ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 14ης Φεβρουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 84/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Richard Meyer-Uetze KG
και
Hauptzollamt Bad Reichenhall,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 803/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ABl L 148 της 28.6.1968, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Α. Touffait, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 24ης Απριλίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Μαΐου του ίδιου έτους, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 803/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ABI L 148, σ. 6). Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι:
«Αν τα εμπορεύματα έχουν τιμολογηθεί σε ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού, η οποία αντιστοιχεί στην τιμή του τόπου εισόδου, τότε τα έξοδα που αναφέρονται στη μεταφορά εντός της Κοινότητας δεν αφαιρούνται από την τιμή αυτή. Τέτοια αφαίρεση μπορεί όμως να χωρήσει, όταν αποδεικνύεται στις τελωνειακές αρχές ότι η τιμή ελεύθερο στα σύνορα θα ήταν κατώτερη από την ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού.»
2
Τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των γερμανικών τελωνειακών αρχών και γερμανικής επιχειρήσεως, της προσφεύγουσας της κύριας δίκης. Οι εν λόγω αρχές αρνήθηκαν, το 1972, ν', αφαιρέσουν το ποσό των εξόδων μεταφοράς εντός της Κοινότητας από τη δασμολογητέα αξία κατεψυγμένων οπωρών και λαχανικών που η επιχείρηση αυτή εισήγαγε από την Ουγγαρία και τα οποία μεταφέρθηκαν οδικώς και τιμολογήθηκαν με την τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού που εφαρμόζεται σε ολόκληρο το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3
Για να υποστηρίξει την ένσταση που άσκησε κατά της αρνήσεως αυτής ενώπιον του Hauptzollamt Bad Reichenhall, καθού της κύριας δίκης, η επιχείρηση προσκόμισε πιστοποιητικό του γενικού αντιπροσώπου του Ούγγρου προμηθευτού της, καθώς και επιστολή του τελευταίου, με την οποία βεβαιώνεται ότι στις τιμές τιμολογίου περιλαμβανόταν κατ' αποκοπήν ποσό 62 γερμανικών μάρκων ανά τόνο για τη μεταφορά στο εσωτερικό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε στη συνέχεια ενώπιον του Finanzgericht του Μονάχου προσκόμισε εξάλλου και έγγραφα, στα οποία μια υπηρεσία ελέγχου των κομίστρων (Frachtenprüfungsstelle) είχε υπολογίσει τα μέσα εξόδα εσωτερικής μεταφοράς στο ύψος των 70,30 γερμανικών μάρκων ανά τόνο. Η ένσταση και η προσφυγή της επιχειρήσεως απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι ο προμηθευτής είχε εφαρμόσει ενιαίες τιμές κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 803/68 και ότι δεν αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2, ότι η τιμή ελεύθερο στα σύνορα θα ήταν κατώτερη από την ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού.
4
Κατόπιν αυτού η επιχείρηση άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof. Το δικαστήριο αυτό, για να κρίνει τη διαφορά, θεώρησε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Ο όρος «ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού» στο άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού 803/68 έχει την έννοια ότι η τιμή αυτή πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους τόπους προορισμού στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας;
2.
Εάν δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, μπορεί — και με ποιον τρόπο — να ληφθεί υπόψη ότι ενιαίες τιμές ελεύθερο στον τόπο προορισμού ισχύουν μόνο για ένα κράτος μέλος;
3.
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 803/68, όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με τις αποδείξεις που πρέπει να προσκομιστούν;»
5
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει, όπως προκύπτει από την έκτη και όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου, να ληφθεί υπόψη ότι κύριος σκοπός του κανονισμού 803/68 είναι να εξασφαλίσει ίση μεταχείριση στους εισαγωγείς, ώστε το επίπεδο προστασίας, που υλοποιείται με το κοινό δασμολόγιο, να είναι το ίδιο σε ολόκληρη την Κοινότητα.
6
Για το σκοπό αυτό ο κανονισμός, στο άρθρο 1, παράγραφος 1 ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων αποτελεί την κανονική τιμή, δηλαδή την τιμή που μπορεί να επιτευχθεί σε πώληση υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστού και πωλητού, που είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Η κανονική τιμή περιλαμβάνει κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, τα έξοδα μεταφοράς των εμπορευμάτων μέχρι του τόπου εισόδου τους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Επομένως, τα έξοδα μεταφοράς από τον τόπο εισόδου μέχρι τον τόπο προορισμού αφαιρούνται καταρχήν από την τιμή τιμολογίου.
7
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, το οποίο αφορούν τα ερωτήματα ερμηνείας που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, προβλέπει απόκλιση από την αρχή αφαιρέσεως των εξόδων εσωτερικής μεταφοράς από την τιμή τιμολογίου για την περίπτωση που τα εμπορεύματα τιμολογούνται με ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού που αντιστοιχεί στην τιμή του τόπου εισόδου.
8
Μία τέτοια τιμή, ενιαία για κάθε τόπο προορισμού στο εσωτερικό της ζώνης στην οποία εφαρμόζεται, περιλαμβάνει γενικά ένα κατ' αποκοπήν ποσό, για την κάλυψη των μέσων εξόδων μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο αποστολής μέχρι τους διάφορους τόπους προορισμού.
9
Από αυτό προκύπτει ότι, στην περίπτωση που τα εμπορεύματα τιμολογούνται με ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού, τα έξοδα μεταφοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας, που επιβαρύνουν πράγματι την εισαγωγή και περιλαμβάνονται στην τιμή αυτή, δεν είναι γνωστά στις τελωνειακές αρχές. Δεν είναι επίσης δυνατόν να υπολογιστούν τα έξοδα αυτά με κατανομή ανάλογη προς την απόσταση που διανύθηκε εκτός και εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1. Ένας τέτοιος υπολογισμός θα κατέληγε πράγματι στον καθορισμό διαφορετικών δασμολογητέων αξιών για το ίδιο εμπόρευμα, ανάλογα με την απόσταση που χωρίζει τον τόπο εισαγωγής και τον τόπο προορισμού, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό εξασφαλίσεως ίσης μεταχειρίσεως στους εισαγωγείς, σκοπό που διακηρύσσεται στο προοίμιο και συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 1 του κανονισμού. Οι σκέψεις αυτές δικαιολογούν την απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 1 περί αφαιρέσεως των εξόδων μεταφοράς στο εσωτερικό της Κοινότητας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο.
10
Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα. Οι δυσκολίες που παρουσιάζουν, αφενός, ο υπολογισμός των εξόδων μεταφοράς που περιλαμβάνονται πράγματι στην ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού και, αφετέρου, η ανάγκη εξασφαλίσεως ίσης μεταχειρίσεως στους εισαγωγείς, στις οποίες οφείλεται ο κανόνας του άρθρου 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, εμφανίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε η τιμή αυτή εφαρμόζεται σ' ολόκληρο το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, είτε μόνο σ' ένα τμήμα του τελευταίου. Επομένως στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού» που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 803/68 έχει την έννοια ότι η τιμή αυτή δεν είναι αναγκαστικά ενιαία για όλους τους τόπους προορισμού που περιλαμβάνονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
11
Επειδή το πρώτο εδάφιο της παραγράφου δεν περιέχει παρά ένα τεκμήριο, κατευθυντήρια δε ιδέα παραμένει πάντοτε η αφαίρεση των εξόδων της εσωτερικής μεταφοράς, χρειάστηκε να προβλεφθεί εξαίρεση για τις περιπτώσεις που το κατ' αποκοπήν ποσό που περιλαμβάνεται στην ενιαία τιμή ως έξοδα μεταφοράς αναγνωρίζεται επαρκώς· αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο.
12
Από την ίδια τη διατύπωση του εδαφίου αυτού, όπου χρησιμοποιείται υποθετικός λόγος, προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο ν' αποδειχθεί πως ο ίδιος προμηθευτής πώλησε πράγματι εμπορεύματα με τιμολόγια σε τιμή ελεύθερο στα σύνορα. Αντίθετα, όπως εξηγεί η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, πρέπει ν' αποδειχθεί η τιμή που θα έπρεπε να καταβάλει ο αγοραστής επί ενδεχομένης αγοράς του προς εκτίμηση εμπορεύματος «ελεύθερο στα σύνορα», ενώ όλες οι άλλες συνθήκες της πωλήσεως είναι ίδιες, σε περίπτωση εισαγωγής από τον ίδιο τόπο εισόδου.
13
Η κοινοτική νομοθεσία περί της δασμολογητέας αξίας δεν προβλέπει ειδική διαδικασία για τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Σχετικά εφαρμόζονται επομένως οι εθνικοί κανόνες όταν ο εισαγωγέας θέλει να αποδείξει στην τελωνειακή αρχή ότι η τιμή ελεύθερο στα σύνορα θα ήταν κατώτερη από την ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού. Οι τελωνειακές αρχές οφείλουν όμως να λάβουν υπόψη τους το σκοπό του άρθρου 8, παράγραφος 2, που είναι, όπως τονίζει η Επιτροπή, να εμποδιστεί η αφαίρεση πολύ υψηλών εξόδων μεταφοράς, τα οποία δεν περιλαμβάνονται πράγματι στην τιμή τιμολογίου, αλλά και να επιτραπεί, σύμφωνα με την αρχή που διακηρύσσεται στο προοίμιο και στο άρθρο 1 του κανονισμού, η αφαίρεση των εξόδων μεταφοράς στο έδαφος της Κοινότητας που πράγματι περιλαμβάνονται στην τιμή αυτή.
14
Αυτός ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως δεν φαίνεται να εμποδίζει να γίνουν δεκτές ως μέσα αποδείξεων, για παράδειγμα, μεταγενέστερες δηλώσεις του προμηθευτού ή του αντιπροσώπου του, όταν οι δηλώσεις αυτές παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες για την κατάσταση των τιμών κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής, ιδίως αν συμπίπτουν με αντικειμενικότερες πληροφορίες.
15
Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων να αποφαίνονται, σύμφωνα με την εσωτερική τους νομοθεσία, επί των αποδείξεων που πρέπει να προσκομίσει ο εισαγωγέας για ν' αποδείξει, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 803/68, ότι η τιμή ελεύθερο στα σύνορα θα ήταν κατώτερη από την ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού, όταν όλες οι άλλες συνθήκες πωλήσεως είναι ίδιες, σε περίπτωση εισαγωγής από τον ίδιο τόπο εισόδου. Το εθνικό δικαστήριο οφείλει, εν τούτοις, να λάβει υπόψη του το σκοπό της κοινοτικής διατάξεως, που είναι να επιτραπεί ν' αφαιρεθούν τα έξοδα μεταφοράς εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας που περιλαμβάνονται πραγματικά στην ενιαία τιμή — αλλά μόνον αυτά τα έξοδα μεταφοράς — από την τιμή κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 24ης Απριλίου 1979, το Bundesfinanzhof αποφαίνεται:
1)
Ο όρος «ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού» που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 803/68 έχει την έννοια ότι η τιμή αυτή δεν είναι αναγκαστικά ενιαία για όλους τους τόπους προορισμού που περιλαμβάνονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
2)
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων ν' αποφαίνονται, σύμφωνα με την εσωτερική τους νομοθεσία, επί των αποδείξεων που πρέπει να προσκομίσει ο εισαγωγέας για ν' αποδείξει, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 803/68, ότι η τιμή ελεύθερο στα σύνορα θα ήταν κατώτερη από την ενιαία τιμή ελεύθερο στον τόπο προορισμού, όταν όλες οι άλλες συνθήκες πωλήσεως είναι ίδιες, σε περίπτωση εισαγωγής από τον ίδιο τόπο εισόδου. Το εθνικό δικαστήριο οφείλει, εντούτοις, να λάβει υπόψη του το σκοπό της κοινοτικής διατάξεως, που είναι να επιτραπεί ν' αφαιρεθούν τα έξοδα μεταφοράς εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας που περιλαμβάνονται πραγματικά στην ενιαία τιμή — αλλά μόνον αυτά τα έξοδα μεταφοράς — από την τιμή κατά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
Touffait
Pescatore
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Φεβρουαρίου 1980.
Ο Γραμματέας
J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Α. Touffait
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy