ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Μαρτίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 111/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de première instance των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ανώνυμης εταιρίας ελβετικού δικαίου Caterpillar Overseas, Γενεύη,
και
Βελγικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών του Βασιλείου, στις αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνεται η διοίκηση των τελωνείων και ο ειδικός φόρος καταναλώσεως,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 803/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (JO L 148, σ. 6), περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, και του κανονισμού 603/72 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1972 (JO L 72, σ. 17), περί του αγοραστή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco και Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1979, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Ιουλίου 1979, το tribunal de première instance των Βρυξελλών υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 803/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (JO L 148, σ. 6), και του κανονισμού 603/72 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1972, περί του αγοραστή ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας (JO L 72, σ. 17).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας από την εταιρία ελβετικού δικαίου Caterpillar Overseas κατά του Βελγικού Δημοσίου, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδώσει δασμούς που εισπράχθηκαν αχρεωστήτως επί της εισαγωγής στο τελωνειακό έδαφος της ΕΟΚ ανταλλακτικών για μηχανήματα Caterpillar, και τους οποίους κατέβαλε η ενάγουσα της κύριας δίκης με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για να αποφύγει διώξεις.
3
Η διαφορά αφορά το ποια αξία πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό των δασμών που οφείλονται κατά την είσοδο στην ΕΟΚ ανταλλακτικών, τα οποία διαθέτει στο εμπόριο η Caterpillar Overseas. Αυτή η εταιρία, η οποία είναι θυγατρική της αμερικανικής εταιρίας Caterpillar Tractor Company, έχει την έδρα της στην Ελβετία και διαθέτει υποκατάστημα εγκατεστημένο στην Grimbergen του Βελγίου. Κατά την απόφαση περί παραπομπής, υποστηρίζει στην ουσία ότι το τελωνείο επί μακρόν δέχθηκε, και αυτό ορθώς, ότι οι εν λόγω δασμοί έπρεπε να υπολογίζονται επί των τιμών που πράγματι εφαρμόζει το υποκατάστημα της στο Βέλγιο στις σχέσεις της με τις εταιρίες που της προμηθεύουν τα ανταλλακτικά· αυτά τα ανταλλακτικά παραγγέλλονται, μέσω του υποκαταστήματος, στην Caterpillar Tractor στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή σε άλλες θυγατρικές της Caterpillar Tractor, ή ακόμα και σε εταιρίες στις οποίες συμμετέχει αυτή. Αντιθέτως, το βελγικό τελωνείο υποστηρίζει ότι η δασμολογητέα αξία των ανταλλακτικών πρέπει να καθορίζεται βάσει άλλου υπολογισμού, ο οποίος οδηγεί σε αύξηση κατά 20% επί της εφαρμοζόμενης τιμής.
Επί της εννοίας της δασμολογητέας αξίας
4
To tribunal θέτει κατ' αρχήν τρία ερωτήματα τα οποία χαρακτηρίζει ως «γενικά» και που αφορούν τη σχέση μεταξύ της εννοίας της «κανονικής τιμής», που συνιστά τη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 803/68, και της εννοίας του «τιμήματος που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί» που μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να γίνει δεκτό ως δασμολογητέα αξία κατά το άρθρο 9 του ίδιου κανονισμού. Το πρώτο γενικό ερώτημα έχει ως εξής:
«Το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68, καθόσον ορίζει ότι “το τίμημα που καταβάλλεται ή πρέπει να καταβληθεί μπορεί να γίνει δεκτό” (υπό ορισμένες προϋποθέσεις) “ως δασμολογητέα αξία”, δίδει άραγε στη δασμολογητέα αξία ορισμό ανεξάρτητο, μάλλον διαφορετικό, από τον ορισμό που δίδει στη δασμολογητέα αξία το άρθρο 1 αναφέροντας “την κανονική τιμή”; Ή παρεκκλίνει από το τελευταίο αυτό άρθρο;»
5
Ο κανονισμός 803/68 έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου. Προς το σκοπό αυτό οι διατάξεις του αποσκοπούν στο να αποφευχθούν αυθαίρετες ή πλασματικές αξίες και στο να τηρηθεί στη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων η πραγματική τους αξία. Το άρθρο 1 εκφράζει αυτή την ιδέα προβλέποντας ότι δασμολογητέα αξία είναι η κανονική τιμή, δηλαδή η τιμή που τεκμαίρεται ότι μπορεί να εφαρμοστεί για τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστή και πωλητή που είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο.
6
Η έννοια της κανονικής τιμής έχει ως κύριο σκοπό να επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να καθορίζουν, προς το συμφέρον της ορθής εισπράξεως των δασμών, την πραγματική τιμή των εμπορευμάτων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι όροι των συναλλαγών που τα αφορούν επηρεάστηκαν από στοιχεία που προσβάλλουν τους όρους οι οποίοι ισχύουν μεταξύ εμπορικών συναλλασσομένων που τελούν σε κατάσταση πλήρους ανταγωνισμού.
7
Παρ' όλον ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68 προβλέπει ότι το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί μπορεί να γίνει δεκτό ως δασμολογητέα αξία, απλώς δέχεται μία μέθοδο υπολογισμού της κανονικής τιμής του εμπορεύματος. Πράγματι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί δεν μπορεί να γίνει δεκτό παρά εφόσον αντιστοιχεί, κατά το χρονικό σημείο που συνομολογείται, στις τιμές που εφαρμόζονται σε πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστή και πωλητή που είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο, αυτή δε η τιμή πρέπει να προσαρμόζεται, αν παρίσταται ανάγκη, για να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία τα οποία, στην υπό εξέταση πώληση, διαφέρουν από τα συστατικά στοιχεία της κανονικής τιμής.
8
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο πρώτο γενικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68, προβλέποντας ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών, το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί μπορεί να γίνει δεκτό ως δασμολογητέα αξία, δεν δίδει στη δασμολογητέα αξία ανεξάρτητο ή διαφορετικό ορισμό σε σχέση με την κανονική τιμή στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 αυτού του κανονισμού.
9
Όπως προκύπτει από αυτή την απάντηση, το δεύτερο και το τρίτο γενικό ερώτημα, που υποβλήθηκαν για την περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα θα δινόταν καταφατική απάντηση, κατέστησαν άνευ αντικειμένου.
Επί της ερμηνείας του κανονισμού 603/72
10
Με το πρώτο αποκαλούμενο «ειδικότερο» ερώτημα, το tribunal de première instance ζητεί ορισμένες διευκρινίσεις, ως προς τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει του τιμήματος που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί. Έτσι, με το ερώτημα υπό β, που το Δικαστήριο θα εξετάσει πρώτο, ερωτάται πώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 1 του κανονισμού 603/72, κατά το οποίο το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως δασμολογητέα αξία παρά εφόσον συνομολογήθηκε σε πώληση προς αγοραστή εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το tribunal επιθυμεί κυρίως να πληροφορηθεί αν μια τέτοια πώληση υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση πωλήσεως έχει συναφθεί μεταξύ δύο εταιριών εγκατεστημένων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, κατά την οποία όμως ο αγοραστής, θυγατρική εταιρία του πωλητή, διαθέτει υποκατάστημα εγκατεστημένο σ' αυτό το έδαφος και επιφορτισμένο με τις παραγγελίες των εμπορευμάτων στον πωλητή, τη διαχείριση του αποθέματος και τη διανομή των εμπορευμάτων στους πελάτες, ειδικότερα στους διανομείς για τα προϊόντα που πωλούνται με το σήμα της μητρικής εταιρίας.
11
Στο προοίμιο που προηγείται της διατυπώσεως αυτών των ερωτημάτων, το tribunal τονίζει ότι ξεκινά από την υπόθεση ότι το εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υποκατάστημα απολαύει μεγάλης αυτονομίας κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του· είναι εγγεγραμμένο στο εμπορικό μητρώο του κράτους όπου είναι εγκατεστημένο και συνιστά υποκατάστημα κατά την έννοια του νόμου περί εταιριών αυτής της χώρας και εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά παγίας εγκατάστασης, κατά την έννοια του φορολογικού νόμου της χώρας όπου είναι εγκατεστημένο, καν των συνθηκών προς αποφυγή διπλής φορολογήσεως τύπου ΟΣΟΑ. Επιφυλάσσεται άλλωστε σ' αυτό το υποκατάστημα η μεταχείριση παγίας εγκαταστάσεως από την εν λόγω χώρα, η οποία εισπράττει τους άμεσους φόρους επί του εισοδήματος που προκύπτει από τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος, το οποίο γι' αυτό το λόγο τηρεί χωριστή λογιστική ωσάν να είχε διακεκριμένη νομική προσωπικότητα.
12
Σύμφωνα με τις αιτιολογικές του σκέψεις, ο κανονισμός 603/72 στηρίζεται στην ιδέα ότι η αντίληψη της συνήθους τιμής υποθέτει πώληση που συνάπτεται για την εισαγωγή εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και την ενσωμάτωση τους στην οικονομία αυτής και ότι, συνεπώς, η διαπίστωση των αναγκαίων πραγματικών στοιχείων για την πρακτική εφαρμογή αυτής της αρχής δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά στην περίπτωση κατά την οποία το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί και που δηλώθηκε ως βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εφαρμόζεται σε αγοραστή εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, δηλαδή σε αγοραστή που έχει εντός αυτής την κατοικία του και την εμπορική του έδρα.
13
Έπεται ότι στόχος του άρθρου 1 του κανονισμού 603/72 είναι να επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να προβαίνουν στους αναγκαίους ελέγχους και εξακριβώσεις για την εφαρμογή του κανονισμού 803/68. Εφόσον αυτή η διάταξη λαμβάνει ως βάση την πώληση σε αγοραστή εγκατεστημένο στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αφορά, επομένως, την κατάσταση κατά την οποία ο αγοραστής διαθέτει σ' αυτό το έδαφος πραγματική εμπορική έδρα.
14
Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση δεν είναι απαραίτητο η εταιρική έδρα του αγοραστή, αν αυτός είναι εταιρία, να ευρίσκεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Αρκεί ο αγοραστής να διαθέτει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εγκατάσταση που ασκεί δραστηριότητες, οι οποίες μπορούν να ασκηθούν από ανεξάρτητη επιχείρηση σ' αυτόν τον τομέα και που διαθέτει δική της λογιστική, επιτρέπουσα στις τελωνειακές αρχές να πραγματοποιούν τους αναγκαίους ελέγχους και εξακριβώσεις.
15
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο πρώτο ειδικό ερώτημα, υπό β, η απάντηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 603/72 έχει την έννοια ότι ένας αγοραστής είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας όταν διαθέτει σ' αυτό πραγματική εμπορική έδρα. Μία εταιρία που έχει την έδρα της εκτός αυτού του εδάφους ανταποκρίνεται σ' αυτή την απαίτηση όταν διαθέτει σ' αυτό το έδαφος εγκατάσταση, η οποία ασκεί δραστηριότητες που μπορούν να ασκηθούν από ανεξάρτητη επιχείρηση στον ίδιο τομέα και η οποία διαθέτει δική της λογιστική, επιτρέπουσα στις τελωνειακές αρχές να πραγματοποιούν τους αναγκαίους ελέγχους και εξακριβώσεις.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 9 του κανονισμού 803/68
16
Με το πρώτο ειδικό ερώτημα, υπό α, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία υπό ποίες προϋποθέσεις το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68, αντιστοιχεί, κατά το χρονικό σημείο που συνομολογείται, στο τίμημα που εφαρμόζεται σε πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστή και πωλητή, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο.
17
Κατά την ενάγουσα της κύριας δίκης, η πώληση προς εισαγωγέα εμπορευμάτων, ή προς το υποκατάστημα του, από προμηθευτή με τον οποίο αυτός ο εισαγωγέας και το υποκατάστημα του τελούν σε εταιρική σχέση, πρέπει να εξομοιώνεται προς πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εισαγωγέας, ή το υποκατάστημα του, ενεργεί ως αυτόνομος έμπορος, λόγω του ότι δεν απολαύει, λόγω των εταιρικών σχέσεων που έχει με τον προμηθευτή, κανενός οικονομικού ή εμπορικού πλεονεκτήματος σε σχέση με εντελώς ανεξάρτητο αγοραστή.
18
Αυτή η άποψη πρέπει να απορριφθεί. Αν και η εμπορική αυτονομία του αγοραστή σε σχέση με τον πωλητή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση της εξομοιώσεως του τιμήματος που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί με το τίμημα που εφαρμόζεται κατά την πώληση υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού, αυτό δεν σημαίνει ότι συνιστά επαρκή προϋπόθεση. Όπως, πράγματι, προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 803/68, μία πώληση, για να μπορεί να εξομοιώνεται με πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού, το συνομολογηθέν τίμημα δεν πρέπει να επηρεάζεται από εμπορικές, οικονομικές ή άλλης φύσεως, συμβατικές ή όχι, σχέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υφίστανται μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή εκτός των σχέσεων που δημιουργεί η ίδια η πώληση. Μια τέτοια επιρροή δεν αποτελεί μόνο συνάρτηση των σχέσεων στο εσωτερικό οργανώσεως επιχειρήσεων που συγκεντρώνει μια μητρική εταιρία που προμηθεύει τα εμπορεύματα και μια θυγατρική που τα αγοράζει μέσω του υποκαταστήματος της, αλλά μπορεί επίσης να προκύπτει από σύγκριση με την τιμή ταυτόσημων και ομοειδών εμπορευμάτων που καταβάλλει ο οποιοσδήποτε αγοραστής, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα στο έδαφος εισαγωγής.
19
Αυτή η ερμηνεία ανταποκρίνεται άλλωστε στις ενδείξεις που παρέχει η σύσταση του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας, της 1ης Ιουνίου 1965, επί της εφαρμογής του ορισμού της δασμολογητέας αξίας. Κατ' αυτή τη σύσταση, μια πώληση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστή και πωλητή, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο, όταν το συνομολογηθέν τίμημα είναι αισθητά κατώτερο από τις τιμές στις οποίες πωλούνται ελεύθερα ταυτόσημα, ή άλλως ομοειδή, εμπορεύματα από άλλους πωλητές της ίδιας χώρας, κατά το ίδιο χρονικό σημείο, και σε ίσες ποσότητες, σε οποιοδήποτε αγοραστή που αναπτύσσει δραστηριότητα, στη χώρα εισαγωγής, στο ίδιο εμπορικό επίπεδο στο οποίο αναπτύσσει τη δραστηριότητα του και ο υπό εξέταση αγοραστής.
21
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο πρώτο ειδικό ερώτημα, υπό α, η απάντηση ότι το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί, κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού 803/68, δεν αντιστοιχεί, κατά το χρονικό σημείο που συνομολογείται, προς την τιμή που εφαρμόζεται σε πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού, παρά μόνον αν αυτό το τίμημα δεν επηρεάζεται από εμπορικές, οικονομικές ή άλλης φύσεως σχέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υφίστανται μεταξύ πωλητή και αγοραστή εκτός των σχέσεων που δημιουργούνται από την ίδια την πώληση. Για να καθοριστεί αν μια τέτοια επιρροή υφίσταται, πρέπει να εξετάζεται αν ο αγοραστής διαθέτει εμπορική αυτονομία, σε σχέση με τον πωλητή, και αν το συνομολογηθέν μεταξύ τους τίμημα δεν είναι αισθητά κατώτερο από τις τιμές στις οποίες ελευθέρως πωλούνται τα ταυτόσημα ή ομοειδή εμπορεύματα, κατά το ίδιο χρονικό σημείο, σε οποιοδήποτε αγοραστή που αναπτύσσει δραστηριότητα στο ίδιο εμπορικό επίπεδο εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.
Επί της μεθόδου που αποκαλείται αφαιρετική
21
Το δεύτερο και τρίτο ειδικό ερώτημα υποβάλλονται από το tribunal για την περίπτωση κατά την οποία θα αρνείτο να υπολογίσει τη δασμολογητέα αξία των ανταλλακτικών Caterpillar βάσει του τιμήματος που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί. Αφορούν την ενδεχόμενη προσφυγή σε άλλη μέθοδο υπολογισμού και στην ουσία ερωτάται με αυτά αν η δασμολογητέα αξία μπορεί να καθοριστεί βάσει των τιμών που εφαρμόζονται στους διανομείς ή σε ορισμένους άλλους πελάτες, νοουμένου ότι αυτές οι τιμές μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με το εμπορικό επίπεδο των αγοραστών και, σε καταφατική περίπτωση, αν πρέπει να ληφθούν υπόψη, ενόψει της ενδεχόμενης αφαιρέσεως τους από το τίμημα, όπως καθορίζεται κατά την εν λόγω μέθοδο:
α)
τα έξοδα αποθηκεύσεως και διαφυλάξεως των εμπορευμάτων
β)
τα άλλα έξοδα που είναι συμφυή με τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος στο κράτος μέλος·
γ)
ποσό αντιπροσωπεύον το εμπορικό κέρδος των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος εντός της Κοινότητας.
22
Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες σκέψεις, η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68, να γίνεται δεκτό το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί ως δασμολογητέα αξία, με την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών, ουδόλως αποκλείει την προσφυγή σε άλλες μεθόδους υπολογισμού της πραγματικής αξίας του εισαγομένου εμπορεύματος.
23
Έτσι, είναι σύμφωνος προς αυτόν τον κανονισμό, και ιδίως προς τα άρθρα 1 και 7, ο υπολογισμός της δασμολογητέας αξίας βάσει της τιμής μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων, όταν μεταπωλούνται αυτούσια. Εν τούτοις, αυτή η μέθοδος συνεπάγεται ότι, για να επιτευχθεί η δασμολογητέα αξία, πρέπει η τιμή μεταπωλήσεως να μειωθεί κατά τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αγοραστής-μεταπωλητής για πράξεις στο εσωτερικό τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.
24
Από αυτό προκύπτει ότι τα έξοδα εναποθηκεύσεως και διατηρήσεως, καθώς και τα άλλα έξοδα που είναι συμφυή με τις δραστηριότητες του αγοραστή εντός του τελωνειακού εδάφους, πρέπει να αφαιρούνται από την τιμή μεταπωλήσεως για να επιτευχθεί δασμολογητέα αξία, η οποία να αντιστοιχεί προς την πραγματική αξία των εμπορευμάτων.
25
Με την ίδια προοπτική, ποσό που αντιπροσωπεύει το εμπορικό κέρδος των δραστηριοτήτων του αγοραστή-μεταπωλητή μπορεί να αφαιρείται στο μέτρο που ο αγοραστής διαθέτει ορισμένη εμπορική αυτονομία στη σχέση με τον πωλητή και που το περιθώριο κέρδους αντιστοιχεί προς το μέσο περιθώριο κέρδους, στο ίδιο επίπεδο, στον ίδιο εμπορικό κλάδο.
26
Συνεπώς, στο δεύτερο και τρίτο ειδικό ερώτημα που υποβλήθηκαν από το εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι είναι σύμφωνος προς τον κανονισμό 803/68 ο υπολογισμός της δασμολογητέας αξίας βάσει της τιμής μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων που μεταπωλούνται αυτούσια, κατόπιν αφαιρέσεως όλων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο αγοραστής-μεταπωλητής για πράξεις στο εσωτερικό του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και, ενδεχομένως, κατάλληλου περιθωρίου κέρδους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1979, το tribunal de première instance των Βρυξελλών, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68, προβλέποντας ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών, to τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί μπορεί να γίνει δεκτό ως δασμολογητέα αξία, δεν δίδει στη δασμολογητέα αξία ανεξάρτητο ή διαφορετικό ορισμό, σε σχέση με την κανονική τιμή στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 αυτού του κανονισμού.
2)
Το άρθρο 1 του κανονισμού 603/72 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1972, που αφορά τον αγοραστή, ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, έχει την έννοια ότι ένας αγοραστής είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας όταν διαθέτει σ' αυτό πραγματική εμπορική έδρα. Μία εταιρία που έχει την έδρα της εκτός αυτού του εδάφους ανταποκρίνεται σ' αυτή την απαίτηση όταν διαθέτει σ' αυτό το έδαφος εγκατάσταση, η οποία ασκεί δραστηριότητες που μπορούν να ασκηθούν από ανεξάρτητη επιχείρηση στον ίδιο τομέα και η οποία διαθέτει δική της λογιστική, επιτρέπουσα στις τελωνειακές αρχές να πραγματοποιούν τους αναγκαίους ελέγχους και εξακριβώσεις.
3)
Το τίμημα που καταβλήθηκε ή που πρέπει να καταβληθεί, κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού 803/68, δεν αντιστοιχεί, κατά το χρονικό σημείο που συνομολογείται, προς την τιμή που εφαρμόζεται σε πώληση πραγματοποιούμενη υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού, παρά μόνον αν αυτό το τίμημα δεν επηρεάζεται από εμπορικές, οικονομικές ή άλλης φύσεως σχέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υφίστανται μεταξύ πωλητή και αγοραστή εκτός των σχέσεων που δημιουργούνται από την ίδια την πώληση. Για να καθοριστεί αν μια τέτοια επιρροή υφίσταται, πρέπει να εξετάζεται αν ο αγοραστής διαθέτει εμπορική αυτονομία σε σχέση με τον πωλητή και αν το συνομολογηθέν μεταξύ τους τίμημα δεν είναι αισθητά κατώτερο από τις τιμές, στις οποίες ελευθέρως πωλούνται τα ταυτόσημα ή ομοειδή εμπορεύματα, κατά το ίδιο χρονικό σημείο, σε οποιοδήποτε αγοραστή που αναπτύσσει δραστηριότητα στο ίδιο εμπορικό επίπεδο εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.
4)
Είναι σύμφωνος προς τον κανονισμό 803/68 ο υπολογισμός της δασμολογητέας αξίας βάσει της τιμής μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων που μεταπωλούνται αυτούσια, κατόπιν αφαιρέσεως όλων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο αγοραστής-μεταπωλητής για πράξεις στο εσωτερικό του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και, ενδεχομένως, κατάλληλου περιθωρίου κέρδους.
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαρτίου 1980.
Ο γραμματέας
J. Α. Pompe
βοηθός γραμματέας
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος Α.
O'Keeffe
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy