ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 23ης Ιανουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 35/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunale amministrativo regionale del Lazio προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
SpA Grosoli,
SpA Fiorucci Cesare et Europork,
SpA Ultrocchi και Marr,
Sne SCI (Società Italiana Garni),
Consorzio Italiano Macellatori
και
Υπουργείου εξωτερικού εμπορίου,
και που αφορά επίσης
Υπουργείο Αμύνης,
Ente Communale di Consumo de Rome και λοιπούς,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 2861/77 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 (GU 1977, L 330, σ. 7) περί ανοίγματος, κατανομής και τρόπου διαχειρίσεως κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο βόειο κρέας της διακρίσεως 02.01 Α Π β) του κοινού δασμολογίου (έτος 1978),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1978, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την η Μαρτίου 1979, το tribunale amministrativo regionale del Lazio υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 2861/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί ανοίγματος, κατανομής και τρόπου διαχειρίσεως κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο βόειο κρέας της διακρίσεως 02.01 Α Π β του κοινού δασμολογίου, έτος 1978 (GU L 330, σ. 7).
2
Ο κανονισμός 2861/77 ανοίγει κοινοτική δασμολογική ποσόστωση κατεψυγμένου βοείου κρέατος συνολικού όγκου 38500 τόνων, εκφραζόμενου σε κρέας άνευ οστών, για το έτος 1978. Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού κατανέμει αυτόν τον όγκο μεταξύ των κρατών μελών, χορηγώντας στην Ιταλία μερίδα 11050 τόνων.
3
Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού επισημαίνει ότι, προκειμένου περί δασμολογικής ποσοστώσεως σχετικώς μικρού όγκου φαίνεται δυνατόν, χωρίς να γίνεται παρέκκλιση για το λόγο αυτό από την κοινοτική της φύση, να προβλεφθεί σύστημα χρησιμοποιήσεως, στηριζόμενο σε μια μόνο κατανομή μεταξύ των κρατών μελών και φαίνεται ενδεδειγμένο να αφεθεί σε κάθε κράτος μέλος η επιλογή του συστήματος διαχειρίσεως των μερίδων του. Το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα για να διασφαλίσουν σε όλους τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος τους, την ελεύθερη πρόσβαση στις μερίδες που τους χορηγούνται.
4
Η χρησιμοποίηση από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες της μερίδας που χορηγήθηκε στην Ιταλία αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως του υπουργού εξωτερικού εμπορίου της 20ής Μαίου 1978 (GURI αριθ. 143), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του υπουργού εξωτερικού εμπορίου της 22ας Ιουνίου 1978 (GURI αριθ. 174). Η τροποποιηθείσα απόφαση ορίζει ότι η κατανομή της μερίδας μεταξύ των επιχειρηματιών θα πραγματοποιηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε 10% παραχωρούνται στον υπουργό αμύνης, 10% στους δημοτικούς καταναλωτικούς οργανισμούς σε συνάρτηση με τον αριθμό των κατοίκων του δήμου και 80% στις εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις και στους επιχειρηματίες που ασχολούνται με τη λιανική πώληση. Επιπλέον, η απόφαση προβλέπει υποδιαίρεση αυτής της ποσότητας των 80% μεταξύ των εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων, αφενός, και των επιχειρηματιών που ασχολούνται με τη λιανική πώληση, αφετέρου. Αυτή η υποδιαίρεση στηρίζεται επί ίσης βάσεως μεταξύ των δύο κατηγοριών για το 30% αυτής της ποσότητας, επί του καταβληθέντος φόρου προστιθεμένης αξίας για το 10% και επί των εισαχθεισών από τρίτες χώρες το 1977 ποσοτήτων κατεψυγμένου βοείου κρέατος, καθώς και επί της αναλογίας των αγορών που πραγματοποιήθηκαν από τον οργανισμό παρεμβάσεως για το 60%.
5
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, που πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το tribunale amministrativo ερωτά αν ο κανονισμός 2861/77 και άλλα στοιχεία κοινοτικού δικαίου δέχονται σύστημα διαχειρίσεως της εθνικής μερίδας της κοινοτικής ποσοστώσεως, το οποίο βασίζεται σε πολλά κριτήρια υποδιαιρέσεως που αντιστοιχούν στην αντικειμενική διαφορά των καταστάσεων των οικείων επιχειρηματιών και αν αυτά τα κριτήρια μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τρεις ειδικές κατηγορίες επιχειρηματιών να έχουν χωριστά πρόσβαση σε τρία διακεκριμένα τμήματα της εθνικής μερίδας.
6
Πρέπει να υπομνησθεί κατ' αρχάς ότι το 1962η Κοινότητα ανέλαβε, στο πλαίσιο της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου (GATT) να ανοίγει ετησίως κοινοτική δασμολογική ποσόστωση κατεψυγμένου βοείου κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών, με πάγιο δασμό 20%. Οι εν λόγω ποσοστώσεις ανοίγονται ετησίως με κανονισμούς του Συμβουλίου, οι οποίοι προσδιορίζουν την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών και οι οποίοι αφήνουν, με την ίδια σχεδόν διατύπωση, στις αρχές των κρατών μελών τη διαχείριση των χορηγουμένων μερίδων.
7
Το Δικαστήριο, στην απόφαση επί της υποθέσεως 131/73, της 12ης Δεκεμβρίου 1973 (Grosoli, Raccolta 1973, σ. 1555), που αφορούσε την ερμηνεία των κανονισμών του Συμβουλίου περί ανοίγματος κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων κατεψυγμένου βοείου κρέατος για τα έτη 1968 και 1969, είχε ήδη την ευκαιρία να κρίνει ότι η διαχείριση των μερίδων είχε αφεθεί στα κράτη μέλη για να προβούν στην κατανομή σύμφωνα με τις δικές τους διοικητικές διατάξεις, η παραπομπή όμως, με τους εν λόγω κανονισμούς, σ' αυτές τις διατάξεις δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ως υπερβαίνουσα το πλαίσιο των τεχνικών και διαδικαστικών κανόνων που αποβλέπουν στο να διασφαλίσουν την τήρηση των συνολικών ορίων της ποσοστώσεως και της ίσης μεταχειρίσεως των δικαιούχων.
8
Αυτή η ερμηνεία, η οποία χαράζει τα όρια της παραχωρηθείσας στα κράτη μέλη εξουσίας να λαμβάνουν διαχειριστικά μέτρα, ισχύει και για τον κανονισμό 2861/77, ο οποίος ανοίγει την κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για το έτος 1978. Πρέπει να σημειωθεί, σχετικώς, ότι ο κανονισμός 3063/78 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί ανοίγματος της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το έτος 1979 (GU L 366, σ. 6) αφήνει επίσης την επιλογή του συστήματος διαχειρίσεων των μερίδων στα κράτη μέλη, επισημαίνοντας όμως στις αιτιολογικές του σκέψεις ότι ένα τέτοιο σύστημα θα έπρεπε, αφενός, να ασφαλίσει την ίση και συνεχή πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών της Κοινότητας στην ποσόστωση και, αφετέρου, να διασφαλίζει κατανομή που να είναι ενδεδειγμένη από οικονομική άποψη.
9
Η απάντηση στα υποβληθέντα από το tribunale amministrativo ερωτήματα πρέπει να δοθεί βάσει αυτών των δεδομένων. Παρόλον ότι, όπως επισήμανε η απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1973 που προαναφέρθηκε, γίνεται υπέρβαση του πλαισίου της διαχειριστικής εξουσίας ενός κράτους μέλους όταν αυτό εισάγει όρους χρησιμοποιήσεως που αποβλέπουν σε στόχους οικονομικής πολιτικής, μη προβλεπόμενους στις κοινοτικές διατάξεις, ούτε το κείμενο ούτε οι στόχοι του κανονισμού 2861/77 ούτε η κοινοτική φύση της εν λόγω δασμολογικής ποσοστώσεως εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να προβεί, στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας, σε ρύθμιση της προσβάσεως των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών στη μερίδα που του έχει χορηγηθεί. Μια λογική διαχείριση αυτής της μερίδας μπορεί, υπό τις ειδικές συνθήκες της αγοράς του κατεψυγμένου βοείου κρέατος στο έδαφος ενός κράτους μέλους, να περιλαμβάνει τη χρησιμότητα, βλ. την ανάγκη, προσδιορισμού των διαφόρων κατηγοριών ενδιαφερομένων επιχειρηματιών και να καθορίζει, εκ των προτέρων τη συνολική ποσότητα την οποία κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες δικαιούται.
10
Ένα τέτοιο σύστημα χρησιμοποιήσεως δεν υπερβαίνει το πλαίσιο της διαχειριστικής εξουσίας που έχει αφεθεί στο οικείο κράτος μέλος, υπό τον όρο το σύστημα αυτό να μην στερεί ορισμένους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες από την πρόσβαση στη χορηγηθείσα σ' αυτό το κράτος μερίδα και οι διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών, καθώς και οι συνολικές ποσότητες τις οποίες δικαιούνται αυτές οι κατηγορίες, να μην καθορίζονται αυθαίρετα. Για να τηρηθούν αυτές οι προϋποθέσεις, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να βρεθεί στην ανάγκη να προσφύγει σε πολλά κριτήρια.
11
Παρόλον ότι είναι, κατά συνέπεια, αληθές ότι οι συνήθεις εισαγωγείς κατεψυγμένου βοείου κρέατος δεν μπορούν να αποκλειστούν από το ευεργέτημα της προσβάσεως στην εθνική μερίδα της ποσοστώσεως, εντούτοις δεν είναι κατ' ανάγκη οι μόνοι επιχειρηματίες που ενδιαφέρονται για το εισαγόμενο υπό ευνοϊκούς όρους κρέας. Πρέπει να γίνει δεκτό, σχετικώς, ότι η έννοια των ενδιαφερομένων «επιχειρηματιών» που απαντάται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2861/77 έχει περιεχόμενο ευρύτερο από αυτό των ενδιαφερομένων «εισαγωγέων» που αναφέρονται στους προγενέστερους κανονισμούς, για παράδειγμα στο άρθρο 3 του κανονισμού 3167/76 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί ανοίγματος της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για το κατεψυγμένο βόειο κρέας για το έτος 1977 (GU L 357, σ. 14).
12
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του tribunale amministrativo η απάντηση ότι, ούτε ο κανονισμός 2861/77, ούτε άλλα στοιχεία κοινοτικού δικαίου παρεμβάλλουν εμπόδια σε ένα σύστημα διαχειρίσεως της εθνικής μερίδας της εν λόγω ποσοστώσεως, που στηρίζεται σε πολλά κριτήρια για να ορίσει τις διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών και για να καθορίσει τις συνολικές ποσότητες που θα δικαιούται κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες, υπό τον όρο αυτά τα κριτήρια να μην καθορίζονται αυθαίρετα και να μην έχουν ως αποτέλεσμα να στερήσουν ορισμένους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες από την πρόσβαση στην εν λόγω εθνική μερίδα της ποσοστώσεως.
13
Με το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν ένα τμήμα της εθνικής μερίδας, προσδιοριζόμενο εκ των προτέρων βάσει των κριτηρίων υποδιαιρέσεως, μπορεί να χορηγηθεί προκαταβολικά σε ένα μόνο επιχειρηματία, έστω με όλως ειδικά χαρακτηριστικά.
14
Όπως προκύπτει από τις σκέψεις επί των δύο πρώτων ερωτημάτων, η απάντηση στο τρίτο ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική, με τον όρο η θέση την οποία κατέχει ο εν λόγω επιχειρηματίας να προσδιορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει κριθεί ότι συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Το γεγονός ότι, κατά τον εθνικό νόμο, ορισμένη κατηγορία επιχειρηματιών αποτελείται από ένα μόνο σημαντικό επιχειρηματία δεν είναι ικανό, αυτό καθεαυτό, να αποδείξει ότι τα χρησιμοποιηθέντα από τον εν λόγω εθνικό νόμο κριτήρια είναι αυθαίρετα. Επομένως, η απάντηση στο τρίτο ερώτημα συγχέεται με την απάντηση που δίδεται στα δύο πρώτα ερωτήματα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 1978, το tribunale amministrativo regionale del Lazio αποφαίνεται:
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του tribunale amministrativo η απάντηση ότι ούτε ο κανονισμός 2861/77, ούτε άλλα στοιχεία κοινοτικού δικαίου παρεμβάλλουν εμπόδια σε ένα σύστημα διαχειρίσεως της εθνικής μερίδας της εν λόγω ποσοστώσεως, που στηρίζεται σε πολλά κριτήρια για να ορίσει τις διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών και για να καθορίσει τις συνολικές ποσότητες που θα δικαιούται κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες, υπό τον όρο αυτά τα κριτήρια να μην καθορίζονται αυθαίρετα και να μην έχουν ως αποτέλεσμα να στερήσουν ορισμένους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες από την πρόσβαση στην εν λόγω εθνική μερίδα της ποσοστώσεως.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Ιανουαρίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy