Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Μετάθεση — Κριτήρια — Μόνιμη τοποθέτηση
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρο 7 παράγραφος 1 )
2 . Διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Έξοδα πού προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως
( Κανονισμός διαδικασίας άρθρο 69 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο )
Περίληψη
1 . Η έννοια τής μεταθέσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αφορά τίς μόνιμες τοποθετήσεις , οι οποίες , λόγω τής μονιμότητάς τους , έχουν άμεση επίδραση στίς προοπτικές σταδιοδρομίας τών υπαλλήλων .
2 . Όταν η γένεση καί η εξέλιξη τής διαφοράς μεταξύ ενός υπαλλήλου καί τού οργάνου στό οποίο υπάγεται ευνοήθηκαν από τή στάση τής διοικήσεως τού οργάνου αυτού , ιδιαίτερα από τή νομική αβεβαιότητα πού διατήρησε ως πρός τή φύση , από τήν άποψη τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τής διαδικασίας πληρώσεως κενής θέσεως καί από τήν άρνησή της νά δώσει στόν ενδιαφερόμενο οποιαδήποτε εξήγηση γιά τούς λόγους τών ενεργειών της , οι οποίοι δέν αποκαλύπτονται παρά μόνο κατά τή διάρκεια τής δίκης , δέν ειναι δυνατό νά καταλογιστεί στόν υπάλληλο οτι άσκησε προσφυγή ως αντίδραση κατά μιάς ενέργειας τής διοικήσεως πού δικαιολογημένα θεώρησε ως αυθαίρετη ως πρός αυτόν . Επομένως , σέ τέτοια περίπτωση , πρέπει νά εφαρμοστεί τό άρθρο 69 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο τού κανονισμού διαδικασίας καί νά καταδικαστεί η διοίκηση , άν καί νικήσας διάδικος , νά καταβάλει στόν αντίδικο τά έξοδα , στά οποία αναγκάστηκε νά υποβληθεί καί τά οποία τό Δικαστήριο κρίνει οτι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 148/79
WALTER KORTER , υπάλληλος τού Συμβουλίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , ο οποίος διαμένει στίς Βρυξέλλες καί εκπροσωπείται από τόν Hans-Georg Hornung , δικηγόρο Trier , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο Pierre-Paul Schleimer , 78 , Grand’rue ,
προσφεύγων ,
κατά
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενου από τόν Pierre L . Pruem , δικηγόρο Λουξεμβούργου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο Pruem , 22 , Cote d’Eich ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο προσφυγή μέ τήν οποία ζητείται νά υποχρεωθεί τό Συμβούλιο νά αποφανθεί , μέ απόφαση υποκείμενη σέ ένδικα μέσα , επί τής αιτήσεως αλλαγής τοποθετήσεως τού Korter ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 25 Σεπτεμβρίου 1979 , ο Korter , υπάλληλος διοικήσεως στή γενική γραμματεία τού Συμβουλίου , άσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητά νά υποχρεωθεί η αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή νά λάβει απόφαση κατά τόν προσήκοντα τύπο επί τής αιτήσεως αλλαγής τοποθετήσεως πού υπέβαλε ο ίδιος στίς 27 Σεπτεμβρίου 1978 κατόπιν τής δημοσιεύσεως σχετικής ανακοινώσεως τής διοικήσεως .
2 Από τή δικογραφία προκύπτει οτι , καί τά γεγονότα αυτά δέν αμφισβητούνται , στίς 11 Αυγούστου 1978 η γενική γραμματεία τού Συμβουλίου δημοσίευσε στίς «ανακοινώσεις πρός τό προσωπικό» τήν ανακοίνωση 189/78 μέ τόν εξής τίτλο : «Αίτηση αλλαγής τοποθετήσεως ( μεταθέσεως)» . Η ανακοίνωση αυτή πληροφορούσε τούς υπαλλήλους τής γενικής γραμματείας τού Συμβουλίου οτι μιά θέση υπαλλήλου διοικήσεως βαθμού Α 7/Α 6 ηταν κενή , προσωρινά γιά ενα χρόνο , στή γενική διεύθυνση Ε — διεύθυνση ΙΙΙ — διαπραγματεύσεις περί προσχωρήσεως . Αφού περιέγραφε τά καθήκοντα καί τά απαιτούμενα προσόντα , η ανακοίνωση καλούσε τούς ενδιαφερόμενους υπαλλήλους νά υποβάλουν στή διοίκηση , εκπροσωπούμενη από τόν προϊστάμενο τού γραφείου προσωπικού , αίτηση αλλαγής τοποθετήσεως . Δεκτές θά γίνονταν μόνο οι υποψηφιότητες τών υπαλλήλων πού ειχαν ήδη τό βαθμό Α 7/Α 6 . Η ανακοίνωση διευκρίνιζε οτι δέν ηταν αναγκαία η συμπλήρωση ειδικού εντύπου γιά τήν υποβολή τών υποψηφιοτήτων καί οτι αρκούσε ενα υπηρεσιακό σημείωμα συνοδευόμενο από ενα σύντομο βιογραφικό σημείωμα .
3 Κατόπιν τής αιτήσεως αυτής , ο προσφεύγων υπέβαλε στίς 27 Σεπτεμβρίου 1978 στόν προϊστάμενο τού γραφείου προσωπικού αίτηση αλλαγής τοποθετήσεως . Στίς 6 Φεβρουαρίου 1979 ο υπάλληλος αυτός τού έστειλε ενα υπηρεσιακό σημείωμα μέ τό εξής περιεχόμενο : «Σέ απάντηση τής αιτήσεώς σας περί μεταθέσεως στή γενική διεύθυνση Ε , διεύθυνση ΙΙΙ , βρίσκομαι στή δυσάρεστη θέση νά σάς πληροφορήσω οτι καμιά υποψηφιότητα δέν έγινε δεκτή» .
4 Κατόπιν τής ανακοινώσεως αυτής , ο προσφεύγων άρχισε τήν ανταλλαγή υπηρεσιακών σημειωμάτων μέ τή διοίκηση , κατά τήν οποία αμφισβήτησε κυρίως τό δικαίωμα υπογραφής τού συντάκτη τής απαντήσεως αυτής . Όταν η διοίκηση τού απάντησε οτι η εν λόγω ανακοίνωση ειχε «καθαρά πληροφοριακό» χαρακτήρα ( επιστολή τής 19ης Μαρτίου 1979 ), ζήτησε επίμονα , ως απάντηση στήν αίτησή του , μιά απόφαση τής αρμόδιας γιά τούς διορισμούς αρχής πού νά έχει εκδοθεί κατά τόν προσήκοντα τύπο .
5 Αφού τό αίτημά του δέν ικανοποιήθηκε , ο προσφεύγων υπέβαλε στίς 26 Απριλίου 1979 στό γενικό γραμματέα τού Συμβουλίου ένσταση κατά τόν προσήκοντα τύπο , δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , στήν οποία διατυπώνει ενα εναλλακτικό αίτημα : νά γίνει δεκτή η υποψηφιότητα πού ειχε υποβάλει στίς 27 Σεπτεμβρίου 1978 ή τουλάχιστον νά λάβει η αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή μιά απόφαση σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
6 Στήν απάντησή του τής 27ης Ιουνίου 1979 ο γενικός γραμματεύς τού Συμβουλίου , επικαλούμενος τό συμπληρωματικό πρωτόκολλο διαπραγματεύσεων πού συνάφθηκε στίς Βρυξέλλες στίς 5 Απριλίου 1978 μεταξύ τού γενικού γραμματέως καί τών συνδικαλιστικών οργανώσεων τού προσωπικού ( στό εξής θά αποκαλείται πρωτόκολλο τής 5ης Απριλίου 1978 — τό κείμενό του δημοσιεύτηκε στίς «ανακοινώσεις πρός τό προσωπικό» 77/78 τής 14ης Απριλίου 1978 ), πληροφόρησε τόν προσφεύγοντα οτι δέν μπορούσε νά θεωρήσει τό υπηρεσιακό σημείωμά του ως ένσταση κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , προσθέτοντας οτι «ειναι σαφές οτι , άν η αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή δέν έλαβε ποτέ απόφαση πού νά σάς αφορά σχετικά μέ τό ζήτημα αυτό , οπωσδήποτε δέν μπορεί νά παρέλειψε νά λάβει μέτρο πού επιβάλλεται από τόν κανονισμό — στό πλαίσιο μιάς διαδικασίας α ) πού δέν προβλέπεται από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως καί β ) πού σαφώς ορίζει τό πρόσωπο πού ειναι αρμόδιο νά προβεί στήν επιλογή» .
7 Επί τής ουσίας τής ενστάσεως ο γενικός γραμματεύς επιβεβαίωσε τήν απάντηση πού ειχε ήδη δώσει η διοίκηση , δηλαδή οτι ο υπεύθυνος τής υπηρεσίας προσωπικού , στόν οποίο ειχε απευθύνει ο προσφεύγων τήν υποψηφιότητά του , ηταν ο αρμόδιος νά υπογράψει τό απορριπτικό σημείωμα τής 6ης Φεβρουαρίου 1979 .
8 Ο γενικός γραμματεύς κατέληγε οτι τό υπηρεσιακό σημείωμα τού προϊσταμένου τού γραφείου προσωπικού πρός τούς υπαλλήλους πού ειχαν υποβάλει τήν υποψηφιότητά τους στό πλαίσιο τής διαδικασίας πού άρχισε μέ τήν ανακοίνωση 189/78 ηταν απλώς ενα οργανωτικό μέτρο στό πλαίσιο τού πρωτοκόλλου τής 5ης Απριλίου 1978 καί όχι απόφαση κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό οποίο θεωρεί οτι δέν εφαρμόζεται στήν παρούσα υπόθεση .
9 Κατά τής ανακοινώσεως λοιπόν αυτής τού γενικού γραμματέως άσκησε ο προσφεύγων , εμπρόθεσμα , τήν προσφυγή του , στήν οποία προβάλλει σειρά επιχειρημάτων , πού αντλεί από τήν κακή εκτίμηση εκ μέρους τού Συμβουλίου τών άρθρων 7 , 25 καί 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ισχυρίζεται κυρίως οτι η διαδικασία πού άρχισε μέ τήν ανακοίνωση 189/78 αποτελούσε διαδικασία μεταθέσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , άρα έπρεπε νά ληφθεί αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα μέ τό άρθρο 25 δεύτερη παράγραφος τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Επειδή επρόκειτο γιά υπάλληλο τής κατηγοριάς Α , η απόφαση αυτή έπρεπε νά προέλθει από τόν ίδιο τό γενικό γραμματέα τού Συμβουλίου λόγω τής ιδιότητάς του ως αρμόδιας αρχής γιά τούς διορισμούς τής κατηγορίας αυτής τών υπαλλήλων , σύμφωνα μέ οσα ορίζει η απόφαση 63/9 τού Συμβουλίου τής 14ης Μα ΐου 1962 ( ABl . 1963 , σ . 34 , ΕΕ ειδ . έκδ . τόμ . 01/001 , σ . 86 ). Κατά συνέπεια ο γενικός γραμματεύς , στήν ανακοίνωσή του τής 27ης Ιουνίου 1979 , παρέβη τό καθήκον του νά λάβει θέση , άν καί τού ειχε υποβληθεί κατά τόν προσήκοντα τύπο ένσταση σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ο προσφεύγων θεωρεί οτι τό πρωτόκολλο τής 5ης Απριλίου 1978 , πού επικαλείται ο γενικός γραμματεύς γιά νά δικαιολογήσει τόν τρόπο ενέργειας τής διοικήσεως , δέν μπορεί νά απομακρύνεται από τίς διατάξεις αναγκαστικού δικαίου τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
10 Μέ χωριστό δικόγραφο , πού κατέθεσε σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 τού κανονισμού διαδικασίας , τό Συμβούλιο αμφισβήτησε τό παραδεκτό τής προσφυγής καί ζήτησε από τό Δικαστήριο νά αποφανθεί επί τού θέματος αυτού χωρίς νά υπεισέλθει στήν ουσία τής υποθέσεως . Αφού έλαβε γνώση τών παρατηρήσεων τού προσφεύγοντος , τό Δικαστήριο ( δεύτερο τμήμα ) αποφάσισε , μέ διάταξη τής 13ης Φεβρουαρίου 1980 , νά συνεκδικάσει τήν ένσταση μέ τήν ουσία τής υποθέσεως .
11 Τό Συμβούλιο ζητά από τό Δικαστήριο , ως κύριο αίτημα τήν απόρριψη τής προσφυγής ως απαράδεκτης . Ισχυρίζεται οτι η διαδικασία πού άρχισε μέ τήν ανακοίνωση 189/78 δέν αποτελούσε παρά «διοικητικό μέτρο» στό πλαίσιο τού πρωτοκόλλου τής 5ης Απριλίου 1978 , τού οποίου τό μέρος IV ( μετακίνηση ) παράγραφος 1 προβλέπει ως εξής :
«Κάθε διαθέσιμη θέση,εκτός από τίς θέσεις πού πρόκειται νά καλυφθούν μέ μετάθεση γιά λόγους υγείας καί από τίς θέσεις πού αναφέρονται στό σημείο ΙΙΙ . 5 τού παραρτήματος τού πρωτοκόλλου διαπραγματεύσεων τής 12ης Ιουνίου 1975 , γνωστοποιείται στό προσωπικό μέ ανακοίνωση περί τής δυνατότητας μεταθέσεως , πού συνοδεύεται από τήν περιγραφή τών καθηκόντων καί πρόσκληση γιά τήν υποβολή υποψηφιοτήτων .
Ο ιεραρχικά προϊστάμενος έχει τήν ευχέρεια νά επιλέξει είτε μεταξύ τών υποψηφίων πού ζητούν τή μετάθεσή τους κατόπιν τής δημοσιεύσεως αυτής είτε εκτός τού κύκλου αυτού . Η επιλογή αυτή δέν μπορεί νά γίνει μέ άλλο κριτήριο εκτός από τό συμφέρον τής υπηρεσίας καί μόνο .
12 Τό Συμβούλιο υποστηρίζει οτι υπό τό φώς τού κειμένου αυτού οι ανακοινώσεις πρός τόν προσφεύγοντα ειχαν «πληροφοριακό» απλώς χαρακτήρα καί δέν μπορούν νά χαρακτηριστούν ως αποφάσεις κατά τήν έννοια τών άρθρων 7 ή 25 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
13 Όσον αφορά τήν ουσία τής υποθέσεως , τό Συμβούλιο ισχυρίζεται οτι άσκησε νόμιμα τήν εξουσία εκτιμήσεως πού ειχε ως πρός τίς υποψηφιότητες πού τού ειχαν υποβληθεί κατόπιν τής δημοσιεύσεως τής ανακοινώσεως καί οτι η αρνη τική απάντηση πού δόθηκε στόν προσφεύγοντα δέ χρειαζόταν αιτιολογία , οπως προκύπτει από πάγια νομολογία τού Δικαστηρίου .
14 Σέ απάντηση ερωτήματος πού έθεσε τό Δικαστήριο , τό Συμβούλιο δήλωσε οτι η δημοσίευση τής ανακοινώσεως 189/78 προκάλεσε τήν υποβολή τεσσάρων υποψηφιοτήτων , οτι η μία από αυτές κρίθηκε απαράδεκτη καί οτι οι τρείς άλλοι υποψήφιοι , μεταξύ τών οποίων καί ο προσφεύγων , άν καί συγκέντρωναν τίς τυπικές προϋποθέσεις , εν τούτοις δέν φαινόταν νά έχουν τά ειδικά προσόντα πού συνδέονταν μέ τήν κατάληψη τής κενής θέσεως .
15 Η εξέταση τής δικογραφίας καί τών επιχειρημάτων πού προβάλλουν οι διάδικοι δείχνει οτι η διαφορά προέρχεται κυρίως από τήν αβεβαιότητα πού υπάρχει ως πρός τή φύση τής προσφοράς πού δημοσιεύτηκε στήν ανακοίνωση 189/78 , σέ σχέση μέ τίς διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η ανακοίνωση αυτή αφορούσε τή θέση ενός υπαλλήλου διοικήσεως πού θά ηταν κενή προσωρινά γιά ενα χρόνο καί καλούσε τούς ενδιαφερόμενους υπαλλήλους νά υποβάλουν «αίτηση αλλαγής τοποθετήσεως»· δεκτές πάντως θά γίνονταν μόνο οι υποψηφιότητες τών υπαλλήλων πού κατείχαν ήδη θέση τής ίδιας κατηγορίας καί τού ίδιου βαθμού μέ τή θέση πού επρόκειτο νά πληρωθεί . Σύμφωνα μέ τήν ίδια ανακοίνωση , η θέση αυτή , πού σχετιζόταν μέ τίς εργασίες τού Συμβουλίου στόν τομέα τών διαπραγματεύσεων περί προσχωρήσεως , απαιτούσε ειδικά προσόντα , οπως αναλυτική καί συνθετική ικανότητα , οργανωτικό πνεύμα καί μέθοδο , ικανότητα προσαρμογής σέ νέα θέματα καί πολύ καλή γνώση γλωσσών .
16 Απο τήν ανακοίνωση αυτή ως σύνολο φαίνεται οτι τό θέμα ηταν νά δοθεί σέ κάποιο υπάλληλο τής γραμματείας η δυνατότητα νά δείξει τίς ικανότητές του σέ εναν τομέα δραστηριοτήτων εξαιρετικού χαρακτήρα , γιά περιορισμένο χρονικό διάστημα καί χωρίς νά αλλάξει η υπηρεσιακή του κατάσταση . Επομένως ειναι αμφίβολο άν αντικειμενικά η αλλαγή τοποθετήσεως πού αναφέρεται στήν ανακοίνωση αυτή ανταποκρίνεται στήν έννοια τής μεταθέσεως τού άρθρου 7 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , πού αφορά τίς μόνιμες τοποθετήσεις , οι οποίες , λόγω τής μονιμότητάς τους , έχουν άμεση επίδραση στίς προοπτικές σταδιοδρομίας τών υπαλλήλων . Η ανακοίνωση πού αποτελεί τήν αρχική αιτία τής διαφοράς ειναι διφορούμενη από τήν άποψη αυτή , αφού , ενώ αναφέρει τή δυνατότητα «μεταθέσεως» , κινεί μιά διαδικασία πού δέν ανταποκρίνεται στίς προϋποθέσεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως γιά τίς κατά κυριολεξία μεταθέσεις . Η αβεβαιότητα αυτή διατηρήθηκε καί κατά τίς αλλεπάλληλες ενστάσεις τού προσφεύγοντος μέχρι τό υπηρεσιακό σημείωμα τής 27ης Ιουνίου 1979 , μέ τό οποίο ο γενικός γραμματεύς αρνήθηκε νά αναγνωρίσει στή διαδικασία πού άρχισε μέ τήν ανακοίνωση 189/78 , παρά τή διατύπωση πού ειχε χρησιμοποιηθεί , τό χαρακτήρα μιάς διαδικασίας μεταθέσεως κατά κυριολεξία .
17 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι οι ενστάσεις τού προσφεύγοντος δέν ηταν αδικαιολόγητες , μέ τήν έννοια οτι διαμαρτυρόταν κατά τού γεγονότος οτι η υπηρεσιακή κατάσταση τών υπαλλήλων μπορεί νά επηρεάζεται από παράλληλες διαδικασίες γιά τίς οποίες δέν ισχύουν οι εγγυήσεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Συγχρόνως ομως πρέπει νά αναγνωριστεί οτι δέν ηταν σέ θέση νά αποδείξει τήν υπαρξη πράξεως πού έθιγε τά συμφέροντά του κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ακόμη καί οταν η διοίκηση , μετά από τή δημοσίευση τής ανακοινώσεως 189/78 , αποφάσισε νά μή λάβει υπόψη της καμιά από τίς υποψηφιότητες πού ειχαν υποβληθεί . Όπως ορθά τόνισε τό Συμβούλιο , ο προσφεύγων δέν ειχε καμία αξίωση γιά τή θέση γιά τήν οποία ειχε υποβάλει τήν υποψηφιότητά του . Αφού η διοίκηση σταμάτησε τήν επίδικη διαδικασία , ο προσφεύγων δέν έχει συμφέρον νά επιτύχει τήν έκδοση αποφάσεως κατά τόν προσήκοντα τύπο στό πλαίσιο τής διαδικασίας αυτής .
18 Από τά ανωτέρω συνάγεται οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
19 Γιά τό διακανονισμό ομως τών δικαστικών εξόδων πρέπει νά ληφθούν υπόψη τά ανωτέρω εκτεθέντα . Φαίνεται πράγματι οτι η γένεση καί η εξέλιξη τής διαφοράς ευνοήθηκαν από τή στάση τής διοικήσεως τού Συμβουλίου , ιδιαίτερα από τή νομική αβεβαιότητα πού διατήρησε ως πρός τή φύση , από τήν άποψη τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τής δυνατότητας μεταθέσεως πού γνωστοποιούνταν μέ τήν ανακοίνωση 189/78 καί από τήν άρνησή της νά δώσει στόν προσφεύγοντα οποιαδήποτε εξήγηση γιά τούς λόγους τών ενεργειών της , οι οποίοι δέν αποκαλύφθηκαν παρά μόνο κατά τή διάρκεια τής δίκης . Υπό τίς περιστάσεις αυτές δέν ειναι δυνατό νά καταλογιστεί στόν προσφεύγοντα οτι άσκησε προσφυγή ως αντίδραση κατά μιάς ενέργειας τής διοικήσεως πού δικαιολογημένα θεώρησε ως αυθαίρετη ως πρός αυτόν . Επομένως πρέπει νά εφαρμοστεί τό άρθρο 69 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο τού κανονισμού διαδικασίας , σύμφωνα μέ τό οποίο «τό Δικαστήριο μπορεί νά καταδικάσει ακόμα καί τό νικήσαντα διάδικο στήν καταβολή πρός τόν αντίδικο τών εξόδων στά οποία αναγκάστηκε νά υποβληθεί , άν κρίνει οτι τά έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως» .
20 Επομένως τό σύνολο τών εξόδων τής διαδικασίας πρέπει νά επιβληθεί στό Συμβούλιο .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2)Τό Συμβούλιο φέρει τό σύνολο τών δικαστικών εξόδων , στά οποία συμπεριλαμβάνονται καί τά έξοδα τού προσφεύγοντος .
Full & Egal Universal Law Academy