ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 22ας Μαΐου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 131/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen's Bench Division, Divisional Court προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Regina
και
Secretary of State for Home Affairs, ex parte Mario Santillo,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας του Συμβουλίου 64/221/ΕΟΚ, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16) και ιδίως του άρθρου 9, παράγραφος 1,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Α. Touffait, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco και Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 30ής Ιουλίου 1979, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Αυγούστου 1979, το High Court of Justice, Queen's Bench Division, Divisional Court υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία, ιδίως, του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου 64/221/ΕΟΚ, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16) προκειμένου να ασκήσει το δικαστικό του έλεγχο κατόπιν αιτήσεως Ιταλού υπηκόου, εγκατεστημένου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα μισθωτού, με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεως απελάσεως εκδοθείσας έναντι του κατόπιν ποινικής του καταδίκης.
2
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία και τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έλαβε ειδικά νομοθετικά μέτρα προς εκτέλεση της οδηγίας 64/221. Ο εφαρμοσθείς στην προκειμένη περίπτωση νόμος, ήτοι ο νόμος που ρυθμίζει τη μετανάστευση («Immigration Act»), έχει εκδοθεί το έτος 1971. Προβλέπει ότι τα πρόσωπα που χαρακτηρίζονται «non partials» υπόκεινται στο Ηνωμένο Βασίλειο σε ελέγχους που συνεπάγονται τη δυνατότητα απελάσεως στις ακόλουθες περιπτώσεις:
—
βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, του νόμου,
«α)
όταν, ο ενδιαφερόμενος, μη διαθέτοντας παρά μόνο περιορισμένης διαρκείας άδεια εισόδου και διαμονής, δεν τηρεί όρο της αδείας ή διαμένει πέραν του χρόνου που ορίζει αυτή η άδεια, ή ακόμα
β)
όταν ο Υπουργός κρίνει ότι η απέλαση του είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον, ή ακόμα
γ)
όταν απόφαση απελάσεως εκδίδεται ή έχει εκδοθεί κατά άλλου προσώπου της οικογενείας του»·
—
βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 6,
« όταν... (ο ενδιαφερόμενος) έχει κριθεί ένοχος παραβάσεως για την οποία εκτίει ποινή φυλακίσεως και όταν, βάσει της καταδίκης του, αποτελεί το αντικείμενο προτάσεως απελάσεως γενομένης από δικαστή...»
Το σύστημα των ενδίκων μέσων διαφέρει ανάλογα με την περίπτωση:
—
στην περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας παραγράφου 5,
κατά της αποφάσεως του Υπουργού περί απελάσεως χωρεί έφεση ενώπιον του «Adjudicator», του οποίου η απόφαση υπόκειται και αυτή σε προσφυγή ενώπιον του «Immigration Appeal Tribunal»·
—
στην περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 6,
κατά της αποφάσεως δικαστηρίου περί απελάσεως χωρεί έφεση, δεν είναι όμως δυνατό να ασκηθεί έφεση κατά μεταγενέστερης υπουργικής αποφάσεως απελάσεως, ούτε να υποβληθούν παρατηρήσεις πριν ληφθεί η απόφαση εκδόσεως της υπουργικής αποφάσεως.
3
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής και από τα σχετικά της δικογραφίας, στις 13 Δεκεμβρίου 1973, ο αιτών κρίθηκε ένοχος από το «Central Criminal Court» σεξουαλικών διαστροφών (buggery) και βιασμού κατά πόρνης, στις 18 Δεκεμβρίου 1972, και προσβολής της δημοσίας αιδούς και βιαιοπραγίας συνεπαχθείσας τραύματα, που έλαβαν χώρα στις 14 Απριλίου 1973, επι άλλης πόρνης Στις 21 Ιανουαρίου 1974, ο ενδιαφερόμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 8 ετών γι' αυτά τα τέσσερα ποινικά αδικήματα. Με την ευκαιρία αυτής της αποφάσεως, το Central Criminal Court διατύπωσε πρόταση απελάσεως δυνάμει του «Immigration Act».
4
Στις 10 Οκτωβρίου 1974, το «Court of Appeal (Criminal Division)» αρνήθηκε να επιτρέψει στον αιτούντα να ασκήσει έφεση τόσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως σε φυλάκιση όσο και κατά της προτάσεως απελάσεως. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1978, ο Υπουργός Εσωτερικών εξέδωσε εναντίον του απόφαση απελάσεως, εκτελεστέας μετά την έκτιση της ποινής. Στις 3 Απριλίου 1979, ο αιτών, αφού εξέτισε την ποινή φυλακίσεως του, η οποία μειώθηκε κατά το έν τρίτο λόγω καλής διαγωγής, έπρεπε να ελευθερωθεί, αλλά παρέμεινε κρατούμενος δυνάμει του «Immigration Act». Στις 10 Απριλίου 1979 ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε στο «High Court» αίτηση με την οποία ζητείται η ακύρωση της υπουργικής αποφάσεως περί απελάσεως με την αιτιολογία ότι η εν λόγω απόφαση, ληφθείσα μετά τέσσερα και πλέον έτη μετά την πρόταση απελάσεως του «Central Criminal Court», προσέβαλε τα ατομικά του δικαιώματα λόγω του ασυμβιβάστου της εν λόγω αποφάσεως προς τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221.
5
Το άρθρο 48 της Συνθήκης διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Η εν λόγω ελευθερία περιλαμβάνει το δικαίωμα των υπηκόων των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη αιτιολογημένων περιορισμών για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, να μετακινούνται ελευθέρως στο έδαφος των κρατών μελών και να διαμένουν σε ένα κράτος μέλος προς άσκηση εργασίας σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των ημεδαπών εργαζομένων.
6
Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της, η οδηγία 64/221 τονίζει ότι «πρέπει σε κάθε κράτος μέλος να παρέχονται στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών επαρκείς δυνατότητες ασκήσεως προσφυγής κατά των πράξεων της διοικήσεως» στον τομέα της δημοσίας τάξεως, της δημοσίας ασφαλείας και της δημοσίας υγείας.
7
Κατά το άρθρο 8 της ιδίας οδηγίας, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να ασκήσει κατά των λαμβανομένων έναντι του μέτρων «τις προσφυγές που δύνανται να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως»· άλλως, ο ενδιαφερόμενος πρέπει ανά πάσα στιγμή, κατά το άρθρο 9, να έχει τη δυνατότητα να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του ενώπιον αρμοδίας αρχής, διαφορετικής από την αρχή που καλείται να λάβει την απόφαση απομακρύνσεως.
8
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι:
«Αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η απόφαση περί αρνήσεως της ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως του κατόχου αδείας διαμονής από την επικράτεια λαμβάνεται από τη διοικητική αρχή — εκτός επειγουσών περιπτώσεων — μόνον κατόπιν γνώμης της αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής, ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του και να δύναται να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Η αρχή αυτή πρέπει να είναι άλλη από εκείνη που έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει την απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή την απόφαση περί απομακρύνσεως.»
9
Είναι δεδομένο ότι, στο αγγλικό δίκαιο, τα έννομα μέσα προστασίας κατά αποφάσεως απομακρύνσεως δεν αφορούν παρά τη νομιμότητα αυτής της αποφάσεως. Έπεται ότι η ίδια η απόφαση απομακρύνσεως δεν μπορεί να εκδοθεί παρά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας, η οποία προβλέπει ρητώς αυτή την περίπτωση.
10
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το «High Court of England and Wales, Queen's Bench Division» οδηγήθηκε στο να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1.
Συνεπάγεται το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221, ως προς τα υποκείμενα του δικαίου, δικαιώματα τα οποία μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων κράτους μέλους και που τα τελευταία πρέπει να διασφαλίζουν;
2.
(α)
Κατά ποία έννοια πρέπει να ερμηνευτεί η έκφραση «κατόπιν γνώμης αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής» που απαντάται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας;
(β)
Και, ειδικότερα, μπορεί να συνιστά τέτοια «γνώμη» η πρόταση απελάσεως η γενόμενη από ποινικό δικαστήριο κατά την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως;
3.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2 (β):
(α)
Πρέπει η «πρόταση» να είναι πλήρως αιτιολογημένη;
(β)
Υπό ποίες περιστάσεις το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει μεταξύ της «προτάσεως» και της αποφάσεως απελάσεως εμποδίζει την «πρόταση» να συνιστά «γνώμη»;
(γ)
Ειδικότερα, αφαιρεί ο χρόνος που έχει διαρρεύσει κατά την έκτιση ποινής φυλακίσεως από την «πρόταση» το χαρακτηρισμό της «γνώμης»;
11
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περιλαμβάνεται σε σύνολο διατάξεων που αποβλέπουν στη διασφάλιση της τηρήσεως των δικαιωμάτων των υπηκόων ενός κράτους μέλους στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των άλλων κρατών μελών. Τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας περιορίζουν τους λόγους που δικαιολογούν την απέλαση ή την άρνηση εισόδου του εργαζομένου. Το άρθρο 6 ορίζει ότι οι λόγοι δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας επί των οποίων βασίζεται η απόφαση γνωστοποιούνται στον ενδιαφερόμενο, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του κράτους αντιτίθενται στη γνωστοποίηση. Το άρθρο 7 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση περί αρνήσεως εκδόσεως ή ανανεώσεως αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως από την επικράτεια κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Το άρθρο 8 διασφαλίζει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα ασκήσεως των προσφυγών που μπορούν να ασκήσουν οι ημεδαποί κατά των πράξεων της διοικήσεως.
12
Οι διατάξεις του άρθρου 9 συμπληρώνουν τις διατάξεις του άρθρου 8. Έχουν ως αντικείμενο να διασφαλίσουν ελαχίστη διαδικαστική εγγύηση στα πρόσωπα που πλήττονται από ένα από τα μέτρα τα οποία αντιμετωπίζονται στις τρεις περιπτώσεις που ορίζει η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου. Στην περίπτωση κατά την οποία οι προσφυγές δεν αναφέρονται παρά στη νομιμότητα της αποφάσεως, η παρέμβαση της «αρμοδίας αρχής» που αναφέρει το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρέπει να επιτρέπει εξαντλητικό έλεγχο όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της σκοπιμότητας του αντιμετωπιζόμενου μέτρου, πριν εκδοθεί η οριστική απόφαση. Επί πλέον, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του ενώπιον αυτής της αρχής και να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
13
Στο σύνολο τους, πρόκειται εδώ περί διατάξεων εντελώς καθορισμένων και συγκεκριμένων, των οποίων μπορεί να γίνει η επίκληση από κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο και που μπορούν, ως τέτοιες, να εφαρμόζονται από κάθε δικαστήριο. Αυτή η διαπίστωση δικαιολογεί θετική απάντηση στο υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο πρώτο ερώτημα.
14
Η απαίτηση του άρθρου 9, παράγραφος 1, κατά την οποία οιουδήποτε μέτρου απομακρύνσεως πρέπει να προηγείται η γνώμη της «αρμοδίας αρχής», και κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του και να εκπροσωπείται ενώπιον αυτής της αρχής, κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία, δεν μπορεί να συνιστά πραγματική εγγύηση παρά υπό τον όρο όλα τα στοιχεία, που πρέπει να ληφθούν υπόψη από τη διοικητική αρχή, να υποβληθούν στην εκτίμηση της «αρμοδίας αρχής», η γνώμη της τελευταίας να μην απέχει πολύ χρονικά από την απόφαση απομακρύνσεως, ώστε να δίδεται η διαβεβαίωση ότι δεν υφίστανται νέα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη, και τόσο η διοικητική αρχή όσο και το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται να είναι — πάντοτε υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως κατά την οποία λόγοι που ενδιαφέρουν την ασφάλεια του κράτους, αναφερόμενοι στο άρθρο 6 της οδηγίας, θα εναντιούντο — σε θέση να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν «την αρμόδια αρχή» να εκφέρει τη γνώμη της.
15
Ως το προς ποια είναι η σημασία της εκφράσεως «γνώμης της αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής» και ως προς το αν πρόταση ποινικού δικαστηρίου περί απελάσεως κατά την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά τέτοια γνώμη, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η οδηγία δεν διευκρινίζει τη φύση της «αρμοδίας αρχής». Αφορά αρχή η οποία να είναι ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή, αφήνει όμως στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη φύση της αρχής·
16
Είναι δεδομένο ότι τα ποινικά δικαστήρια στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ανεξάρτητα από τη διοικητική αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη να λαμβάνει τις αποφάσεις απελάσεως και ότι ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείται και να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του ενώπιον αυτών των δικαστηρίων.
17
Πρόταση απελάσεως γενομένη από ποινικό δικαστήριο κατά την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως δυνάμει της βρετανικής νομοθεσίας μπορεί να συνιστά γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 64/221 υπό τον όρο να τηρούνται οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 9. Το ποινικό δικαστήριο πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη, όπως ήδη τόνισε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 27ης Οκτωβρίου 1977 (υπόθεση 30/77, Bouchereau, ECR 1977, σ. 1999), τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας κατά την έννοια ότι η μόνη ύπαρξη γενικής καταδίκης δεν μπορεί αυτομάτως να αιτιολογεί μέτρα απομακρύνσεως.
18
Ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να εκφραστεί η γνώμη της «αρμοδίας αρχής», πρέπει να παρατηρηθεί ότι χρονικό διάστημα πολλών ετών που έχει διαρρεύσει μεταξύ της προτάσεως απελάσεως, αφενός, και της αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απελάσεως, αφετέρου, μπορεί να στερήσει την πρόταση της λειτουργίας της ως γνώμης. Πράγματι, είναι σημαντικό ο κοινωνικός κίνδυνος που απορρέει από την παρουσία αλλοδαπού να εκτιμάται κατά το ίδιο χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να ληφθεί έναντι του η απόφαση απομακρύνσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, μπορούν να εξελιχθούν με την πάροδο του χρόνου.
19
Αυτές οι σκέψεις οδηγούν στο να δοθεί στα υποβληθέντα από το High Court of Justice «δεύτερο και τρίτο ερώτημα» η ακόλουθη απάντηση:
Η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό της «αρμοδίας αρχής» που αναφέρει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας. Μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια κάθε δημόσια αρχή που είναι ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή η οποία καλείται να λάβει ένα από τα προβλεπόμενα με την οδηγία μέτρα, οργανωμένη κατά τρόπο ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείται και να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του ενώπιον της.
Πρόταση απελάσεως γενομένη από ποινικό δικαστήριο κατά την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως δυνάμει της βρετανικής νομοθεσίας μπορεί να συνιστά γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας, υπό τον όρο να τηρούνται οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 9. Το ποινικό δικαστήριο πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας κατά την έννοια ότι η μόνη ύπαρξη γενικής καταδίκης δεν μπορεί αυτομάτως να αιτιολογεί μέτρα απομακρύνσεως.
Η γνώμη της «αρμοδίας αρχής» δεν πρέπει να απέχει πολύ χρονικά από την απόφαση απομακρύνσεως για να παρέχει τη διαβεβαίωση ότι δεν υφίστανται νέα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη, και τόσο η διοικητική αρχή όσο και το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται πρέπει — πάντοτε υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως κατά την οποία λόγοι που ενδιαφέρουν την ασφάλεια του κράτους, αναφερόμενοι στο άρθρο 6 της οδηγίας θα εναντιούντο — να είναι σε θέση να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν «την αρμοδία αρχή» να εκφέρει τη γνώμη της.
Χρονικό διάστημα πολλών ετών που έχει διαρρεύσει μεταξύ της προτάσεως απελάσεως, αφενός, και της αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απελάσεως, αφετέρου, μπορεί να στερήσει την πρόταση της λειτουργίας της ως γνώμης. Πράγματι, είναι σημαντικό ο κοινωνικός κίνδυνος που απορρέει από την παρουσία αλλοδαπού να εκτιμάται κατά το ίδιο χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να ληφθεί έναντι του η απόφαση απομακρύνσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, μπορούν να εξελιχθούν με την πάροδο του χρόνου.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 30ής Ιουλίου 1979, το High Court of Justice, Queen's Bench Division, Divisional Court, αποφαίνεται:
1)
To άρθρο 9 της οδηγίας 64/221 επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρεώσεις τις οποίες τα υποκείμενα δικαίου μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
2)
α)
Η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό της «αρμοδίας αρχής» που αναφέρει το άρθρο 9, παράγράφος 1 της οδηγίας. Μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια κάθε δημόσια αρχή που είναι ανεξάρτητη από τη διοικητική αρχή η οποία καλείται να λάβει ένα από τα προβλεπόμενα με την οδηγία μέτρα, οργανωμένη κατά τρόπο ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείται και να προβάλει τα μέσα υπερασπίσεως του ενώπιον της.
β)
Πρόταση απελάσεως γενομένη από ποινικό δικαστήριο κατά την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως δυνάμει της βρετανικής νομοθεσίας μπορεί να συνιστά γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας, υπό τον όρο να τηρούνται οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 9. Το ποινικό δικαστήριο πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας κατά την έννοια ότι η μόνη ύπαρξη γενικής καταδίκης δεν μπορεί αυτομάτως να αιτιολογεί μέτρα απομακρύνσεως.
3)
α)
Η γνώμη της «αρμοδίας αρχής» δεν πρέπει να απέχει πολύ χρονικά από την απόφαση απομακρύνσεως για να παρέχει τη διαβεβαίωση ότι δεν υφίστανται νέα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη, και τόσο η διοικητική αρχή όσο και το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται πρέπει — πάντοτε υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως κατά την οποία λόγοι που ενδιαφέρουν την ασφάλεια του κράτους, αναφερόμενοι στο άρθρο 6 της οδηγίας θα εναντιούντο — να είναι σε θέση να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν «την αρμοδία αρχή» να εκφέρει τη γνώμη της.
β)
Χρονικό διάστημα πολλών ετών που έχει διαρρεύσει μεταξύ της προτάσεως απελάσεως, αφενός, και της αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απελάσεως, αφετέρου, μπορεί να στερήσει την πρόταση της λειτουργίας της ως γνώμης. Πράγματι, είναι σημαντικό ο κοινωνικός κίνδυνος που απορρέει από την παρουσία αλλοδαπού να εκτιμάται κατά το ίδιο χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να ληφθεί έναντί του η απόφαση απομακρύνσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά τη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, μπορούν να εξελιχθούν με την πάροδο του χρόνου.
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαΐου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο προεδρεύων
Α. O'Keeffe,
πρόεδρος του πρώτου τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy