ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 4ης Μαρτίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 49/79,
Richard Pool, κτηνοτρόφος, κάτοικος Higher Trayne, Ilfracombe, Devonshire, Αγγλία, εκπροσωπούμενος από τον Andrew Durand του Middle Temple, Barrister, κατόπιν παραγγελίας των Solicitors W.H. Hadfield & Son, Farnham, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Shirley Ward, Residence Belle-Vue, 79 Rue du Kiem, Strassen,
ενάγων,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Daniel Vignes και τον Bernhard Schloh, διευθυντή και σύμβουλο της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου αντιστοίχως, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J.N. Van den Houten, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Τράπεζας Ευρωπαϊκών Επενδύσεων, 2 Place de Metz,
εναγομένου,
που είχε ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως, βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait (προέδρους τμήματος), J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Lord Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και O. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischł
γραμματέας: Α. Van Houťte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με αγωγή της 28ης Μαρτίου 1979, ο ενάγων, κτηνοτρόφος, κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, ζήτησε, δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 215 της Συνθήκης, αποζημίωση ύψους 9 504 λιρών Αγγλίας για ζημία, την οποία διατείνεται ότι του προκάλεσε το Συμβούλιο διά του καθορισμού της τιμής μετατροπής της αγγλικής λίρας με τον κανονισμό 2498/74'του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 1974, περί καθορισμού των αντιπροσωπευτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στο γεωργικό τομέα (OJ L 268, σ. 6) και των επακολουθησάντων κανονισμών επί του ίδιου θέματος.
2
Ο ενάγων θεωρεί ότι, συνέπεια του πλημμελούς καθορισμού της τιμής μετατροπής της αγγλικής λίρας για τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής (που εφεξής θα αναφέρεται ως «πράσινη ισοτιμία») ήταν να μην εισπράττει, κατά την πώληση του προϊόντος του, τις τιμές που θα εισέπραττε, σύμφωνα με τις διατάξεις περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (κανονισμός 805/68 της 27ης Ιουνίου 1968, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/03, σ. 72), αν η «πράσινη ισοτιμία» για την αγγλική λίρα, η οποία χρησίμευσε για τη μετατροπή των γεωργικών τιμών, που έχουν καθοριστεί σε ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες, στο εθνικό νόμισμα του Ηνωμένου Βασιλείου, είχε καθοριστεί κατά τον ενδεικνυόμενο τρόπο. Ο ενάγων θεωρεί ότι το Συμβούλιο, κατά τον καθορισμό της τιμής μετατροπής, παρέβη προδήλως τη διάταξη του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, κατά την οποία πρέπει η κοινή οργάνωση των αγορών να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητος και προβλέπει ότι οποιαδήποτε πολιτική τιμών πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια και ενιαίες μεθόδους υπολογισμού.
3
Ο ενάγων θεωρεί ότι το Συμβούλιο, κατά τον καθορισμό, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, της τιμής μετατροπής της αγγλικής λίρας, υπερτίμησε ιδιαίτερα το νόμισμα αυτό, ώστε οι γεωργικές τιμές στο Ηνωμένο Βασίλειο καθορίστηκαν σε αισθητά χαμηλότερο επίπεδο από το επίπεδο των εγγυημένων για τη γεωργία τιμών στα άλλα κράτη μέλη. Λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού τις νομισματικές τιμές μετατροπής που εφαρμόζονταν την εποχή εκείνη, ο ενάγων συμπεραίνει ότι οι γεωργικές τιμές στο Ηνωμένο Βασίλειο ήσαν χαμηλότερες κατά 30% από τις ανώτατες τιμές που υπήρχαν στην Κοινότητα, χαμηλότερες κατά 23% από τις μέσες τιμές που ίσχυαν στα κράτη μέλη και χαμηλότερες κατά 21% από τις εγγυημένες στους Ιρλανδούς γεωργούς τιμές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η απόκλιση του φαίνεται ιδιαίτερα κατάφωρη διότι, κατά την κρίσιμη περίοδο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετείχαν στο ίδιο νομισματικό σύστημα.
4
Ο ενάγων, κρίνοντας προφανώς ότι η τιμή μετατροπής καθορίστηκε ικανοποιητικά για την Ιρλανδία, δέχεται ότι δίκαιο επίπεδο αποζημιώσεως θα ήταν να βρεθεί στην ίδια θέση, όπως αν πωλούσε το προϊόν του στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Συγκρίνοντας τις τιμές που εισέπραξε κατά την ίδια περίοδο, στην Ιρλανδία, αποτιμά το διαφυγόν κέρδος του στο ποσό των 9 504 αγγλικών λιρών, το οποίο ζητεί να του ανορθώσει η Κοινότητα.
5
Το Δικαστήριο ζήτησε από τον ενάγοντα, κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, να προσδιορίσει τους λόγους που τον οδήγησαν στην πεποίθηση ότι η τιμή μετατροπής της αγγλικής λίρας καθορίστηκε απρόσφορα σε σχέση με την αξία, όχι μόνο της ιρλανδικής λίρας αλλά και των νομισμάτων των άλλων κρατών μελών. Ο ενάγων, ωστόσο, περιορίστηκε να επαναλάβει τα επιχειρήματα που πρόβαλε στην αγωγή του· επιβεβαίωσε ότι απλώς είχε πρόθεση να κάνει τη σύγκριση μεταξύ της πράσινης αγγλικής λίρας και της πράσινης ιρλανδικής λίρας, διότι θεωρούσε ότι ο καθορισμός της τιμής της ιρλανδικής λίρας «αντιπροσώπευε καλύτερα την πραγματική νομισματική σχέση» από την τιμή που καθορίστηκε για την αγγλική λίρα και διότι, κατά τη γνώμη του, η σύγκριση αυτή απεικόνιζε σαφέστατα τη δυσμενή διάκριση.
6
Η αγωγή θέτει υπό αμφισβήτηση πολλούς κανονισμούς του Συμβουλίου που αφορούν θεμελιώδη ζητήματα οικονομικής και νομισματικής πολιτικής στο γεωργικό τομέα. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ευθύνη του Συμβουλίου απέναντι του προέκυψε κυρίως από τις επιλογές που αυτό έκανε κατά τον καθορισμό της τιμής μετατροπής της αγγλικής λίρας σε σχέση με την ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα.
7
Για να κριθεί η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να υπομνηστούν οι προϋποθέσεις που μπορούν να θεμελιώσουν την ευθύνη της Κοινότητας κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 215. Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, με την απόφαση του της 2ας Ιουλίου 1974, Holtz & Willemsen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (υπόθεση153/73, ECR σ. 675), η ευθύνη της Κοινότητας εξαρτάται από τη σύμπτωση συνόλου προϋποθέσεων σχετικά με τη φερόμενη έλλειψη νομιμότητας των πράξεων του κοινοτικού οργάνου, την επέλευση ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πλημμελούς πράξεως και της επικαλούμενης ζημίας.
8
Το βάσιμο της αγωγής πρέπει να εξεταστεί υπό το φως αυτών των κριτηρίων. Ο ενάγων προσπάθησε κυρίως να αποδείξει, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, την έλλειψη νομιμότητας των κανονισμών του Συμβουλίου περί καθορισμού της τιμής μετατροπής της αγγλικής λίρας μέσα στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εντούτοις, πριν εξεταστούν τα επιχειρήματα αυτά, ενδείκνυται να τεθεί το ερώτημα αν ο ενάγων απέδειξε, έστω εκ πρώτης όψεως, ότι υπέστη πράγματι τη ζημία, της οποίας ζητεί την αποκατάσταση.
9
Ο ενάγων, για να αποδείξει τη ζημία που διατείνεται ότι υπέστη, υπέβαλε στο Δικαστήριο στατιστικά στοιχεία με σκοπό να δείξει τη συγκριτική εξέλιξη των τιμών πωλήσεως του βοείου κρέατος στα διάφορα κράτη μέλη, ακολουθώντας ένα δικό του τρόπο υπολογισμού, χρησιμοποιώντας τόσο τη νομισματική όσο και τη γεωργική τιμή συναλλάγματος που καθορίστηκαν από τον επίμαχο κανονισμό. Ο ίδιος ομολογεί ότι οι υπολογισμοί αυτοί έχουν συμβολική μόνο αξία· σε τελική ανάλυση, η απόδειξη της υπάρξεως και του ύψους της φερομένης ζημίας στηρίζεται αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ του επιπέδου τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο και του επιπέδου τιμών στην Ιρλανδία. Αυτή η απόπειρα αποδείξεως δεν είναι πειστική για δύο λόγους.
10
Πρώτον, ο ενάγων αγνοεί τη νομική φύση των τιμών που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς στον τομέα βοείου κρέατος. Θα μπορούσε να αποδείξει ζημία μόνον αν ο καθορισμός ορισμένου επιπέδου τιμών, στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς, είχε ως συνέπεια να δώσει στους παραγωγούς το δικαίωμα να διαθέτουν τα προϊόντα τους σε εγγυημένο επίπεδο τιμής. Μόνο στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε πραγματικά ο παραγωγός να αποδείξει επέλευση ζημίας, προσδιοριζόμενης από το επίπεδο τιμών που καθορίστηκε στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς και από το επίπεδο τιμών που ισχύει ως αποτέλεσμα των νομισματικών μέτρων του Συμβουλίου. Αυτή όμως δεν αποτελεί συνέπεια του συστήματος τιμών που θεσπίστηκε από τους εφαρμοστέους κανόνες. Οι τιμές αυτές έχουν ως σκοπό αφενός να καθορίσουν την έναρξη ισχύος των διαφόρων μέτρων παρεμβάσεως στην αγορά και, αφετέρου, να ρυθμίσουν το επίπεδο των εισφορών και επιστροφών που εφαρμόζονται στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες. Χάρη στο μηχανισμό αυτό, η κοινή οργάνωση της αγοράς παρέχει στους παραγωγούς της Κοινότητας το πλεονέκτημα ενός επιπέδου τιμών αισθητά υψηλότερου από το επίπεδο των τιμών της παγκόσμιας αγοράς. Είναι αληθές ότι οι τιμές, τις οποίες επιτυγχάνουν μεμονωμένοι παραγωγοί, καθορίζονται έμμεσα από το συνδυασμό της παρέμβασης στην αγορά και τη ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας, παρ' όλα αυτά όμως δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η άποψη ότι το σύστημα τιμών εγγυάται στους μεμονωμένους παραγωγούς ότι η παραγωγή τους θα διατεθεί στο προσδιορισμένο επίπεδο τιμών που καθόρισε η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, η τιμή αυτή, που εκφράζεται σε λογιστικές μονάδες, δεν συνιστά αξία η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει βάση συγκρίσεως με τις τιμές που επιτυγχάνει ένας παραγωγός στην αγορά με σκοπό να αποδειχθεί η επέλευση ορισμένης ζημίας.
11
Πρέπει, περαιτέρω, να παρατηρηθεί ότι η προσπάθεια του ενάγοντος να αποδείξει ότι υπέστη πραγματικά ζημία στηρίζεται σε πλασματική σύγκριση. Ζητεί πράγματι να τεθεί στην ίδια θέση, όπως αν είχε πωλήσει το προϊόν του στην Ιρλανδική αγορά. Στην πραγματικότητα, όμως, ασκεί δραστηριότητα ως κτηνοτρόφος στο Ηνωμένο Βασίλειο και πώλησε το προϊόν του στην αγορά εκεί. Αν είχε πωλήσει το προϊόν του στην ιρλανδική αγορά, θα υποχρεούτο να καταβάλει νομισματικά εξισωτικά ποσά κατά την εισαγωγή στην Ιρλανδία, ώστε οι τιμές που θα επιτύγχανε, δεν θα ήταν βασικά διαφορετικές από τις τιμές που πέτυχε διαθέτοντας το προϊόν του στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Αν ζούσε στην Ιρλανδία, το προϊόν του θα εξαρτιόταν από τις οικονομικές συνθήκες παραγωγής που ισχύουν στη χώρα αυτή. Από τα προεκτεθέντα έπεται ότι ο ενάγων δεν μπόρεσε να αποδείξει την ύπαρξη της ζημίας που διατείνεται ότι υπέστη· αυτό αρκεί για να απορριφθεί η αγωγή του, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η νομιμότητα των νομισματικών μέτρων που επικρίνει ο ενάγων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Απορρίπτει την αγωγή.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie
Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαρτίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy