Στην υπόθεση 107/79 αναθ.,
Lily Schuerer, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, 11, avenue Ernestine, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Nicolas Becker, 16, avenue Marie-Thérèse,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Δ. Γκουλούση, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον R. Andersen, δικηγόρο' Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ο. Montako, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση της απόφασης της 12ης Ιουνίου 1980 του πρώτου τμήματος του Δικαστηρίου, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή με την οποία η τότε προσφεύγουσα ζητούσε να διαπιστωθεί ότι τα συνταξιοδοτικά της δικαιώματα έπρεπε να αναγνωριστούν βάσει του άρθρου 78, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
Περιστατικά
Η αιτούσα εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής στις 7 Ιουλίου 1958, και κατείχε θέση βαθμού Β 3 στη γενική διεύθυνση XII όταν συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα λόγω πλήρους αναπηρίας την 1η Σεπτεμβρίου 1978.
Στις 26 Οκτωβρίου 1976, η αιτούσα έπεσε στις κλίμακες του κτιρίου της Επιτροπής. Η ιατρική υπηρεσία της Επιτροπής διαπίστωσε κολπική μαρμαρυγή και χορήγησε αναρρωτική άδεια.
Από τις 3 Δεκεμβρίου 1976, η αιτούσα εργαζόταν ημιαπασχολούμενη. Στη συνέχεια της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια, που ανανεωνόταν κανονικά ανά τρίμηνο κατά τη διάρκεια του έτους 1977.
Η Επιτροπή κίνησε αυτεπαγγέλτως, τον Ιανουάριο 1978, τη διαδικασία αναπηρίας. Η αιτούσα υποστήριξε ότι η αναπηρία της προκλήθηκε από το ατύχημα της 26ης Οκτωβρίου 1976 ή από τη σκόνη που εισέπνεε από τον Οκτώβριο 1975 λόγω της ελαττωματικής εγκατάστασης του συστήματος κλιματισμού στο γραφείο της ή από το συνδυασμό των παραγόντων αυτών.
Η επιτροπή αναπηρίας συντέθηκε από τον ιατρό Callebaut, τον οποίο διόρισε η Επιτροπή, τον καθηγητή S'Jongers, τον οποίο διόρισε η αιτούσα, και τον καθηγητή Verniory, ο οποίος διορίστηκε με κοινή συμφωνία των δύο πρώτων ιατρών. Η επιτροπή αναπηρίας έλαβε την απόφαση της στις 3 Αυγούστου 1978.
Με απόφαση της 14ης Αυγούστου 1978, η Επιτροπή συνταξιοδότησε αυτεπαγγέλτως την αιτούσα και της αναγνώρισε συνταξιοδοτικό δικαίωμα βάσει του άρθρου 78, τρίτη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
Η διοικητική ένσταση της αιτούσας, της 5ης Οκτωβρίου 1978, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής και την εκκαθάριση της σύνταξης της βάσει του άρθρου 78, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης απορρίφθηκε με απόφαση της 3ης Απριλίου 1979.
Η αιτούσα άσκησε στις 2 Ιουλίου 1979 προσφυγή με την οποία ζητούσε να μεταρρυθμιστούν οι αποφάσεις της Επιτροπής της 14ης Αυγούστου 1978 και της 3ης Απριλίου 1979. Με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) απέρριψε την προσφυγή.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 1983, η αιτούσα ζητεί την αναθεώρηση της εν λόγω απόφασης. Προς στήριξη της αίτησης της, προβάλλει ότι, εν αγνοία της, ο καθηγητής S'Jongers απεύθυνε στο δόκτορα Callebaut, αναπληρωτή ιατρό της Επιτροπής, δύο εκθέσεις στις 22 Νοεμβρίου 1976 και στις 14 Φεβρουαρίου 1977, αντίστοιχα. Ισχυρίζεται ότι ο καθηγητής Spongers, ο οποίος ήταν ο θεράποντας ιατρός της αιτούσας όταν απουσίαζε ο τακτικός της ιατρός, παραβίασε έτσι το ιατρικό απόρρητο. Αν είχε λάβει γνώση του γεγονότος ότι ο S'Jongers είχε κατά τον τρόπο αυτό παραβιάσει το ιατρικό απόρρητο, δεν θα τον διόριζε ως μέλος της επιτροπής αναπηρίας. Θεωρεί ότι ούτε ο καθηγητής S'Jongers, ο οποίος είχε γνωστοποιήσει την έκθεση, ούτε ο ιατρός Callebaut, ο οποίος έλαβε την έκθεση, έπρεπε να μετάσχουν στην επιτροπή αναπηρίας. Κατά συνέπεια, τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας δεν είναι αξιόπιστα και, επομένως, θα πρέπει τα πορίσματα αυτά να παραμεριστούν και να διαταχθεί η συγκρότηση νέας επιτροπής αναπηρίας.
Κατά την προσφεύγουσα, μόλις στις 2 Μαρτίου 1983 ο ιατρός Godhes της παρέδωσε φωτοτυπίες των εν λόγω εκθέσεων του καθηγητή S'Jongers, της 22ας Νοεμβρίου 1976 και της 14ης Φεβρουαρίου 1977, αφού της κατέστησε γνωστή την ύπαρξη τους. Ο ιατρός Godhes είχε λάβει τις εκθέσεις αυτές από τον ιατρό Siddons, προϊστάμενο της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής, το Φεβρουάριο 1983.
Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις επί της αίτησης αναθεώρησης στις 11 Μαΐου 1983. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Ο γενικός εισαγγελέας πρότεινε στις 12 Οκτωβρίου 1983 να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη
Σκεπτικό
1
Κατά τον οργανισμό του Δικαστηρίου, «η αναθεώρηση της αποφάσεως δύναται να ζητηθεί από το Δικαστήριο εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στο διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση, προ της εκδόσεως της αποφάσεως».
2
Το άρθρο 100 του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι χωρίς να προδικάσει την ουσία, το Δικαστήριο εκδίδει, αφού ακούσει το γενικό εισαγγελέα και λάβει υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις των μερών, απόφαση εν συμβουλίω περί του παραδεκτού της αιτήσεως.
3
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι μετά το ατύχημα της 26ης Οκτωβρίου 1976, ο ιατρός Callebaut, αναπληρωτής ιατρός της Επιτροπής, παρέσχε στην προσφεύγουσα τις πρώτες βοήθειες και της συνέστησε να απευθυνθεί στο θεράποντα ιατρό της. Επειδή, ο τελευταίος απουσίαζε στο εξωτερικό, ο ιατρός Callebaut της συνέστησε να συμβουλευτεί τον καθηγητή S'Jongers. Με την πρώτη επιστολή του της 22ας Νοεμβρίου 1976, ο καθηγητής S'Jongers ανακοίνωσε στον ιατρό της Επιτροπής το αποτέλεσμα της κλινικής εξέτασης στην οποία είχε προβεί και μετά το οποίο έκρινε ότι ήταν αναγκαίο η ασθενής να ημιαπασχολείται επί δύο μήνες. Με τη δεύτερη επιστολή του, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, έκρινε ότι επιβαλλόταν συμπληρωματική άδεια τριών μηνών.
4
Είναι δεδομένο ότι η αιτούσα, από τις 3 Δεκεμβρίου 1976 εργαζόταν ως ημια-πασχολούμενη και στη συνέχεια της χορηγήθηκε άδεια τριών μηνών, η οποία ανανεωνόταν περαιτέρω κανονικά ανά τρίμηνο κατά τη διάρκεια του έτους
5
Η προσφεύγουσα, για να στηρίξει την αίτηση αναθεώρησης, υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ο καθηγητής S'Jongers απέστειλε τις δύο προαναφερόμενες επιστολές στον ιατρό της Επιτροπής εν αγνοία της συνιστά γεγονός αποφασιστικής σημασίας, το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στην προσφεύγουσα πριν από την έκδοση της απόφασης. Οι ανακοινώσεις αυτές έγιναν κατά παράβαση της υποχρέωσης του ιατρικού απορρήτου, πράγμα που θα έπρεπε να είχε εμποδίσει τον καθηγητή S'Jongers, ο οποίος είχε προβεί σε αυτές, και τον αποδέκτη τους ιατρό Callebaut, να μετάσχουν στην επιτροπή αναπηρίας.
6
Πρέπει επομένως να εξεταστεί υπό ποιες συνθήκες έγιναν οι ανακοινώσεις αυτές. Ο ιατρός Callebaut παρέσχε στην προσφεύγουσα, μετά το ατύχημα της, τις πρώτες βοήθειες που απαιτούσε η κατάσταση της αλλά, υπό την ιδιότητα του αναπληρωτή ιατρού στην ιατρική υπηρεσία της Επιτροπής, ώφειλε να της συστήσει να συμβουλευθεί άλλον ιατρό. Αυτός ήταν ο καθηγητής S'Jongers, στον οποίο απευθύνθηκε η αιτούσα λόγω απουσίας του τακτικού ιατρού της. Επομένως, σ' αυτόν εναπόκειτο να λάβει τα μέτρα που επέβαλλε η κατάσταση της υγείας της ασθενούς. Μεταξύ των μέτρων αυτών που έκρινε πρόσφορα, συμπεριλαμβανόταν τον πρώτο καιρό το πλεονέκτημα της ημιαπασχόλησης και, στη συνέχεια, της τρίμηνης αναρρωτικής άδειας. Οι επιστολές του καθηγητή S'Jongers δεν απεστάλησαν παρά τη θέληση της ασθενούς. Είναι σύμφωνο με τη χρηστή διοίκηση, το κοινοτικό όργανο από το οποίο εξαρτάται ο υπάλληλος να λαμβάνει πληροφορίες γενικής φύσης ως προς την κατάσταση της υγείας του υπαλλήλου, που δικαιολογούν να του επιτραπεί να ημιαπασχολείται ή να του χορηγηθεί αναρρωτική άδεια. Επομένως, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στο θεράποντα ιατρό ότι παραβίασε το ιατρικό απόρρητο ανακοινώνοντας στο κοινοτικό όργανο τις πληροφορίες που δικαιολογούν τα πλεονεκτήματα αυτά.
7
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα περιστατικά που προβάλλει η αιτούσα δεν συνιστούν γεγονός αποφασιστικής σημασίας ως προς το αποτέλεσμα της αρχικής προσφυγής, αν αυτά είχαν γίνει γνωστά πριν από την έκδοση της απόφασης. Η αίτηση αναθεώρησης είναι επομένως απαράδεκτη και κρίνεται απορριπτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
8
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Η αιτούσα ηττήθηκε. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναθεώρησης ως απαράδεκτη.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Αποφασίστηκε εν συμβούλιο στο Λουξεμβούργο την 24η Νοεμβρίου 1983.
Full & Egal Universal Law Academy