ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Ιουνίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 130/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen's Bench Division, Commercial Court προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου μεταξύ
Express Dairy Foods Limited
και
Intervention Board for Agricultural Produce,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, σχετικής καταρχάς προς την ενδεχόμενη επέκταση της νομολογίας Milac (υπόθεση 131/77, ECR 1978, σ. 1041) σε όλους τους κανονισμούς που εκδόθηκαν μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1973 και 11ης Αυγούστου 1977 και θέσπισαν νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη και, περαιτέρω, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και κηρύξεως ανίσχυρων όλων αυτών των κανονισμών, ως προς το δικαίωμα αναζητήσεως του αχρεωστήτου και των σχετικών τόκων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 23ης Ιουλίου 1979, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Αυγούστου 1979, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, Commercial Court, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά αντιστοίχως: με το κύρος όλων των κανονισμών που εκδόθηκαν από την Επιτροπή μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1973 και 11ης Αυγούστου 1977 και θέσπισαν εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη, με την έκταση ισχύος κηρύξεως ανίσχυρου ενός κανονισμού από το Δικαστήριο στα πλαίσια προδικαστικής διαδικασίας και με την υποχρέωση αποδόσεως των αχρεωστήτως εισπραχθέντων από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους ποσών, και με την ενδεχόμενη υποχρέωση καταβολής τόκων.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ μιας επιχειρήσεως, της Express Dairy Foods Limited και του βρετανικού οργανισμού παρεμβάσεως, του Intervention Board for Agricultural Produce (IBAP) που είναι η αρμόδια αρχή στο Ηνωμένο Βασίλειο, για να εισπράττει τα ποσά που είναι απαιτητά, κατ' εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η επιχείρηση Express Dairy Foods Ltd εξήγαγε, μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1973 και 7ης Αυγούστου 1977, σημαντικές ποσότητες ορού γάλακτος σε σκόνη καταταγέντος στη δασμολογική κλάση 04.02 Α Ι του κοινού δασμολογίου και υποχρεώθηκε, δυνάμει των ισχυόντων κατά τις εξαγωγές κανονισμών της Επιτροπής, να καταβάλλει στο ΙΒΑΡ, ως νομισματικά εξισωτά ποσά, συνολικό ποσό 267355,40 λιρών.
3
Το ύψος αυτού του ποσού υπολογίστηκε βάσει διαφόρων κανονισμών της Επιτροπής καθοριζόντων, για την κρίσιμη περίοδο, τα εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη νομισματικά εξισωτικά ποσά. Όμως, με απόφαση της 13ης Μαίου 1978, επί της υποθέσεως 131/77, Milac κατά Hauptzollamt Saarbrücken (ECR σ. 1041), το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο ένα από τους εν λόγω κανονισμούς: τον κανονισμό (ΕΟΚ) 539/75 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1975 (OJ L 57, σ. 2) περί καθορισμού των εφαρμοστέων στο εμπόριο του ορού γάλακτος νομισματικών εξισωτικών ποσών για την περίοδο από 3ης Μαρτίου μέχρι 4ης Αυγούστου 1975.
4
Όταν η ενάγουσα της κύριας δίκης ζήτησε την απόδοση από το ΙΒΑΡ όλων των ποσών που καταβλήθηκαν ως νομισματικά εξισωτικά ποσά, για τις εξαγωγές ορού γάλακτος σε σκόνη που είχε πραγματοποιήσει, και ζήτησε την καταβολή των σχετικών τόκων, το ΙΒΑΡ αντέταξε ότι είχε την υποχρέωση να εισπράξει όλα τα οφειλόμενα, βάσει όλων των μη κηρυχθέντων ανίσχυρων κανονισμών, εξισωτικά ποσά και να εφαρμόσει τον κηρυχθέντα ανίσχυρο κανονισμό μέχρι της ημερομηνίας που το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον εν λόγω κανονισμό.
Επί του πρώτου ερωτήματος
5
Σ' αυτό το πλαίσιο το High Court of Justice υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 131/77, όλοι οι κανονισμοί της Επιτροπής, οι εκδοθέντες μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1973 και 11ης Αυγούστου 1977, ανίσχυροι στο μέτρο που θεσπίζουν νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη;»
6
Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι που αιτιολόγησαν την κήρυξη από το Δικαστήριο ανίσχυρου του πρώτου άρθρου, του κανονισμού 539/75 στο μέτρο που το εν λόγω άρθρο θεσπίζει νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού του γάλακτος, να εξετασθεί περαιτέρω αν αυτή η αιτιολογία μπορεί να εφαρμοσθεί και σε όλους τους κανονισμούς που θεσπίζουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για την κρίσιμη περίοδο και για το εν λόγω προϊόν και να συναχθεί απ' αυτό αν ήσαν έγκυροι ή όχι.
7
Όπως προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως 131/77, το ανίσχυρο του άρθρου 1 του κανονισμού 539/75, στο μέτρο που θεσπίζει νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη, αναγνωρίστηκε κατόπιν της διαπιστώσεως ότι η τιμή του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη δεν ασκούσε καμιά αποφασιστική επίδραση επί της τιμής του ορού γάλακτος σε σκόνη που ίσχυε στην αγορά. Το Δικαστήριο θεώρησε έτσι ότι η εφαρμογή νομισματικών εξισωτικών ποσών στον ορό γάλακτος ήταν αντίθετη προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου της 12ης Μαίου 1971 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192 επ.) το οποίο δεν επιτρέπει τη θέσπιση τέτοιων ποσών παρά μόνο για τα προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων για τα οποία προβλέπονται μέσα παρεμβάσεως.
8
Είναι δεδομένο ότι αυτή η απαίτηση αγνοήθηκε από το σύνολο της ένδικης κανονιστικής ρυθμίσεως, της οποίας οι διαδοχικές τροποποιήσεις δεν είχαν άλλωστε ως αντικείμενο παρά την τροποποίηση των αναγκαίων, για την εφαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, ποσοστών, ώστε αυτά να αντιστοιχούν στη διακύμανση των τιμών συναλλάγματος. Πρέπει, επιπλέον, να σημειωθεί ότι δεν υποστηρίχθηκε, στις γραπτές παρατηρήσεις ή κατά τη διάρκεια της προφορικής συζητήσεως, και ιδίως από την Επιτροπή, ότι.οι εν λόγω κανονισμοί δεν είναι ανίσχυροι στο μέτρο που θεσπίζουν εξισωτικά νομισματικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη. Υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 131/77, πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι κανονισμοί της Επιτροπής, οι εκδοθέντες μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1973 και 11ης Αυγούστου 1977 πρέπει να θεωρηθούν ως ανίσχυροι στο μέτρο που θεσπίζουν νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα στο εμπόριο του ορού γάλακτος σε σκόνη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
9
Το δεύτερο ερώτημα έχει ως εξής:
«Όταν, σε μια διαδικασία, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο ένα κανονισμό της Επιτροπής, επιτρέποντα ή επιβάλλοντα την είσπραξη εξισωτικών νομισματικών ποσών, έχουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση, βάσει του κοινοτικού δικαίου, να αποδώσουν ποσά εισπραχθέντα σύμφωνα μ' αυτόν τον κανονισμό και, σε καταφατική περίπτωση, ποια ποσά πρέπει να αποδώσουν;»
10
Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σχετικές με τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων διατάξεις, δηλαδή από την απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 και τον κανονισμό του Συμβουλίου 2/71, της 2ας Ιανουαρίου 1971, περί εφαρμογής αυτού (OJ 1970, L 94 και 1971, L 3, σ. 1), σε συνδυασμό με την απόφαση του Συμβουλίου 729/70, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 επ.), εναπόκειται στις εθνικές αρχές να διασφαλίσουν, για λογαριασμό της Κοινότητας και σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, την είσπραξη ορισμένου αριθμού φορολογικών επιβαρύνσεων, μεταξύ των οποίων τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
11
Κατά το άρθρο 6 της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970, που επανέλαβε το άρθρο 1, του κανονισμού 2/71, αυτές οι εισπράξεις πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις· συνεπώς, οι διαφορές οι σχετικές με την απόδοση ποσών, εισπραχθέντων για λογαριασμό της Κοινότητας, ανήκουν στην αρμοδιότητα των εσωτερικών δικαστηρίων και πρέπει να επιλύονται από αυτά, κατ' εφαρμογή του εθνικού τους δικαίου, ως προς τον τύπο και ως προς την ουσία, στο μέτρο που το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει διαφορετικές διατάξεις επί του θέματος.
12
Ενώπιον της λυπηράς ελλείψεως κοινοτικών διατάξεων περί εναρμονίσεως των διαδικασιών και των προθεσμιών, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτή η κατάσταση συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση στο επίπεδο της Κοινότητας. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να θεσπίσει τους γενικούς ουσιαστικούς κανόνες και τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που μόνο τα αρμόδια θεσμικά όργανα μπορούν να θεσπίσουν. Η κανονιστική ρύθμιση που θα θεσπισθεί πρέπει να συνεπάγεται ίση μεταχείριση, όσον αφορά τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρηματίες μπορούν να αμφισβητήσουν τις εις βάρος τους κοινοτικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να ζητήσουν την απόδοση τους σε περίπτωση αχρεωστήτου καταβολής, καθώς και ανάλογη εξομοίωση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες οι διοικήσεις των κρατών μελών, ενεργώντας για λογαριασμό της Κοινότητας, εισπράττουν τις εν λόγω φορολογικές επιβαρύνσεις και, σε ενδεχομένη περίπτωση, αναζητούν οικονομικά πλεονεκτήματα μη προσηκόντως χορηγηθέντα. Εν ελλείψει, όμως, κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η αναγκαία παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες υπόκειται ωστόσο σε όρια, των οποίων ο απαραίτητος χαρακτήρας αναγνωρίστηκε υπό την έννοια ότι η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις, σε σχέση με τις διαδικασίες που αποσκοπούν στην επίλυση διαφορών του ιδίου τύπου, αλλά απλώς εθνικών, και ότι οι διαδικαστικές λεπτομέρειες δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν στην πράξη αδύνατη την άσκηση απονεμομένων από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων.
13
Το ουσιώδες σημείο που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο αφορά το ύψος των αποδοτέων ποσών, πράγμα που περιλαμβάνει το ζήτημα της αποδόσεως του αχρεωστήτου στο σύνολο του ή όχι, σε περίπτωση ενδεχομένης μετακυλίσεως του φόρου από τον επιχειρηματία που υπέστη τη ζημία. Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι, η προστασία των δικαιωμάτων που εγγυάται επί του θέματος η κοινοτική έννομη τάξη δεν απαιτεί τη χορήγηση αποδόσεως αχρεωστήτως εισπραχθέντων φόρων, υπό συνθήκες που θα συνεπάγονταν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των δικαιούχων και ότι τίποτε δεν αντιτίθεται, επομένως, από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, στο τα εθνικά δικαστήριο να λαμβάνουν υπόψη, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, το γεγονός ότι οι αχρεωστήτως εισπραχθέντες φόροι μπόρεσαν να ενσωματωθούν στις τιμές της επιχειρήσεως που οφείλει το φόρο και να μετακυλιστούν επί των αγοραστών των εν λόγω προϊόντων (απόφαση της 27.3.1980, Denkavit italiana, υπόθεση 61/79).
14
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να μεριμνούν για την απόδοση αχρεωστήτως εισπραχθέντων, βάσει κοινοτικών κανονισμών κηρυχθέντων ανίσχυρων, ποσών σ' αυτές εναπόκειται να ρυθμίσουν οιαδήποτε παρεπόμενα ζητήματα όπως είναι η λήψη υπόψη της ενδεχόμενης μετακυλίσεως, επί άλλων επιχειρηματιών ή επί των καταναλωτών, της αχρεωστήτως εισπραχθείσας φορολογικής επιβαρύνσεως και αυτό σε συνάρτηση με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
15
Το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής:
«Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους έχουν την υποχρέωση να αποδώσουν τμήμα τέτοιων ποσών, έχουν την υποχρέωση, βάσει του κοινοτικού δικαίου, να καταβάλουν τους σχετικούς τόκους και, σε καταφατική περίπτωση, από ποια ημερομηνία και με ποιο επιτόκιο;»
16
Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, αρκεί να υπομνησθεί ότι, δεδομένου ότι σχετικές με την απόδοση εισπραχθέντων για λογαριασμό της Κοινότητας ποσών διαφορές ανήκουν σήμερα στην αρμοδιότητα των εσωτερικών δικαστηρίων πρέπει να επιλύονται από αυτά κατ' εφαρμογή του εθνικού τους δικαίου, στο μέτρο που το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει διατάξεις επί του θέματος.
17
Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων επ' αυτού του σημείου, εναπόκειται σήμερα στις εθνικές αρχές, και ειδικότερα στα εθνικά δικαστήρια, σε περίπτωση αποδόσεως αχρεωστήτως εισπραχθεισών φορολογικών επιβαρύνσεων, να ρυθμίζουν οποιαδήποτε παρεπόμενα ζητήματα σχετικά με αυτή την απόδοση, όπως είναι η καταβολή τόκων, εφαρμόζοντας τους εσωτερικούς τους κανόνες που αφορούν το επιτόκιο και την ημερομηνία από την οποία πρέπει να υπολογίζονται οι εν λόγω τόκοι.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 23ης Ιουλίου 1979, πρωτοκολληθείσα στις 10 Αυγούστου 1979, το High Court of Justice, Queen's Bench Division, Commercial Court, αποφαίνεται:
1)
Οι κανονισμοί της Επιτροπής, οι εκδοθέντες μεταξύ 1ης Φεβρουαρίου 1973 και 11ης Αυγούστου 1977, πρέπει να θεωρηθούν ανίσχυροι, στο μέτρο που θεσπίζουν νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμοστέα επί του εμπορίου ορού γάλακτος σε σκόνη.
2)
Εναπόκειται στις εθνικές αρχές να μεριμνούν για την απόδοση αχρεωστήτως εισπραχθέντων, βάσει κοινοτικών κανονισμών κηρυχθέντων ανίσχυρων, ποσών σ' αυτές εναπόκειται να ρυθμίσουν οιαδήποτε παρεπόμενα ζητήματα όπως είναι η λήψη υπόψη της ενδεχόμενης μετακυλίσεως, επί άλλων επιχειρηματιών ή επί των καταναλωτών, της αχρεωστήτως εισπραχθείσας φορολογικής επιβαρύνσεως και αυτό σε συνάρτηση με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
3)
Εναπόκειται σήμερα στις εθνικές αρχές, και ειδικότερα στα εθνικά δικαστήρια, σε περίπτωση αποδόσεως αχρεωστήτως εισπραχθεισών φορολογικών επιβαρύνσεων, να ρυθμίζουν οποιαδήποτε παρεπόμενα ζητήματα σχετικά με αυτή την απόδοση, όπως είναι η καταβολή τόκων, εφαρμόζοντας τους εσωτερικούς τους κανόνες που αφορούν το επιτόκιο και την ημερομηνία από την οποία πρέπει να υπολογίζονται οι εν λόγω τόκοι.
4)
Η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις, σε σχέση με τις διαδικασίες που αποσκοπούν στην επίλυση διαφορών ιδίου τύπου, αλλά καθαρώς εθνικών, και οι διαδικαστικές λεπτομέρειες δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν στην πράξη αδύνατη την άσκηση των απονεμόμενων από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουνίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy