/75 απαγορεύει να εισπράττονται στο εμπόριο νωπών κρεάτων πουλερικών με τρίτες χώρες άλλοι δασμοί εκτός από τους προβλεπόμενους από το Κοινό Δασμολόγιο ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η απαγόρευση όμως αυτή ισχύει μόνο με την επιφύλαξη ότι δεν υπάρχουν αντίθετες διατάξεις των κανονισμών αυτών — που δεν υπάρχουν για τα επίμαχα τέλη — ή με την επιφύλαξη ότι το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία, μετά από πρόταση της Επιτροπής, κάποια παρέκκλιση.
7
Το άρθρο 15 της αναφερόμενης από το παραπέμπον δικαστήριο οδηγίας 71/118, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, συνιστά παρέκκλιση από την απαγόρευση που απευθύνεται στα κράτη μέλη σχετικά με την είσπραξη φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2 των κανονισμών 123/67 και 2777/75. Διότι η διάταξη αυτή έχει όμοια διατύπωση με τη διατύπωση του άρθρου 9 της οδηγίας 64/433 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 129)- η διατύπωση και των δύο διατάξεων δείχνει σαφώς ότι έχουν το ίδιο περιεχόμενο.
8
Με την απόφαση του της 28ης Ιουνίου 1978 (υπόθεση 70/77, Simmenthai, όπ.π.) το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 9 έχει τον ειδικό σκοπό να θεσπίσει προσωρινά — μέχρις εφαρμογής του κοινοτικού συστήματος υγειονομικών ελέγχων κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών — κανόνα για τις διατάξεις περί υγειονομικού ελέγχου που παρέμειναν εν ισχύι σε μεμονωμένα κράτη μέλη. Το άρθρο 9 της οδηγίας 64/433, για να εμποδίσει ώστε οι διατάξεις αυτές των μεμονωμένων κρατών μελών για προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών να είναι λιγότερο αυστηρές ή να συνδέονται με χαμηλότερες δαπάνες σε σύγκριση με το σύστημα ελέγχου που προβλέπει η σχετική οδηγία για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, πράγμα που θα οδηγούσε σε στρέβλωση του ανταγωνισμού, ορίζει ότι οι έλεγχοι στο κρέας προελεύσεως τρίτων χωρών δεν επιτρέπεται να είναι «περισσότερο ευνοϊκοί» από τους ελέγχους που προβλέπει η οδηγία αυτή για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, ο κανόνας αυτός μεριμνά ώστε οι επιχειρηματίες της Κοινότητας που εφοδιάζουν την αγορά με νωπό κρέας κοινοτικής προελεύσεως να μη μειονεκτούν έναντι των ανταγωνιστών τους που εισάγουν κρέας από τρίτες χώρες· αυτό επομένως δεν ισχύει μόνο για τους καθαυτό ελέγχους, αλλά και για τα τέλη που επιβάλλονται λόγω των ελέγχων.
9
Η ομοιότητα στη διατύπωση του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 και του άρθρου 9 της οδηγίας 64/433 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118, σχετικά με τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη να εισπράττουν τέλη υγειονομικού ελέγχου, έχει και αυτό χαρακτήρα παρεκκλίσεως, όπως το άρθρο 9 της οδηγίας 64/433.
10
Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνεται επίκληση του άρθρου 11, παράγραφος 2 των κανονισμών 123/67 και 2777/75 που απαγορεύει την είσπραξη φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό για να εμποδίζονται τα κράτη μέλη να εισπράττουν στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας τέλη υγειονομικού ελέγχου κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών.
11
Το γεγονός ότι η οδηγία 71/118 δεν αναφέρει ρητά την είσπραξη τελών υγειονομικού ελέγχου στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν έχει σημασία στην παρούσα αλληλουχία. Το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφαση του της 25ης Ιανουαρίου 1977 (υπόθεση 46/76, Bauhuis, Sig. 1977, σ. 5) ότι τέλη που εισπράττονται λόγω υγειονομικών ελέγχων, οι οποίοι πρέπει δυνάμει διατάξεως του κοινοτικού δικαίου — στην προκειμένη περίπτωση της οδηγίας 71/118 (κρέατα πουλερικών) — να διεξάγονται ενιαία στο κράτος αποστολής πριν από την αποστολή, δεν είναι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό και επομένως μπορούν να θεσπίζονται από τα κράτη μέλη εφόσον δεν υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος του εκάστοτε ελέγχου. Η ύπαρξη τέτοιων τελών, εξάλλου, δικαιολογεί την είσπραξη στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας τελών υγειονομικού ελέγχου για να εκπληρώνεται η υποχρέωση, την οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118, δηλαδή η εφαρμογή στις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών διατάξεων που είναι «τουλάχιστον αντίστοιχες» με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
12
Σε περίπτωση διαφοράς σχετικά με τέλη υγειονομικού ελέγχου, τα οποία εισπράττει ένα κράτος μέλος κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών, το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να συγκρίνει τα τέλη αυτά με τα ενδοκοινοτικά τέλη, τα οποία εισπράττει το ίδιο κράτος για εσωτερικούς ελέγχους στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές σύμφωνα με την οδηγία 71/118. Δεν μπορεί βέβαια να απαιτηθεί απόλυτη σύμπτωση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών τελών, επειδή αφενός το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 προβλέπει μόνο ότι στα εξωτερικά σύνορα εισπράττονται τέλη που είναι «τουλάχιστον αντίστοιχα» με τις επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή της αναφερθείσας οδηγίας στον ενδοκοινοτικό τομέα και επειδή αφετέρου δεν αποκλείεται οι έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας να αποδειχθούν περισσότερο δαπανηροί από τους ελέγχους που διαξάγονται στο κράτος μέλος πριν από την αποστολή· πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι το πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως, που επιτρέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2 των κανονισμών 123/67 και 2777/75, δεν καλύπτει την περίπτωση που οι υγειονομικοί έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας είναι προφανώς δυσανάλογοι με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή που τα τέλη υπερβαίνουν προφανώς το κόστος των ελέγχων.
13
Από τη διατύπωση του ερωτήματος και το σκεπτικό της Διατάξεως συνάγεται ότι το Bundesverwaltungsgericht επιθυμεί επίσης να πληροφορηθεί αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να στηριχθεί κατά την είσπραξη τελών υγειονομικού ελέγχου στην παρέκκλιση του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 και όταν: 1) κατά το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους η εισαγωγή κρεάτων πουλερικών επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση ότι το εξάγον κράτος τήρησε μία σειρά υγειονομικών διατάξεων, οι οποίες είναι τόσο αυστηρές όσο και οι προβλεπόμενες από τις κοινοτικές οδηγίες για το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ιδίως δε ότι πριν από την αποστολή διενεργούνται έλεγχοι και όταν 2) οι έλεγχοι αυτοί οδηγούν στο εξάγον κράτος σε είσπραξη τελών.
14
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, συστηματικοί υγειονομικοί έλεγχοι, όπως οι περιγραφόμενοι στο προδικαστικό ερώτημα, και τα συνδεόμενα με αυτούς τέλη δεν προσκρούουν σε επιφυλάξεις, ακόμη κι αν αποδεικνύονται αυστηρότεροι και συνδέονται με υψηλότερες δαπάνες από τους ελέγχους που διενεργούνται στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές δυνάμει της οδηγίας 71/118. Διότι από τη διατύπωση του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 συνάγεται ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει αυστηρότερους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα από τους προβλεπόμενους από την οδηγία για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Το κοινοτικό δίκαιο εξάλλου δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δείχνουν έναντι των τρίτων χωρών την ίδια εμπιστοσύνη που πρέπει να χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ κρατών μελών σύμφωνα με την οδηγία 71/118 και η οποία έχει ως συνέπεια την κατάργηση των συστηματικών ελέγχων στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
15
Οι ίδιες σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η είσπραξη τελών υγειονομικού ελέγχου στην εξάγουσα τρίτη χώρα δεν έχει καταρχήν καμία επίδραση στο ύψος των τελών που εισπράττουν τα κράτη μέλη για τους υγειονομικούς ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Για το είδος των ελέγχων και το ύψος των τελών υφίσταται μόνο ο περιορισμός, που αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω, ότι η παρέκκλιση του άρθρου 15 της οδηγίας 71/118 δεν καλύπτει υπερβολικούς, περιττά αυστηρούς ελέγχους, καθώς και τέτοια τέλη, που είναι δυσανάλογα σε σύγκριση με το κόστος· τα κράτη μέλη πάντως διαθέτουν σχετικά ένα εύλογο περιθώριο εκτιμήσεως.
16
Πρέπει επομένως να δοθεί στο Bundesverwaltungsgericht η απάντηση ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος να εισπράττει τέλη προς κάλυψη του κόστους του ελέγχου κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών και όταν, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους, η εισαγωγή επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση ότι στην εξάγουσα τρίτη χώρα τηρήθηκαν εξίσου αυστηρές αστυνομικές υγειονομικές διατάξεις όπως οι προβλεπόμενες από την οδηγία 71/118 για το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και όταν οι έλεγχοι αυτοί οδήγησαν ήδη στην είσπραξη τελών στην εξάγουσα τρίτη χώρα. Το γεγονός ότι εισπράχθηκαν τέλη υγειονομικού ελέγχου στην εξάγουσα τρίτη χώρα δεν ασκεί, καταρχήν, καμία επίδραση στο ύψος των τελών που εισπράττουν τα κράτη μέλη για υγειονομικούς ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διεξάγονται συστηματικά και να εκτείνονται στο αν οι εισαγόμενες αποστολές είναι εφοδιασμένες με τις απαραίτητες σημάνσεις και αν τα προς εισαγωγή προσκομιζόμενα κρέατα πουλερικών αποδεικνύονται βάσει δειγματοληπτικών ελέγχων κατάλληλα για κατανάλωση. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι το πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως που επιτρέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2 του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως στον τομέα του κρέατος πουλερικών, δεν καλύπτει την περίπτωση που οι υγειονομικοί έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας είναι προφανώς δυσανάλογοι με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή που τα τέλη υπερβαίνουν προφανώς το κόστος των ελέγχων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht με Διάταξη του της 1ης Δεκεμβρίου 1978, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 1979, αποφαίνεται:
1.
Το άρθρο 15 της οδηγίας 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος νά εισπράττει τέλη προς κάλυψη του κόστους του ελέγχου κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων πουλερικών προελεύσεως τρίτων χωρών και όταν, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους, επιτρέπεται η εισαγωγή μόνο με την προϋπόθεση ότι στην εξάγουσα τρίτη χώρα τηρήθηκαν εξίσου αυστηρές αστυνομικές υγειονομικές διατάξεις, όπως οι προβλεπόμενες από την οδηγία 71/118 για το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και όταν οι έλεγχοι αυτοί οδήγησαν ήδη στην είσπραξη τελών στην εξάγουσα τρίτη χώρα.
2.
Το γεγονός ότι εισπράχθηκαν τέλη υγειονομικού ελέγχου στην εξάγουσα τρίτη χώρα δεν ασκεί, καταρχήν, καμία επίδραση στο ύψος των τελών που εισπράττουν τα κράτη μέλη για υγειονομικούς ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διαξάγονται συστηματικά και να εκτείνονται στο αν οι εισαγόμενες αποστολές είναι εφοδιασμένες με τις απαραίτητες σημάνσεις και αν βάσει δειγματοληπτικών ελέγχων τα προς εισαγωγή προσκομιζόμενα κρέατα πουλερικών αποδεικνύονται κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση.
3.
Το πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως που επιτρέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2 του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών, δεν καλύπτει την περίπτωση που οι υγειονομικοί έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας είναι προφανώς δυσανάλογοι με τον επιδιωκόμενο σκοπό ή που τα τέλη υπερβαίνουν προφανώς το κόστος των ελέγχων.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Bosco
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Ιανουαρίου 1980.
Ο Γραμματέας Α.
Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy