Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγές — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Ένσταση κατά εκθέσεως βαθμολογήσεως — Μή αναγκαία προϋπόθεση
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρα 90 καί 91 )
2 . Υπάλληλοι — Προσφυγές — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Ένσταση τρίτου κατά αποφάσεως περί προαγωγής — Προθεσμία — Αφετηρία — Ημερομηνία τοιχοκολλήσεως τής αποφάσεως — Δημοσίευση στό μηνιαίο δελτίο τού προσωπικού — Μή προσήκουσα
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρο 25 εδάφιο 3 καί 90 παράγραφος 2 )
3 . Υπάλληλοι — Προσφυγές — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Προθεσμία — Χαρακτήρας δημόσιας τάξεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρα 90 καί 91 )
4 . Διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Έξοδα πού προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως
( Κανονισμός διαδικασίας άρθρο 69 παράγραφος 3 εδάφιο 2 )
Περίληψη
1 . Η ενώπιον τού Δικαστηρίου προσφυγή κατά εκθέσεως βαθμολογήσεως μπορεί νά ασκηθεί από τή στιγμή κατά τήν οποία η έκθεση αυτή μπορεί νά θεωρηθεί ως οριστική , χωρίς νά απαιτείται επιπλέον η αποπεράτωση τής προηγούμενης διαδικασίας υποβολής ενστάσεως κατά τό άρθρο 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων .
2 . Άν ειναι αλήθεια οτι τό άρθρο 25 εδάφιο 3 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει ειδικά οτι ορισμένες ατομικές αποφάσεις πού λαμβάνονται σέ σχέση μέ τούς υπαλλήλους τοιχοκολλούνται καί δημοσιεύονται , πρέπει νά σημειωθεί οτι , οσον αφορά τούς ενδιαφερόμενους τρίτους , η γενική οικονομία τού άρθρου 90 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση συνεπάγεται οτι η προθεσμία , εντός τής οποίας πρέπει νά υποβληθεί μιά ένσταση , αρχίζει τήν ημέρα πού ο ενδιαφερόμενος τρίτος έλαβε γνώση τού επίδικου μέτρου καί , εν πάση περιπτώσει , «τό αργότερο τήν ημέρα δημοσιεύσεώς του» . Στήν πε ρίπτωση , επομένως , αποφάσεων περί προαγωγών πού αφορούν τούς υπαλλήλους , «η άμεση τοιχοκόλληση» τών αποφάσεων αυτών στά κτίρια τών οργάνων στά οποία ανήκουν , ανταποκρίνεται πλήρως στόν τελικό σκοπό τού εν λόγω μέτρου , πού ειναι η γνωστοποίηση αυτών τών ατομικών αποφάσεων σέ περιορισμένη κατηγορία ενδιαφερομένων , ενώ η δημοσίευση στό μηνιαίο δελτίο τού προσωπικού έχει ως σκοπό νά εξασφαλίσει μιά γενική ενημέρωση χωρίς ιδιαίτερη έννομη συνέπεια .
3 . Οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής ειναι δημόσιας τάξεως καί δέν επαφίενται στή διακριτική ευχέρεια τών διαδίκων ή τού δικαστή . Αυτό ισχύει εξίσου γιά τίς προθεσμίες υποβολής ενστάσεως , οι οποίες , από άποψη διαδι κασίας , προηγούνται καί έχουν τήν ίδια φύση , εφ’ οσον συμβάλλουν στή ρύθμιση τού ίδιου ένδικου μέσου μέ αντικειμενικό σκοπό νά εγγυηθούν τήν ασφάλεια τού δικαίου .
4 . Όταν ενας υπάλληλος επιμένει νά κινήσει δικαστικό αγώνα χωρίς νά ειναι σέ θέση νά αποδείξει τήν υπαρξη πραγματικού συμφέροντος , ενώ μετά από διαμαρτυρίες του καί μέσω τής διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου πού ακολουθήθηκε στούς κόλπους τής διοικήσεως τού καθ’ ου οργάνου , πέτυχε νά τροποποιηθούν υπέρ αυτού οι εκτιμήσεις πού περιείχε η έκθεση βαθμολογήσεως πού τόν αφορούσε , πρέπει νά καταδικαστεί στό σύνολο τών δικαστικών εξόδων , δυνάμει τού άρθρου 69 παράγραφος 3 εδάφιο 2 τού κανονισμού διαδικασίας .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 122 καί 123/79
MIRTIA SCHIAVO , υπάλληλος τού Συμβουλίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Ρώμης , εκπροσωπούμενη από τόν Rossi , δικηγόρο Ρώμης , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν E . Arendt , 34 , rue Philippe-II ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενου από τόν Antonio Sacchettini , σύμβουλο στή νομική υπηρεσία τής γραμματείας τού Συμβουλίου στίς Βρυξέλλες , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν P . J . Fontein , διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τής Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων , 2 , place de Metz ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχουν ως αντικείμενο :
— στήν υπόθεση 122/79 τήν ακύρωση τής αποφάσεως 7/78 τής 30ής Νοεμβρίου 1978 , πού δημοσιεύτηκε στό μηνιαίο δελτίο τού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Ιανουαρίου 1979 αριθ . 158 , μέ τήν οποία εγκρίθηκαν , μέ ισχύ από τήν 1η Ιανουαρίου 1977 , οι προαγωγές τών υπαλλήλων τού μεταφραστικού κλάδου ( LA ) κατ’ αποκλεισμό τής προσφεύγουσας·
— στήν υπόθεση 123/79 τήν ακύρωση τής σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως μέ τήν οποία ο Hommel , γενικός γραμματεύς τού Συμβουλίου υπουργών τής Ευρωπαϊκής Κοινότητας , επικύρωσε τή γνωμοδότηση τής επιτροπής εκθέσεων τής 28ης Νοεμβρίου 1978 , απορρίπτοντας τήν αίτηση τής προσφεύγουσας μέ ημερομηνία 15 Ιουλίου 1978 περί αναθεωρήσεως τής εκθέσεως βαθμολογήσεως , η οποία αναφέρεται στό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 1977 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 3 Αυγού- στου η Schiavo , πού ηταν τότε υπάλληλος τού Συμβουλίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέ βαθμο LA 7 , άσκησε δυό προσφυγές , οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατόπιν διατάξεως τής 31ης Ιανουαρίου 1980 , η μέν πρώτη περί ακυρώσεως τής σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί τής αιτήσεως περί αναθεωρήσεως τής εκθέσεως βαθμολογήσεως τής προσφεύγουσας , γιά τήν περίοδο από 1η Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31η Οκτωβρίου 1977 καί περί ακυρώσεως τού υπηρεσιακού σημειώματος τού γενικού γραμματέως τού Συμβουλίου τής 8ης Δεκεμβρίου 1978 , η δέ άλλη περί ακυρώσεως σειράς αποφάσεων τού Συμβουλίου τής 30ης Νοεμβρίου 1978 πού αφορούσαν τήν προαγωγή ορισμένων υπαλλήλων τού μεταφραστικού κλάδου .
Επί τών περιστατικών πού προηγήθηκαν τής διαφοράς
2 Η προσφεύγουσα διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος τού Συμβουλίου στίς 16 Οκτωβρίου 1972 . Σύμφωνα μέ τήν απόφαση τού Συμβουλίου τής 25ης Μα ΐου 1964 περί τών εκθέσεων ικανότητας , αποδόσεως καί συμπεριφοράς στήν υπηρεσία τών υπαλλήλων τής γενικής γραμματείας τού Συμβουλίου , δύο εκθέσεις βαθμολογήσεως — οι οποίες έκριναν γενικά τήν προσφεύγουσα ως «καλή» , ακόμη δέ καί «πολύ καλή» — συντάχθηκαν γιά τίς περιόδους 1972/73 , χωρίς νά δώσουν αφορμή γιά κανένα σχόλιο εκ μέρους της .
3 Σύμφωνα μέ τά νέα κριτήρια πού καθιέρωσε η απόφαση τού Συμβουλίου τής 18ης Οκτωβρίου 1977 , η οποία ορισε τίς γενικές διατάξεις εις εκτέλεση τού άρθρου 43 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων πού αναφέρεται στίς εκθέσεις βαθμολογήσεως , η Schiavo βαθμολογήθηκε στίς 16 Φε βρουαρίου 1978 από τόν προϊστάμενο τού τμήματός της καί πρώτο βαθμολογητή Valerio γιά τήν περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31ης Οκτωβρίου 1977 .
4 Θεωρώντας οτι η εν λόγω έκθεση βαθμολογήσεως μετέβαλε κατά τρόπο «αρνητικό» τίς προηγούμενες η Schiano ζήτησε κατ’ αρχήν νά συναντηθεί μέ τόν πρώτο της βαθμολογητή , καί πέτυχε μετά απ’ αύτή τή συνάντηση τροποποιήσεις υπέρ αυτής· εν τούτοις , ζήτησε εγγράφως τήν αναθεώρηση τής εν λόγω εκθέσεως πού ειχε διορθωθεί ευνοϊκά . Αφού η αίτησή της απορρίφθηκε , ζήτησε τήν αναθεώρηση τής εκθέσεως από τό δεύτερο βαθμολογητή Duck , σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τής αποφάσεως τής 18ης Οκτωβρίου 1977 . Εκείνος μέ υπηρεσιακό σημείωμα τής 25ης Μα ΐου 1978 , μετέβαλε υπέρ αυτής τή γενική κρίση .
5 Η προσφεύγουσα , ομως , αρνήθηκε επίσης νά δεχθεί καί τά συμπεράσματα τού δεύτερου βαθμολογητή , υπέβαλε δέ ένσταση , κατά τό άρθρο 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , μέ επιστολή πού απεύθυνε στίς 11 Σεπτεμβρίου 1978 στό γενικό γραμματέα τού Συμβουλίου .
6 Εν όψει τής ενστάσεως αυτής , ο γενικός γραμματεύς διαβίβασε , δυνάμει τού άρθρου 11 τής αποφάσεως τού Συμβουλίου τής 18ης Οκτωβρίου 1977 , τήν υπόθεση στήν επιτροπή εκθέσεων , τής οποίας η παρέμβαση προβλέπεται από τήν εν λόγω απόφαση σέ περίπτωση πού ενας υπάλληλος διαφωνεί μέ τήν έκθεση βαθμολογήσεως πού τόν αφορά .
7 Η γνωμοδότηση αυτής τής επιτροπής πού έγινε στίς 28 Νοεμβρίου 1978 , ηταν εις βάρος τής προσφεύγουσας , ο δέ γενικός γραμματεύς τήν επικύρωσε μέ σημείωμα τής 8ης Δεκεμβρίου 1978· τό σημείωμα αυτό μαζί μέ τή γνωμοδότηση διαβιβάστηκε στήν προσφεύγουασα , η οποία παρέλαβε τά εν λόγω έγγραφα στίς 18 Δεκεμβρίου 1978 .
8 Εν τώ μεταξύ , ο γενικός γραμματεύς έλαβε στίς 30 Νοεμβρίου 1978 — κατόπιν σύμφωνης γνώμης τής συμβουλευτικής επιτροπής — σειρά αποφάσεων περί προαγωγής ορισμένων υπαλλήλων , κατ’ αποκλεισμό τής προσφεύγουσας· ο κατάλογος τών υπαλλήλων , πού ειχαν προαχθεί , τοιχοκολλήθηκε στά κτίρια τού οργάνου στίς 6 Δεκεμβρίου 1978 καί δημοσιεύτηκε στό υπ’ αριθ . 158 μηνιαίο δελτίο τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τού Ιανουαρίου 1979 .
9 Ύστερα απ’ αυτά τά περιστατικά , η προσφεύγουσα απέστειλε στίς 25 Μαρτίου 1979 δύο επιστολές , υποβάλλοντας , μέ τήν πρώτη ένσταση κατά τών αποφάσεων περί προαγωγής καί προβαίνοντας , μέ τή δεύτερη , σέ όχληση τού γενικού γραμματέα γιά νά εκδώσει απόφαση σχετική μέ τήν έκθεση βαθμολογήσεως πού συντάχθηκε στίς 16 Φεβρουαρίου 1978 .
10 Δεδομένου οτι οι δυό αυτές επιστολές έμειναν χωρίς απάντηση , η προσφεύγουσα άσκησε τίς δυό ανωτέρω προσφυγές .
Επί τού παραδεκτού τών δύο προσφυγών
Όσον αφορά τήν αίτηση ακυρώσεως τής εκθέσεως βαθμολογήσεως
11 Κατ’ αρχήν , τό Συμβούλιο υποστήριξε κατά τή διάρκεια τής έγγραφης διαδικασίας οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη λόγω μή προηγούμενης υποβολής ενστάσεως , διότι η επιστολή τής 25 Μαρτίου 1979 δέ συνιστά ένσταση κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 ούτε από άποψη τυπική , δεδομένου οτι βασίζεται στό άρθρο 175 τής συνθήκης ΕΟΚ , ενώ οι διαφορές μεταξύ τών υπαλλήλων καί τών οργάνων στά οποία ανήκουν εμπίπτουν στό άρθρο 179 τής συνθήκης ΕΟΚ , ούτε από άποψη ουσιαστική , δεδομένου οτι η επιστολή αυτή συνιστά αίτηση κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 1 , καί οτι ακόμη καί άν μπορούσε νά θεωρηθεί ως ένσταση , η προσφυγή θά ηταν , πάντως , απαράδεκτη , γιά τό λόγο οτι η ένσταση έπρεπε νά ειχε υποβληθεί τό αργότερο στίς 19 Μαρτίου 1979 .
12 Στήν επ’ ακροατηρίου συζήτηση , τό Συμβούλιο αναφερόμενο στήν απόφαση τής 3ης Ιουλίου 1980 , ( Grassi κατά Συμβουλίου , 6 καί 97/79 μή δημοσιευμένη ακόμη στή Συλλογή ) υποστήριξε οτι , εφ’ οσον η προσφυγή κατά τής εκθέσεως βαθμολογήσεως μπορεί νά ασκηθεί χωρίς προηγουμένως νά ειναι απαραίτητη η υποβολή ενστάσεως , η προσφεύγουσα όφειλε νά ασκήσει προσφυγή πρίν από τίς 192 Μαρτίου 1979 .
13 Αντίθετα , η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι , εφ’ οσον πρέπει νά ειναι αιτιολογημένη κάθε ατομική απόφαση εις βάρος υπαλλήλου , τό σημείωμα τού γενικού γραμματέως τής 8ης Δεκεμβρίου 1978 , τό οποίο στερείται αιτιολογίας , ειναι άκυρο καί κατά συνέπεια δικαίως προέβη σέ «όχληση» στίς 25 Μαρτίου 1979 .
14 Πρέπει , κατ’ αρχήν , νά υπομνηστεί οτι οσον αφορά τίς εκθέσεις βαθμολογήσεως , η απόφαση τού Συμβουλίου τής 18ης Οκτωβρίου 1977 καθορίζει τή διεξαγωγή τής εξώδικης διαδικασίας , προβλέπει δέ κυρίως στό άρθρο 10 παράγραφος 5 οτι :
«η αρμόδια γιά διορισμούς αρχή επικυρώνει τήν έκθεση καί τή διαβιβάζει στόν υπάλληλο πού έχει βαθμολογηθεί , ενέργεια πού τερματίζει τή διαδικασία ενστάσεως» .
15 Επομένως , στήν προκειμένη περίπτωση , η προσφεύγουσα υπέβαλε στίς 11 Σεπτεμβρίου 1978 ένσταση κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2 , προκειμένου νά επιτύχει τή διόρθωση τής εκθέσεως βαθμολογήσεώς της· η ειδική διαδικασία , η οποία άρχισε κατ’ αυτό τόν τρόπο , περατώθηκε , σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τής αποφάσεως τού Συμβουλίου τής 18ης Οκτωβρίου 1977 , μέ τό σημείωμα τού γενικού γραμματέα , πού επικύρωσε τή γνωμοδότηση τής επιτροπής εκθέσεων καί τό οποίο παρέλαβε η προσφεύγουσα στίς 18 Δεκεμβρίου 1978 , ημερομηνία μετά τήν οποία η έκθεση θεωρήθηκε ως οριστική .
16 Τό Δικαστήριο έχει , εξάλλου , ήδη διευκρινίσει στήν ανωτέρω απόφαση Grassi οτι σέ μιά τέτοια περίπτωση η προσφυγή στό Δικαστήριο δέν εξαρτάται από προηγούμενη υποβολή διοικητικής ενστάσεως :
«η ενώπιον τού Δικαστηρίου προσφυγή κατά εκθέσεως βαθμολογήσεως μπορεί νά ασκηθεί από τή στιγμή κατά τήν οποία η έκθεση αυτή μπορεί νά θεωρηθεί ως οριστική , χωρίς νά απαιτείται επιπλέον η αποπεράτωση τής προηγούμενης διαδικασίας υποβολής ενστάσεως κατά τό άρθρο 90» .
Η προσφεύγουσα , κατά συνέπεια , έπρεπε νά προσφύγει απευθείας στό Δικαστήριο εντός τής προθεσμίας τών τριών μηνών πού ορίζει τό άρθρο 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , δηλαδή πρίν από τίς 19 Μαρτίου 1979 , ενώ εκείνη άσκησε τήν προσφυγή της στίς 3 Αυγούστου 1979 .
17 Επιπλέον , ακόμη καί άν η επιστολή τής προσφεύγουσας τής 25ης Μαρτίου 1979 μπορεί νά χαρακτηριστεί ως διοικητική ένσταση , κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καί άν μπορούσε κανείς νά δεχθεί , σύμφωνα μέ τήν τωρινή διατύπωση τών κειμένων , οτι η πλάνη γιά τό ανεφάρμοστο τού εν λόγω άρθρου ειναι συγγνωστή , τά περιστατικά αυτά δέν επιφέρουν καμιά μεταβολή στό γεγονός οτι ειναι εκπρόθεσμη , εφ’ οσον υποβλήθηκε μετά τίς 19 Μαρτίου 1979 .
18 Κατά συνέπεια η προσφυγή 123/79 πρέπει νά κριθεί απαράδεκτη , λόγω τού οτι ασκήθηκε εκπρόθεσμα .
Όσον αφορά τήν αίτηση ακυρώσεως τών αποφάσεων περί προαγωγής
19 Τό Συμβούλιο υποστηρίζει οτι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα , εφ’ οσον η ένσταση τής 25ης Μαρτίου 1979 επιδίωκε τήν ακύρωση τών αποφάσεων προαγωγής πού τοιχοκολλήθηκαν στίς 6 Δεκεμβρίου 1978 καί επομένως ασκήθηκε μετά τήν πάροδο τής προθεσμίας τών τριών μηνών από τήν ημέρα δημοσιεύσεως , δηλαδή μετά τήν πάροδο τής προθεσμίας πού ορίζει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επί ποινή απαραδέκτου . Γιά νά υποστηρίξει τήν άποψη αυτή ισχυρίζεται κατά πρώτο οτι , σύμφωνα μέ τήν εν λόγω διάταξη , η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής από τρίτο , τά συμφέροντα τού οποίου θίγει μία πράξη ατομικού χαρακτήρα , αρχίζει «από τήν ημέρα κατά τήν οποία έλαβε γνώση τής πράξεως , όχι ομως αργότερα από τήν ημέρα δημοσιεύσεως» , η οποία ειναι στήν προκειμένη περίπτωση η ημέρα τοιχοκολλήσεως , καί κατά δεύτερο οτι , άν η δημοσίευση στό μηνιαίο δελτίο αποτελούσε τήν αφετηρία τής προθεσμίας , δέ θά τηρούνταν οι απαιτήσεις τής ασφάλειας τού δικαίου .
20 Η προσφεύγουσα βασιζόμενη στό άρθρο 25 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό οποίο προβλέπει οτι
«οι ατομικές αποφάσεις πού αναφέρονται . . . στήν προαγωγή . . . υπαλλήλου τοιχοκολλούνται αμέσως στά κτίρια τού οργάνου , στό οποίο ανήκει καί δημοσιεύονται στό μηνιαίο δελτίο τού προσωπικού τών Κοινοτήτων» ,
υποστηρίζει οτι μιά απόφαση δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι έχει δημοσιευτεί εγκύρως παρά μόνο αφού τοιχοκολληθεί στά κτίρια τού οργάνου καί δημοσιευτεί ταυτόχρονα στό μηνιαίο δελτίο προσωπικού τών Κοινοτήτων . Εφ’ οσον , λοιπόν , η τελευταία αυτή δημοσίευση έγινε τόν Ιανουάριο τού 1979 , η ένσταση έχει υποβληθεί μέσα στίς ταχθείσες προθεσμίες .
21 Βέβαια , ειναι αλήθεια , οτι τό άρθρο 25 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει ειδικά οτι οι ατομικές αποφάσεις πού αναφέρονται στήν προαγωγή υπαλλήλου τοιχοκολλούνται καί δημοσιεύονται , πρέπει νά σημειωθεί οτι , οσον αφορά τούς ενδιαφερόμενους τρίτους , η γενική οικονομία τού άρθρου 90 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση συνεπάγεται οτι η προθεσμία , εντός τής οποίας πρέπει νά υποβληθεί μία ένσταση , αρχίζει τήν ημέρα πού ο ενδιαφερόμενος τρίτος έλαβε γνώση τού επίδικου μέτρου καί , εν πάση περιπτώσει , «τό αργότερο τήν ημέρα δημοσιεύσεώς του» . Στήν περίπτωση , επομένως , αποφάσεων περί προαγωγών πού αφορούν τούς υπαλλήλους , «η άμεση τοιχοκόληση» τών αποφά σεων αυτών στά κτίρια τών οργάνων στά οποία ανήκουν , ανταποκρίνεται πλήρως στόν τελικό σκοπό τού εν λόγω μέτρου , πού ειναι η γνωστοποίηση αυτών τών ατομικών αποφάσεων σέ περιορισμένη κατηγορία ενδιαφερομένων , ενώ η δημοσίευση στό μηνιαίο δελτίο έχει ως μόνο σκοπό νά εξασφαλίσει μιά γενική ενημέρωση χωρίς ιδιαίτερη έννομη συνέπεια .
22 Όσον αφορά στίς απαιτήσεις τής ασφάλειας τού δικαίου , τό Δικαστήριο αναγνώρισε στήν απόφαση τής 12ης Δεκεμβρίου 1967 ( Collignon-Mueller , 4/67 , Rec . σ . 470 )
«οτι οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής ειναι δημόσιας τάξεως καί δέν επαφίενται στή διακριτική ευχέρεια τών διαδίκων ή τού δικαστή» ,
διαπίστωση πού ισχύει εξίσου γία τίς προθεσμίες υποβολής ενστάσεως , οι οποίες , από άποψη διαδικασίας , προηγούνται καί έχουν τήν ίδια φύση , εφ’ οσον συμβάλλουν στή ρύθμιση τού ίδιου ένδικου μέσου μέ αντικειμενικό σκοπό νά εγγυηθούν τήν ασφάλεια τού δικαίου .
23 Άν , λοιπόν , αφετηρία τής προθεσμίας υποβολής ενστάσεως αποτελούσε η δημοσίευση τών εν λόγω μέτρων στό μηνιαίο δελτίο — η οποία συχνά γίνεται πολύ μετά τή δημοσίευση τών ίδιων μέτρων διά τοιχοκολήσεως — θά προέκυπτε μιά ελαστικότητα τής προθεσμίας αυτής , πού ειναι αντίθετη πρός τό συμφέρον τών προσώπων υπέρ τών οποίων λαμβάνονται τά εν λόγω ατομικά μέτρα καί δέν παρέχει ουσιαστικό πλεονέκτημα στούς υπαλλήλους , τών οποίων τά συμφέροντα θίγονται μέ τά μέτρα αυτά , επειδή μπορούν χωρίς δυσκολία νά πληροφορηθούν οι ίδιοι ή μέσω άλλων , οποτε θέλουν , τά σημαντικά μέτρα , πού έχουν αποτελέσει αντικείμενο τοιχοκολλήσεως , η οποία ρυθμίζεται κατά τρόπο ακριβή , καί τά οποία έχουν ληφθεί στό πλαίσιο διοικήσεως τού προσωπικού τής υπηρεσίας τους , αφορούν δέ τήν ατομική υπηρεσιακή τους κατάσταση .
24 Κατά συνέπεια , πρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα οτι , επειδή η προσφεύγουσα υπέβαλε , κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , εκπρόθεσμα τήν ένσταση , η προσφυγή 122/79 πρέπει επίσης νά κριθεί ως απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
25 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας καί προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν , υπό τήν επιφύλαξη τών διατάξεων τού άρθρου 69 παράγραφος 3 εδάφιο 2 πού αναφέρεται στά έξοδα πού τό Δικαστήριο κρίνει οτι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως .
26 Τό Δικαστήριο θεωρεί οτι η προσφεύγουσα δέν πρέπει νά τύχει τού προνομίου τής διατάξεως τού άρθρου 70 . Πράγματι , εκ τών ανωτέρω φαίνεται , οτι επέμεινε νά κινήσει ενα δικαστικό αγώνα χωρίς νά ειναι σέ θέση νά αποδείξει τήν υπαρξη πραγματικού συμφέροντος , ενώ μετά από διαμαρτυρίες της καί μέσω τής διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου η οποία ακολουθήθηκε στούς κόλπους τής διοικήσεως τού Συμβουλίου , πέτυχε νά τροποποιηθούν υπέρ αυτής οι κρίσεις πού τήν αφορούσαν . Κατά συνέπεια , η ανάληψη καί η συνέχιση δικαστικής ενέργειας πρέπει νά θεωρηθούν ως καταχρηστικές . Πρέπει , επομένως , νά καταδικαστεί η προσφεύγουσα στό σύνολο τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τίς προσφυγές ως απαράδεκτες .
2)Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στό σύνολο τών δικαστικών εξόδων .
Full & Egal Universal Law Academy