ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 10ης Ιουλίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 37/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de Commerce του Παρισιού (τρίτο τμήμα) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του πα-ραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Anne Marty SA, Παρίσι,
κατά
Estéé Lauder SA, Παρίσι,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και ορισμένων εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου αυτού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1979, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Μαρτίου 1979, το Tribunal de Commerce του Παρισιού υπέβαλε στο Δικαστήριο διάφορα προδικαστικά ερωτήματα, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85 της Συνθήκης και ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σελ. 25).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Estéé Lauder και μιας εμπόρου λιανικής πωλήσεως αρωμάτων, η οποία δεν ανήκε στο επιλεκτικό σύστημα διανομής που έχει ιδρύσει η Estéé Lauder. Επειδή η Estéé Lauder αρνήθηκε να εκτελέσει παραγγελία που της έδωσε αυτή η έμπορος λιανικής πωλήσεως αρωμάτων, η τελευταία άσκησε ενώπιον του Tribunal de Commerce του Παρισιού αγωγή κατά της Estéé Lauder στις 5 Μαΐου 1978 με αίτημα να υποχρεωθεί η Estéé Lauder να πραγματοποιήσει τη ζητηθείσα παράδοση και να καταβάλει αποζημίωση. Η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράβαση του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο α, του γαλλικού διατάγματος περί τιμών 45-1483 της 30ής Ιουνίου 1945, που απαγορεύει την άρνηση πωλήσεως. Η ενάγουσα της κύριας δίκης, εξάλλου, ισχυρίστηκε ότι το επιλεκτικό σύστημα διανομής, το οποίο επικαλέστηκε η Estéé Lauder ως δικαιολογία για την άρνηση της προς πώληση, αντίκειται στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
3
Η εταιρία Estéé Lauder ισχυρίστηκε προς υπεράσπιση της ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει εγκρίνει ως σύμφωνες προς τις κοινοτικές διατάξεις περί ανταγωνισμού τις συμβάσεις για το επιλεκτικό της σύστημα, το οποίο στηρίζεται τόσο σε ποσοτικά όσο και σε ποιοτικά κριτήρια επιλογής, και ότι η έγκριση αυτή της Επιτροπής εμποδίζει την εφαρμογή των απαγορεύσεων που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο περί ανταγωνισμού. Η εταιρία Estéé Lauder επικαλέστηκε στην παρούσα αλληλουχία ένα έγγραφο της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού της Επιτροπής της 23ης Μαρτίου 1977, με το οποίο ειδοποιήθηκε ότι «η εμπορική σύμβαση διανομής και οι όροι πωλήσεως τους οποίους εφαρμόζει η εταιρία της στη Γαλλία μπορεί να θεωρηθεί, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού συσχετισμού εντός του οποίου ισχύουν, ότι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ».
4
Το Tribunal de Commerce του Παρισιού ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Συνιστά αρνητική πιστοποίηση το έγγραφο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης Μαρτίου 1977 στο οποίο δεν απαντάται η λέξη “αρνητική πιστοποίηση” και το οποίο απεστάλη προφανώς χωρίς να γίνει η προβλεπόμενη από τον κανονισμό 17 δημοσίευση;
2.
Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, συνιστά το έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1977 απόφαση της Επιτροπής, η οποία μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων και δεσμεύει τα δικαστήρια των κρατών μελών της Κοινότητας;
3.
Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ή το δεύτερο ερώτημα: κινήθηκε η διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 και ποιες αρχές είναι τώρα αρμόδιες για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης;»
Επί του πρώτου και δευτέρου ερωτήματος
5
Με το πρώτο ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να προσδιορίσει τη νομική φύση ενός εγγράφου, το οποίο η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής απηύθυνε στην εναγομένη της κύριας δίκης. Με το δεύτερο ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να κατονομάσει τις συνέπειες που μπορεί να συνεπάγονται τέτοια έγγραφα για τα εθνικά δικαστήρια. Ενδείκνυται η συνεξέταση των δύο αυτών ερωτημάτων.
6
Το άρθρο 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης, εξουσιοδότησε το Συμβούλιο να εκδίδει όλους τους αναγκαίους κανονισμούς ή οδηγίες για την εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 85 και 86. Βάσει της εξουσιοδοτήσεως αυτής το Συμβούλιο εξέδωσε κανονισμούς — μεταξύ άλλων τον κανονισμό 17 της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σελ. 25) —, που κατέστησαν την Επιτροπή αρμόδια να εκδίδει διάφορους κανονισμούς και διάφορες αποφάσεις και συστάσεις.
7
Στα μέσα που διατέθηκαν έτσι στην Επιτροπή για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως της ανήκουν οι αρνητικές πιστοποιήσεις και οι αποφάσεις εφαρμογής κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3. Σχετικά με τις αρνητικές πιστοποιήσεις, το άρθρο 2 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να πιστοποιήσει, κατόπιν αιτήσεως των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, ότι δεν υπάρχει λόγος με βάση τα στοιχεία, των οποίων έλαβε γνώση, να επέμβει ως προς τη συμφωνία, απόφαση ή πρακτική δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή του άρθρου 86 της Συνθήκης. Τα άρθρα 6 επ. του κανονισμού 17 προβλέπουν σχετικά με τις αποφάσεις εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, ότι η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει αποφάσεις, με τις οποίες κηρύσσονται ανεφάρμοστες οι διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, σε ορισμένες συμφωνίες, καθόσον οι συμφωνίες αυτές της κοινοποιήθηκαν, εκτός αν έχουν απαλλαγεί σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού από την κοινοποίηση.
8
Ο κανονισμός 17 και οι εκτελεστικοί του κανονισμοί καθορίζουν τους κανόνες, τους οποίους πρέπει να τηρεί η Επιτροπή κατά την έκδοση των προαναφερθεισών αποφάσεων. Αν η Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει αρνητική πιστοποίηση δυνάμει του άρθρου 2 ή να εκδώσει απόφαση εφαρμογής κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, υποχρεούται δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, ιδίως να δημοσιεύει το ουσιώδες περιεχόμενο της σχετικής αιτήσεως ή της κοινοποιήσεως, καλώντας συγχρόνως τους τρίτους ενδιαφερόμενους να της γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας την οποία καθορίζει. Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού, η Επιτροπή δημοσιεύει τις αποφάσεις περί αρνητικής πιστοποιήσεως ή απαλλαγής.
9
Είναι προφανές ότι έγγραφο, όπως αυτό που απηύθυνε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού στην εναγομένη της κύριας δίκης, το οποίο απεστάλη χωρίς να έχουν τηρηθεί οι περί δημοσιεύσεως διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, και το οποίο δεν δημοσιεύτηκε ούτε σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, δεν συνιστά ούτε αρνητική πιστοποίηση ούτε απόφαση εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 6 του κανονισμού 17. Όπως υπογραμμίζει η ίδια η Επιτροπή, πρόκειται απλώς και μόνο για διοικητικό έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η άποψη της Επιτροπής ότι δεν συντρέχει λόγος να επέμβει ενόψει των επίμαχων συμβάσεων, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και ότι επομένως η υπόθεση μπορεί να τεθεί στο αρχείο.
10
Το έγγραφο αυτό που στηρίζεται μόνο στα γεγονότα που είναι γνωστά στην Επιτροπή, που απεικονίζει την κρίση της Επιτροπής και τερματίζει την ερευνητική διαδικασία που διεξήγαγαν οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, δεν εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων γίνεται επίκληση του ασυμβίβαστου των επίμαχων συμφωνιών με το άρθρο 85, να κρίνουν διαφορετικά επί των συμφωνιών αυτών με βάση τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους. Ναι μεν η άποψη που γνωστοποιείται με τέτοιο έγγραφο δεν δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια, συνιστά όμως πραγματικό γεγονός, το οποίο τα δικαστήρια αυτά μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος, αν οι σχετικές συμφωνίες και πρακτικές συμβιβάζονται με το άρθρο 85.
11
Με αυτό το πνεύμα πρέπει να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου.
Επί του τρίτου ερωτήματος
12
Με το τρίτο ερώτημα πρέπει να διευκρινιστεί η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17· η διάταξη αυτή ορίζει ότι:
«Ενόσω η Επιτροπή δεν έχει κινήσει καμιά διαδικασία κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, 3 ή 6, οι αρχές των κρατών μελών παραμένουν αρμόδιες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, και του άρθρου 86, σύμφωνα με το άρθρο 88 της Συνθήκης...»
13
Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 30ής Ιανουαρίου 1974 στην υπόθεση 127/73 (BRT/Sabam, Sig. 1974, σ. 51), οι απαγορεύσεις που περιέχονται στα άρθρα 85, παράγραφος 1, και 86, που επιφέρουν από τη φύση τους άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, θεμελιώνουν άμεσα υπέρ αυτών δικαιώματα, τα οποία πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαστήρια των κρατών μελών. Η άρνηση αναγνωρίσεως αντίστοιχης αρμοδιότητας των δικαστηρίων αυτών, κατ' επίκληση του άρθρου 9 του κανονισμού 17, θα σήμαινε ότι αφαιρούνται από τους ιδιώτες δικαιώματα, τα οποία τους ανήκουν δυνάμει της ίδιας της Συνθήκης. Επομένως το γεγονός ότι η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, 3 ή 6 του κανονισμού αυτού δεν απαλλάσσει το εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προβάλλεται άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, της υποχρεώσεως να εκδώσει απόφαση.
14
Στην περίπτωση όμως αυτή, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την έκδοση της απόφασης του, έως ότου η Επιτροπή τερματίσει τη διαδικασία, αν το κρίνει αναγκαίο για λόγους ασφαλείας δικαίου. Πρέπει όμως να υπογραμμιστεί στην παρούσα αλληλουχία ότι — όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο με την απόφαση του της 6ης Φεβρουαρίου 1973 στην υπόθεση 48/72 (Brasserie de Haecht II, Sig. 1973, σ. 77) — «το άρθρο 9, κάνοντας λόγο για έναρξη της διαδικασίας κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, 3 και 6, προφανώς προϋποθέτει κυριαρχική νομική πράξη της Επιτροπής, που εκφράζει τη βούληση της για έκδοση αποφάσεως σύμφωνα με τα αναφερθέντα άρθρα».
15
Ένα διοικητικό έγγραφο, όπως το αποσταλέν στην εναγομένη της κύριας δίκης, σε καμιά περίπτωση δεν εκφράζει τέτοια βούληση, αλλά αντίθετα υποδηλώνει ότι η υπόθεση μπήκε στο αρχείο και δεν προβλέπεται έκδοση αποφάσεως.
16
Επομένως στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων γίνεται επίκληση του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν περιορίζεται από το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17. Οπωσδήποτε, ένα διοικητικό έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ότι η υπόθεση που την αφορά τέθηκε στο αρχείο, δεν συνιστά έναρξη της διαδικασίας κατ' εφαρμογή των άρθρων 2, 3 και 6 του κανονισμού 17.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal de Commerce του Παρισιού με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1979, αποφαίνεται:
1)
Διοικητικό έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η άποψη της Επιτροπής ότι δεν συντρέχει λόγος να επέμβει ενόψει ορισμένων συμφωνιών δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων γίνεται επίκληση του ασυμβίβαστου των επίμαχων συμφωνιών με το άρθρο 85, να κρίνει διαφορετικά τις συμφωνίες αυτές με βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του. Ναι μεν η άποψη που γνωστοποιείται με τέτοιο έγγραφο δεν δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια, συνιστά όμως πραγματικό γεγονός, το οποίο τα δικαστήρια αυτά μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος αν οι σχετικές συμφωνίες ή πρακτικές συμβιβάζονται με το άρθρο 85.
2)
Η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων γίνεται επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 85, παράγραφος 1, δεν περιορίζεται από το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17. Οπωσδήποτε ένα διοικητικό έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ότι η υπόθεση που την αφορά τέθηκε στο αρχείο, δεν συνιστά έναρξη της διαδικασίας κατ' εφαρμογή των άρθρων 2,3 ή 6 του κανονισμού 17.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy