ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 29ης Οκτωβρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 139/79,
Maizena GmbH, με έδρα το Αμβούργο D-2000, Spaldingstraße 218, εκπροσωπούμενη από τους διαχειριστές της Karl-Heinz Schlieter και Klaus Α. Schroeter, και επικουρούμενη από τους Hans G. Kemmler, Barbara Rapp-Jung και Alexander Boehlke, δικηγόρους Φρανκφούρτης επί του Main, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 34b, rue Philippe-Il,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από το γενικό του διευθυντή Μ. Francesco Pasetti Bombardella, επικουρούμενο από τον Roland Bieber, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στη νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου, και τον καθηγητή Arved Deringer, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο τη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
παρεμβαίνον,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Μ. Daniel Vignes, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας, επικουρούμενο από τους Arthur Bräutigam και Hans-Joachim Glaesner, υπό την ιδιότητα των συνεκπροσώπων, από τον Hans-Jürgen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου, από τον καθηγητή Boulouis, επίτιμο πρύτανη του πανεπιστημίου της νομικής, της οικονομίας και των κοινωνικών επιστημών του Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Douglas Fontein, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, bd Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Gilsdorf, επικουρούμενο από τον Jacques Delmoly, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1293/79 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1979 (ΕΕ ειδική έκδοση τόμος 03/025, σ. 176), περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1111/77 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων για την ισογλυκόζη,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Ρ. Pescatore και Τ. Koopmans, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, A. Touffait και O. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: A. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Σεπτεμβρίου 1979 η προσφεύγουσα, εταιρία γερμανικού δικαίου, η οποία παρασκευάζει, μεταξύ άλλων προϊόντων, ισογλυκόζη, ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει άκυρο τον κανονισμό 1111/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1293/79 της 25ης Ιουνίου 1979 (ΕΕ ειδική έκδοση τόμος 03/025, σ. 176) κατά το μέτρο που επιβάλλει ποσόστωση παραγωγής καθοριζόμενη στο παράρτημα II του κανονισμού.
2
Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα επικαλείται, πέραν διαφόρων ουσιαστικών λόγων, και ένα τυπικό λόγο ακυρώσεως της ποσοστώσεως παραγωγής της που καθορίστηκε από τον εν λόγω κανονισμό επειδή το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό αυτό χωρίς προηγούμενη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που προβλέπεται από το άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, πράγμα που συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου κατά την έννοια του άρθρου 173 της πιο πάνω Συνθήκης.
3
Με διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1980 το Δικαστήριο επέτρεψε στο Κοινοβούλιο να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας όσον αφορά την παράβαση ουσιώδους τύπου. Με διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 1980 το Δικαστήριο επέτρεψε επίσης στην Επιτροπή να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου.
4
Το Συμβούλιο προέβαλε απαράδεκτο τόσο της προσφυγής όσο και της παρεμβάσεως του Κοινοβουλίου υπέρ της προσφεύγουσας. Επικουρικά, το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.
5
Πριν ερευνηθούν τα ζητήματα παραδεκτού που προβάλλει το Συμβούλιο και οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα, πρέπει να υπενθυμιστεί κατά τρόπο συνοπτικό το ιστορικό της θεσπίσεως του αμφισβητούμενου κανονισμού, καθώς και το περιεχόμενο του.
6
Με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, που εκδόθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 103 και 145/77 [Royal Scholten-Honig (Holdings) Ltd κατά Intervention Board for Agricultural Produce · Tunnel Refineries Ltd κατά Intervention Board for Agricultural Produce, Slg. 1978, σ. 2037], το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 1111/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων για την ισογλυκόζη (ABl L 134, σ. 4), είναι άκυρος κατά το μέτρο που τα άρθρα 8 και 9 του κανονισμού αυτού επιβάλλουν συνεισφορά στην παραγωγή ισογλυκόζης, ανερχόμενη σε 5 λογιστικές μονάδες ανά 100 χιλιόγραμμα ξηράς ουσίας για την περίοδο που αντιστοιχεί στην περίοδο εμπορίας ζάχαρης 1977-1978. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σύστημα που θεσπίστηκε με τα πιο πάνω άρθρα παραβίαζε τη γενική αρχή της ισότητας (στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ παραγωγών ζάχαρης και παραγωγών ισογλυκόζης) της οποίας αποτελεί ειδική έκφραση η απαγόρευση των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Το Δικαστήριο πάντως προσέθεσε ότι η απόφαση του άφηνε στο Συμβούλιο ευχέρεια να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα, που συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο, για να διασφαλιστεί η καλή λειτουργία της αγοράς γλυκαντικών.
7
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής η Επιτροπή υπέβαλε στις 7 Μαρτίου 1979 στο Συμβούλιο πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού 1111/77. Το Συμβούλιο με έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1979, που περιήλθε στο Κοινοβούλιο στις 22 Μαρτίου, ζήτησε τη γνώμη αυτού του οργάνου, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Στο εν λόγω έγγραφο αναγράφονταν τα εξής:
«Η πρόταση αυτή λαμβάνει υπόψη της την κατάσταση που προήλθε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1978 αναμένοντας το νέο καθεστώς για την αγορά γλυκαντικών που θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 1980... Δεδομένου ότι ο κανονισμός θα πρέπει να εφαρμοστεί από την 1η Ιουλίου 1979, το Συμβούλιο θα εκτιμούσε πολύ αν το Κοινοβούλιο ευδοκούσε να γνωμοδοτήσει επί της προτάσεως αυτής κατά τη συνοδό του τού Απριλίου.»
8
Το επείγον της γνωμοδοτήσεως που ζητήθηκε με το έγγραφο του Συμβουλίου οφείλετο στο γεγονός ότι το κείμενο της προτάσεως του κανονισμού είχε ουσιαστικά ως σκοπό, για την αποφυγή της άνισης μεταχείρισης μεταξύ παραγωγών ζάχαρης και παραγωγών ισογλυκόζης, να υποβάλει την παραγωγή ισογλυκόζης σε κανόνες ανάλογους με εκείνους που υφίστανται για την παραγωγή ζάχαρης μέχρι τον Ιούνιο 1980 εντός του πλαισίου της κοινής οργανώσεως της αγοράς της ζάχαρης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 (ΕΕ ειδική έκδοση τόμος 03/11, σ. 134). Ειδικότερα, επρόκειτο να θεσπιστεί προσωρινά μέχρι την ημερομηνία αυτή ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής για την ισογλυκόζη, το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί από 1ης Ιουλίου 1979, ημερομηνία ενάρξεως της νέας περιόδου εμπορίας ζάχαρης.
9
Ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου συνεκάλεσε αμέσως την επιτροπή γεωργίας για έρευνα της ουσίας και για γνωμοδότηση την επιτροπή προϋπολογισμών. Η τελευταία διαβίβασε τη γνώμη της στην επιτροπή γεωργίας στις 10 Απριλίου 1979. Η επιτροπή γεωργίας υιοθέτησε στις 9 Μαΐου 1979 την πρόταση ψηφίσματος του εισηγητή της. Η εισήγηση και το σχέδιο του ψηφίσματος υιοθετήθηκαν από την επιτροπή γεωργίας και συζητήθηκαν από το Κοινοβούλιο στη συνεδρίαση της 10ης Μαίου 1979. Στη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου απέρριψε το Κοινοβούλιο την πρόταση ψηφίσματος και την ανέπεμψε για νέα έρευνα στην επιτροπή γεωργίας.
10
Η κοινοβουλευτική σύνοδος από 7 ώς 11 Μαΐου 1979 έπρεπε να είναι η τελευταία πριν από τη συστατική συνεδρίαση του Κοινοβουλίου που εκλέχθηκε με άμεση γενική ψηφοφορία, η οποία προεβλέφθη από την πράξη περί εκλογής των αντιπροσώπων της Συνελεύσεως με άμεση γενική ψηφοφορία στις 17 Ιουλίου 1979. Το γραφείο του Κοινοβουλίου είχε πράγματι αποφασίσει, κατά τη σύσκεψη του της 1ης Μαρτίου 1979, να μην προβλέψει συμπληρωματική σύνοδο μεταξύ των συνόδων του Μαΐου και του Ιουλίου. Προσέθεσε όμως ότι
«το διευρυμένο γραφείο...
—
κρίνει πάντως ότι στην περίπτωση που το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα θεωρούσαν αναγκαίο να προβλέψουν συμπληρωματική περίοδο συνόδου, μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού, να ζητήσουν τη σύγκληση του Κοινοβουλίου· εννοείται ότι η σύνοδος αυτή θα αφιερωθεί αποκλειστικά στην εξέταση εκθέσεων κατηρτισμένων κατόπιν επειγουσών γνωμοδοτήσεων.»
Κατά τη σύσκεψη της 10ης Μαΐου 1979 το γραφείο επιβεβαίωσε τη θέση του με την εξής διατύπωση:
«—
επιβεβαιώνει τη θέση που ελήφθη κατά την προαναφερθείσα σύσκεψη κατά την οποία αποφασίστηκε να μην προβλεφθεί περίοδος συμπληρωματικής συνόδου μεταξύ της τελευταίας συνόδου του παρόντος Κοινοβουλίου και της συστατικής συνεδριάσεως του Κοινοβουλίου που θα εκλεγεί κατόπιν αμέσου γενικής ψηφοφορίας, κρίνοντας πάντως ότι σε περίπτωση που η πλειοψηφία των εν ενεργεία μελών του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής επιθυμούσε τη σύσταση περιόδου συμπληρωματικής συνόδου, μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού, να ζητήσουν τη σύγκληση του Κοινοβουλίου·
—
αποφασίζει, περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 139 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι σε περίπτωση που υποβληθεί στον Πρόεδρο τέτοια αίτηση, το διευρυμένο γραφείο θα συνέλθει για να εξετάσει τη συνέχεια που θα πρέπει να δοθεί στην αίτηση.»
11
Στις 25 Ιουνίου 1979 αποδέχθηκε το Συμβούλιο, χωρίς να έχει λάβει τη ζητηθείσα γνωμοδότηση, την πρόταση κανονισμού που είχε επεξεργαστεί η Επιτροπή, η οποία αποτέλεσε έτσι τον κανονισμό 1293/79, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1111/77. Στο τρίτο από τα ληφθέντα υπόψη για την έκδοση του κανονισμού 1293/79 στοιχεία που αναφέρονται στο προοίμιο του μνημονεύεται η διαβούλευση με τη Συνέλευση. Το Συμβούλιο έλαβε όμως υπόψη του την έλλειψη γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου, παρατηρώντας στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ότι «το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, του οποίου η γνώμη ζητήθηκε από τις 16 Μαρτίου 1979 επί της προτάσεως της Επιτροπής, κατά τη συνοδό του τού μηνός Μαΐου, δεν αποφάνθηκε σχετικά με αυτή την πρόταση και παρέπεμψε το θέμα για γνωμοδότηση ενώπιον του νέου Κοινοβουλίου».
12
Ήδη ζητείται από το Δικαστήριο η ακύρωση του κανονισμού 1293/79, κατά το μέτρο που τροποποιεί τον κανονισμό 1111/77.
Ως προς το παραδεκτό της προσφυγής
13
Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά κανονισμού χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 173, εδάφιο 3, της Συνθήκης. Η προσβαλλόμενη πράξη δεν αποτελεί απόφαση που ελήφθη υπό τη μορφή κανονισμού και δεν αφορά την προσφεύγουσα ούτε άμεσα ούτε ατομικά. Η προσφεύγουσα, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί σύνολο ατομικών αποφάσεων, η μία από τις οποίες ελήφθη για λογαριασμό της και την αφορά άμεσα και ατομικά.
14
Κατά το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού 1111/77, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του κανονισμού 1293/79:
«1.
Μία βασική ποσόστωση απονέμεται σε κάθε επιχείρηση παραγωγής ισογλυ-κόζης, που είναι εγκατεστημένη μέσα στην Κοινότητα για την περίοδο την προβλεπομένη στο άρθρο 8, παράγραφος 1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 3, η βασική ποσόστωση κάθε ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως ισούται με το διπλάσιο της διαπιστουμένης παραγωγής της, στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού, κατά την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1978 μέχρι 30ής Απριλίου 1979.
2.
Σε κάθε επιχείρηση που διαθέτει μία βασική ποσόστωση απονέμεται ομοίως μία μέγιστη ποσόστωση ίση με τη βασική της ποσόστωση προσαρμοσμένη με ένα συντελεστή. Ο συντελεστής αυτός είναι ο καθοριζόμενος στο άρθρο 25, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74, για την περίοδο από της 1ης Ιουλίου 1979 μέχρι 30ής Ιουνίου 1980.
3.
Η βασική ποσόστωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 διορθώνεται κατά περίπτωση έτσι ώστε η μεγίστη ποσόστωση η καθοριζομένη σύμφωνα με την παράγραφο 2:
—
να μην υπερβαίνει το 85%,
—
να μην είναι μικρότερη του 65%
της ετήσιας τεχνικής δυνατότητος παραγωγής της εν λόγω επιχειρήσεως.»
15
Κατά το γράμμα της παραγράφου 4, του άρθρου 9, οι βασικές ποσοστώσεις που καθιερώνονται σε εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3 καθορίζονται για κάθε επιχείρηση όπως εμφαίνεται στο παράρτημα Π. Το παράρτημα αυτό, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του άρθρου 9, ορίζει ότι η βασική ποσόστωση για την προσφεύγουσα ορίζεται σε 28000 τόνους.
16
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1111/77 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του κανονισμού 1293/79), σε συνδυασμό με το παράρτημα Π, εφαρμόζει αυτό το ίδιο τα κριτήρια που διατυπώνονται στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 ως 3, σε κάθε μια από τις εν λόγω επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται και τις οποίες αφορά έτσι άμεσα και ατομικά. Ο κανονισμός 1293/79 αποτελεί επομένως πράξη κατά της οποίας μπορούν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παραγωγής ισογλυκόζης να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης.
Ως προς το παραδεκτό της παρεμβάσεως τον Κοινοβουλίου
17
Το Συμβούλιο αμφισβητεί τη δυνατότητα του Κοινοβουλίου να παρέμβει εκουσίως σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η εξουσία ασκήσεως τέτοιας παρεμβάσεως συγγενεύει με το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος που δεν αναγνωρίζεται στο Κοινοβούλιο από τη γενική οικονομία της Συνθήκης. Σχετικά, παρατηρεί ότι το άρθρο 173 της Συνθήκης δεν μνημονεύει το Κοινοβούλιο μεταξύ των οργάνων που μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως και ότι το άρθρο 20 του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ δεν το μνημονεύει μεταξύ των οργάνων που δικαιούνται να καταθέσουν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 177.
18
Το άρθρο 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη και τα όργανα της Κοινότητος δύνανται να παρεμβαίνουν στις διαφορές που υποβάλλονται στο Δικαστήριο.
Το ίδιο δικαίωμα ανήκει σε κάθε άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, εκτός των διαφορών μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ οργάνων της Κοινότητος ή μεταξύ κρατών μελών αφ' ενός και οργάνων της Κοινότητος αφ' ετέρου.
Η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο την υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων.»
19
Το εδάφιο 1 του άρθρου αυτού προβλέπει το ίδιο δικαίωμα παρεμβάσεως για όλα τα όργανα της Κοινότητος. Δεν μπορεί να περιορισθεί για ένα από τα όργανα αυτά η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος χωρίς να προσβληθεί η θεσμική του κατάσταση, όπως τη θέλησε η Συνθήκη και ειδικότερα η παράγραφος 1, του άρθρου 4.
20
Το Συμβούλιο υποστηρίζει επικουρικά ότι και αν ακόμη έπρεπε να γίνει δεκτό δικαίωμα παρεμβάσεως για το Κοινοβούλιο, το δικαίωμα αυτό τελεί σε συνάρτηση με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως προσφυγής. Το συμφέρον αυτό αναμφίβολα τεκμαίρεται, αυτό όμως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να ελέγξει ενδεχομένως την ύπαρξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, ένας τέτοιος έλεγχος θα έπρεπε, κατά την άποψη του Συμβουλίου, να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαπίστωση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του Κοινοβουλίου στη λύση της διαφοράς.
21
Αυτός ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ασυμβίβαστος με την οικονομία του άρθρου 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου. Πράγματι, ναι μεν το εδάφιο 2 του άρθρου 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου προβλέπει ότι τα λοιπά πρόσωπα πλην των κρατών και των οργάνων της Κοινότητος δεν μπορούν να παρέμβουν σε διαφορές που υποβάλλονται στο Δικαστήριο παρά μόνο αν δικαιολογούν έννομο συμφέρον στη λύση της διαφοράς, το δικαίωμα όμως παρεμβάσεως που αναγνωρίζεται στα όργανα και επομένως και στο Κοινοβούλιο, από το άρθρο 37, εδάφιο 1, δεν υπόκειται σε τέτοια προϋπόθεση.
Ως προς την παράβαση των αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού
22
Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 42 της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να καθορίσει σε ποιο μέτρο εφαρμόζονται οι κανόνες του ανταγωνισμού στη γεωργία, δεν του επιτρέπει να περιορίσει περισσότερο από ό,τι είναι αναγκαίο τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο οποίος είναι ένας από τους θεμελιώδεις στόχους της Συνθήκης που διατυπώνονται στο άρθρο 3, στ· έτσι, τα μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο στο θέμα της ισογλυκόζης βαίνουν ακριβώς πέραν εκείνου που είναι αναγκαίο.
23
Η εγκαθίδρυση συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού δεν είναι ο μόνος στόχος που μνημονεύεται στο άρθρο 3 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει επίσης, κυρίως, τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα της γεωργίας. Οι συντάκτες της Συνθήκης, εν επιγνώσει του ότι η σύγχρονη επιδίωξη των δύο αυτών στόχων μπορούσε να αποδειχθεί δυσχερής σε ορισμένες στιγμές και σε ορισμένες περιπτώσεις, προέβλεψαν στο άρθρο 42, εδάφιο 1, ότι:
«Οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο των διατάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 39.»
Ετσι αναγνωρίζονται συγχρόνως η υπεροχή της αγροτικής πολιτικής σε σχέση με τους στόχους της Συνθήκης στο πεδίο του ανταγωνισμού και η εξουσία του Κοινοβουλίου να αποφασίζει σε ποιο μέτρο εφαρμόζονται οι κανόνες ανταγωνισμού στο γεωργικό τομέα. Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, όπως και κατά την εφαρμογή όλης της γεωργικής πολιτικής, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
24
Από την εξέταση των προσβαλλόμενων μέτρων προκύπτει ότι τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν στον ανταγωνισμό αποτελούν αναπότρεπτη συνέπεια της θεμιτής βουλήσεως του Συμβουλίου να υποβάλει την παραγωγή ισογλυκόζης σε περιοριστικά μέτρα. Τα μέτρα άλλωστε αυτά επιτρέπουν να υφίστανται όχι αμελητέες δυνατότητες ανταγωνισμού στο επίπεδο των τιμών, στους όρους πωλήσεως και στην ποιότητα της ισογλυκόζης. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να επικριθεί το Συμβούλιο ότι υπερέβη την εξουσία του εκτιμήσεως.
Ως προς την παράβαση της αρχής της αναλογικότητας
25
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας σύστημα ποσοστώσεων για την ισογλυκόζη, επέλεξε τον πιο περιοριστικό τρόπο ενεργείας που θα κατέληγε στην παρεμπόδιση κάθε ορθολογικής χρησιμοποιήσεως του παραγωγικού δυναμικού της προσφεύγουσας. Αντιθέτως, δεν ελήφθη κανένα μέτρο έναντι της βιομηχανίας ζάχαρης. Οι επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν έτσι μονομερώς στη βιομηχανία ισογλυκόζης παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας.
26
Καταρχάς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να παραπονείται για ένα εμπόδιο που έθεσε το Συμβούλιο στην ορθολογική χρησιμοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας της, αφού η πραγματική της παραγωγή δεν έφθασε καν την ανωτάτη ποσόστωση που της χορηγήθηκε. Περαιτέρω, το αληθές πρόβλημα και εν προκειμένω είναι αν, θεσπίζοντας τα μέτρα που έλαβε, το Συμβούλιο βαίνει πέραν των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως που του έχει αναγνωρισθεί. Από τις προηγούμενες όμως σκέψεις προκύπτει δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Θα πρέπει εξάλλου να υπογραμμισθεί ότι δεν είναι ακριβές να λέγεται, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, ότι δεν έχει ληφθεί κανένα περιοριστικό μέτρο έναντι της βιομηχανίας ζάχαρης και ότι εν πάση περιπτώσει οι δυνατότητες ενεργείας έναντι της βιομηχανίας αυτής είναι περιορισμένες λόγω της ανάγκης, για το Συμβούλιο, να φροντίζει στη διατήρηση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου για το γεωργικό πληθυσμό, πράγμα που αποτελεί έναν από τους στόχους που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση β, της Συνθήκης.
Ως προς τη φερομένη διάκριση μεταξύ παραγωγών ζάχαρης και ισογλυκόζης
27
Η προσφεύγουσα παραπονείται για διάκριση, θύματα της οποίας είναι οι παραγωγοί ισογλυκόζης. Μολονότι τελούν σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη των παραγωγών ζάχαρης, υπόκεινται σε διαφορετικό σύστημα ποσοστώσεων. Το σύστημα ποσοστώσεων που εφαρμόζεται στην ισογλυκόζη δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την αναγκαιότητα διατηρήσεως του ελεύθερου ανταγωνισμού ούτε ότι η ζάχαρη και η ισογλυκόζη βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια εξελίξεως· οι ποσοστώσεις υπολογίζονται βάσει περιόδων αναφοράς που δεν συμπίπτουν με αυτές που λαμβάνονται υπόψη για τη ζάχαρη και το όλο σύστημα στερείται της ελαστικότητας η οποία χαρακτηρίζει το καθεστώς της ζάχαρης. Τέλος, η βιομηχανία ισογλυκόζης δεν τυγχάνει των εγγυήσεων μιας οργανώσεως αγοράς.
28
Τα επιχειρήματα που αναφέρονται στον ελεύθερο ανταγωνισμό και στα άνισα στάδια εξελίξεως των δύο βιομηχανιών δεν αποτελούν παρά επανάληψη επιχειρημάτων, στα οποία έχει ήδη δοθεί απάντηση στο πλαίσιο της ερεύνης της δήθεν παραβάσεως των αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού. Οι άλλες διαφορές που αναφέρει η προσφεύγουσα εξηγούνται από τις αντικειμενικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των θέσεων της βιομηχανίας ζάχαρης και της βιομηχανίας ισογλυκόζης και επομένως το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της διακριτικής του εξουσίας, συνήγαγε τις συνέπειες. Ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ως προς τη διάκριση μεταξύ παραγωγών ισογλυκόζης
29
Η προσφεύγουσα επιρρίπτει στο Συμβούλιο ότι δεν κατένειμε τις ποσοστώσεις μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που παράγουν ισογλυκόζη σύμφωνα με σύστημα που να λαμβάνει υπόψη του ότι ορισμένες επιχειρήσεις περιόρισαν εκουσίως τις επενδύσεις τους αναμένοντας τον κανονισμό ο οποίος, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1978 που αναφέρθηκε πιο πάνω, έπρεπε να τροποποιήσει το καθεστώς της ισογλυκόζης.
30
Μετά την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου του 1978, οι μελλοντικές προοπτικές της αγοράς ισογλυκόζης ήταν οι ίδιες για το σύνολο των επιχειρήσεων που παράγουν ισογλυκόζη εντός της Κοινότητος. Κατά την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος αντέδρασαν διαφορετικά, δεν μπορεί όμως να επιτιμηθεί το Συμβούλιο ότι δεν έλαβε υπόψη του την εμπορική ευχέρεια επιλογής και την εσωτερική πολιτική κάθε ατομικής επιχειρήσεως όταν θέσπιζε μέτρα γενικού συμφέροντος για να αποφευχθεί να τεθεί σε κίνδυνο η πολιτική ζάχαρης της Κοινότητος από μια ανέλεγκτη παραγωγή ισογλυκόζης.
Ως προς την ύπαρξη ουσιαστικού σφάλματος στον υπολογισμό της ποσοστώσεως της προσφεύγουσας
31
Κατά την προφορική διαδικασία υποστήριξε η προσφεύγουσα ότι η ανωτάτη ποσόστωση που καθορίστηκε γι' αυτήν υπολογίστηκε βάσει δυναμικότητας που είχε ανακοινώσει, λαμβάνοντας υπόψη τις αναπόφευκτες διακοπές εργασίας, ενώ, σύμφωνα με το υπόμνημα απαντήσεως του Συμβουλίου, η δυναμικότητα που ελήφθη υπόψη κατά τον υπολογισμό των ανωτάτων ποσοστώσεων είναι ακαθάριστη δυναμικότητα, χωρίς να αφαιρεθούν οι απώλειες που οφείλονται στις διακοπές εργασίας. Από αυτό προκύπτει ότι ο καθορισμός της ποσοστώσεως που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα είναι ουσιαστικά λανθασμένος και επομένως το παράρτημα II θα έπρεπε να διορθωθεί τουλάχιστον στο σημείο αυτό.
32
Δεδομένου ότι ο λόγος αυτός προεβλήθη στο τέλος της διαδικασίας, οι πληροφορίες που διαθέτει το Δικαστήριο δεν του επιτρέπουν να κρίνει το υποστατό τέτοιου σφάλματος. Αυτό δεν είναι άλλωστε αναγκαίο για τη λύση της διαφοράς ενόψει της παραβάσεως ουσιώδους τύπου που διαπιστώνεται πιο κάτω. Το Συμβούλιο οφείλει να συναγάγει τις συνέπειες αυτού του σφάλματος εφόσον αποδειχθεί.
Ως προς την παράβαση ουσιώδους τύπου
33
Η προσφεύγουσα και το Κοινοβούλιο στην παρέμβαση του υποστηρίζουν ότι ο κανονισμός 1111/77, υπό την τροποποιηθείσα μορφή του, θεσπίστηκε από το Συμβούλιο χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία διαβουλεύσεως που προβλέπει το άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, και επομένως πρέπει να θεωρηθεί άκυρος λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.
34
Η διαβούλευση που προβλέπει το άρθρο 43, παράγραφος 2, εδάφιο 3, όπως και άλλες παράλληλες διατάξεις της Συνθήκης, είναι το μέσο που επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να μετέχει πραγματικά στη νομοθετική διαδικασία της Κοινότητος. Η αρμοδιότητα αυτή αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της θεσμικής ισορροπίας που θέλησε η Συνθήκη. Αποτελεί την αντανάκλαση, έστω περιορισμένη, στο επίπεδο της Κοινότητος, μιας θεμελιώδους δημοκρατικής αρχής σύμφωνα με την οποία οι λαοί μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας μέσω μιας αντιπροσωπευτικής συνελεύσεως. Η συστηματική διαβούλευση με το Κοινοβούλιο στις περιπτώσεις που προβλέπει η Συνθήκη αποτελεί συνεπώς ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως.
35
Θα πρέπει να διευκρινισθεί σχετικά ότι η τήρηση αυτής της απαιτήσεως συνεπάγεται την έκφραση της απόψεως του Κοινοβουλίου· δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απαίτηση αυτή ικανοποιείται με μια απλή αίτηση γνωμοδοτήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου. Κακώς επομένως περιλαμβάνει το Συμβούλιο, στον κανονισμό 1293/79, μεταξύ των στοιχείων που αναφέρονται στο προοίμιο ότι ελήφθησαν υπόψη, τη «διαβούλευση» με τη Συνέλευση.
36
Το Συμβούλιο δεν αμφισβήτησε το χαρακτήρα της διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο ως ουσιώδους τύπου. Υποστηρίζει όμως ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Κοινοβούλιο κατέστησε με την ίδια τη συμπεριφορά του αδύνατη την εκπλήρωση αυτού του τύπου και ότι επομένως δεν μπορεί να επικαλείται βασίμως την παράλειψη του.
37
Επιφυλασσομένων των ζητημάτων αρχής που ανακινούνται με αυτή την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου, αρκεί να διαπιστωθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι στις 25 Ιουνίου 1979, ημερομηνία κατά την οποία θέσπισε, χωρίς γνωμοδότηση της Συνελεύσεως, τον κανονισμό 1293/79 που τροποποίησε τον κανονισμό 1111/77, το Συμβούλιο δεν είχε εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες για να επιτύχει την προηγουμένη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου. Πρώτον, το Συμβούλιο δεν ζήτησε την εφαρμογή της διαδικασίας επείγοντος που προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός του Κοινοβουλίου, ενώ σε άλλα πεδία και για άλλα σχέδια κανονισμών έκανε χρήση κατά τον ίδιο χρόνο αυτής της ευχέρειας. Εξάλλου, το Συμβούλιο μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ευχέρεια που του προσφέρει το άρθρο 139 της Συνθήκης να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτης συνόδου της Συνελεύσεως, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού το γραφείο του Κοινοβουλίου επέστησε την 1η Μαρτίου και τη 10η Μαΐου 1979 την προσοχή του επί της ευχέρειας αυτής.
38
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ελλείψει γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου, απαιτουμένης από το άρθρο 43 της Συνθήκης, ο κανονισμός 1293/79 περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1111/77 του Συμβουλίου πρέπει να ακυρωθεί, επιφυλασσομένης της εξουσίας του Συμβουλίου να λάβει κατόπιν της αποφάσεως αυτής κάθε κατάλληλο μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 176, εδάφιο 1, της Συνθήκης.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Ακυρώνει τον κανονισμό 1293/79 (ΕΕ ειδική έκδοση, τόμος 03/025, σ. 176), περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1111/77.
Kutscher
Pescatore
Koopmans
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Due
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Οκτωβρίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy