ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 5ης Μαρτίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 38/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht του Αμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Butter- und Eier-Zentrale Nordmark E.G., Hamburg,
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 20ής Φεβρουαρίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου, το Finanzgericht του Αμβούργου υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14).
2
Το ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ μιας επιχειρήσεως που εξήγαγε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας 18160 χιλιόγραμμα βουτύρου τα οποία δεν έφθασαν στον προορισμό τους στο Ηνωμένο Βασίλειο συνεπεία ναυαγίου στη Βόρειο Θάλασσα, αφενός, και, αφετέρου, λόγω του ότι οι γερμανικές τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν να καταβάλουν στην εξάγουσα εταιρία τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για την εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο με την αιτιολογία ότι η εν λόγω εταιρία δεν προσκόμισε την απόδειξη που απαιτείται σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη περί εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής. Δεδομένου ότι η τιμή που θα κατέβαλλε ο Βρετανός αγοραστής και η οποία καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία υπολογίστηκε με βάση το επίπεδο τιμών εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, η εξάγουσα εταιρία υπέστη ζημία ίση προς τα εν λόγω ποσά.
3
Η εξάγουσα εταιρία, προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, ισχυρίστηκε, ιδίως, ενώπιον του Finanzgericht, ότι, σύμφωνα με την αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 11ης Ιουλίου 1978 επί της υποθέσεως 6/78, Union française des céréales (Sig. 1978, σ. 1675), το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (Abi. L 25, σ. 1) θα έπρεπε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία στην παρούσα υπόθεση. Το εν λόγω άρθρο 6 ορίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, προϋπόθεση καταβολής της επιστροφής είναι να έχει εισαχθεί το προϊόν σε τρίτη χώρα και, ενδεχομένως, σε μία συγκεκριμένη τρίτη χώρα, αλλά, συγχρόνως, προβλέπει εξαίρεση για τα εμπορεύματα που έχουν καταστραφεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς συνεπεία γεγονότος ανωτέρας βίας.
4
Στην υπόθεση 6/78 το Δικαστήριο εφήρμοσε αναλόγως τη διάταξη αυτή περί ανωτέρας βίας ερμηνεύοντας τον κανονισμό 269/73 της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1973, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος των εξισωτικών ποσών προσχωρήσεως (Abi. L 30, σ. 73) του οποίου το άρθρο 5, παράγραφος 2, ορίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η καταβολή του εξισωτικού ποσού εξαρτάται από την προσκόμιση της αποδείξεως περί του ότι εκπληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής στο κράτος μέλος προορισμού. Στην απόφαση του το Δικαστήριο στηρίχθηκε ιδίως στην αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως, αρχή της οποίας την τήρηση είχε σκοπό να εξασφαλίσει το προσωρινό σύστημα των εξισωτικών ποσών προσχωρήσεως στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας στην αρχική της σύνθεση και των νέων κρατών μελών ήδη πριν από την πλήρη και ολοκληρωτική ένταξη των τελευταίων στην κοινή οργάνωση των αγορών για τα γεωργικά προϊόντα.
5
Έτσι, το Finanzgericht, εκτιμώντας στην παρούσα υπόθεση ότι στον κανονισμό 1380/75 υπάρχει το ίδιο κενό, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του εξής ερωτήματος:
«Πρέπει στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, να αποδοθεί, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, η έννοια ότι, όταν το εμπόρευμα που έχει εξαχθεί από κράτος μέλος απολεσθεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς λόγω περιπτώσεως ανωτέρας βίας και το οικείο νομισματικό εξισωτικό ποσό χορηγείται από το κράτος εξαγωγής και όχι από το κράτος εισαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2 bis του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, ο εξαγωγέας έχει αξίωση να του καταβάλει το κράτος εξαγωγής το αυτό νομισματικό εξισωτικό ποσό με εκείνο που θα του οφειλόταν αν τα εμπορεύματα είχαν φθάσει στον τόπο προορισμού τους και είχαν εκπληρωθεί εκεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής;»
6
Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ιδίως ότι, ενώ μεταξύ των επιστροφών λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες και των εξισωτικών ποσών προσχωρήσεως που χορηγούνταν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου κατά την εξαγωγή προς τα νέα κράτη μέλη υπήρχε μεγάλη ομοιότητα που δικαιολογούσε την ανάλογη εφαρμογή, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Ιδίως η αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως, στην οποία στηριζόταν η χορήγηση τόσο των εξισωτικών ποσών προσχωρήσεως όσο και των επιστροφών λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες, δεν διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στο σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
7
Στην πραγματικότητα, το σύστημα των επιστροφών λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες θεσπίστηκε προκειμένου να εξασφαλιστεί υπέρ των εξαγωγέων της Κοινότητας, με την επιφύλαξη της ειδικής αντιμετώπισης των κατ' ιδίαν προϊόντων, επίπεδο τιμών ανάλογο εκείνου που ίσχυε στην κοινοτική αγορά και, επομένως, όσον αφορά ορισμένα προϊόντα, κατά πολύ ανώτερο του επιπέδου τιμών της παγκόσμιας αγοράς. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως 6/78 σχετικά με τα εξισωτικά ποσά προσχωρήσεως, δεν θα συμβιβαζόταν προς την αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως το να μη χορηγείται στον εξαγωγέα της Κοινότητας η επιστροφή μετά την απώλεια του εμπορεύματος κατά τη διάρκεια της μεταφοράς συνεπεία γεγονότος ανωτέρας βίας. Στην περίπτωση αυτή, ο εν λόγω εξαγωγέας, ανεξαρτήτως του αν θα υφίστατο ο ίδιος τη σχετική ζημία ή θα ήταν ασφαλισμένος κατά του εν λόγω κινδύνου, θα βρισκόταν σε δυσμενή ανταγωνιστική θέση σε σχέση με έναν πωλητή τρίτης χώρας, πράγμα που ακριβώς έχει σκοπό να αποτρέψει το σύστημα των επιστροφών.
8
Αντίθετα, η λειτουργία του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών είναι εντελώς διαφορετική. Το σύστημα αυτό θεσπίστηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί, κατά γενικό τρόπο, μία νομισματική κατάσταση που απειλεί την ίδια την ύπαρξη του κοινοτικού συστήματος τιμών για τα γεωργικά προϊόντα. Δεν επινοήθηκε για να παράσχει στους κατ' ιδίαν εμπόρους εγγύηση κατά όλων των κινδύνων που απορρέουν από τη διακύμανση των τιμών συναλλάγματος ή για να αποκαταστήσει κάθε ζημία την οποία υφίστανται εξ αιτίας της.
9
Ενόψει των διαφορών αυτών μεταξύ του συστήματος των επιστροφών λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες και του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, δεν επιβάλλεται η ανάλογη εφαρμογή ενός κανόνα που ρητά θεσπίστηκε σε σχέση με τις επιστροφές, προκειμένου να αποζημιωθεί η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης για ζημία που συνήθως αποτελεί έναν από τους εμπορικούς κινδύνους που πρέπει να αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι έμποροι, συνάπτοντας, ενδεχομένως, την κατάλληλη σύμβαση ασφαλίσεως.
10
Επομένως, στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75, της 29ης Μαΐου 1975, έχει την έννοια ότι, εφόσον το εξαχθέν από κράτος μέλος εμπόρευμα απολεσθεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς συνεπεία επελεύσεως γεγονότος ανωτέρας βίας, ο εξαγωγέας δεν έχει αξίωση εισπράξεως των αυτών νομισματικών εξισωτικών ποσών με εκείνα που θα του οφείλονταν εάν το εμπόρευμα είχε φθάσει στον τόπο προορισμού και είχαν εκπληρωθεί εκεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου με Διάταξη της 20ής Φεβρουαρίου 1979, αποφαίνεται:
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών, έχει την έννοια ότι, εφόσον το εμπόρευμα που έχει εξαχθεί από κράτος μέλος απολεσθεί κατά τη διάρκεια της μεταφοράς συνεπεία επελεύσεως γεγονότος ανωτέρας βίας, ο εξαγωγέας δεν έχει αξίωση λήψεως των αυτών νομισματικών εξισωτικών ποσών με εκείνα τα οποία θα του οφείλονταν εάν το εμπόρευμα είχε φθάσει στον τόπο προορισμού και είχαν εκπληρωθεί εκεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής.
Kutscher
Ο' Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Μαρτίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy