ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Φεβρουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 77/79,
που έχεν ως αντικείμενο αίτηση του Conseil d'État της Γαλλικής Δημοκρατίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στα πλαίσια της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του μεταξύ
Marie-Louise Damas
και
Fonds d'orientation et de régularisation des marchés agricoles (FORMA),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1975/69 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1969, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη σφαγή αγελάδων και πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων (JO 1969, L 252, σ. 1), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2195/69 της Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου 1969, περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του συστήματος πριμοδοτήσεων για τη σφαγή αγελάδων και πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων (JO 1969, L 278, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Μαΐου 1979, το Conseil d'Étát της Γαλλικής Δημοκρατίας υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1975/69 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1969, περί θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων για τη σφαγή αγελάδων και πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων (JO 1969, L 252, σ. 1), καθώς και του κανονισμού 2195/69 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1969, περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής αυτού του συστήματος πριμοδοτήσεων (JO 1969, L 278, σ.6).
2
Αυτά τα ερωτήματα τέθηκαν επ' ευκαιρία διαφοράς σχετικά με την απόφαση του Fonds d'orientation et de régularisation des marchés agricoles (FORMA), το οποίο είναι στη Γαλλία ο οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί η χορήγηση και η καταβολή των πριμοδοτήσεων που αναφέρονται στον κανονισμό 1975/69 του Συμβουλίου, να ζητήσει από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης την επιστροφή του τμήματος της πριμοδοτήσεως για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων το οποίο της είχε καταβληθεί ως προκαταβολή.
3
Ο κανονισμός 1975/69 προβλέπει στο άρθρο 5 ότι μπορεί να χορηγηθεί, στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που κατέχουν περισσότερες από δέκα αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, κατόπιν αιτήσεως τους, πριμοδότηση για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Το άρθρο 6 ορίζει ότι η χορήγηση της πριμοδοτήσεως εξαρτάται ιδίως από τη γραπτή ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους του δικαιούχου «να παραιτηθεί εντελώς και οριστικά από την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων», συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν παραχωρήσεως τους, το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία αναλήψεως αυτής της υποχρεώσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 7 αυτού του κανονισμού, το ποσό της πριμοδοτήσεως ανέρχεται σε διακόσιες λογιστικές μονάδες ανά αγελάδα γαλακτοπαραγωγής, την οποία κατέχει η εκμετάλλευση την ημερομηνία της υποβολής της αιτήσεως, η δε χορήγηση της περιορίζεται στον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής τις οποίες κατέχει, σε ορισμένη ημερομηνία, η εκμετάλλευση την οποία διευθύνει ο δικαιούχος. Το άρθρο 8 του κανονισμού, το οποίο αφορά τον τρόπο καταβολής της πριμοδοτήσεως, ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι το ήμισυ της πριμοδοτήσεως ανά αγελάδα γαλακτοπαραγωγής καταβάλλεται εντός τριών μηνών μετά την προαναφερθείσα ανάληψη υποχρεώσεως και συνεχίζει, στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, ορίζοντας ότι:
«Το υπόλοιπο καταβάλλεται κατ' έτος σε τέσσερις ίσες δόσεις, εάν ο δικαιούχος αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή, αφενός, ότι κατέχει αριθμό μονάδων χονδρών βοοειδών ίσο ή ανώτερο από τον αριθμό αγελάδων γαλακτοπαραγωγής τις οποίες κατείχε την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως και, αφετέρου, ότι τήρησε την αναφερόμενη στο άρθρο 6 υποχρέωση.»
Τέλος, για την περίπτωση που δεν τηρήσει ο δικαιούχος κάποια από τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το άρθρο 11 του κανονισμού ορίζει ότι:
«Εάν τηρηθεί η αναφερόμενη στο άρθρο ... 6 υποχρέωση κατά την διάρκεια περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως πριμοδοτήσεως, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην ανάληψη της πριμοδοτήσεως, επιφυλασσομένων των ενδεχόμενων ποινικών κυρώσεων»,
και το άρθρο 16 του κανονισμού εφαρμογής 2195/69 της Επιτροπής ότι:
«Εάν ο δικαιούχος δεν αποδείξει κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή ότι κατέχει τον αριθμό μονάδων χονδρών βοοειδών που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1975/69, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην ανάληψη του ποσού το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού.»
4
Από το φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, αφού ζήτησε τη χορήγηση πριμοδοτήσεως για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, ανέλαβε στις 8 Απριλίου 1970 την προβλεπόμενη στο άρθρο 6 του κανονισμού 1975/69 υποχρέωση να παραιτηθεί εντελώς και οριστικά από τη μεταβίβαση, ακόμα και δωρεάν, των προαναφερθέντων προϊόντων, το αργότερο εντός έξι μηνών από της αναλήψεως της υποχρεώσεως της, ήτοι μέχρι τις 8 Οκτωβρίου 1970. 'Ετσι της χορηγήθηκε η σχετική πριμοδότηση και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, εισέπραξε από το FORMA το πρώτο ήμισυ της πριμοδοτήσεως. Το FORMA, εκτιμώντας βάσει ελέγχων τους οποίους διενήργησαν οι αρμόδιες αρχές, ότι η ενδιαφερόμενη είχε συνεχίσει τις παραδόσεις γάλακτος μετά την 8η Οκτωβρίου 1970, ζήτησε, με εκτελεστό τίτλο που κοινοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου 1972, την επιστροφή του εν λόγω ποσού, κατ' εφαρμογή του άθρου 11 του κανονισμού 1975/69 και του άρθρου 16 του κανονισμού 2195/69. Η ενδιαφερόμενη αμφισβήτησε το βάσιμο τέτοιας επιστροφής, υποστηρίζοντας ιδίως ότι είχε διακόψει κάθε παράδοση γάλακτος από τις 7 Σεπτεμβρίου 1970 και ότι, αφού είχε πράγματι αρχίσει την αντικατάσταση των γαλακτοπαραγωγών ζώων με μονάδες χονδρών βοοειδών, αναγκάστηκε να σταματήσει κάθε άμεση γεωργική δραστηριότητα, να πωλήσει τα ζώα της και να εκμισθώσει το κτήμα με μισθωτήριο έγγραφο της 2ας Αυγούστου 1971, το οποίο ίσχυσε αναδρομικά από 1ης Νοεμβρίου 1970.
5
Λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού που έβαλε το FORMA και τον οποίο αμφισβητεί η προσφεύγουσα, σύμφωνα με τον οποίο η υποχρέωση που ανέλαβε ο δικαιούχος συνεχίζει να τον δεσμεύει, σε περίπτωση μεταβιβάσεως της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα:
1.
εάν έχει προσωπικό χαρακτήρα η υποχρέωση που προβλέπεται από το άρθρο 6 του κανονισμού 1975/69 του Συμβουλίου και από το άρθρο 14 του κανονισμού 2195/69 της Επιτροπής και την οποία ανέλαβε ο διευθύνων τη γεωργική εκμετάλλευση, περί πλήρους και οριστικής παραιτήσεως του από την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων ή εάν η υποχρέωση αυτή συνδέεται με το κτήμα και ποιες επιπτώσεις έχει επί του δικαιώματος πριμοδοτήσεως η μεταβίβαση της κυριότητας ή της επικαρπίας της εκμεταλλεύσεως-
2.
εάν η υποχρέωση αφορά το σύνολο των ζώων κι αν, σε περίπτωση μεταβιβάσεως των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που έδωσαν λαβή στη χορήγηση της πριμοδοτήσεως, η υποχρέωση του πωλητή μεταφέρεται στον αγοραστή.
α) Επί του πρώτου ερωτήματος
6
Για να δοθεί απάντηση στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετασθεί η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των σκοπών τους οποίους επιδιώκει. Όπως προκύπτει από το προοίμιο του, ο κανονισμός 1975/69 του Συμβουλίου, εν όψει της υπάρξεως πλεονασμάτων στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Κοινότητα, έχει ως σκοπό να ευνοήσει την τάση ορισμένων κατηγοριών ιδιοκτητών γεωργικών εκμεταλλεύσεων της Κοινότητας να εγκαταλείψουν την παραγωγή γάλακτος ή την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και να θεσπίσει, για το σκοπό αυτό, πριμοδότηση για τη σφαγή αγελάδων γαλακτοπαραγωγής, καθώς και πριμοδότηση για τη μη εμπορία των εν λόγω προϊόντων. Εξεταζόμενος επομένως υπό το πρίσμα αυτών των σκοπών, ο κανονισμός 1975/69 αφήνει να εννοηθεί ότι η ουσιώδης νομική αιτία της χορηγήσεως της προμοδοτήσεως για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και της διατηρήσεως της πριμοδοτήσεως αυτής είναι η πραγματική διακοπή κάθε εμπορίας των εν λόγω προϊόντων κατά τη διάρκεια της αναφερομένης στο άρθρο 11 αυτού του κανονισμού περιόδου πέντε ετών, για την οποία ο δικαιούχος ανέλαβε την υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 6. Σ' αυτή την αλληλουχία, η υποχρέωση του δικαιούχου να παραιτηθεί από την εμπορία των εν λόγω προϊόντων συνιστά το κύριο μέσο με το οποίο επιδιώκεται η πραγματοποίηση των σκοπών του κανονισμού 1975/69, έτσι ώστε η μη τήρηση αυτής της υποχρεώσεως, η οποία συνεπάγεται την αγνόηση αυτών των σκοπών, καθιστά αδικαιολόγητη και αποστερεί νομίμου βάσεως τη χορήγηση και τη διατήρηση του ποσού της πριμοδοτήσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι ο δικαιούχος έπαψε, κατά την διάρκεια της προαναφερθείσας περιόδου, να διαχειρίζεται τη γεωργική εκμετάλλευση, παραχωρώντας την σε τρίτο, δεν αρκεί για να τον απαλλάξει από την αναληφθείσα υποχρέωση και για να κρατήσει οριστικά την προκαταβολή, καθώς και τα υπόλοιπα τμήματα της πριμοδοτήσεως που του έχουν καταβληθεί, εάν αγνοηθεί ο θεμελιώδης σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 1975/69, δηλαδή η πραγματική μη εμπορία των εν λόγω προϊόντων καθ' όλη τη διάρκεια της σχετικής περιόδου.
7
Τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του εν λόγω συστήματος επιβεβαιώθηκαν από τον κανονισμό 1386/70 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1970 (JO 1970, L 155, σ. 2), καθώς και από τον κανονισμό εφαρμογής 2240/70 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1970, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 8 Νοεμβρίου 1970 (JO 1970, L 242, σ. 12). Θεσπίζοντας νέες διατάξεις για την περίπτωση διαδοχής της γεωργικής εκμεταλλεύσεως και για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας, ο τελευταίος αυτός κανονισμός αφήνει σαφώς να συναχθεί, από την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, ότι οι μοναδικές περιστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε ο δικαιούχος της πριμοδοτήσεως όσον αφορά τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, είναι οι «ανεξάρτητες της θελήσεως του», που πληρούν τις προϋποθέσεις της ανωτέρας βίας, υπό την έννοια του άρθρου 2. Αντίθετα, σε περίπτωση διαδοχής της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, αυτός ο ίδιος κανονισμός ορίζει ρητά, στο άρθρο 1, το οποίο όπως έχει τροποποιηθεί, παράγραφος 2 του άρθρου 5 του κανονισμού 1975/69, έχει καταστεί η ότι ο δικαιούχος πριμοδοτήσεως στον οποίο καταβλήθηκε προκαταβολή δεν μπορεί να την κρατήσει παρά μόνο εφόσον ο διάδοχος του αναλάβει την υποχρέωση «να συνεχίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο προκάτοχος του». Δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 2240/70, η ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους του διαδόχου δεν απαλλάσσει τον προκάτοχο παρά μόνο εάν γίνει «έναντι της αρμόδιας αρχής». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ακριβώς ότι, εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις, ανεξάρτητες της θελήσεως του δικαιούχου, όπως η περίπτωση ανωτέρας βίας, η μέριμνα να εξασφαλιστούν πλήρως τα αποτελέσματα του εν λόγω συστήματος, δηλαδή η μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων καθ' όλη τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, αποτελεί το ουσιώδες υποδηλούμενο κριτήριο, το οποίο πρυτανεύει στις προϋποθέσεις χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως και σ' εκείνες που αφορούν τη δυνατότητα του δικαιούχου να κρατήσει την εισπραχθείσα προκαταβολή.
8
Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι η υποχρέωση μη εμπορίας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, την οποία αναλαμβάνει δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 1975/69 του Συμβουλίου, της6ης Οκτωβρίου 1969, ο δικαιούχος πριμοδοτήσεως, δεσμεύει προσωπικά το δικαιούχο και δεν ακολουθεί το κτήμα. Στην περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας ή της επικαρπίας της εκμεταλλεύσεως, ο δικαιούχος χάνει το δικαίωμα πριμοδοτήσεως και υποχρεούται να επιστρέψει στην αρμόδια αρχή την προκαταβολή, καθώς και κάθε άλλο τμήμα της πριμοδοτήσεως, που ήδη εισέπραξε, εάν η εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων δεν σταμάτησε πράγματι στην εν λόγω εκμετάλλευση καθ' όλη τη διάρκεια της σχετικής περιόδου.
β) Επί του δευτέρου ερωτήματος
9
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 1ης Μαρτίου 1977 στην υπόθεση 84/76 «Collie» (Rec. 1977, σ. 361), ο κανονισμός 1975/69 επιδιώκει όχι μόνο να αποθαρρύνει την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά και να παρακινήσει συγχρόνως τους δικαιούχους να χρησιμοποιούν την παραγωγή του γάλακτος για ζωοτροφή των βοοειδών που προορίζονται για παραγωγή κρέατος και να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά την παραγωγική τους δυναμικότητα, ιδίως όσον αφορά την παραγωγή βοείου κρέατος. Εν όψει ακριβώς αυτού του σκοπού, το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο προβλέπει την υποχρέωση του δικαιούχου να κατέχει, κατά την διάρκεια της περιόδου των πέντε ετών, στην οποία εκτείνεται η καταβολή της πριμοδοτήσεως, αριθμό μονάδων χονδρών βοοειδών ίσο ή ανώτερο από τον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που κατείχε την ημερομηνία της υποβολής της αιτήσεως και οι οποίες του έδωσαν το δικαίωμα πριμοδότησης, εξαρτά δε από την τήρηση αυτής της υποχρεώσεως την τμηματική καταβολή του υπολοίπου της πριμοδοτήσεως.
10
Για την επίτευξη αυτού του σκοπού δεν απαιτείται να συνεχίζει να κατέχει ο δικαιούχος της πριμοδοτήσεως, κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, τις αγελάδες γαλακτοπαραγωγής που βρίσκονταν στην εκμετάλλευση κατά την υποβολή της αιτήσεως και οι οποίες έδωσαν το δικαίωμα πριμοδοτήσεως. Πράγματι, τα άρθρα 5, παράγραφος 1 α και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής 2195/69 της Επιτροπής ορίζουν, όσον αφορά τις «πριμοδοτήσεις για τη σφαγή», ότι η αρμόδια αρχή προβαίνει, εφόσον δεχθεί τις υποβληθείσες αιτήσεις, στη σήμανση όλων των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που βρίσκονται στην εκμετάλλευση και συντάσσει αναγνωριστικό δελτίο ορισμένου τύπου, ώστε να εξατομικεύονται. Αντίθετα, το άρθρο 14, παράγραφος 2 β του ίδιου κανονισμού, προβλέπει, όσον αφορά τις «πριμοδοτήσεις για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλκτοκομικών προϊόντων», ότι η αρμόδια αρχή υποχρεούται μόνο να προσδιορίσει τον «αριθμό» των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που δίνουν δικαίωμα πριμοδοτήσεως. Αυτή η διαφορά των νομικών συστημάτων επιβεβαιώνει ότι η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1975/69, για το δικαιούχο της πριμοδοτήσεως να κατέχει ορισμένο αριθμό χονδρών βοοειδών αφορά αποκλειστικά αυτό τον «αριθμό» και δεν συνδέεται με συγκεκριμένα ζώα. Από αυτό έπεται συνεπώς ότι το σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός 1975/69 δεν εμποδίζει το δικαιούχο να πωλήσει τις αγελάδες γαλακτοπαραγωγής που κατέχει στην εκμετάλλευση του τη στιγμή της υποβολής της αιτήσεως. Το γεγονός ότι ο δικαιούχος μπορεί να πωλήσει τις εν λόγω αγελάδες προϋποθέτει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, η υποχρέωση την οποία ανέλαβε να μην εμπορεύεται γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα δεν εκτείνεται στα ζώα και, επομένως, δεν μεταφέρεται αυτομάτως, για τις μεταβιβασθείσες αγελάδες, στον αγοραστή τους.
11
Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η υποχρέωση του δικαιούχου της πριμοδοτήσεως να κατέχει αριθμό χονδρών βοοειδών ίσο ή μεγαλύτερο από τον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής τις οποίες κατείχε τη στιγμή της καταθέσεως της αιτήσεως χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως δεν συνδέεται με συγκεκριμένα ζώα. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που βρίσκονταν στην εκμετάλλευση κατά την υποβολή της αιτήσεως και οι οποίες έδωσαν δικαίωμα πριμοδοτήσεως, η υποχρέωση του δικαιούχου να μην εμπορεύεται γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα δεν μεταφέρεται, λόγω της μεταβιβάσεως, στον αγοραστή αυτών των αγελάδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Conseil d'État της Γαλλικής Δημοκρατίας με απόφαση του της 16ης Μαρτίου 1979, αποφαίνεται:
1.
Η υποχρέωση μη εμπορίας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, την οποία αναλαμβάνει δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 1975/69 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1969, ο δικαιούχος πριμοδοτήσεως δεσμεύει προσωπικά το δικαιούχο και δεν ακολουθεί το κτήμα. Στην περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας ή της επικαρπίας της εκμεταλλεύσεως, ο δικαιούχος χάνει το δικαίωμα πριμοδοτήσεως και υποχρεούται να επιστρέψει στην αρμόδια αρχή την προκαταβολή, καθώς και κάθε άλλο τμήμα της πριμοδοτήσεως, που ήδη εισέπραξε, εάν η εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων δεν σταμάτησε πράγματι στην εν λόγω εκμετάλλευση καθ' όλη τη διάρκεια της σχετικής περιόδου.
2.
Η υποχρέωση του δικαιούχου της πριμοδοτήσεως να κατέχει αριθμό χονδρών βοοειδών ίσο ή μεγαλύτερο από τον αριθμό των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής τις οποίες κατείχε τη στιγμή της καταθέσεως της αιτήσεως χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως δεν συνδέεται με συγκεκριμένα ζώα. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής που βρίσκονταν στην εκμετάλλευση κατά την υποβολή της αιτήσεως και οι οποίες έδωσαν δικαίωμα πριμοδοτήσεως, η υποχρέωση του δικαιούχου να μην εμπορεύεται γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα δεν μεταφέρεται, λόγω της μεταβιβάσεως, στον αγοραστή αυτών των αγελάδων.
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Φεβρουαρίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Α. O'Keeffe
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy