ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 24ης Απριλίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 72/79,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Gianluigi Campogrande, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον πρεσβευτή Adolfo Maresca, επικουρούμενο από τον Ivo Maria Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, αποφασίζοντας να αποδώσει ορισμένα έξοδα αποθεματοποίησης στους παραγωγούς ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 8 και 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/011, σ. 134), περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Μαΐου 1979 η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης, αποφασίζοντας την απόδοση ορισμένων εξόδων αποθεματοποίησης στους παραγωγούς ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/011, σ. 134).
2
Η Επιτροπή κατηγορεί την Ιταλική Δημοκρατία για δύο χωριστές παραβάσεις του κανονισμού 3330/74: αφενός μεν ότι εξέδωσε και εφήρμοσε μέτρο συμπληρωματικής απόδοσης των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που παρήχθη στην Ιταλία, κατά παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού, αφετέρου δε ότι αποφάσισε και εφήρμοσε μέτρο μερικής απόδοσης των εξόδων αποθεματοποίησης για τη ζάχαρη που μεταφέρθηκε στην επόμενη περίοδο εμπορίας ζάχαρης, κατά παράβαση του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού.
3
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3330/74 ορίζει ότι με την επιφύλαξη του άρθρου 31, παράγραφος 2, τα έξοδα αποθεματοποίησης της λευκής ζάχαρης, της ακατέργαστης ζάχαρης και ορισμένων σιροπιών που έχουν παραχθεί πριν από τη ζάχαρη σε στερεά κατάσταση και παρασκευάζονται από τεύτλα ή ζαχαροκάλαμα που συγκομίζονται μέσα στην Κοινότητα, αποδίδονται κατ' αποκοπή από τα κράτη μέλη, και ότι το ποσό της αποδόσεως είναι το ίδιο για ολόκληρη την Κοινότητα. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 προσθέτει ότι το ποσό της αποδόσεως καθορίζεται ετησίως κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 36 του κανονισμού, αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
4
Η Επιτροπή εκθέτει ότι, με την απόφαση 24/1976 της διυπουργικής επιτροπής τιμών — στο εξής: CIP — (Gazzeta Ufficiale no. 264, της 4ης Οκτωβρίου 1976, σ. 7201), η Ιταλική Κυβέρνηση αποφάσισε να χορηγήσει στην βιομηχανία επεξεργασίας ζάχαρης αντισταθμιστική αποζημίωση αντίστοιχη με τη διαφορά μεταξύ των οικονομικών βαρών που φέρει η βιομηχανία αυτή ως έξοδα αποθεματοποίησης της ζάχαρης που παράγεται στην Ιταλία και του ποσού της αποδόσεως που ορίζεται με την κοινοτική ρύθμιση. Η προαναφερθείσα απόφαση ορίζει ότι κάθε τροποποίηση του τελευταίου αυτού ποσού συνεπάγεται αντίστοιχη τροποποίηση της αντισταθμιστικής αποζημίωσης. Η απόφαση αυτή, που ίσχυσε για την περίοδο εμπορίας ζάχαρης 1976-1977, αντικαταστάθηκε με ανάλογη απόφαση για την περίοδο εμπορίας ζάχαρης 1977-1978 (απόφαση 37/1977 της CIP, Gazzeta Ufficiale no. 207, της 29ης Ιουλίου 1977, σ. 5678).
5
Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν το άρθρο 8 του κανονισμού 3330/74. Αφενός μεν δεν τηρούν την αρχή της κατ' αποκοπήν απόδοσης, δεδομένου ότι η αντισταθμιστική αποζημίωση την οποία προβλέπουν υπολογίζεται σε συνάρτηση με τις μεταβολές των οικονομικών επιβαρύνσεων της βιομηχανίας επεξεργασίας. Αφετέρου αντίκεινται στον κανόνα της ίσης απόδοσης για ολόκληρη την Κοινότητα, δεδομένου ότι η αντισταθμιστική αποζημίωση προστίθεται στην κοινοτική απόδοση.
6
Το άρθρο 31, παράγραφος 1 του κανονισμού 3330/74 ορίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταφέρουν στην επόμενη περίοδο εμπορίας ζάχαρης, εις βάρος της παραγωγής της περιόδου αυτής, το μέρος της παραγωγής τους που υπερβαίνει τη βασική ποσόστωση. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι η μεταφερθείσα ποσότητα πρέπει να αποθηκευθεί κατά την περίοδο από 1ης Φεβρουαρίου μέχρι 31ης Ιανουαρίου του επομένου έτους και ότι για την περίοδο αυτή τα έξοδα αποθηκεύσεως δεν επιστρέφονται κατά το άρθρο 8.
7
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η τελευταία αυτή διάταξη απαγορεύει ρητώς την απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της μεταφερθείσας ζάχαρης. Κατηγορεί την Ιταλική Κυβέρνηση ότι αποφάσισε να χορηγήσει στις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες ζάχαρης, μέσω του ταμείου αντισταθμίσεως της ζάχαρης, ως έξοδα αποθεματοποίησης, για το σύνολο των ποσοτήτων ζάχαρης που μεταφέρθηκαν στις επόμενες περιόδους εμπορίας, ποσό αντίστοιχο προς το 60% του μηνιαίου κοινοτικού ποσού αποδόσεως που ορίστηκε μόνο για την περίπτωση που δεν υπάρχει μεταφορά.
8
Η προαναφερθείσα απόφαση 24/1976 της CIP προβλέπει ότι το ταμείο αντισταθμίσεως θα χορηγήσει το ποσό αυτό στις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες ζάχαρης εντός των ορίων πιστώσεως που το ταμείο δικαιούται να καταλογίσει στις ενισχύσεις προσαρμογής που χορηγούνται στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων, σύμφωνα με το άρθρο 38 του κανονισμού 3330/74. Για την περίοδο εμπορίας 1977-1978η απόφαση 37/1977 της CIP επέτρεψε στο ταμείο αντισταθμίσεως να συστήσει ειδικό κεφάλαιο έναντι των ενισχύσεων προσαρμογής που χορηγούνται στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων και να επιβάλει τη μερική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που μεταφέρθηκε εις βάρος αυτού του ειδικού κεφαλαίου.
9
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά που προβάλει η Επιτροπή. Για την άμυνα της επικαλείται καταρχάς το απαράδεκτο της προσφυγής καθόσον αφορά την παράβαση του άρθρου 8 του βασικού κανονισμού. Επικουρικά και επί της ουσίας ερμηνεύει τις κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται εν προκειμένω διαφορετικά και βάσει αυτής της ερμηνείας καταλήγει στη συμφωνία των επιδίκων μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο. Όσον αφορά την απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της μεταφερθείσας ζάχαρης, ισχυρίζεται ότι η μερική αυτή αποζημίωση δεν διενεργείται από το ιταλικό κράτος, αλλά από το ταμείο αντισταθμίσεως, το οποίο ενεργεί ως διαχειριστής κεφαλαίου που συστήθηκε με ιδιωτικούς πόρους.
Επί του παραδεκτού
10
Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η συμπληρωματική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που παρήχθη στην Ιταλία, η οποία αποφασίστηκε από την CIP, αποβλέπει στην αντιστάθμιση της διαφοράς μεταξύ των οικονομικών επιβαρύνσεων της αποθεματοποίησης, τα οποία φέρει η βιομηχανία επεξεργασίας στην Ιταλία και των επιβαρύνσεων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο των μέτρων αποδόσεως σε κοινοτικό επίπεδο. Κατόπιν αυτού, τα εθνικά συμπληρωματικά μέτρα πρέπει να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις κατά την έννοια των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ. Υπό τις προϋποθέσεις δε αυτές, το συμβιβαστό των εθνικών αυτών μέτρων με τους κανόνες της Συνθήκης και με τους κανόνες που έχουν τεθεί για την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν μπορεί να κριθεί παρά σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης και βάσει των κριτηρίων που έχουν καθοριστεί εκεί.
11
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επιπλέον ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας διοικητικής διαδικασίας καθώς επίσης και με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια της Συνθήκης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν κίνησε τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93 της Συνθήκης, η παρούσα προσφυγή, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης, είναι πρόωρη και συνεπώς απαράδεκτη.
12
Τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να καθορίζει, στο πλαίσιο κανονισμών περί κοινής οργανώσεως των αγορών των γεωργικών προϊόντων, κανόνες που να απαγορεύουν τελείως ή μερικώς ορισμένα είδη εθνικών ενισχύσεων της παραγωγής ή της εμπορίας των εν λόγω προϊόντων και ότι η παράβαση τέτοιας απαγορεύσεως μπορεί να συλληφθεί μέσα στο ίδιο το πλαίσιο τέτοιας οργανώσεως. Πράγματι, η ύπαρξη της ειδικής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 93 της Συνθήκης, για την εκτίμηση του συμβιβαστού των εθνικών καθεστώτων ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν μπορεί να μεταβάλει τις απαιτήσεις που απορρέουν, για τα κράτη μέλη, από την τήρηση των κανόνων σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών.
13
Ο κανονισμός 3330/74 περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις που αφορούν τις ενισχύσεις στον τομέα της ζάχαρης. Αυτή είναι παραδείγματος χάρη η περίπτωση του άρθρου 8, η οποία αφορά την κατ' αποκοπή απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης, και του άρθρου 38, η οποία προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων προσαρμογής από την Ιταλική Δημοκρατία. Ναι μεν το άρθρο 41 του κανονισμού ορίζει ότι τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, το πράττει όμως υπό τη ρητή επιφύλαξη των αντιθέτων διατάξεων του ίδιου κανονισμού. Το ζήτημα αν το άρθρο 8 του κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί τέτοια αντίθετη διάταξη αφορά την ουσία της διαφοράς και πρέπει ήδη να ερευνηθεί.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 8 του κανονισμού 3330/74
14
Η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 3330/74 προβλέπει κατ' αποκοπή και ομοιόμορφη απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης. Εντούτοις, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του σκοπού της, ο οποίος είναι η σταθεροποίηση της αγοράς. Ελλείψει αποδόσεως των εξόδων αποθεματοποίησης, τα οικεία προϊόντα θα ετίθεντο πράγματι αμέσως στην αγορά ή θα πωλούνταν στους οργανισμούς παρεμβάσεως, πράγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει ανισορροπία στην αγορά. Ο βασικός κανονισμός έχει ως σκοπό να προβλέψει κατάλληλα μέτρα σταθεροποίησης της αγοράς. Η Ιταλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με μηχανισμό παρεμβάσεως, καθώς επίσης και με σύστημα αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποίησης. Η χορήγηση αντισταθμιστικής συμπληρωματικής αποζημίωσης από τις ιταλικές αρχές αποβλέπει στην επίτευξη του ίδιου σκοπού. Χωρίς να είναι αντίθετη προς την κοινοτική ρύθμιση, η χορήγηση αυτή συμβάλλει επομένως στην καλή λειτουργία αυτής της ρυθμίσεως.
15
Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτή την άποψη. Θεωρεί ότι η επίδικη αντισταθμιστική αποζημίωση έχει την ίδια φύση και τον ίδιο σκοπό με τη φύση και το σκοπό της απόδοσης που πραγματοποιείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενά διότι αποκλίνει από τη γενική απαγόρευση των ενισχύσεων έχει ως σκοπό να ρυθμίσει κατά τρόπο εξαντλητικό όλο το σύστημα των συνεισφορών στα έξοδα αποθεματοποίησης.
16
Είναι αληθές ότι το σύστημα αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποίησης για τη ζάχαρη, που προβλέπεται από τον κανονισμό 3330/74, επινοήθηκε για να επιτευχθούν οι στόχοι του κανονισμού αυτού, μεταξύ των οποίων είναι κυρίως η σταθεροποίηση της αγοράς της ζάχαρης. Θεσπίζοντας κατ' αποκοπή και ομοιόμορφη απόδοση για το σύνολο της Κοινότητας, το ποσό της οποίας καθορίζεται ετησίως από τα κοινοτικά όργανα, ο κανονισμός αφήνει να νοηθεί ότι οι στόχοι αυτοί πρέπει να πραγματοποιηθούν κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη.
17
Η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία το άρθρο 8 του κανονισμού προσδιορίζει κατά τρόπο εξαντλητικό το σύστημα που εφαρμόζεται κατά την απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή.
18
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ακόμη ότι τα εθνικά ιταλικά μέτρα χρειάζονται λόγω των ιδιαιτέρως βαριών οικονομικών επιβαρύνσεων στις οποίες υπόκεινται στην Ιταλία οι επιχειρήσεις που αποθηκεύουν ζάχαρη, ενόψει του υψηλότερου επιτοκίου που ισχύει στο κράτος αυτό σε σχέση με τα λοιπά κράτη μέλη της Κοινότητας. Το πραγματικό αυτό περιστατικό, τη σημασία του οποίου έχει άλλωστε αναγνωρίσει και η Επιτροπή, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει να δικαιολογήσει ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού 3330/74 αντίθετη προς το γράμμα του και προς το πνεύμα του. Είναι έργο του Συμβουλίου να εκτιμήσει, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, αν οι ειδικές οικονομικές περιστάσεις που κρατούν σε ένα από τα κράτη μέλη δικαιολογούν προσαρμογές του κοινοτικού συστήματος.
19
Πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, χορηγώντας στους παραγωγούς ζάχαρης, για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978, αντισταθμιστική αποζημίωση των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που παρήχθη στην Ιταλία, επιπλέον της απόδοσης που προβλέπεται από την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση, παρέβη υποχρέωση την οποία υπέχει δυνάμει της Συνθήκης.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 31, παράγραφος 2 του κανονισμού 3330/74
20
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, οι προαναφερθείσες αποφάσεις 24/1976 και 37/1977 της CIP δεν θέσπισαν μερική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της μεταφερθείσας ζάχαρης, αλλά επέτρεψαν στο ταμείο αντισταθμίσεως της ζάχαρης, η οποία αποτελεί δημόσιο ίδρυμα, να παρακρατήσει, υπό τη μορφή πιστώσεως ή ειδικού κεφαλαίου, ένα ποσοστό των ενισχύσεων προσαρμογής που χορηγούνται στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων και να χορηγήσει ακολούθως επιστροφή στις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες ζάχαρης, για λογαριασμό αυτών των παραγωγών. Η εισφορά επί των ενισχύσεων που προορίζονται για τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων, η σύσταση του ειδικού κεφαλαίου και η μερική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της μεταφερθείσας ζάχαρης στις βιομηχανίες ζάχαρης δεν θεσπίστηκαν με τις αποφάσεις της CIP, αλλά με διεπαγγελματικές συμφωνίες μεταξύ των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων της βιομηχανίας ζάχαρης και εκείνων των καλλιεργητών ζαχαρότευτλων. Η Ιταλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει σχετικά ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 748/68 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1968, περί των γενικών κανόνων για τη μεταφορά μέρους της παραγωγής ζάχαρης στην επόμενη ζαχαρική περίοδο (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/003, σ. 57) επιτρέπει στους βιομηχάνους ζάχαρης, σε περίπτωση μεταφοράς ζάχαρης στην επόμενη περίοδο εμπορίας ζάχαρης, να κάνουν τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων ή ζαχαροκάλαμων να μετάσχουν στα έξοδα αποθεματοποίησης.
21
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι οι απαραίτητοι πόροι για την εν λόγω απόδοση δεν προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εντούτοις, υποστηρίζει ότι το ειδικό κεφάλαιο που συστήθηκε για τη χρηματοδότηση της αποδόσεως τροφοδοτείται από ειδικό φόρο, που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή των μέτρων που έλαβε η CIP. Οι διεπαγγελματικές συμφωνίες των οποίων έγινε επίκληση αποτελούν μέρος ενός συστήματος διοικητικών διαδικασιών, οι οποίες οδηγούν σε ένα σύνολο υποχρεωτικών αποφάσεων για όλους τους βιομηχάνους ζάχαρης και τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η συμμετοχή των παραγωγών ζαχαρότευτλων δεν είναι εκούσια, δεδομένου ότι τους επιβάλλεται η εν λόγω οικονομική επιβάρυνση.
22
Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου η Ιταλική Κυβέρνηση προσκόμισε τα κείμενα των διεπαγγελματικών συμφωνιών για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978.
23
Η έρευνα των εγγράφων αυτών επέτρεψε να διαπιστωθεί ότι πράγματι η επέμβαση των ιταλικών αρχών δεν περιορίστηκε στην εξουσιοδότηση του ταμείου αντισταθμίσεως να ενεργεί ως πληρεξούσιος των μερών που μετέσχαν στις διεπαγγελματικές συμφωνίες. Πράγματι, οι συμφωνίες περιλαμβάνουν διάφορα στοιχεία, που είναι ξένα για συμφωνία που συνήφθη ελευθέρως μεταξύ ιδιωτικών οργανισμών. Ετσι, ο Υπουργός Γεωργίας διαπίστωσε ότι η συμφωνία συνήφθη και ότι, υπό τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε, θα έχει υποχρεωτική ισχύ erga omnes' καθόσον αφορά τη συμφωνία που αναφέρεται στην περίοδο εμπορίας 1977-1978, της διαπιστώσεως αυτής προηγείται ένα προοίμιο, για το οποίο ο υπουργός δηλώνει ότι το περιεχόμενο του αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας· οι συμφωνίες αρχίζουν να ισχύουν από της θεσπίσεως των μέτρων εκτελέσεως που έλαβε η CIP· τέλος, οι συμφωνίες ιδρύουν μια «ισομερή επιτροπή», η οποία προεδρεύεται από εκπρόσωπο του υπουργού, η οποία πρέπει να διευκολύνει την εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας και να θεσπίσει ορισμένες εκτελεστικές διατάξεις.
24
Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι η σύναψη και η εφαρμογή των διεπαγγελματικών συμφωνιών, οι ενέργειες του ταμείου αντισταθμίσεως της ζάχαρης και οι πράξεις που θέσπισε η CIP και ο υπουργός Γεωργίας συνδέονται με τόσο στενούς δεσμούς ώστε είναι αδύνατο να διαχωριστούν. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι οι διεπαγγελματικές συμφωνίες αποτελούν τμήμα συνόλου μέτρων, τα οποία αποβλέπουν στην υποστήριξη της ιταλικής βιομηχανίας ζάχαρης και των οποίων την ευθύνη φέρει η Ιταλική Κυβέρνηση.
25
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η μερική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της μεταφερθείσας ζάχαρης δεν μπορεί να λογιστεί ως ελεύθερη συμμετοχή των παραγωγών ζαχαρότευτλων στα έξοδα αποθεματοποίησης, κατά την έννοια του άρθρου 2, του κανονισμού 748/68 που αναφέρθηκε πιο πάνω. Αντιθέτως, η απόδοση αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί ως ειδική μέθοδος ενίσχυσης στον τομέα της ζάχαρης, η οποία διαμορφώθηκε από τις ιταλικές δημόσιες αρχές και η οποία είναι αντίθετη προς το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 3330/74, η οποία πρέπει να νοηθεί ως απαγορεύουσα στα κράτη μέλη να αποδίδουν τα έξοδα αποθεματοποίησης σε περίπτωση μεταφοράς της ζάχαρης στην επόμενη εμπορική περίοδο.
26
Θα πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, χορηγώντας στους παραγωγούς ζάχαρης, για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978, μερική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που μεταφέρθηκε στην επόμενη περίοδο εμπορίας ζάχαρης, παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Η Ιταλική Κυβέρνηση, χορηγώντας στους παραγωγούς ζάχαρης, για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978, αντισταθμιστική αποζημίωση των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που παρήχθη στην Ιταλία, επιπλέον της αποδόσεως που προβλέπεται από την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση, παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης.
2)
Η Ιταλική Δημοκρατία, χορηγώντας στους παραγωγούς ζάχαρης, για τις περιόδους εμπορίας ζάχαρης 1976-1977 και 1977-1978, μερική απόδοση των εξόδων αποθεματοποίησης της ζάχαρης που μεταφέρθηκε στην επόμενη περίοδο εμπορίας ζάχαρης παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Απριλίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy