ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 21ης Μαΐου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 73/79,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antonio Abate, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, επικουρούμενο από τον καθηγητή Giovanni Puoti, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον πρεσβευτή της Adolfo Marasca, επικουρούμενο από τον avvocato dello Stato Ivo Maria Braguglia, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας ειδικό μη ενιαίο φόρο στη ζάχαρη της εθνικής παραγωγής και στην εισαγόμενη ζάχαρη από άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 2 Μαΐου 1979, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας στη ζάχαρη εγχώριας παραγωγής και στην εισαγόμενη από τα λοιπά κράτη μέλη ζάχαρη ειδικό μη ενιαίο φόρο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης.
2
Όπως προκύπτει από το φάκελλο, ο εθνικός φόρος που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς, αποκαλούμενος «sovraprezzo», αποτελεί φόρο επί της λευκής ζάχαρης που διατίθεται στην κατανάλωση στην Ιταλία. Ο φόρος αυτός πλήττει με ίσο ποσό ανά καθαρό χιλιόγραμμο λευκής ζάχαρης κάθε τύπου και ποιότητας τόσο τη ζάχαρη εγχώριας παραγωγής όσο και τη ζάχαρη που προέρχεται από τα λοιπά κράτη μέλη. Ο φόρος καταβάλλεται στο ταμείο αντισταθμίσεως της ζάχαρης, ο οποίος αποτελεί δημόσιο οργανισμό που ιδρύθηκε για να διενεργεί τις πράξεις αντισταθμίσεως που συνδέονται με την ένταξη της ιταλικής οικονομίας ζάχαρης στην κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης όπως λειτουργεί από το 1968. Το προϊόν του sovraprezzo προορίζεται κυρίως για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων προσαρμογής των οποίων απολαύουν οι βιομηχανίες ζάχαρης και οι παραγωγοί ζαχαρότευτλων στην Ιταλία, σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Η χορήγηση αυτών των ενισχύσεων προσαρμογής στηρίζεται ήδη επί του.άρθρου 38 του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/011, σ. 134).
3
Η Επιτροπή θεωρεί την επιβολή του sovraprezzo αντίθετη προς το άρθρο 95, εδάφιο 1, της Συνθήκης, κατά το μέτρο που ο φόρος αυτός προορίζεται στη χρηματοδότηση ενισχύσεων που χορηγούνται υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, κατ' αποκλεισμό των προϊόντων που προέρχονται από τα λοιπά κράτη μέλη. Μολονότι ο φόρος πλήττει την εγχώρια ζάχαρη και την εισαγόμενη ζάχαρη βάσει ομοίων κριτηρίων, η φορολογική επιβάρυνση της εγχώριας ζάχαρης εξουδετερώνεται μερικώς με τη χορήγηση των ενισχύσεων που χρηματοδοτούνται κατ' αυτό τον τρόπο. Αυτή η εξουδετέρωση εμφανίζεται ακόμη πιο πρόδηλη διότι οι παραγωγοί ζάχαρης που είναι εγκατεστημένοι στην Ιταλία μπορούν να καταβάλλουν το ποσό του οφειλόμενου sovraprezzo μετά την έκπτωση των ενισχύσεων τις οποίες δικαιούνται.
4
Η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι το προϊόν του sovraprezzo προορίζεται κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη χρηματοδότηση των ενισχύσεων προσαρμογής που επιτρέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, υποστηρίζει όμως ότι από το 1976η αντιστάθμιση στην οποία προβαίνει το ταμείο αντισταθμίσεων του ποσού του φόρου και του ποσού της ενισχύσεως υπέρ των Ιταλών παραγωγών αποτελεί μερική μόνο αντιστάθμιση.
5
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, περαιτέρω δε αμφισβητεί ότι η φορολογική αυτή ρύθμιση είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
Επί του παραδεκτού
6
Η Ιταλική Κυβέρνηση, αφού υπενθυμίζει ότι το sovraprezzo εφαρμόζεται κατά τρόπο ενιαίο επί των εγχωρίων προϊόντων και επί των εισαγομένων προϊόντων, διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν θεωρεί τον εν λόγω εσωτερικό φόρο ως ενέχοντα διακρίσεις από άποψη φορολογική, αλλά μόνο καθόσον χρησιμεύει στη χρηματοδότηση των εγχωρίων προϊόντων. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η έρευνα της νομιμότητας του συστήματος χρηματοδοτήσεως μιας ενισχύσεως δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται για το σκοπό αυτό από το άρθρο 93 της Συνθήκης. Η νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει ιδίως από την απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970 (υπόθεση 47/69, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, Raccolta σ. 487), αποσαφήνισε ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως μιας ενισχύσεως δεν μπορεί να απομονωθεί από την εξέταση της καθαυτό ενισχύσεως. Κατά συνέπεια, τα εθνικά μέτρα στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή δεν μπορούν να εκτιμηθούν στο πλαίσιο προσφυγής η οποία στηρίζεται επί του άρθρου 169 της Συνθήκης, αλλά μόνον με τη διαδικασία του άρθρου 93 της Συνθήκης.
7
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι η Επιτροπή έχει ήδη κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93, προκειμένου να ερευνηθεί το σύστημα χρηματοδοτήσεως όλων των ενισχύσεων που χορηγούνται στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων και στους μεταποιητές ζάχαρης και ότι η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων προσαρμογής μέσω της επιβολής του sovraprezzo. Η διαδικασία που τέθηκε έτσι σε κίνηση είναι ικανή να οδηγήσει στην τροποποίηση ή στην κατάργηση του τωρινού συστήματος χρηματοδοτήσεως και να στερήσει έτσι την προσφυγή, η οποία στηρίζεται επί του άρθρου 169, από το αντικείμενο της· επομένως, η προσφυγή αυτή είναι απαράδεκτη.
8
Ο πρώτος ισχυρισμός περί απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί. Από τη σύγκριση αφενός μεν των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, αφετέρου δε του άρθρου 95, εδάφιο 1, προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές επιδιώκουν τον ίδιο στόχο, ο οποίος συνίσταται στο να αποφευχθεί να έχουν τα δύο είδη επεμβάσεως ενός κράτους μέλους, δηλαδή η παροχή ενισχύσεων αφενός και η επιβολή φορολογίας που δημιουργεί διακρίσεις αφετέρου, ως αποτέλεσμα τη νόθευση των όρων ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Εντούτοις, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο σε παρεμφερή περίπτωση με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979 (υπόθεση 91/78, Hansen, Raccolta σ. 935), οι διατάξεις αυτές στηρίζονται επί διαφορετικών προϋποθέσεων εφαρμογής, ειδικών για τα δύο είδη κρατικών μέτρων που έχουν αντίστοιχα ως σκοπό να ρυθμίσουν, και επιπλέον, διαφέρουν κατά τις νομικές τους συνέπειες, υπό την έννοια προπαντός ότι η εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 αφήνει ευρύ περιθώριο επεμβάσεως στην Επιτροπή, σε αντίθεση προς το άρθρο 95, εδάφιο 1.
9
Αυτές οι διαπιστώσεις δεν εμποδίζουν ώστε ένα μέτρο που πραγματοποιείται μέσω φορολογίας που δημιουργεί διακρίσεις και το οποίο μπορεί συγχρόνως να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 92, να υπόκειται συγχρόνως στις διατάξεις του άρθρου 95, εδάφιο 1 και στις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων. Από αυτό έπεται ότι οι ενέργειες που προκαλούν φορολογικές διακρίσεις δεν εξαιρούνται της εφαρμογής του άρθρου 95 επειδή μπορούν να χαρακτηριστούν συγχρόνως ως είδος χρηματοδοτήσεως μιας κρατικής ενισχύσεως και ότι για το λόγο αυτό μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο χωριστής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 169.
10
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και ο δεύτερος ισχυρισμός περί απαραδέκτου πρέπει επίσης να απορριφθεί. Όταν η Επιτροπή κατηγορεί ένα κράτος μέλος για πρακτικές οι οποίες αποτελούν παράβαση του άρθρου 95 και κινεί προς το σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 169, η διαδικασία αυτή δεν χάνει το αντικείμενο της από το γεγονός ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι ίδιες αυτές πρακτικές αποτελούν μέρος ενός συστήματος ενισχύσεων που δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κινεί τη διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα 52 και 53.
11
Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι ναι μεν η διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 92 και 93 αφήνει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στην Επιτροπή και υπό ορισμένες προϋποθέσεις στο Συμβούλιο για να κρίνουν το ζήτημα αν συμβιβάζεται ένα σύστημα κρατικών ενισχύσεων με τις απαιτήσεις της κοινής αγοράς, από τη γενική όμως οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί ποτέ να καταλήξει σε αποτέλεσμα που θα είναι αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν, παραδείγματος χάρη, τους εσωτερικούς φόρους. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κατέληγε να θεωρήσει την επιβολή του sovraprezzo αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 95, η διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 92 και 93 δεν θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να οδηγήσει στη διατήρηση αυτού του φόρου υπό την τωρινή του μορφή. Επομένως, η διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 κατά ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να βλάψει το συμφέρον που το κράτος αυτό μπορεί να έχει στη διατήρηση ενός συστήματος ενισχύσεων που κρίθηκε ότι συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της κοινής αγοράς κατόπιν διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει των άρθρων 92 και 93.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 95 της Συνθήκης
12
Το άρθρο 95, εδάφιο 1, της Συνθήκης απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανώτερους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.
13
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει καταρχάς ότι το sovraprezzo πλήττει κατά τον ίδιο τρόπο τη ζάχαρη που παράγεται στην Ιταλία και τη ζάχαρη που εισάγεται και ότι η διάκριση την οποία προβάλλει η Επιτροπή έγκειται στο ποσό της ενισχύσεως που χορηγείται στην εγχώρια ζάχαρη. Αλλά η ενίσχυση αυτή επιτρέπεται δυνάμει του άρθρου 38 του κανονισμού 3330/74· στόχος της είναι να καλύψει την οικονομική διαφορά στον τομέα της ζάχαρης μεταξύ της Ιταλίας και των λοιπών κρατών μελών, για να εξασφαλίσει την πλήρη ένταξη της ιταλικής οικονομίας ζάχαρης στην κοινοτική οικονομία. Κατόπιν αυτού, η εν λόγω ενίσχυση έπρεπε να εμφανίζει σαφή και σταθερή διαφορά υπέρ της ιταλικής ζάχαρης.
14
Επί του τελευταίου αυτού σημείου πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει με την απόφαση της 25ης Μαΐου 1977 (υπόθεση 105/78, Interzuccheri, Raccolta σ. 1029) ότι η εξουσιοδότηση του άρθρου 38 του κανονισμού 3330/74 για την παροχή των ενισχύσεων που προβλέπονται στη διάταξη αυτή δεν μπορεί να νοηθεί ως συνεπαγόμενη το συμβιβαστό κάθε τρόπου χρηματοδοτήσεως αυτών των ενισχύσεων με το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τη φύση και από τις λεπτομέρειες τους, και ότι κατά τη χρηματοδότηση της παρεχομένης ενισχύσεως οι εθνικές αρχές εξακολουθούν να υπόκεινται στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη Συνθήκη.
15
Είναι αληθές ότι το sovraprezzo αποτελεί φόρο ο οποίος πλήττει τα εγχώρια προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα βάσει ομοίων κριτηρίων. Όμως, κατά την ερμηνεία του όρου των «εσωτερικών φόρων» κατά την έννοια του άρθρου 95 μπορεί να πρέπει να ληφθεί υπόψη ο προορισμός του προϊόντος του φόρου. Πράγματι, όταν το προϊόν τέτοιου φόρου προορίζεται να προωθήσει τις δραστηριότητες οι οποίες ωφελούν ειδικά τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα, μπορεί να καταλήξει η εισφορά που επιβάλλεται βάσει των ίδιων κριτηρίων να αποτελεί παρά ταύτα φόρο που εισάγει διακρίσεις, κατά το μέτρο που η φορολογική επιβάρυνση, η οποία πλήττει τα εθνικά προϊόντα, εξουδετερώνεται από τα πλεονεκτήματα, για τη χρηματοδότηση των οποίων χρησιμεύει, ενώ εκείνη που πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί καθαρή επιβάρυνση.
16
Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι ένας εσωτερικός φόρος μπορεί να πλήττει εμμέσως τα προϊόντα που προέρχονται από τα λοιπά κράτη μέλη βαρύτερα από. ό,τι τα εγχώρια προϊόντα, όταν ο φόρος αυτός χρησιμεύει αποκλειστικά ή κυρίως για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων των οποίων απολαύουν μόνο τα εγχώρια προϊόντα.
17
Η Ιταλική Κυβέρνηση αντιτείνει ότι η άποψη αυτή οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε τυπολατρική αντίληψη του άρθρου 95. Πράγματι, επιτρέπεται στην Ιταλική Κυβέρνηση να διατηρήσει το sovraprezzo όπως εφαρμόζεται ήδη, αν το έσοδο από το φόρο αυτό καταβάλλεται στα ταμεία του ιταλικού Δημοσίου για να εισέλθει στο γενικό προϋπολογισμό του κράτους· η Κυβέρνηση θα μπορούσε λοιπόν να αποσύρει από τον προϋπολογισμό αυτό τα κεφάλαια που προορίζονται για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων που επιτρέπει το άρθρο 38 του κανονισμού 3330/74. Στην περίπτωση αυτή επίσης το εγχώριο προϊόν δεν θα απε-λάμβανε κανένα πλεονέκτημα σε σχέση προς την υφισταμένη κατάσταση, αφού θα εξακολουθούσε να υπόκειται στο sovraprezzo χωρίς να απολαύει των ενισχύσεων που χορηγούνται στο εγχώριο προϊόν.
18
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κατάσταση που αντιμετωπίζει η Ιταλική Κυβέρνηση δεν συγκρίνεται με εκείνη που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Η παρούσα προσφυγή αφορά το sovraprezzo ως εσωτερικό φόρο, ο οποίος, μολονότι πλήττει με ίσο ποσό την εγχώρια ζάχαρη και την εισαγόμενη ζάχαρη, διατίθεται στη χρηματοδότηση των ενισχύσεων υπέρ της εγχώριας ζάχαρης. Αν το sovraprezzo δεν είχε το χαρακτήρα φόρου προοριζόμενου στη χρηματοδότηση των ενισχύσεων της εγχώριας παραγωγής, δεν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 95. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η παροχή των ενισχύσεων προσαρμογής δεν θα ήταν το αυτόματο αποτέλεσμα ενός συστήματος αντισταθμίσεως που θα αφορούσε μόνο τον τομέα της παραγωγής και της εισαγωγής της ζάχαρης, αλλά θα βασιζόταν σε αποφάσεις νομοθετικές ή κυβερνητικές όπου θα εξισορροπούνταν τα διάφορα επαγγελματικά συμφέροντα.
19
Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το sovraprezzo επιβάλλεται επί της ζάχαρης που διατέθηκε στην κατανάλωση και ότι η επιβάρυνση την οποία αντιπροσωπεύει αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της τιμής πωλήσεως της ζάχαρης. Από αυτό προκύπτει, κατά την άποψη της, ότι ο εν λόγω φόρος επιβαρύνει σε τελική ανάλυση τον καταναλωτή του προϊόντος και ότι οι παραγωγοί και οι εισαγωγείς της ζάχαρης ενεργούν, κατά την καταβολή του ποσού του φόρου, για λογαριασμό του καταναλωτή.
20
Εντούτοις, όπως παρατηρεί δικαίως η Επιτροπή, το γεγονός ότι η οικονομικές επιβαρύνσεις που προκύπτουν από την επιβολή ενός φόρου επιρρίπτονται επί των καταναλωτών δεν τροποποιεί τη νομική φύση του εν λόγω φόρου. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε, άλλωστε, ότι το sovraprezzo επιβάλλεται επί των παραγωγών και επί των εισαγωγέων ζάχαρης. Το γεγονός, το οποίο υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, ότι οι τιμές πωλήσεως της ζάχαρης στην Ιταλία, στα διάφορα στάδια εμπορίας της, περιλαμβάνουν και το ποσό του sovraprezzo δεν είναι κρίσιμο για το νομικό χαρακτηρισμό του φόρου αυτού σε σχέση με το άρθρο 95 της Συνθήκης.
21
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
22
Κατόπιν αυτών, το sovraprezzo πρέπει να λογισθεί ως φόρος, ο οποίος, μολονότι επιβάλλεται με τον ίδιο συντελεστή επί της ζάχαρης που εισάγεται στην Ιταλία και επί εκείνης που προέρχεται από τα λοιπά κράτη μέλη, δεν επιβαρύνει κατά ενιαίο τρόπο τα προϊόντα αυτά, δεδομένου ότι αποτελεί άνιση επιβάρυνση για τα εγχώρια προϊόντα, τα οποία ωφελούνται από την επιβολή του, και για τα εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία υπόκεινται μεν στην επιβάρυνση, χωρίς όμως να έχουν από αυτήν πλεονεκτήματα.
23
Πρέπει, επομένως, να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, πλήττοντας τη ζάχαρη με εσωτερικό φόρο, ο οποίος επιβαρύνει άνισα τη ζάχαρη που παράγεται στην Ιταλία και εκείνη που εισάγεται από τα λοιπά κράτη μέλη, παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
Η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας στη ζάχαρη εσωτερικό φόρο, ο οποίος επιβαρύνει άνισα τη ζάχαρη που παράγεται στην Ιταλία και εκείνη που εισάγεται από τα λοιπά κράτη μέλη, παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Μαΐου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy