ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 26ης Ιουνίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 136/79,
National Panasonic (UK) Limited, εκπροσωπούμενη από τους David Vaughan, barrister στο Inner Temple και D. F. Gray, solicitor του Loveli, White & King, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. C. Wolter, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον νομικό της σύμβουλο, John Temple Lang, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Mario Cervino, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Ιουνίου 1979, η οποία αφορά τη διενέργεια ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου 17/62,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: A. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με προσφυγή της 24ης Ιουνίου 1979 η εταιρία National Panasonic (UK) Limited, εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο εξής αποκαλούμενη «National Panasonic»), ζητεί, βάσει των άρθρων 173 και 174 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Ιουνίου 1979, η οποία αφορά τη διενέργεια ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού του Συμβουλίου 17/62. Με την ίδια προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί επιπλέον να διαταχθεί η Επιτροπή να επιστρέψει στη National Panasonic όλα τα αντίγραφα εγγράφων που έλαβαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής κατά τη διενέργεια αυτών των ελέγχων, να καταστρέψει τις ληφθείσες με αυτή την ευκαιρία σημειώσεις και να αναλάβει την υποχρέωση να απόσχει από του να χρησιμοποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτά τα έγγραφα, σημειώσεις ή πληροφορίες.
2
Η προσφεύγουσα εταιρία είναι εταιρία αγγλικού δικαίου, θυγατρική της ιαπωνικής εταιρίας «Matsushita Electric Industrial Company» και αποκλειστικός διανομέας στο Ηνωμένο Βασίλειο των ηλεκτρονικών προϊόντων «National Panasonic» και «Technics» που προορίζονται για πώληση στον καταναλωτή. Μια άλλη θυγατρική του ομίλου Matsushita είναι η εταιρία National Panasonic Vertriebsgesellschaft mbH, εγκατεστημένη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, διανομέας των προϊόντων National Panasonic σ' αυτό το κράτος μέλος.
3
Στις 11 Ιανουαρίου 1977, η προαναφερθείσα γερμανική εταιρία κοινοποίησε στην Επιτροπή συμφωνία σχετική με τη διανομή των προϊόντων National Panasonic, ζητώντας αρνητική πιστοποίηση ή εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
4
Παρόλον ότι η κοινοποίηση δεν ανέφερε αν η συμφωνία ήταν ή δεν ήταν συνδυασμένη με απαγόρευση εξαγωγής σε άλλο κράτος μέλος, συλλεγείσες από την Επιτροπή πληροφορίες αποκάλυψαν ότι η National Panasonic επέβαλε στους μεταπωλητές της την υποχρέωση να μην επανεξάγουν τα προϊόντα National Panasonic και Technics προς άλλα κράτη μέλη.
5
Βασιζόμενη σ' αυτές τις πληροφορίες, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να πιστέψει ότι η προσφεύγουσα είχε συμμετάσχει ή συμμετείχε ακόμα σε συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές αντίθετες προς το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και αποφάσισε, για τον λόγο αυτό, να προβεί σε έλεγχο δυνάμει του κανονισμού 17 του Συμβουλίου και ειδικότερα δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού. Προς τον σκοπό αυτό, εξέδωσε, στις 22 Ιουνίου 1979, την προσβαλλομένη απόφαση προβλέποντας, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 3, ότι θα κοινοποιείτο από τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής αμέσως προ της ενάρξεως του ελέγχου, με παράδοση εις χείρας των αντιπροσώπων της επιχειρήσεως για την οποία πρόκειτο.
6
Ο έλεγχος περί του οποίου πρόκειται πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουνίου 1979 από δύο εντεταλμένους υπαλλήλους της Επιτροπής, οι οποίοι, συνοδευόμενοι από υπάλληλο του «Office of Fair Trading» που, στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι η «αρμοδία αρχή» και την οποία έπρεπε να συμβουλευθεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 17, παρουσιάστηκαν στο γραφείο πωλήσεως National Panasonic στο Slough, Berkshire, και, αφού κοινοποίησαν την προαναφερθείσα απόφαση, με παράδοση εις χείρας των διευθυντών αυτής της εταιρίας, προέβησαν πράγματι στον έλεγχο, χωρίς να αναμένουν την άφιξη του νομικού συμβούλου της ενδιαφερόμενης. Εγκατέλειψαν τα γραφεία της επιχειρήσεως την ίδια ημέρα συναποκομίζοντας αντίγραφα πολλών εγγράφων καθώς και σημειώσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου.
7
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα αυτού του ελέγχου, υποστηρίζου-σα ότι η απόφαση της Επιτροπής που τον διέταξε πάσχει από έλλειψη νομιμότητας. Προβάλλει προς στήριξη της προσφυγής της τέσσερις ισχυρισμούς, ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω απόφαση παραβιάζει το άρθρο 14, του κανονισμού 17, καθώς και θεμελιώδη δικαιώματα, ότι είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας.
α) Ως προς την παράβαση του άρθρου 14, του κανονισμού 17
8
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι παράνομη καθότι μη σύμφωνη προς το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου. Υποστηρίζει προς τον σκοπό αυτό ότι οι εν λόγω διατάξεις, ορθώς ερμηνευόμενες, προβλέπουν διαδικασία σε δύο φάσεις, μη επιτρέπουσα στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση επιβάλλουσα σε επιχείρηση να υποβληθεί σε ελέγχους παρά μόνον αφού επιχειρήσει να διενεργήσει τους εν λόγω ελέγχους βάσει γραπτής εντολής προς τους εκπροσώπους της. Η ερμηνεία αυτή, κατά την προσφεύγουσα, ενισχύεται από το άρθρο 11 του ιδίου κανονισμού, ο οποίος εμφανίζει παρόμοια δομή και επιβάλλει διαδικασία σε δύο φάσεις, καθώς και από το άρθρο 13, παράγραφος 1, που διακρίνει μεταξύ των ελέγχων που διενεργεί η Επιτροπή ατύπως και των ελέγχων που διατάσσονται με απόφαση.
9
Αυτή η επιχειρηματολογία δεν φαίνεται βάσιμη. Ο κανονισμός 17, για να επιτρέψει στην Επιτροπή να εκπληρώσει την αποστολή που της έχει ανατεθεί να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά, προβλέπει, στην όγδοη αιτιολογική του σκέψη, ότι η Επιτροπή «πρέπει... να έχει ... σε όλη την έκταση της κοινής αγοράς, την εξουσία να ζητεί πληροφορίες και να προβαίνει σε ελέγχους, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για να διακριβωθούν οι συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές, που απαγορεύονται από το άρθρο 85, παράγραφος 1, καθώς και η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 86». Προς τον σκοπό αυτό, ο εν λόγω κανονισμός θεσπίζει διακεκριμένες διαδικασίες, πράγμα που αποδεικνύει ότι η άσκηση των απονεμηθεισών στην Επιτροπή εξουσιών στον τομέα της συλλογής πληροφοριών και στον τομέα των ελέγχων δεν πραγματοποιείται υπό τους ιδίους όρους.
10
Το άρθρο 11, που αφορά την εξουσία της Επιτροπής να ζητεί την παροχή των πληροφοριών που κρίνει απαραίτητες, ορίζει, στις παραγράφους 2, 3 και 5, τα εξής:
«2.
Όταν η Επιτροπή απευθύνει αίτηση παροχής πληροφοριών προς μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, διαβιβάζει συγχρόνως αντίγραφο της αιτήσεως στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται η έδρα της επιχειρήσεως ή της ενώσεως επιχειρήσεων.
3.
Στην αίτηση της η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό της αιτήσεως της, καθώς και τις προβλεπόμενες από το άρθρο 15, παράγραφος 1, περίπτωση β, κυρώσεις για την περίπτωση παροχής ανακριβών πληροφοριών.
...
5.
Αν μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων δεν παρέχει τις αιτούμενες πληροφορίες, εντός της καθορισμένης από την Επιτροπή προθεσμίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ελλιπή, η Επιτροπή τις ζητεί με απόφαση. Η απόφαση καθορίζει ακριβώς τις αιτούμενες πληροφορίες, ορίζει εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι πληροφορίες πρέπει να παρασχεθούν και αναφέρει τις κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, περίπτωση β και στο άρθρο 16, παράγραφος 1, περίπτωση γ, καθώς και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως.»
Όπως προκύπτει από αυτό το κείμενο, το εν λόγω άρθρο προβλέπει πράγματι για την άσκηση αυτής της εξουσίας διαδικασία σε δύο φάσεις, από τις οποίες η δεύτερη, περιλαμβάνουσα την έκδοση υπό της Επιτροπής αποφάσεως η οποία «καθορίζει ακριβώς τις αιτούμενες πληροφορίες», δεν μπορεί να κινηθεί παρά αν η πρώτη φάση, χαρακτηριζόμενη από την αποστολή στις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων αιτήσεως παροχής πληροφοριών, επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς.
11
Το άρθρο 14 του ίδιου κανονισμού, που αφορά τις «ελεγκτικές εξουσίες» της Επιτροπής, εμφανίζει αντιθέτως διαφορετική δομή. Οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, που καθορίζουν τους όρους ασκήσεως αυτών των εξουσιών, έχουν ως εξής:
«2.
Τα εντεταλμένα από την Επιτροπή για τον έλεγχο όργανα ασκούν την εξουσία τους επιδεικνύοντας έγγραφη εντολή ελέγχου που αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου καθώς και τις προβλεπόμενες από το άρθρο 15, παράγραφος 1, περίπτωση γ του παρόντος κανονισμού κυρώσεις, για την περίπτωση όπου τα βιβλία ή άλλα αιτηθέντα επαγγελματικά έγγραφα επιδειχθούν κατά τρόπον ελλιπή. Η Επιτροπή γνωστοποίησε σε εύλογο χρόνο προ του ελέγχου στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, στην επικράτεια του οποίου θα διενεργηθεί ο έλεγχος, την εντολή ελέγχου και την ταυτότητα του εντεταλμένου οργάνου.
3.
Οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται να δεχθούν τους ελέγχους, τους οποίους διατάσσει με απόφαση της η Επιτροπή. Η απόφαση αναφέρει το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου, ορίζει τον χρόνο ενάρξεως του ελέγχου και αναφέρει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 15, παράγραφος 1, περίπτωση γ και το άρθρο 16, παράγραφος 1, περίπτωση δ κυρώσεις, καθώς και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως.»
Αυτή η διάταξη δεν αποκλείει ασφαλώς ότι η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε ελέγχους χωρίς να εκδίδει απόφαση, αποκλειστικά με έγγραφη εντολή ελέγχου που δίνει στα όργανα της, εξάλλου όμως δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση κατά την έννοια της παραγράφου 3 παρά μόνον αν επιχείρησε προηγουμένως να διενεργήσει έλεγχο με απλή εντολή. Ενώ το άρθρο 11 εξαρτά ρητώς, στην παράγραφο 5, την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής από την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα έχει προηγουμένως ζητήσει την παροχή των απαραίτητων πληροφοριών με αίτηση «απευθυνόμενη στους ενδιαφερόμενους», και καθορίζει με ακρίβεια, στην παράγραφο 3, τα ουσιώδη στοιχεία που μια τέτοια αίτηση πρέπει να περιέχει, το άρθρο 14 δεν εξαρτά τη διαδικασία ελέγχου με απόφαση από καμιά προϋπόθεση αυτού του είδους.
12
Κακώς η προσφεύγουσα επικαλείται προς στήριξη της απόψεως της το κείμενο του άρθρου 13 του ιδίου κανονισμού, που προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής οι αρμόδιες εθνικές αρχές διεξάγουν τους ελέγχους τους οποίους η Επιτροπή κρίνει ενδεδειγμένους σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, ή τους οποίους διατάσσει με απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 3. Διακρίνοντας μεταξύ της μιας και της άλλης διαδικασίας ελέγχου, η εν λόγω διάταξη αφήνει σαφώς να εννοηθεί, με τον όρο «ή», ότι οι δύο αυτές διαδικασίες δεν σωρεύονται αναγκαστικά, αλλά συνιστούν δύο εναλλακτικές δυνατότητες ελέγχου, των οποίων η επιλογή εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε περιπτώσεως.
13
Η διαφορά κανονιστικής ρυθμίσεως που υφίσταται επί του θέματος μεταξύ των προαναφερθέντων άρθρων 11 και 14, εξηγείται, εξάλλου, λόγω της διαφοράς των απαιτήσεων στις οποίες αυτές οι δύο διατάξεις ανταποκρίνονται. Ενώ οι πληροφορίες που η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να γνωρίζει δεν μπορούν, κατά γενικό κανόνα, να συγκεντρωθούν χωρίς τη συνεργασία των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων που τις κατέχουν, οι έλεγχοι, αντιθέτως, δεν συνδέονται αναγκαστικά μ' αυτή την προϋπόθεση. Οι έλεγχοι γενικά προβλέπουν στο να ελέγξουν, με μέσα όπως τα απαριθμούμενα στο δεύτερο εδάφιο, της παραγράφου 1, του άρθρου 14, του κανονισμού 17, την υπόσταση και το περιεχόμενο των πληροφοριών που ήδη κατέχει η Επιτροπή και, επομένως, δεν υποθέτουν αναγκαστικά προηγούμενη συνεργασία με τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που κατέχουν τα απαραίτητα για τον έλεγχο στοιχεία.
14
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επιπλέον ότι, αν θα έπρεπε στο άρθρο 14 να δοθεί διαφορετική ερμηνεία από τη διδομένη στο άρθρο 11, κατά την έννοια ότι επιτρέπει στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση ελέγχου χωρίς προηγουμένως να προβεί σε έλεγχο, όπως ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 2, του άρθρου 14, η Επιτροπή θα μπορούσε, προσφεύγοντας στη διαδικασία αυτού του ίδιου άρθρου για τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών, να παραβιάζει τους όρους του άρθρου 11 και να μη τηρεί έτσι τις εγγυήσεις που το τελευταίο παρέχει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων για τις οποίες πρόκειται.
15
Αυτή η επιχειρηματολογία δεν λαμβάνει, ωστόσο, υπόψη τη διάκριση στην οποία ο ίδιος ο κανονισμός προβαίνει μεταξύ των «πληροφοριών» του άρθρου 11 και των «ελέγχων» του άρθρου 14. Το γεγονός ότι τα εντεταλμένα από την Επιτροπή όργανα, διενεργούντα έλεγχο, έχουν την εξουσία να ζητούν, κατά τη διάρκεια του ελέγχου, πληροφορίες επί ειδικών συγκεκριμένων ζητημάτων που προκύπτουν από τα επαγγελματικά βιβλία και έγγραφα που ελέγχουν, δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο έλεγχος ταυτίζεται με τη διαδικασία που δεν αποβλέπει παρά στη συλλογή πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού.
16
Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος ισχυρισμός ως αβάσιμος.
β) Επί της παραβιάσεως θεμελιωδών δικαιωμάτων
17
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να της ανακοινώσει προηγουμένως την απόφαση του επίμαχου ελέγχου, παραβίασε στην προκειμένη περίπτωση θεμελιώδη δικαιώματα της ενδιαφερόμενης, ιδίως το δικαίωμα προηγουμένης κοινοποιήσεως της προθέσεως εφαρμογής αποφάσεως έναντι της, καθώς και το δικαίωμα να τύχει ακροάσεως προ της εκδόσεως αποφάσεως που τη βλάπτει, και το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα, που της παρέχει το άρθρο 185 της Συνθήκης, να ζητήσει την αναστολή εκτελέσεως μιας τέτοιας αποφάσεως. Η προσφεύγουσα επικαλείται ειδικότερα το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950, κατά το οποίο «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα επί του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του». Θεωρεί ότι αυτές οι εγγυήσεις πρέπει να διασφαλίζονται, mutatis mutandis, και για τα νομικά πρόσωπα.
18
Όπως το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 14ης Μαίου 1974 στην υπόθεση 4/73, «Noid» (ECR 1974, σ. 508), τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου του οποίου διασφαλίζει την τήρηση, σύμφωνα με τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών καθώς και τις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη συνεργάσθηκαν ή προσχώρησαν.
19
Σχετικώς, πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, καθόσον έχει εφαρμογή επί νομικών προσώπων, παρόλον ότι καθιερώνει την αρχή της μη παρεμβάσεως των δημοσίων αρχών στην άσκηση των δικαιωμάτων που αναφέρει η πρώτη παράγραφος, δέχεται, στη δεύτερη παράγραφο, ότι μια τέτοια παρέμβαση είναι δυνατή εφόσον «προβλέπεται από το νόμο και συνιστά μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι απαραίτητο για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευεξία της χώρας, την τήρηση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων προσώπων».
20
Στην προκειμένη περίπτωση — όπως προκύπτει από την έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 17 — οι απονεμόμενες στην Επιτροπή εξουσίες με το άρθρο 14 αυτού του κανονισμού έχουν ως σκοπό να της επιτρέψουν να εκπληρώσει την αποστολή, που της ανατίθεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ, να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Αυτοί οι κανόνες έχουν ως λειτουργία, όπως προκύπτει από το τέταρτο εδάφιο του προοιμίου της Συνθήκης, από το άρθρο 3, στοιχείο στ και τα άρθρα 85 και 86, την αποφυγή της νοθεύσεως του ανταγωνισμού επί ζημία του γενικού συμφέροντος, των ατομικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Η άσκηση των απονεμομένων στην Επιτροπή εξουσιών με τον κανονισμό 17 συντελεί στη διατήρηση του συστήματος ανταγωνισμού που θέλησε η Συνθήκη και του οποίου η τήρηση επιβάλλεται επιτακτικά στις επιχειρήσεις. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν φαίνεται, επομένως, ότι ο κανονισμός 17, απονέμοντας στην Επιτροπή τις εξουσίες διενεργείας ελέγχων χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση, συνεπάγεται προσβολή του επικαλούμενου από την προσφεύγουσα δικαιώματος.
21
Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα την άποψη κατά την οποία η προσφεύγουσα στερήθηκε στην προκειμένη περίπτωση του δικαιώματος να εκθέσει την άποψη της πριν εκδοθεί η έναντι της απόφαση, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η άσκηση τέτοιου δικαιώματος υπεράσπισης εμπίπτει κυρίως στο πλαίσιο των δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών που αποβλέπουν στο να παύσει παράβαση ή στο να διαπιστωθεί ασυμβίβαστο προς το νόμο, όπως είναι οι διαδικασίες που προβλέπει ο κανονισμός 99/63 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001). Αντιθέτως, η διαδικασία ελέγχου περί της οποίας το άρθρο 14, του κανονισμού 17 δεν αποβλέπει στο να παύσει η παράβαση ή στο να διαπιστωθεί ασυμβίβαστο προς το νόμο, αλλά έχει αποκλειστικά ως αντικείμενο να επιτρέψει στην Επιτροπή να συλλέξει την απαραίτητη τεκμηρίωση για να ελέγξει την υπόσταση και την έκταση ορισμένης πραγματικής και νομικής καταστάσεως. Μόνον όταν η Επιτροπή θεωρήσει ότι τα στοιχεία εκτιμήσεως που συγκεντρώθηκαν με αυτό τον τρόπο δικαιολογούν την κίνηση διαδικασίας κατά την έννοια του προαναφερθέντος κανονισμού 99/63, πρέπει να δοθεί στην επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων για την οποία πρόκειται, πριν εκδοθεί μια τέτοια απόφαση, η ευκαιρία να γνωρίσει την άποψη της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και των διατάξεων του κανονισμού 99/63. Αυτή ακριβώς η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των αποφάσεων που λαμβάνονται στο πέρας μιας τέτοιας διαδικασίας και των αποφάσεων που εντέλλονται έλεγχο εξηγεί το περιεχόμενο του άρθρου 19, παράγραφος 1, που προαναφέρθηκε, και το οποίο, απαριθμώντας τις αποφάσεις που η Επιτροπή δεν μπορεί να λάβει πριν παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα υπερασπίσεως τους, δεν αναφέρει την προβλεπόμενη στο άρθρο 14, παράγραφος 3 του ίδιου κανονισμού απόφαση.
22
Τέλος, το επιχείρημα κατά το οποίο η έλλειψη προηγουμένης ενημερώσεως στέρησε την προσφεύγουσα της δυνατότητας να ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 185 της Συνθήκης, να ζητήσει από το Δικαστήριο την αναστολή εκτελέσεως της επίμαχης απόφασης προσκρούει στο ίδιο το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου 185. Αυτή η διάταξη υποθέτει, πράγματι, ότι εκδόθηκε απόφαση και ότι παράγει τα έννομα αποτελέσματα της, ενώ η προηγουμένη ανακοίνωση που η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν της έγινε, θα προηγείτο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν μπορούσε να έχει δεσμευτικά αποτελέσματα.
23
Λαμβανομένων υπόψη αυτών των σκέψεων, πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο δεύτερος ισχυρισμός ως αβάσιμος.
γ) Επί της ελλείψεως αιτιολογίας
24
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι μη νόμιμη λόγω ελλείψεως ή ανεπαρκούς αιτιολογίας και κυρίως διότι δεν αναφέρει με κανένα τρόπο τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή στην προκειμένη περίπτωση εφάρμοσε το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, χωρίς να επιχειρήσει προηγουμένως να προβεί σε άτυπο έλεγχο.
25
Το προαναφερθέν άρθρο 14 ορίζει το ίδιο, στην παράγραφο 3, τα ουσιώδη στοιχεία αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία εντέλλεται έλεγχο, προβλέποντας ότι η απόφαση «αναφέρει το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου, ορίζει τον χρόνο ενάρξεως του ελέγχου και αναφέρει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 15, παράγραφος 1, περίπτωση γ και το άρθρο 16, παράγραφος 1, περίπτωση δ κυρώσεις καθώς και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως».
26
Είναι δεδομένο ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκθέτει στο προοίμιο της τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνιστάμενο στον έλεγχο των περιστάσεων που είναι ικανές να αποκαλύψουν την ενδεχόμενη ύπαρξη απαγορεύσεως εξαγωγής, αντίθετης προς τη Συνθήκη, και αναφέρει τις προβλεπόμενες στα άρθρα 15, παράγραφος 1, γ, και 16, παράγραφος 1, δ, του κανονισμού 17 κυρώσεις. Είναι επίσης δεδομένο ότι διευκρινίζει, στα άρθρα 1 και 2, τα στοιχεία που πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο του αποφασισθέντος ελέγχου, καθώς και τον τόπο και την ημερομηνία διενεργείας αυτού. Το άρθρο 3 της αποφάσεως αναφέρει, τέλος, στη δεύτερη παράγραφο, τις δυνατότητες προσφυγής που παρέχει το άρθρο 173 της Συνθήκης κατά μιας τέτοιας αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
27
Λαμβανομένων υπόψη αυτών των δεδομένων, έπεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κανονισμού 17 όσον αφορά την αιτιολογία της, και ότι πρέπει να απορριφθεί ο παρών ισχυρισμός ως ανίσχυρος.
δ) Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
28
Η προσφεύγουσα παρατηρεί, επίσης, ότι η αρχή της αναλογικότητας, όπως καθιερώνεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου, συνεπάγεται ότι απόφαση περί διενεργείας ελέγχου που εκδίδεται χωρίς προηγούμενη διαδικασία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά αν η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή, αν υπάρχει κατεπείγον και αν επιβάλλεται απόλυτη διακριτικότητα πριν από την έναρξη του ελέγχου. Αναφέρει, τέλος, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, μη αναφέρουσα στην αιτιολογία της την ύπαρξη καμιάς απ' αυτές τις περιστάσεις, αντιβαίνει προς αυτή την αρχή.
29
Η επιλογή της Επιτροπής μεταξύ ελέγχου κατόπιν απλής εντολής και του διαταχθέντος με απόφαση ελέγχου δεν εξαρτάται από τις επικαλούμενες από την προσφεύγουσα περιστάσεις, αλλά από τις ανάγκες λυσιτελούς ελέγχου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της προκειμένης περιπτώσεως.
30
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέβλεπε αποκλειστικά στο να επιτρέψει στην Επιτροπή να συλλέξει τα απαραίτητα στοιχεία για να εκτιμήσει την ενδεχομένη ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης, δεν φαίνεται, επομένως, ότι η Επιτροπή ενήργησε, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τρόπο δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι εκ του λόγου αυτού παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
31
Για όλους αυτούς τους λόγους, δεδομένου ότι και ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως αβάσιμη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Ιουνίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy