ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 15ης Οκτωβρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 145/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal d'instance της Λίλλης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του μεταξύ
SA Roquette Frères, στο Lestrem,
και
Γαλλικού Δημοσίου — Administration des douanes,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40 της Συνθήκης και των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στον γεωργικό τομέα ως συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. τομ. 03/06, σ. 192),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και Τ. Koopmans, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, A. Touffait και O. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, το tribunal d'instance της Λίλλης υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, επτά προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40 της Συνθήκης και των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971 περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στον γεωργικό τομέα ως συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/06, σ. 192).
2
Το δικαστήριο αυτό επελήφθη αγωγής που άσκησε η ανώνυμη εταιρία Roquette Frères κατά του γαλλικού Δημοσίου, διοικήσεως τελωνείων (Administration des douanes), με την οποία ζητούσε την επιστροφή των επιπλέον ποσών που εισέπραξε το τελωνείο ως νομισματικά εξισωτικά ποσά από τις 25 Μαρτίου 1976, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1976, ο οποίος τροποποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά μετά από την εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών του γαλλικού φράγκου (JO L 79, σ. 4).
3
Η ενάγουσα της κύριας δίκης εταιρία Roquette, προσέβαλε τις μεθόδους υπολογισμού τις οποίες χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να καθορίσει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονταν στα μεταποιημένα προϊόντα της αμυλοποιίας αραβοσίτου, στα μεταποιημένα προϊόντα της αμυλοποιίας σίτου, στο άμυλο γεωμήλων, στη σορβιτόλη και στην ισογλυκόζη. Κατά την εταιρία Roquette αυτές οι μέθοδοι είναι αντίθετες προς τους κανόνες που θέσπισε το Συμβούλιο όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα που εξαρτώνται από προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως· παραβιάζουν ιδίως το άρθρο 2, παράγράφος 2, του κανονισμού 974/71. Επιπλέον, οι μέθοδοι αυτές έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών της κοινής αγοράς.
4
Η εναγόμενη της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το γαλλικό Δημόσιο απλώς εφαρμόζει την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση χωρίς να μπορεί να εκτιμήσει την ορθότητα του τρόπου υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Προβαίνει στην είσπραξη αυτών των ποσών και τα αποδίδει στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων.
5
Το παραπέμπον δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Δέχθηκε το πόρισμα της εκθέσεως του πραγματογνώμονα όσον αφορά την ύπαρξη και τη σημασία των στρεβλώσεων που προέβαλε η Roquette και οι οποίες προέκυπταν από τις μεθόδους υπολογισμού των εξισωτικών ποσών. Με βάση το πόρισμα αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο θεώρησε ότι έπρεπε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο κρίνει αν οι προβαλλόμενες στρεβλώσεις είναι αντίθετες προς το άρθρο 40 της Συνθήκης κι αν πρέπει να τροποποιηθεί ο τρόπος υπολογισμού των εξισωτικών ποσών όπως ζητεί η Roquette.
Προκαταρκτική παρατήρηση
6
Με τα πρώτα έξι ερωτήματα που υποβάλλει το παραπέμπον δικαστήριο ερωτάται ποια είναι η ορθή μέθοδος για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία εφαρμόζονται για το άμυλο αραβοσίτου, το άμυλο σίτου, το άμυλο γεωμήλων, τη σορβιτόλη και την ισογλυκόζη. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα εν λόγω εξισωτικά ποσά καθορίστηκαν και τροποποιήθηκαν με κανονισμούς της Επιτροπής, η οποία εξουσιοδοτήθηκε σχετικά από τα άρθρα 3 και 6 του κανονισμού 974/71. Με τα έξι ερωτήματα το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί των μεθόδων υπολογισμού τις οποίες χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον καθορισμό των εν λόγω ποσών. 'Ετσι, ζητείται εμμέσως η εκτίμηση του κύρους των κανονιστικών διατάξεων με τις οποίες η Επιτροπή θέσπισε τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται για τα εν λόγω προϊόντα.
Αν και, στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου για την εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν αν τα υποβαλλόμενα ερωτήματα είναι ουσιώδη, το Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα να συνάγει από το σύνολο των στοιχείων που του υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία εκείνα κοινοτικού δικαίου τα οποία, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς, χρειάζονται ερμηνεία ή εκτίμηση του κύρους τους.
Γενικές παρατηρήσεις
7
Η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των στόχων οι οποίοι υπαγόρευσαν τη θέσπιση των νομισματικών εξισωτικών ποσών με τον κανονισμό 974/71, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και των διατάξεων σχετικά με την κοινή αυτή γεωργική πολιτική, ιδίως δε των άρθρων 39, 40 και 43.
8
Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 974/71 για να εμποδίσουν, στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων αγορών, την αποδιοργάνωση του προβλεπόμενου από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση συστήματος παρεμβάσεως και τις ανώμαλες διαμορφώσεις τιμών, οι οποίες προκαλούνται από τις διακυμάνσεις των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών. Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 974/71 διευκρινίζουν ότι τα ποσά που θα θεσπιστούν πρέπει να περιορίζονται στα αυστηρώς απαραίτητα ποσά για την αντιστάθμιση των νομισματικών μέτρων επί των τιμών των προϊόντων βάσεως για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως και ότι πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σ' εκείνες τις περιπτώσεις που η επίπτωση αυτή οδηγεί σε δυσχέρειες.
Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, η είσπραξη ή η χορήγηση εξισωτικών ποσών εφαρμόζεται στα προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, καθώς και στα προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων που αναφέρονται σ' αυτή την περίπτωση και τα οποία υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών ή αποτελούν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ορίζει ότι, για τα προϊόντα, εκτός από εκείνα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως, τα εξισωτικά ποσά είναι ίσα με την επίπτωση επί των τιμών του προϊόντος για το οποίο πρόκειται της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού επί των τιμών του προϊόντος που υπόκειται στο σύστημα παρεμβάσεως, από τις οποίες εξαρτώνται.
9
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τόσο για τα προϊόντα βάσεως όσο και για τα εξαρτώμενα προϊόντα η θέσπιση νομισματικών εξισωτικών ποσών έχει ως σκοπό να διορθώσει τα αποτελέσματα των μεταβολών των ασταθών συναλλαγματικών ισοτιμιών οι οποίες, σ' ένα σύστημα οργανώσεως των αγορών γεωργικών προϊόντων που βασίζεται σε κοινές τιμές, θα ήταν ικανές να προκαλέσουν διαταραχές στο εμπόριο των προϊόντων, ιδίως δε να θέσουν σε κίνδυνο το προβλεπόμενο για τα προϊόντα αυτά σύστημα παρεμβάσεως. Η θέσπιση, επομένως, των νομισματικών εξισωτικών ποσών αποσκοπεί ουσιαστικά στη διατήρηση του συστήματος ενιαίων τιμών στις γεωργικές οργανώσεις αγοράς, καθώς αυτό το σύστημα ενιαίων τιμών αποτελεί, λαμβανομένων υπόψη των στόχων της διατηρήσεως του βιοτικού επιπέδου του γεωργικού πληθυσμού και της σταθεροποιήσεως των αγορών, που είναι χαρακτηριστικοί αυτών των οργανώσεων, το θεμέλιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των γεωργικών προϊόντων εντός της Κοινότητος. Δεν αποσκοπεί δε και δεν θα μπορούσε να αποσκοπεί στην πρόσθετη προστασία των αγορών στο επίπεδο των γεωργικών τιμών κάποιου κράτους μέλους σε σχέση με τα λοιπά, ο στόχος δε αυτός θα ήταν ασυμβίβαστος προς την επιδιωκόμενη ενότητα.
10
Όσον αφορά ειδικότερα τα εξαρτώμενα προϊόντα, πρέπει επιπλέον να παρατηρηθεί, όπως έκρινε και το Δικαστήριο με την απόφαση του της 12ης Νοεμβρίου 1974 (υπόθεση 34/74, Roquette, Rec. σ. 1217), ότι, ενώ οι νομισματικές διακυμάνσεις για τα προϊόντα βάσεως μπορούν, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 974/71, να αντισταθμιστούν πλήρως, αυτό δεν ισχύει για τα εξαρτώμενα προϊόντα. Για τα τελευταία, η έκφραση «επίπτωση» που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 2, επιτρέπει στην Επιτροπή να λάβει μόνον υπόψη, για τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών, την επίδραση των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται για το προϊόν βάσεως επί της τιμής του εξαρτωμένου προϊόντος.
11
Το Δικαστήριο δέχεται ότι από τον υπολογισμό της επιπτώσεως του καθορισμένου για ένα προϊόν βάσεως νομισματικού εξισωτικού ποσού επί των εξαρτωμένων προϊόντων ανακύπτουν για μεγάλο αριθμό προϊόντων, η μέθοδος παρασκευής και η σύνθεση των οποίων μπορούν να ποικίλλουν στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας, δύσκολα προβλήματα τεχνικής και οικονομικής φύσεως. Εναπόκειται στην Επιτροπή να επιλύσει αυτά τα προβλήματα, διατηρώντας ορισμένη λογική συνοχή και ένα ελάχιστο βαθμό διαφάνειας στο σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών τα οποία οφείλει να θεσπίσει στον τομέα αυτό. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά την ύπαρξη ή την απειλή διαταραχών του εμπορίου, τον αριθμό των εξαρτωμένων προϊόντων για τα οποία πρέπει να θεσπιστεί ένα εξισωτικό ποσό, και την επίπτωση, επί της τιμής του εξαρτώμενου προϊόντος, του εξισωτικού ποσού που έχει θεσπιστεί για το προϊόν βάσεως. Ο καθορισμός του εξισωτικού ποσού για ένα μεταποιημένο προϊόν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο για το λόγο ότι, για ορισμένη επιχείρηση ή ομάδα παραγωγών, ο υπολογισμός της επιπτώσεως του εφαρμοστέου στο προϊόν βάσεως εξισωτικού ποσού δεν είναι απολύτως κατάλληλος διότι μπορεί να είναι απαραίτητο να γίνουν πάγιες εκτιμήσεις.
12
Εντούτοις, η εξουσία εκτιμήσεως που πρέπει να αναγνωριστεί στην Επιτροπή έχει τα όρια της. Όταν ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε έχει ως συνέπεια να εφαρμόζονται κατά τρόπο συστηματικό στα μεταποιημένα προϊόντα εξισωτικά ποσά, η επιβάρυνση των οποίων — ή, ανάλογα με την περίπτωση, το όφελος — βαίνει πέραν απ' ό,τι θα ήταν απαραίτητο για να ληφθεί υπόψη η επίπτωση του εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται για το προϊόν βάσεως, οι διατάξεις οι οποίες θεσπίζουν αυτά τα ποσά δεν μπορούν πλέον να θεωρηθούν ότι έχουν ως σκοπό την εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων των νομισματικών διακυμάνσεων μεταξύ των κρατών μελών. Σε τέτοια περίπτωση η Επιτροπή δεν ενεργεί πλέον στα πλαίσια των εξουσιών που διαθέτει δυνάμει του κανονισμού 974/71.
13
Ήδη πρέπει να εξεταστούν τα έξι πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο υπό το φως αυτών των διαπιστώσεων.
Επί του αμύλου αραβοσίτου (πρώτο ερώτημα)
14
Με το πρώτο του ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί εάν η υπολογιζόμενη με βάση την πράσινη ισοτιμία επιστροφή λόγω παραγωγής πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται για το άμυλο του αραβοσίτου και τα παράγωγα του.
15
Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, καθώς και από τις εξηγήσεις που έδωσε η Επιτροπή, τα εφαρμοζόμενα για το άμυλο αραβοσίτου νομισματικά εξισωτικά ποσά που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 652/76, ο οποίος έδωσε λαβή στη διαφορά της κύριας δίκης, και από τους μεταγενέστερους τροποποιητικούς κανονισμούς, υπολογίστηκαν βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου. Ερωτάται μήπως αυτός ο τρόπος υπολογισμού είναι εσφαλμένος, καθόσον δεν λαμβάνει υπόψη την επιστροφή λόγω παραγωγής που χορηγείται, δυνάμει της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, για τον αραβόσιτο που χρησιμοποιείται στην Κοινότητα για την παρασκευή αμύλου.
16
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξέθεσε τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζει τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται για το άμυλο του αραβοσίτου. Κατά τη γνώμη της, δεν υπάρχει λόγος να ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό αυτό, η τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου, δεδομένου ότι οι παραγωγοί αμύλου προμηθεύονται αραβόσιτο σε τιμή ανώτερη από την τιμή παρεμβάσεως, που βρίσκεται περίπου στο επίπεδο της τιμής κατωφλίου. Μπροστά στις δυσχέρειες που θα δημιουργούνταν εάν λαμβανόταν υπόψη η τιμή στην οποία γινόταν πράγματι ο εφοδιασμός σε αραβόσιτο, η οποία αποτελεί συνάρτηση της καταστάσεως της αγοράς, η Επιτροπή έλαβε ως βάση τιμή εφοδιασμού που καθορίστηκε κατά τρόπο πάγιο. 'Ετσι, για να υπολογίσει τα εφαρμοστέα για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικά ποσά έλαβε υπόψη την τιμή κατωφλίου του αραβοσίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου. Εντούτοις, στην περίπτωση που η καθοριζόμενη με τον τρόπο αυτό τιμή εφοδιασμού ήταν ανώτερη από την τιμή παρεμβάσεως, η Επιτροπή έλαβε ως βάση την τελευταία αυτή τιμή, αντί για την τιμή εφοδιασμού, για το λόγο ότι είναι υποχρεωμένη να καθορίζει τα χαμηλότερα δυνατά εξισωτικά ποσά, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του οικείου γεωργικού τομέα. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει όμως καμιά οικονομικής φύσεως δικαιολογία για να αφαιρεθεί η επιστροφή λόγω παραγωγής από την τιμή παρεμβάσεως, καθώς αυτή η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή εφοδιασμού, η οποία συμπεριλαμβάνει την επιστροφή λόγω παραγωγής.
17
Οι αριθμητικοί πίνακες τους οποίους υπέβαλε στο Δικαστήριο η Επιτροπή δείχνουν ότι από το 1975η τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου ήταν χαμηλότερη από την τιμή κατωφλίου αυτού του προϊόντος, μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου. Από αυτό προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου που αφορά την παρούσα διαφορά, το εφαρμοστέο για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικό ποσό θεσπίστηκε με βάση την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου, χωρίς να αφαιρεθεί η επιστροφή λόγω παραγωγής.
18
Καθώς η θέσπιση των νομισματικών εξισωτικών ποσών έχει ως κύριο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου αποδιοργανώσεως του συστήματος παρεμβάσεως από τις νομισματικές διακυμάνσεις, δεν είναι απαραίτητο να καθοριστούν αυτά τα ποσά βάσει της τιμής στην αγορά του οικείου γεωργικού προϊόντος ή βάσει της τιμής εφοδιασμού που καθορίστηκε παγίως. Τα εφαρμοστέα για το προϊόν βάσεως, δηλαδή τον αραβόσιτο, νομισματικά ποσά καθορίστηκαν βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου.
19
Όταν τα εφαρμοστέα για το προϊόν βάσεως εξισωτικά ποσά στηρίζονται στην τιμή παρεμβάσεως, δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητό πως η επίπτωση, επί της τιμής του μεταποιημένου προϊόντος, της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού στην τιμή του προϊόντος βάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, θα μπορούσε να υπολογιστεί με βάση άλλη τιμή του προϊόντος βάσεως εκτός από την τιμή παρεμβάσεως. Από το φάκελο προκύπτει ότι τα εφαρμοστέα για τα εκτός του αμύλου μεταποιημένα προϊόντα αραβοσίτου εξισωτικά ποσά — για τα οποία δεν προβλεπόταν καμιά επιστροφή λόγω παραγωγής — υπολογίστηκαν στην πραγματικότητα με βάση την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου.
20
Φαίνεται έτσι ότι το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη η τιμή εφοδιασμού αραβοσίτου χρησίμευε μόνο για τον καθορισμό των εξισωτικών ποσών για ένα μεταποιημένο προϊόν στο οποίο μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή λόγω παραγωγής και ότι αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα ότι αυτά τα ποσά καθορίστηκαν στην πραγματικότητα με βάση την τιμή παρεμβάσεως του αμύλου χωρίς αφαίρεση της επιστροφής λόγω παραγωγής.
21
Για να δικαιολογήσει αυτό τον τρόπο υπολογισμού, η Επιτροπή υποστηρίζει στο υπόμνημα της ότι η επιλογή της σημαντικότερης τιμής για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονταν για τα μεταποιημένα προϊόντα σιτηρών αποτελεί μέρος μιας συνολικής οικονομικής εκτιμήσεως. Σχετικά, ανέφερε ορισμένες καταστάσεις υπέρ των παραγωγών που βρίσκονταν στις χώρες με υποτιμημένο νόμισμα, όπως η Γαλλία, όπως για παράδειγμα τη δυνατότητα εφοδιασμού με εγχώριο αραβόσιτο, την προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 1β, του κανονισμού 974/71 μείωση για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη το νόμισμα των οποίων έχει υποτιμηθεί, και το γεγονός ότι οι μηνιαίες αυξήσεις της τιμής παρεμβάσεως δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο. Για τους λόγους αυτούς, η επιλογή της τιμής που πρέπει να ληφθεί υπόψη υπάγεται στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει στον τομέα αυτό η Επιτροπή.
22
Αυτοί οι ισχυρισμοί, εντούτοις, δεν είναι πειστικοί. Η εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται για τα μεταποιημένα προϊόντα δεν έχει ως σκοπό να επιτρέψει σ' αυτό το κοινοτικό όργανο να λάβει υπόψη την οικονομική κατάσταση ορισμένου κλάδου της παραγωγής, αλλά να προβεί, εντός των ορίων που χαράζει ο κανονισμός 974/71, σε εκτίμηση της επιπτώσεως, επί των τιμών των μεταποιημένων προϊόντων, των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στα προϊόντα βάσεως. Λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία τα οποία είναι ξένα προς αυτή την κατάσταση και καθορίζοντας τα εξισωτικά ποσά για το άμυλο του αραβοσίτου βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αμύλου χωρίς αφαίρεση της επιστροφής λόγω παραγωγής, ενώ τα εξισωτικά ποσά για άλλα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο, για τα οποία δεν προβλέπεται καμιά επιστροφή λόγω παραγωγής, υπολογίζονται επίσης βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια που της επιβάλλει ο κανονισμός 974/71.
23
Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα εφαρμοστέα στο άμυλο αραβοσίτου νομισματικά εξισωτικά ποσά πρέπει να υπολογιστούν, δυνάμει του κανονισμού 174/71, βάσει της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου, μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου αραβοσίτου.
Επί του αμύλου του σίτου (δεύτερο ερώτημα)
24
Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στο εάν, για τον υπολογισμό του εφαρμοστέου για το άμυλο σίτου νομισματικού εξισωτικού ποσού, η τιμή του προϊόντος βάσεως πριν από τη μείωση της επιστροφής λόγω παραγωγής, πρέπει να είναι η ίδια με εκείνη η οποία ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του εξισωτικού ποσού για το σίτο.
25
Η Επιτροπή ανέφερε ότι καθόρισε τον εφαρμοστέο για το άμυλο σίτου τρόπο υπολογισμού επιδιώκοντας την ίση μεταχείριση με το άμυλο αραβοσίτου, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την τιμή αναφοράς του σίτου, αντί για την τιμή παρεμβάσεως, καθώς αυτή η πρώτη τιμή επιτελεί, για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών, την ίδια λειτουργία στον τομέα του σίτου και των υποπροϊόντων του με την τιμή παρεμβάσεως στον τομέα του αραβοσίτου και των υποπροϊόντων του. Από το φάκελο προκύπτει ότι τα εφαρμοστέα για το σίτο εξισωτικά ποσά υπολογίστηκαν βάσει της τιμής αναφοράς του σίτου, ενώ τα εφαρμοστέα για το άμυλο σίτου θεσπίστηκαν με βάση την τιμή κατωφλίου του σίτου, μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής.
26
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έδωσε στο Δικαστήριο, η Επιτροπή έλαβε ως βάση την τιμή κατωφλίου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής, διότι αυτό αντιπροσώπευε την τιμή εφοδιασμού σε σίτο για τους παραγωγούς αμύλου. Εντούτοις, αντίθετα με ό,τι ίσχυε στον τομέα του αραβοσίτου, αυτή η τιμή εφοδιασμού ήταν πάντοτε κατώτερη από την τιμή αναφοράς. Συνεπώς, αυτή λαμβανόταν πάντοτε υπόψη για τον υπολογισμό των εφαρμοστέων για το άμυλο σίτου εξισωτικών ποσών.
27
Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων σχετικά με το άμυλο αραβοσίτου, καθώς και της δηλωμένης επιλογής της Επιτροπής να αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο το άμυλο αραβοσίτου και το άμυλο σίτου, φαίνεται ότι η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της χρησιμοποιώντας άλλη βάση υπολογισμού για τα εφαρμοστέα για το άμυλο σίτου εξισωτικά ποσά από την τιμή αναφοράς, μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής. Από αυτό έπεται ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική.
Επί του συνόλου των παραγώγων προϊόντων του ίδιου προϊόντος βάσεως (τρίτο ερώτημα)
28
Το τρίτο ερώτημα θέτει το πρόβλημα αν το ποσό των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται στο σύνολο των προϊόντων και υποπροϊόντων, τα οποία προέρχονται από τη μεταποίηση του ίδιου προϊόντος βάσεως, μπορεί να υπερβαίνει το εξισωτικό ποσό που εφαρμόζεται για το προϊόν βάσεως.
29
Το Δικαστήριο εξέτασε αυτό το ερώτημα στις αποφάσεις που εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία με την παρούσα απόφαση (την 15η Οκτωβρίου 1980) στις αποφάσεις 4/79 (Providence agricole de Champagne) και 109/79 (Maïseries de Beauce).
Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι, χρησιμοποιώντας ένα σύστημα υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση το ίδιο προϊόν βάσεως, όπως το άμυλο αραβοσίτου ή σίτου, η τιμή του οποίου εξαρτάται από την τιμή του αραβοσίτου ή του σίτου, που καταλήγει στο να καθορίζονται για τα διάφορα προϊόντα τα οποία προέρχονται από τη μεταποίηση δεδομένης ποσότητας αραβοσίτου ή σίτου σε ορισμένη διαδικασία παραγωγής, εξισωτικά ποσά το ύψος των οποίων ανέρχεται σε επίπεδο σαφώς ανώτερο από εκείνο του εξισωτικού ποσού που έχει καθοριστεί γι' αυτή τη δεδομένη ποσότητα αραβοσίτου ή σίτου, η Επιτροπή παραβίασε τον κανονισμό 974/71, καθώς και το άρθρο 43, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Επί του αμύλου γεωμήλων (τέταρτο ερώτημα)
30
Το τέταρτο ερώτημα αφορά το αν το εφαρμοζόμενο για το άμυλο γεωμήλων εξισωτικό ποσό πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εφαρμόζεται για το άμυλο αραβοσίτου.
31
Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 974/71 προβλέπει εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως, καθώς και για τα προϊόντα η τιμή των οποίων εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων αυτής της πρώτης περιπτώσεως και που υπάγονται, επιπλέον, στην κοινή οργάνωση αγορών ή αποτελούν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης. Είναι βέβαιο ότι κανένα μέτρο παρεμβάσεως δεν προβλέπεται μεν για τα γεώμηλα, αλλά ότι η τιμή του αμύλου γεωμήλων εξαρτάται από την τιμή του αραβοσίτου, δεδομένου ότι υφίστανται σχέσεις ανταγωνισμού ή ακόμα και δυνατότητα υποκαταστάσεως μεταξύ του αμύλου γεωμήλων και του αμύλου αραβοσίτου.
32
Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίπτωση, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, επί του αμύλου γεωμήλων της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού στην τιμή του αραβοσίτου δεν μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή την ίδια επίπτωση επί του αμύλου αραβοσίτου.
33
Εντούτοις, η Επιτροπή αμφισβήτησε αυτή την άποψη. Υπογράμμισε ότι, όσον αφορά το άμυλο γεωμήλων, τα παραγόμενα υποπροϊόντα δεν έχουν πραγματική αξία και, συνεπώς, δεν εφαρμόζονται γι' αυτά νομισματικά εξισωτικά ποσά, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον τομέα του αραβόσιτου. Επιπλέον, θεωρεί ότι οφείλει, στο πλαίσιο της εξουσίας της να προβαίνει σε οικονομικής φύσεως εκτιμήσεις, να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες δυσχέρειες της παρασκευής του αμύλου γεωμήλων, δυσχέρειες τις οποίες αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 12ης Ιουλίου 1979 (υπόθεση 166/78, Ιταλική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου, Rec. σ. 2575).
34
Εντούτοις, αυτές οι τελευταίες παρατηρήσεις, οι οποίες μπορούν να είναι σημαντικές στον τομέα των ενισχύσεων της παραγωγής, όπως πράγματι δέχτηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του, είναι ξένες προς τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Αυτά τα ποσά δεν αποσκοπούν στο να αντιμετωπισθούν οι ιδιαίτερες δυσχέρειες συγκεκριμένου κλάδου της μεταποιητικής βιομηχανίας, αλλά στο να εξουδετερωθούν τα αποτελέσματα των νομισματικών διακυμάνσεων επί του συστήματος ενιαίων τιμών στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγορών των γεωργικών προϊόντων.
35
Το γεγονός ότι για τα υποπροϊόντα που λαμβάνονται κατά την παρασκευή αμύλου γεωμήλων δεν εφαρμόζονται νομισματικά εξισωτικά ποσά είναι χωρίς σημασία. Καθώς η τιμή του αμύλου γεωμήλων εξαρτάται από την τιμή του αραβοσίτου, λόγω των σχέσεων άμεσου ανταγωνισμού μεταξύ του αμύλου γεωμήλων και του αμύλου αραβοσίτου, ο υπολογισμός των εφαρμοστέων εξισωτικών ποσών δεν μπορεί να αποτελεί συνάρτηση των ιδιαίτερων συνθηκών παρασκευής του τομέα των γεωμήλων. Αντίθετα, είναι δυνατό το εφαρμοστέο για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικό ποσό να υφίσταται την επίδραση του ποσού των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται για τα υποπροϊόντα, τα οποία προέρχονται από την ίδια ποσότητα αραβοσίτου, όπως προκύπτει από την απάντηση που δόθηκε στο τρίτο ερώτημα. Στην περίπτωση αυτή, το εφαρμοστέο για το άμυλο γεωμήλων εξισωτικό ποσό θα έπρεπε να υποστεί την ίδια επίδραση.
36
Συνεπώς, εάν, όπως αναφέρει η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 974/71, τα εξισωτικά ποσά που θα θεσπιστούν πρέπει να περιορίζονται στα αυστηρώς απαραίτητα ποσά για την αντιστάθμιση της επιπτώσεως των νομισματικών μέτρων επί των τιμών των προϊόντων βάσεως για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως, πρέπει να δοθεί στο τέταρτο ερώτημα η απάντηση ότι το εφαρμοστέο για το άμυλο γεωμήλων εξισωτικό ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό για το άμυλο αραβοσίτου.
Επί της σορβιτόλης (πέμπτο ερώτημα)
37
Με το πέμπτο ερώτημα του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί εάν για τη σορβιτόλη, η οποία περιέχει πάνω από 2% μαννιτόλη και που παρασκευάζεται με βάση τον αραβόσιτο, η τιμή της οποίας συνδέεται προς την τιμή του προϊόντος αυτού, πρέπει να εφαρμοστεί νομισματικό εξισωτικό ποσό στηριζόμενο στο αντίστοιχο ποσό του αραβοσίτου.
38
Η σορβιτόλη είναι προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης. Το εφαρμοστέο για τη σορβιτόλη σύστημα εμπορικών ανταλλαγών καθορίστηκε με τον κανονισμό 1059/69 του Συμβουλίου της 28ης Μαίου 1969, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/04, σ. 148), καθώς και από τον κανονισμό 1060/69 του Συμβουλίου, της ίδιας ημερομηνίας, περί καθορισμού των ποσοτήτων προϊόντων βάσεως τα οποία θεωρούνται ότι χρησιμοποιήθηκαν στην παρασκευή των εμπορευμάτων που υπάγονται στον κανονισμό 1059/69 (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/04, σ. 154).
39
Δυνάμει του κανονισμού 1059/69, η σορβιτόλη υποβάλλεται, κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, σε επιβάρυνση η οποία αποτελείται από ένα σταθερό και ένα μεταβλητό στοιχείο. Ο τρόπος υπολογισμού του μεταβλητού στοιχείου καθορίζεται από τον κανονισμό 1060/69, ο οποίος κάνει, σχετικά, διάκριση μεταξύ της σορβιτόλης που περιέχει μαννιτόλη σε ποσοστό κατώτερο ή ίσο του 2% κατά βάρος, υπολογιζόμενο επί της περιεκτικότητας της σε σορβιτόλη, η οποία θεωρείται ότι παρασκευάζεται με βάση τον αραβόσιτο, και της σορβιτόλης που περιέχει περισσότερο του 2% μαννιτόλη, η οποία θεωρείται ότι παρασκευάζεται με βάση τη ζάχαρη (παράρτημα του κανονισμού, διάκριση 29.04 Γ III). Για τον υπολογισμό των εφαρμοστέων για τη σορβιτόλη εξισωτικών ποσών, η Επιτροπή βασίστηκε σ' αυτή την ίδια διάκριση.
40
Η Roquette υποστηρίζει ότι η άποψη σύμφωνα με την οποία κανονικά η σορβιτόλη υψηλής περιεκτικότητας σε μαννιτόλη προέρχεται από τη ζάχαρη είναι εσφαλμένη. Αναφέρει ότι η παραγωγή της σε σορβιτόλη, η οποία αντιπροσωπεύει περισσότερο από το μισό της κοινοτικής παραγωγής του προϊόντος αυτού, γίνεται αποκλειστικά με βάση τον αραβόσιτο και ότι 60% της παραγωγής της σορβιτόλης έχει περιεκτικότητα σε μαννιτόλη μεταξύ 3% και 4%. Εξάλλου, 90% της κοινοτικής παραγωγής σορβιτόλης, περισσότερο από το μισό της οποίας έχει περιεκτικότητα σε μαννιτόλη μεταξύ 3% και 4%, παρασκευάζεται με βάση τον αραβόσιτο. Ο ορισθείς από το εθνικό δικαστήριο πραγματογνώμων διαπίστωσε ότι η εφαρμογή για τη σορβιτόλη που προέρχεται από τον αραβόσιτο εξισωτικού ποσού υπολογιζόμενου βάσει της τιμής της ζάχαρης δημιουργεί τεχνητές διαφορές τιμών.
41
Αυτά τα στοιχεία, εντούτοις, δεν είναι ικανά να επηρεάσουν το κύρος του καθορισμού των εφαρμοστέων για τη σορβιτόλη εξισωτικών ποσών. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη την επίπτωση, επί των τιμών της σορβιτόλης, της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού επί της τιμής του προϊόντος από το οποίο εξαρτώνται οι τιμές της σορβιτόλης. Καθορίζοντας αυτό το τελευταίο προϊόν σε συνάρτηση με την περιεκτικότητα της σορβιτόλης σε μαννιτόλη, η Επιτροπή ευθυγραμμίστηκε με τους θεσπισμένους από το Συμβούλιο κανόνες όσον αφορά την εφαρμοστέα για τη σορβιτόλη κοινή οργάνωση των αγορών. Έτσι δε, ενήργησε εντός των ορίων των εξουσιών τις οποίες της παρέχει ο κανονισμός 974/71.
42
Επομένως, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι για τη σορβιτόλη που περιέχει άνω του 2% μαννιτόλη και η οποία παρασκευάζεται με βάση τον αραβόσιτο δεν πρέπει να εφαρμόζεται αναγκαστικά νομισματικό εξισωτικό ποσό στηριζόμενο στο αντίστοιχο ποσό για τον αραβόσιτο.
Επί της ισογλυκόζης (έκτο ερώτημα)
43
Το έκτο ερώτημα αφορά το αν για την ισογλυκόζη, που παρασκευάζεται με βάση τον αραβόσιτο, η τιμή της οποίας συνδέεται προς την τιμή του προϊόντος αυτού, πρέπει να εφαρμοστεί νομισματικό εξισωτικό ποσό στηριζόμενο στο αντίστοιχο ποσό του αραβοσίτου.
44
Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι αρνητική. Η ισογλυκόζη αποτελεί αντικείμενο ενός συνόλου κοινοτικών μέτρων που καθορίζουν ένα ιδιαίτερο σύστημα για το προϊόν αυτό, το οποίο είναι όμως παρόμοιο προς το σύστημα που εφαρμόζεται για τη ρευστή ζάχαρη, με το οποίο η ισογλυκόζη θεωρείται ότι βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό. Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθά υπολόγισε η Επιτροπή τα εφαρμοστέα για την ισογλυκόζη εξισωτικά ποσά με βάση εκείνα τα οποία εφαρμόζονται στη λευκή ζάχαρη.
Επί του κύρους του κανονισμού 652/76 και των κανονισμών που τροποποίησαν τον κανονισμό αυτό
45
Από τις απαντήσεις που δόθηκαν στο πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα προκύπτει ότι ο κανονισμός 652/76 είναι ανίσχυρος:
—
καθόσον καθορίζει τα εφαρμοστέα για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικά ποσά με βάση διαφορετική από την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου,
—
καθόσον καθορίζει τα εφαρμοστέα για το άμυλο σίτου εξισωτικά ποσά με βάση διαφορετική από την τιμή αναφοράς του σίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου,
—
καθόσον καθορίζει τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται για το σύνολο των διαφόρων προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση δεδομένης ποσότητας του ιδίου προϊόντος βάσεως, όπως ο αραβόσιτος ή ο σίτος, σε καθορισμένη διαδικασία παραγωγής, σε ύψος σαφώς ανώτερο από το εξισωτικό ποσό που έχει καθοριστεί γι' αυτή τη δεδομένη ποσότητα του προϊόντος βάσεως,
—
καθόσον καθορίζει τα εφαρμοστέα για το άμυλο γεωμήλων εξισωτικά ποσά που υπερβαίνουν εκείνα τα οποία εφαρμόζονται για το άμυλο αραβοσίτου.
46
Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει όσον αφορά το κύρος των μεταγενέστερων κανονισμών της Επιτροπής, οι οποίοι καθορίζουν ή τροποποιούν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται για τα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.
47
Δεδομένου ότι αυτό το ανίσχυρο κρίνεται στο πλαίσιο προδικαστικής προσφυγής βάσει του άρθρου 177, πρέπει να προσδιοριστούν οι συνέπειες του.
48
Αν και η Συνθήκη δεν ορίζει ρητά τις συνέπειες που απορρέουν όταν το Δικαστήριο κρίνει μια πράξη ανίσχυρη στα πλαίσια προδικαστικής διαδικασίας, τα άρθρα 174 και 176 περιέχουν συγκεκριμένους κανόνες όσον αφορά τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ενός κανονισμού στο πλαίσιο προσφυγής. Έτσι το άρθρο 176 ορίζει ότι το όργανο του οποίου η πράξη κηρύχθηκε άκυρη οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Στις αποφάσεις του της 19ης Οκτωβρίου 1977, στις υποθέσεις 117/76 και 16/77 (Ruckdeschel και Hansa-Lagerhaus Stroh, Rec. σ. 1753) και στις υποθέσεις 124/76 και 20/77 (Moulins et Huileries de Pont-à-Mousson και Providence agricole de la Champagne, Rec. σ. 1795), το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί σ' αυτό τον κανόνα στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας.
49
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει εκείνα τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους, επιβάλλεται για τους ίδιους λόγους ασφαλείας δικαίου με εκείνους οι οποίοι αποτελούν το έρεισμα αυτής της διατάξεως. Αφενός, το ανίσχυρο για το οποίο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να δώσει λαβή στην επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ποσών στις χώρες με υποτιμημένο νόμισμα, και από τις οικείες εθνικές διοικήσεις στις χώρες με ισχυρό νόμισμα, πράγμα το οποίο, δεδομένης της ελλείψεως ομοιομορφίας των ισχυουσών εθνικών νομοθεσιών, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα σημαντικά διαφορετική μεταχείριση και, επομένως, να προκαλέσει νέα νόθευση του ανταγωνισμού. Αφετέρου, δεν είναι δυνατό να γίνει εκτίμηση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκύπτουν από το ανίσχυρο των εν λόγω κανονιστικών διατάξεων χωρίς να γίνουν εκτιμήσεις τις οποίες μόνο η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να κάνει δυνάμει του κανονισμού 974/71, λαμβάνοντας υπόψη και άλλους ουσιώδεις παράγοντες, για παράδειγμα την εφαρμογή της πράσινης ισοτιμίας στην επιστροφή λόγω παραγωγής.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να γίνει δεκτό ότι το διαπιστωθέν ανίσχυρο των εν λόγω κανονιστικών διατάξεων δεν επιτρέπει την αμφισβήτηση της εισπράξεως ή της καταβολής των νομισματικών εξισωτικών ποσών στις οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει αυτών των διατάξεων, για τη χρονική περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της παρούσας απόφασης.
Επί των τόκων υπερημερίας (έβδομο ερώτημα)
50
Το έβδομο ερώτημα έχει ως εξής:
«Για την περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά σε ένα από τα προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα, δηλαδή εάν οι απαντήσεις θα έπρεπε να οδηγήσουν το επιληφθέν δικαστήριο να διατάξει την, έστω και μερική, επιστροφή των νομισματικών εξισωτικών ποσών, πρέπει οι τόκοι υπερημερίας, που θα μπορούσαν να επιδικαστούν ενδεχομένως δυνάμει, όχι κοινοτικών νομοθετικών κειμένων αλλά εθνικών, να βαρύνουν τον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφαιρουμένων των ποσών που εισέπραξε η Γαλλία για λογαριασμό της;»
51
Από τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν πιο πάνω απορρέει ότι το ερώτημα αυτό έχασε το αντικείμενο του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το tribunal d'instance της Λίλλης με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1979, αποφαίνεται:
1)
Ο κανονισμός 652/76 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1976 είναι ανίσχυρος:
—
καθόσον καθορίζει τα εφαρμοστέα για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικά ποσά με βάση διαφορετική από την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου,
—
καθόσον καθορίζει τα εφαρμοστέα για το άμυλο σίτου εξισωτικά ποσά με βάση διαφορετική από την τιμή αναφοράς του σίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής αμύλου,
—
καθόσον καθορίζει τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται για το σύνολο των διαφόρων προϊόντων που προέρχονται από τη μεταποίηση δεδομένης ποσότητας του ιδίου προϊόντος βάσεως, όπως είναι ο αραβόσιτος ή ο σίτος, στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας παραγωγής, σε ύψος σαφώς ανώτερο από το εξισωτικό ποσό που έχει καθοριστεί γι' αυτή τη δεδομένη ποσότητα του προϊόντος βάσεως,
—
καθόσον καθορίζει εξισωτικά ποσά για το άμυλο γεωμήλων που υπερβαίνουν εκείνα τα οποία εφαρμόζονται για το άμυλο αραβοσίτου.
2)
Αυτό το ανίσχυρο συνεπιφέρει το ανίσχυρο των μεταγενέστερων κανονισμών της Επιτροπής που είχαν ως αντικείμενο την τροποποίηση των εφαρμοστέων για τα προϊόντα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο νομισματικών εξισωτικών ποσών.
3)
Το ανίσχυρο των πιο πάνω κανονιστικών διατάξεων δεν επιτρέπει την αμφισβήτηση της εισπράξεως ή της καταβολής των νομισματικών εξισωτικών ποσών στνς οποίες προέβησαν οι εθνικές αρχές βάσει αυτών των διατάξεων, για τη χρονική περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της παρούσας απόφασης.
4)
Καθορίζοντας τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονται για τη σερβιτόλη που περιέχει άνω του 2% μαννιτόλη και η οποία παρασκευάζεται με βάση τον αραβόσιτο, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει γι' αυτό το προϊόν νομισματικό εξισωτικό ποσό που έχει ως βάση το ποσό που εφαρμόζεται στον αραβόσιτο.
5)
Για την παρασκευαζόμενη με βάση τον αραβόσιτο ισογλυκόζη δεν πρέπει να εφαρμόζεται νομισματικό εξισωτικό ποσό που έχει ως βάση ποσό που εφαρμόζεται στον αραβόσιτο.
Kutscher
Pescatore
Koopmans
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Οκτωβρίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy