Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Μόνιμοι υπάλληλοι — Προσφυγή — Προγενεστέρα διοικητική ένσταση — Αντικείμενο — Βλαπτική πράξη τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρα 90 καί 91 )
2 . Ένσταση παρανόμου — Παρεμπίπτων χαρακτήρ — Έλλειψη δικαιώματος πρός άσκηση κυρίας προσφυγής — Απαράδεκτο τής ενστάσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 184 )
3 . Μόνιμοι υπάλληλοι — Προσφυγή περί ακυρώσεως — Αγωγή αποζημιώσεως — Στενός δεσμός αμφοτέρων — Απαράδεκτο τής προσφυγής περί ακυρώσεως συνεπάγεται καί εκείνο τής αγωγής αποζημιώσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 179 )
Περίληψη
1 . Όπως προκύπτει εκ τών άρθρων 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , η διοικητική ένσταση καί συνεπώς η προσφυγή δέν ειναι δυνατόν νά στρέφονται παρά μόνον κατά βλαπτικής πράξεως τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής .
2 . Η ευχέρεια προβολής τού ανεφαρμόστου ενός κανονισμού , πού παρέχει τό άρθρο 184 τής συνθήκης , δέν συνιστά αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής καί δέν δύναται νά ασκηθεί παρά μόνον παρεμπιπτόντως . Συνεπώς , οταν δέν υφί σταται δικαίωμα ασκήσεως κυρίας προσφυγής , δέν ειναι δυνατή η επίκληση τού άρθρου 184 .
3 . Όταν ενας υπάλληλος ασκεί , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 179 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή περί ακυρώσεως πράξεως οργάνου καί περί επιδικάσεως αποζημιώσεως γιά τήν ζημία πού τού προεκάλεσε η εν λόγω πράξη , τά αιτήματα συνδέονται μεταξύ τους τόσον στενά , ωστε τό απαράδεκτο τού αιτήματος περί ακυρώσεως συνεπάγεται καί τό απαράδεκτο τού αιτήματος περί αποζημιώσεως .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 33/80
RENATO ALBINI , πρώην υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί άλλοι 9 πρώην υπάλληλοι τής εν λόγω Επιτροπής , εκπροσωπούμενοι καί επικουρούμενοι από τόν Raimondo Marini-Clarelli , δικηγόρο Ρώμης , μέ τόπο επιδόσεως , στό Λουξεμβούργο , τό γραφείο τού δικηγόρου Victor Biel , 18 A , rue des Glacis ,
προσφεύγοντες ,
κατά
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένου από τόν νομικό του σύμβουλο John Carbery , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Douglas Fontein , διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τής Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων , Kirchberg ,
καί
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar καί από τόν Oreste Montalto , μέλος τής εν λόγω υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο , τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 24 Ιανουαρίου 1980 , οι προσφεύγοντες ήσκησαν , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : κανονισμός ), προσφυγή κατά τού Συμβουλίου καί τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Οι προσφεύγοντες , δέκα συνταξιούχοι υπάλληλοι τής Επιτροπής , ζητούν από τό Δικαστήριο :
1 ) νά ακυρώσει ή , τουλάχιστον , νά αναγνωρίσει οτι οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , δέν έχουν εφαρμογή επ’ αυτού·
2)επικουρικώς , νά επιδικάσει υπέρ τών προσφευγόντων αντισταθμιστική αποζημίωση , υπολογιζομένη κατά τρόπο πού νά αποφεύγεται οιαδήποτε μείωση τών συντάξεων πού ειχαν καταβληθεί στούς προσφεύγοντες πρίν από τήν έναρξη ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 .
2 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού , οπως αυτός ίσχυε μέχρι τό τέλος τού 1978 , ωριζαν : «οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . Καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του . Οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού εδέχετο τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965 . Επί τών αποδοχών τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής υψηλότερος , χαμηλότερος ή ίσος πρός 100 % , ανάλογα μέ τούς ορους διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους διορισμού . Ο εφαρμοστέος συντελεστής αναπροσαρμογής επί τών αποδοχών τών υπαλλήλων , πού ασκούν τά καθήκοντά τους στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων , ειναι ίσος μέ 100 % κατά τήν 1η Ιανουαρίου 1962» .
3 Τό άρθρο 82 τού κανονισμού ορίζει οτι «οι συντάξεις [πρώην υπαλλήλων] καθορίζονται βάσει τών μισθολογικών κλιμακίων πού ισχύουν κατά τήν πρώτη ημέρα τού μηνός τής γενέσεως δικαιώματος συντάξεως . Επ’ αυτών εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής , πού καθορίζεται βάσει τών διατάξεων τών άρθρων 64 καί 65 παράγραφος 2 , γιά τήν χώρα τών Κοινοτήτων οπου ο δικαιούχος τής συντάξεως δηλώνει οτι έχει τήν κατοικία του . . . » .
4 Τό άρθρο 45 παράγραφος 3 τού παραρτήματος VIII ( κανονισμός συντάξεων ) ορίζει οτι «οι συντάξεις δύνανται νά καταβληθούν , κατ’ επιλογή τών ενδιαφερομένων , είτε στό νόμισμα τής χώρας καταγωγής τους είτε στό νόμισμα τής χώρας διαμονής τους είτε στό νόμισμα τής εδρας τού οργάνου , στό οποίο ανήκε ο υπάλληλος· η επιλογή αυτή ισχύει γιά δύο τουλάχιστον έτη» .
5 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 ( JO L 369 , σ . 8 ), τό άρθρο 1 τού οποίου ορίζει οτι τό άρθρο 63 τού κανονισμού αντικαθίσταται ως εξής :
«Οι αποδοχές τών υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . Καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
Οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών τιμών συναλλάγματος , πού εχρησιμοποιήθησαν γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Κοινοτήτων τήν 1η Ιουλίου 1978 .
Τό Συμβούλιο τροποποιεί τήν εν λόγω ημερομηνία κατά τήν ετησία εξέταση τών αποδοχών πού προβλέπει τό άρθρο 65 , αποφασίζοντας , κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής , μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στό άρθρο 148 παράγραφος 2 εδάφιο δεύτερο πρώτη περίπτωση τής συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 118 τής συνθήκης Ευρατόμ .
Υπό τήν επιφύλαξη τής εφαρμογής τών άρθρων 64 καί 65 , οι συντελεστές αναπροσαρμογής , πού καθορίζονται δυνάμει τών άρθρων αυτών , προσαρμόζονται — σέ περίπτωση τροποποιήσεως τής ανωτέρω ημερομηνίας — από τό Συμβούλιο , τό οποίο , αποφασίζοντας κατά τήν διαδικασία πού προβλέπει τό τρίτο εδάφιο , διορθώνει τίς συνέπειες τής διακυμάνσεως τού βελγικού φράγκου σέ σχέση μέ τίς τιμές πού αναφέρονται στό δεύτερο εδάφιο.»
6 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού προβλέπει οτι ο τελευταίος τίθεται εν ισχύι τήν 1η Ιανουαρίου 1979 καί εφαρμόζεται από 1ης Απριλίου 1979 . Πάντως , γιά τίς συντάξεις καί αποζημιώσεις , τό καθαρό υψος τών οποίων μειώνεται μέ τήν εφαρμογή τού ισχύοντος συστήματος , ο κανονισμός δέν εφαρμόζεται πρίν από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Μετά τήν ημερομηνία αυτή , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών πού προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού καί αυτών πού εισεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο μειώνεται κατά 1/10 μηνιαίως .
7 Τήν 21η Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εξέδωσε περαιτέρω τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής , πού εφαρμόζονται επί τών αποδοχών καί συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής τροποποιήσεως τών διατάξεων τού κανονισμού πού αφορά τίς χρησιμοποιητέες νομισματικές ισοτιμίες κατά τήν εφαρμογή τού κανονισμού . Τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τού κανονισμού καθορίζει γιά τήν Ιταλία , μεταξύ άλλων , σέ 74,4 τόν συντελεστή αναπροσαρμογής πού ειναι εφαρμοστέος επί τών συντάξεων , σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τού κανονισμού .
8 Τόν Μάρτιο τού 1979 , ωρισμένοι από τούς προσφεύγοντες υπέβαλαν αιτήσεις στήν Επιτροπή , μέ τίς οποίες τής εζήτουν νά προτείνει στό Συμβούλιο τίς κατάλληλες τροποποιήσεις οσον αφορά τούς κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 , τήν νομιμότητα τών οποίων ημφισβήτουν οι ενδιαφερόμενοι . Η Επιτροπή , μέ τήν από 12 Ιουλίου 1979 πράξη της , απήντησε αρνητικώς στίς εν λόγω αιτήσεις .
9 Τόν Οκτώβριο τού 1979 , οι περισσότεροι από τούς προσφεύγοντες υπέβαλαν ενστάσεις δυνάμει τού άρθου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού , κατά τής αποφάσεως τής Επιτροπής . Επειδή η Επιτροπή δέν μετέβαλε τήν στάση της , οι προσφεύγοντες ήσκησαν τήν παρούσα προσφυγή .
10 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται οτι τό σύστημα συνταξιοδοτήσεως τών υπαλλήλων ειναι σύστημα πού βασίζεται σέ εισφορές , χρηματοδοτούμενο κατά τό ενα τρίτο από τίς εισφορές τών υπαλλήλων . Επομένως , η σύνταξη δέν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά επακολουθούσες αποδοχές καί δέν αποτελεί ειδος δώρου τού εργοδότου . Όλοι οι υπάλληλοι ωρισμένου βαθμού καί ωρισμένης αρχαιότητος καταβάλλουν τό αυτό ποσό ως άμεσες κρατήσεις . Όλες οι κρατήσεις γίνονται σέ βελγικά φράγκα στήν πηγή καί χωρίς νά εφαρμόζεται οποιοσδήποτε μηχανισμός αναπροσαρμογής . Τό σύστημα αυτό προϋποθέτει οτι ενας υπάλληλος πού έχει καταβάλει ωρισμένο ποσό , ίσο πρός αυτό πού κατέβαλαν καί οι λοιποί υπάλληλοι τού ιδίου βαθμού καί αρχαιότητος , λαμβάνει τήν ίδια σύνταξη μέ εκείνη τών λοιπών , η οποία αντιστοιχεί στίς εισφορές πού έχει καταβάλει υπό μορφή κρατήσεων , καθώς καί στίς καταβολές τού εργοδότου . Οι προσφεύγοντες θεωρούν παράνομη τήν εφαρμογή δείκτου μειώσεως επί τών συντάξεων λόγω τού τόπου διαμονής καί τού οικείου κόστους διαβιώσεως , επειδή κατ’ αυτόν τόν τρόπο περιορίζεται η ελευθερία διακινήσεως τού συνταξιούχου τήν στιγμή ακριβώς πού τήν έχει περισσότερο ανάγκη . Μέ τήν έκδοση τών προσβαλλομένων κανονισμών , πού ειχε ως αποτέλεσμα τήν μείωση τής συντάξεώς τους περισσότερο από τό μισό , παρεβιάσθησαν οι θεμιτές προσδοκίες τους .
11 Μέ υπομνήματα πού κατέθεσαν αντιστοίχως στίς 28 καί στίς 29 Φεβρουαρίου 1980 δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού διαδικασίας , τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή προέβαλαν ενστάσεις απαραδέκτου κατά τής προσφυγής περί ακυρώσεως τού αιτήματος περί μή εφαρμογής τών κανονισμών επί τών προσφευγόντων , καθώς καί τού αιτήματος περί αντισταθμιστικής αποζημιώσεως .
12 Όσον αφορά τήν προσφυγή περί ακυρώσεως , τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή διαβλέπουν δύο ενδεχόμενα : προσφυγής πού στηρίζεται είτε στό άρθρο 91 τού κανονισμού είτε στό άρθρο 173 τής συνθήκης . Κατά τό Συμβούλιο , η προσφυγή πού ησκήθη δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού ειναι απαράδεκτη γιά τούς ακολούθους λόγους : οι προσφεύγοντες ουδέποτε υπέβαλαν ένσταση στό Συμβούλιο κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2· τό Συμβούλιο δέν ειναι η αρμοδία γιά τόν διορισμό τών προσφευγόντων αρχή· τό άρθρο 91 δέν παρέχει τήν δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής παρά μόνον κατά βλαπτικών πράξεων· αυτές δέν δύνανται παρά νά προέρχονται από τήν αρμοδία γιά τόν διορισμό αρχή . Εξ άλλου , κατά τήν Επιτροπή , η προσφυγή πού προβλέπεται από τό άρθρο 91 τού κανονισμού δύναται νά ασκηθεί μόνον κατά «βλαπτικής πράξεως» τής αρμοδίας γιά τόν διορισμό αρχής , ενώ , στήν παρούσα περίπτωση , η προσφυγή βάλλει κατά τών κανονισμών τού Συμβουλίου , οι οποίοι δέν συνιστούν βλαπτικές πράξεις κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού .
13 Τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή υποστηρίζουν οτι , ακόμα καί άν η προσφυγή εστηρίζετο στό άρθρο 173 τής συνθήκης , θά ηταν απαράδεκτη , εφ’ οσον οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί δέν αποτελούν αποφάσεις πού απευθύνονται στούς προσφεύγοντες ή αποφάσεις , οι οποίες , καίτοι εκδίδονται υπό μορφή κανονισμού , τούς αφορούν άμεσα καί ατομικά . Εν πάση περιπτώσει , η προσφυγή ειναι απαράδεκτη , επειδή δέν ησκήθη εντός προθεσμίας δύο μηνών από τής δημοσιεύσεως τών κανονισμών .
14 Όσον αφορά τό αίτημα περί τού ανεφαρμόστου τών εν λόγω κανονισμών επί τών προσφευγόντων , τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή υπογραμμίζουν οτι παρόμοιο αίτημα δέν δύναται νά στηριχθεί παρά μόνον επί τού άρθρου 184 τής συνθήκης . Τό άρθρο ομως αυτό δέν επιτρέπει στόν προσφεύγοντα νά επικαλεσθεί παρεμπιπτόντως καί μέ περιωρισμένα αποτελέσματα τό ανίσχυρο ενός κανονισμού παρά μόνον στό πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον τού Δικαστηρίου , πού στηρίζεται σέ άλλη διάταξη τής συνθήκης . Η δυνατότης επικλήσεως τού παρανόμου χαρακτήρος τού κανονισμού παρεμπιπτόντως δέν δύναται νά δικαιολογήσει προσφυγή μέ τήν οποία επιδιώκεται κυρίως η αναγνώριση τού ανεφαρμόστου . Τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή θεωρούν , επομένως , οτι τό αίτημα πού στηρίζεται στό άρθρο 184 τής συνθήκης δέν ειναι παραδεκτό .
15 Κατά τό Συμβούλιο , ούτε η αγωγή αποζημιώσεως ειναι παραδεκτή . Προσκρούει στήν νομολογία τού Δικαστηρίου , σύμφωνα μέ τήν οποία η αγωγή ενός υπαλλήλου ( ή ενός πρώην υπαλλήλου ) περί αποζημιώσεως πρέπει νά ασκείται στό πλαίσιο τού άρθρου 179 τής συνθήκης καί τών άρθρων 90 καί 91 τού κανο νισμού , οταν απορρέει από τήν εργασιακή σχέση πού συνδέει τόν ενδιαφερόμενο μέ τό όργανο . Επομένως , η αγωγή δύναται νά ασκηθεί μόνον εναντίον τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής . Η Επιτροπή προσθέτει οτι , οταν ενας υπάλληλος ασκεί προσφυγή δυνάμει τού άρθρου 179 τής συνθήκης , μέ τήν οποία επιδιώκει τήν ακύρωση πράξεως οργάνου καί τήν επιδίκαση αποζημιώσεως γιά τήν βλάβη πού τού προεκάλεσε η εν λόγω πράξη , τό απαράδεκτο τού αιτήματος περί ακυρώσεως συνεπάγεται , σύμφωνα μέ τήν νομολογία τού Δικαστηρίου , τό απαράδεκτο καί τού περί αποζημιώσεως αιτήματος .
16 Οι προσφεύγοντες απαντούν οτι υπέβαλαν τήν ένστασή τους εντός τής προθεσμίας πού προβλέπει ο κανονισμός . Οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί συνιστούν πράξεις οι οποίες τούς βλάπτουν , εφ’ οσον ειχαν ως αποτέλεσμα τήν περισσότερο από τό μισό μείωση τών ποσών πού δικαιούνται ως σύνταξη . Οι κανονισμοί εξεδόθησαν από τό Συμβούλιο καί ετέθησαν σέ εφαρμογή από τήν Επιτροπή· αυτός ειναι ο λόγος γιά τόν οποίο οι προσφεύγοντες απεφάσισαν νά ασκήσουν προσφυγή κατ’ αμφοτέρων τών οργάνων . Βεβαίως οι προσφεύγοντες δέν διαφωνούν μέ τήν άποψη τού Συμβουλίου πού δέχεται οτι η αναγνώριση τού ανεφαρμόστου ενός κανονισμού συνιστά παρεμπίπτουσα διαδικασία , αυτό ομως δέν δικαιολογεί τό συμπέρασμα πού συνάγει σχετικά τό Συμβούλιο . Όσον αφορά τό επικουρικό αίτημα περί επανορθώσεως τής προκληθείσης ζημίας , αυτό δύναται νά δικαιολογηθεί από τήν γενική υποχρέωση αρωγής πού υπέχουν τά κοινοτικά όργανα έναντι τών υπαλλήλων τους .
17 Οι ενστάσεις απαραδέκτου πού προέβαλαν τό Συμβούλιο καί η Επιτροπή πρέπει νά γίνουν δεκτές . Πράγματι , από τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού προκύπτει οτι η ένσταση , καί συνεπώς η προσφυγή , δέν ειναι δυνατόν νά στρέφονται παρά μόνον κατά τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής καί οτι η βλαπτική πράξη πρέπει νά προέρχεται από τήν εν λόγω αρχή . Εξ άλλου , η προσφυγή , κατά τό μέτρο πού στηρίζεται στό άρθρο 173 , έστω καί άν ηταν κατά τά λοιπά παραδεκτή , δέν ησκήθη εντός τής προθεσμίας πού προβλέπει τό εν λόγω άρθρο . Από τήν νομολογία τού δικαστηρίου προκύπτει οτι η ευχέρεια προβολής τού ανεφαρμόστου ενός κανονισμού , πού παρέχει τό άρθρο 184 τής συνθήκης , δέν συνιστά αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής καί δέν δύναται νά ασκηθεί παρά μόνον παρεμπιπτόντως . Όταν δέν υφίσταται δικαίωμα ασκήσεως κυρίας προσφυγής , οι προσφεύγοντες δέν δύνανται νά επικαλεσθούν τό άρθρο 184 .
18 Όσον αφορά τήν αγωγή αποζημιώσεως , σύμφωνα μέ τήν νομολογία τού Δικαστηρίου ( ιδίως τίς αποφάσεις τής 12ης Δεκεμβρίου 1967 , Mueller κατά Επιτροπής , 4/67 , Racc . σ . 469 καί τής 20ής Οκτωβρίου 1975 , Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπής , 9/75 , Racc . σ . 1171 ), οταν ενας υπάλληλος ασκεί , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 179 τής συνθήκης , προσφυγή περί ακυρώσεως πράξεως οργάνου καί περί επιδικάσεως αποζημιώσεως γιά τήν ζημία πού τού προεκάλεσε η εν λόγω πράξη , τά αιτήματα συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά , ωστε τό απαράδεκτο τού αιτήματος περί ακυρώσεως συνεπάγεται καί τό απαράδεκτο τού αιτήματος περί αποζημιώσεως .
19 Επομένως , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί ως απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
20 Κατά τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών τού προσωπικού τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδά τους .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy