Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Πράξεις τών οργάνων — Τροποποίηση προγενέστερης διατάξεως — Καταστάσεις πού γεννήθηκαν υπό τό κράτος τής τελευταίας — Μελλοντικά αποτελέσματα — Εφαρμογή τού τροποποιητικού κανόνα
2 . Υπάλληλοι — Συντάξεις — Σύνταξη επιζώντος διαζευγμένης γυναίκας — Προϋποθέσεις παροχής — Απόφαση διαζυγίου πού δέν έχει εκδοθεί λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας τής γυναίκας — Έννοια τής «αποκλειστικής» υπαιτιότητας .
( Κανονισμός περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων παράρτημα VIII , άρθρο 27 )
Περίληψη
1 . Σύμφωνα μέ μιά γενικά παραδεκτή αρχή , οι νόμοι πού τροποποιούν μιά νομοθετική διάταξη εφαρμόζονται , εκτός εξαιρέσεως , στά μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων πού γεννήθη- καν υπό τό κράτος τού παλαιού νόμου .
2 . Γιά νά εφαρμοστεί η εξαίρεση από τό δικαίωμα τής διαζευγμένης γυναίκας επί τής συντάξεως επιζώντος , οπως διατυπώ νεται στό άρθρο 27 τού παραρτήματος VIII θά πρέπει η απόφαση περί διαζυγίου νά διαπιστώνει τήν αποκλειστική υπαιτιότητα τής γυναίκας . Απόφαση η οποία αποφαίνεται ως πρός τήν υπαιτιότητα τής γυναίκας , επιφυλασσόμενη νά αποφανθεί ως πρός τήν υπαιτιότητα τού συζύγου , δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι εκδόθηκε λόγω «αποκλειστικής» υπαιτιότητας τής γυναίκας .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 40/79
Ρ ., υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Βρυξελλών , εκπροσωπούμενη από τόν Edmond Lebrun , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Tony Biever , δικηγόρο , 83 , boulevard Grande-Duchesse-Charlotte ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τό νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar , επικουρούμενο από τόν Raymond Vander Elst , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg , Λουξεμβούργο ,
καθ’ ης ,
παρουσία τής
CO ., ΧΗΡΑΣ C ., υπαλλήλου τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατοίκου Βρυξελλών , εκπροσωπούμενης από τόν Marcel Slusny , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο τόν Arendt , δικηγόρο , Centre Louvigny , 34/B/IV , rue Philippe-II , Λουξεμβούργο ,
παρεμβαίνουσα ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής 25ης Μα ΐου 1978 περί αρνήσεως παροχής συντάξεως επιζώντος στήν προσφεύγουσα καί τήν ακύρωση τής σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως τής ενστάσεως πού υπέβαλε η προσφεύγουσα στίς 11 Αυγούστου 1978 , καθώς καί τήν καταδίκη τής καθ’ ης σέ παροχή πρός τήν προσφεύγουσα τής συντάξεως επιζώντος αυξημένης κατά τούς τόκους υπερημερίας ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία στίς 9 Μαρτίου 1979 , η P ., πρώην σύζυγος τού θανόντος Manfredo C . υπαλλήλου τής Επιτροπής , άσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητά τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής τής 25ης Μα ΐου 1978 περί αρνήσεως παροχής συντάξεως επιζώντος σ’ αυτήν , καθώς καί τήν καταδίκη τής Επιτροπής σέ παροχή τής συντάξεως επιζώντος καί σέ πληρωμή τών οφειλόμενων μηνιαίων καταβολών τής εν λόγω συντάξεως , αυξημε´νων κατά τούς τόκους υπερημερίας μέ επιτόκιο 8 % .
2 Η προσφεύγουσα ειχε τή γερμανική ιθαγένεια οταν νυμφεύθηκε , στό Βέλγιο , τόν C . ιταλικής ιθαγένειας . Μέ τό γάμο της , απόκτησε τήν ιταλική ιθαγένεια , διατηρώντας καί τή γερμανική ιθαγένεια . Στίς 27 Αυγούστου 1975 , ο γάμος διαλύθηκε μέ τήν εγγραφή στό ληξιαρχείο τού βελγικού δήμου , οπου ειχε τελεσθεί ο γάμος , αποφάσεως τού Tribunal de premiere Instance τών Βρυξελλών πού απήγγειλλε τό διαζύγιο .
3 Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στίς 13 Ιουνίου 1975 μετά από αίτηση τής προσφεύγουσας καί ανταγωγή τού συζύγου της . Κατά τό διατακτικό τής αποφάσεως αυτής , τό δικαστήριο απήγγειλε τό διαζύγιο σύμφωνα μέ τό αίτημα τής ανταγωγής «λόγω υπαιτιότητας τής αντεναγομένης» . Επί τής αρχικής αγωγής , πρίν κρίνει κατ’ ουσία τήν υπόθεση , παρέσχε τή δυνατότητα στήν προσφεύγουσα νά αποδείξει μέ μάρτυρες ή οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο ορισμένα περιστατικά τά οποία ειχε επικαλεστεί . Η προσφεύγουσα δέν επέσπευσε τή διαδικασία μέχρι τή στιγμή τού θανάτου τού συζύγου της πού επήλθε στίς 31 Οκτωβρίου 1977 .
4 Μέ επιστολή τής 25ης Μα ΐου 1978 , η Επιτροπή γνωστοποίησε στήν προσφεύγουσα οτι δέ δικαιούται συντάξεως χήρας σύμφωνα μέ τό άρθρο 27 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η προσφυγή κατά τής αποφάσεως αυτής ασκήθηκε μετά τήν υποβολή εκ μέρους τής προσφεύγουσας ενστάσεως , η οποία έμεινε αναπάντητη .
5 Τό κείμενο τού άρθρου 27 , πού προαναφέρθηκε , στή σημερινή του μορφή ειναι εκείνο πού προέρχεται από τόν κανονισμό 912/78 τού Συμβουλίου τής 2ας Μα ΐου 1978 , ο οποίος τροποποιεί τόν κανονισμό περί τής υπηρεσιακής καταστά σεως τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό τής Κοινότητας ( JO L 119 , σ . 1 ), καί ο οποίος τέθηκε σέ ισχύ στίς 4 Μα ΐου 1978 . Τό κείμενο αυτό ορίζει οτι η πρώην σύζυγος υπαλλήλου δικαιούται , μετά τό θάνατο τού τελευταίου , τής συντάξεως επιζώντος άν «η απόφαση πού απαγγέλλει τό διαζύγιο δέν εκδόθηκε λόγω αποκλειστικής της υπαιτιότητας» . Στήν προηγούμενη διατύπωσή του τό άρθρο αυτό προέβλεπε τή χορήγηση συντάξεως επιζώντος «άν η απόφαση πού απαγγέλλει τό διαζύγιο εκδόθηκε λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας τού υπαλλήλου» .
6 Οι τρείς λόγοι τής προσφεύγουσας αναφέρονται αντίστοιχα στήν ακυρότητα τού άρθρου 27 τού παραρτήματος VIII , στήν έλλειψη αποδεικτικής ισχύος τής αποφάσεως περί διαζυγίου , η οποία δέν αναγνωρίζεται σύμφωνα μέ τό ιταλικό δίκαιο — δίκαιο τής κοινής ιθαγένειας τών συζύγων — καί στήν εσφαλμένη ερμηνεία τής αποφάσεως περί διαζυγίου , η οποία μέ κανένα τρόπο δέν απήγγειλε τό διαζύγιο λόγω «αποκλειστικής» υπαιτιότητας τής προσφεύγουσας .
7 Γιά νά εκτιμηθεί τό βάσιμο τών λόγων αυτών , πρέπει νά προσδιοριστεί κατ’ αρχάς άν τό κείμενο τού ανωτέρω άρθρου 27 , οπως προέρχεται από τόν κανονισμό 912/78 ειναι εφαρμοστέο στήν παρούσα περίπτωση .
8 Τό άρθρο 24 τού παραρτήματος VIII ορίζει οτι τό δικαίωμα συντάξεως επιζώντος γεννάται τήν πρώτη ημέρα τού ημερολογιακού μήνα , ο οποίος επεται τού θανάτου τού υπαλλήλου καί οτι άν ο θάνατος συνεπάγεται τήν πληρωμή μηνιαίων μισθών οπως προβλέπει τό άρθρο 70 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό δικαίωμα συντάξεως άρχεται τήν πρώτη μέρα τού τέταρτου μήνα πού επεται τού μήνα τού θανάτου . Στήν παρούσα περίπτωση οι δύο αυτές ημερομηνίες ειναι η 1η Νοεμβρίου 1977 καί η 1η Φεβρουαρίου 1978 καί κατά συνέπεια πρίν από τήν έναρξη ισχύος τού κανονισμού 912/78 .
9 Οι συζητήσεις μεταξύ τών διαδίκων βασίστηκαν αποκλειστικά στό νέο κείμενο τού άρθρου 27 , άν καί μιά επιστολή τής Επιτροπής πρός τό δικηγόρο τής προσφεύγουσας , στίς 25 Μα ΐου 1978 , αναφέρεται στό παλαιό κείμενο .
10 Κατόπιν αιτήσεως τού Δικαστηρίου , η Επιτροπή εξήγησε γιατί θεωρούσε οτι έπρεπε νά εφαρμοστεί στήν περίπτωση τής προσφεύγουσας τό νέο κείμενο τού άρθρου 27 . Αφού διαπίστωσε οτι από τίς προπαρασκευαστικές εργασίες τού κανονισμού 912/78 , δέ διαφαίνεται η πρόθεση τού νομοθέτη νά περιορίσει τήν τροποποίηση πού εισάγει ο εν λόγω κανονισμός μόνο στίς καταστάσεις πού δημιουργούνται μετά τήν έναρξη τής ισχύος τού κανονισμού , έκρινε σκόπιμο , εφ’ οσον δέν υπήρχε στόν κανονισμό μεταβατική διάταξη , νά προσδώσει στήν τροποποίηση άμεσο αποτέλεσμα σέ σχέση μέ τίς υπό εξέλιξη καταστάσεις . Γιά τό λόγο αυτό δέχτηκε οτι τό νέο άρθρο 27 συνεπάγεται τήν έναρξη τού δικαιώματος συντάξεως ex nunc γιά τίς χήρες πού έχουν διαζευχθεί λόγω κοινής υπαιτιότητας ή κατόπιν κοινής συναινέσεως , έστω κι άν ο σύζυγος απεβίωσε πρίν από τήν 1η Μα ΐου 1978 . Η πρακτική αυτή εξάλλου , ακολουθήθηκε από τό σύνολο τών οργάνων τής Κοινότητας .
11 Η Επιτροπή ισχυρίζεται στό σημείο αυτό οτι η αντίθετη λύση θά παραβίαζε τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ προσώπων τά οποία αφορά ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως καί βρίσκονται σέ ανάλογες καταστάσεις . Η αρχή αυτή , δέν επιτρέπει διάκριση , ως πρός τά δικαιώματα γιά σύνταξη επιζώντος , μεταξύ γυναικών πού έχουν διαζευχθεί λόγω αμοιβαίας υπαιτιότητας ή κατόπιν κοινής συναινέσεως , ανάλογα μέ τό άν οι πρώην σύζυγοί τους απεβίωσαν πρίν ή μετά από ορισμένη ημερομηνία .
12 Σύμφωνα μέ μιά γενικά παραδεκτή αρχή , οι νόμοι πού τροποποιούν μιά νομοθετική διάταξη εφαρμόζονται , εκτός εξαιρέσεως , στά μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων πού γεννήθηκαν υπό τό κράτος τού παλαιού νόμου . Η τροποποίηση λοιπόν τού άρθρου 27 τού παραρτήματος VIII , η οποία εξάλλου αντικατοπτρίζει μιά μεταβολή στή νομική εκτίμηση τής καταστάσεως τής διαζευγμένης γυναίκας , πρέπει , εκτός εξαιρέσεως , νά επεκτείνει τά αποτελέσματά της , από τήν έναρξη τής ισχύος της , σέ ολες τίς διαζευγμένες συζύγους υπαλλήλων πού απεβίωσαν .
13 Τό άρθρο 24 τού παραρτήματος VIII άν καί καθορίζει τίς ημερομηνίες γενέσεως τού δικαιώματος καί ενάρξεως τής απαιτήσεως επί τής συντάξεως επιζώντος , δέν έχει ως σκοπό τή θέσπιση κανόνων σχετικά μέ τίς μεταγενέστερες τροποποιήσεις τού δικαιώματος συντάξεως . Ορθώς , λοιπόν , η Επιτροπή κατέληξε στό συμπέρασμα , οτι , ελλείψει μεταβατικής διατάξεως , η τροποποίηση τού άρθρου 27 πού επέφερε ο κανονισμός 912/78 εφαρμόζεται , σ’ ολες τίς καταστάσεις , τίς οποίες καλύπτει .
14 Πρέπει νά εξεταστεί κατ’ αρχάς ο τρίτος λόγος ο οποίος υποστηρίζει οτι , μέ τήν απόφαση τού Tribunal de Premiere Instance τών Βρυξελλών , τής 13ης Ιουνίου 1975 , δέν εκδόθηκε τό διαζύγιο λόγω «αποκλειστικής» υπαιτιότητας τής προσφεύγουσας καί οτι επομένως η τελευταία δικαιούται συντάξεως επιζώντος δυνάμει τού άρθρου 27 τού παραρτήματος VIII , οπως τροποποιήθηκε από τόν κανονισμό 912/78 .
15 Πρός υποστήριξη τού λόγου αυτού , η προσφεύγουσα διατείνεται οτι η ανωτέρω απόφαση , απαγγέλλει μέν τό διαζύγιο λόγω υπαιτιότητας τής προσφεύγουσας , όχι ομως λόγω αποκλειστικής της υπαιτιότητας . Επιτρέποντας στήν προσφεύγουσα νά αποδείξει περιστατικά δυνάμενα νά θεμελιώσουν υπαιτιότητα τού συζύγου , η απόφαση επιφυλάχθηκε ως πρός τό άν τό διαζύγιο πρέπει νά εκδοθεί λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας τής προσφεύγουσας ή λόγω αμοιβαίας υπαιτιότητας τών δύο μερών .
16 Η Επιτροπή απαντά οτι η απόφαση τής 13ης Ιουνίου 1975 έχει καταστεί οριστική , τουλάχιστον ως πρός τήν έκδοση τού διαζυγίου λόγω υπαιτιότητας τής προσφεύγουσας . Εφ’ οσον η τελευταία δέν έκανε χρήση , μετά τό θάνατο τού πρώην συζύγου της , τής δυνατότητας πού τής προσέφερε τό δικαστήριο , νά αποδείξει τά περιστατικά πού επικαλούνταν , παραμένει μόνο «απόφαση πού απαγγέλλει τό διαζύγιο , λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας τής γυναίκας» .
17 Τό εν λόγω επιχείρημα τής επιτροπής δέν μπορεί νά γίνει δεκτό . Γιά νά ε βφαρμοστεί η εξαίρεση από τό δικαίωμα τής διαζευγμένης γυναίκας επί τής συντάξεως επιζώντος , οπως διατυπώνεται στό άρθρο 27 τού παραρτήματος VIII , θά πρέπει η απόφαση περί διαζυγίου νά διαπιστώνει τήν αποκλειστική υπαιτιότητα τής γυναίκας . Στήν παρούσα περίπτωση , τό Tribunal de Premiere Instance αποφάνθηκε σχετικά μέ τήν υπαιτιότητα τής γυναίκας επιφυλάσσοντας τήν κρίση του ως πρός τήν υπαιτιότητα τού συζύγου . Υπό τίς συνθήκες αυτές δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι η απόφαση διαπίστωσε οτι επρόκειτο γιά «αποκλειστική» υπαιτιότητα τής γυναίκας .
18 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι ο τρίτος λόγος ειναι βάσιμος καί οτι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει νά ακυρωθεί κατά τό μέρος πού αρνείται παροχή συντάξεως επιζώντος από τίς 4 Μα ΐου 1978 , ημερομηνία πού άρχισε η ισχύς τού κανονισμού 912/78 .
19 Υπό τίς συνθήκες αυτές , ειναι πλέον περιττή η έρευνα τού πρώτου καί τού δεύτερου λόγου . Πράγματι εφ’ οσον η προσφεύγουσα στήριξε τήν προσφυγή της στό κείμενο τού άρθρου 27 τού παραρτήματος VIII , οπως προέρχεται από τόν κανονισμό 912/78 , καί εφ’ οσον δήλωσε , αφού ζητήθηκαν διευκρινίσεις από τό Δικαστήριο , οτι κατά τή γνώμη της τό κείμενο αυτό ειναι τό μόνο πού μπορεί νά εφαρμοστεί στήν παρούσα περίπτωση , πρέπει νά θεωρηθεί οτι η προσφυγή της έχει ως μόνο αντικείμενο τήν καταβολή τής συντάξεως επιζώντος γιά τίς οφειλόμενες , από τήν ημέρα πού τέθηκε σέ ισχύ ο κανονισμός πού προαναφέρθηκε , μηνιαίες καταβολές τής συντάξεως .
20 Κατά συνέπεια , η Επιτροπή πρέπει νά καταδικαστεί στήν πληρωμή τών μηνιαίων ληξιπρόθεσμων καταβολών τής συντάξεως επιζώντος στήν προσφεύγουσα από τίς 4 Μα ΐου 1978 , αυξημένες κατά τούς τόκους από τήν ημερομηνία τής ασκήσεως προσφυγής . Τό εύλογο επιτόκιο ειναι 8 % .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
21 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Επειδή η καθ’ ης ηττήθη , πρέπει νά καταδικαστεί στά δικαστικά έξοδα , εκτός από τά έξοδα πού προκάλεσε η παρέμβαση . Η παρεμβαίνουσα πρέπει νά καταδικαστεί νά φέρει τά δικά της έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τής Επιτροπής τής 25ης Μα ΐου 1978 περί αρνήσεως παροχής συντάξεως επιζώντος στήν προσφεύγουσα , κατά τό μέρος πού αρνείται τήν παροχή τής συντάξεως αυτής από τίς 4 Μα ΐου 1978 .
2)Καταδικάζει τήν Επιτροπή στήν απονομή τής συντάξεως επιζώντος , πού προβλέπεται στό άρθρο 27 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , από τίς 4 Μα ΐου 1978 στήν προσφεύγουσα καί στήν πληρωμή στήν ανωτέρω τών ληξιπρόθεσμων μηνιαίων καταβολών τής συντάξεως αυτής , αυξημένων κατά τούς τόκους , μέ επιτόκιο 8 % , από τίς 9 Μαρτίου 1979 .
3)Καταδικάζει τήν καθ’ ης στά δικαστικά έξοδα , πλήν εκείνων πού προκάλεσε η παρέμβαση .
4)Η παρεμβαίνουσα φέρει τά δικά της δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy