Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλος — Προσφυγή — Προσφυγή κατά κανονισμού — Μή βλαπτική πράξη — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 173· κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρα 90 καί 91· κανονισμοί τού Συμβουλίου 3085/78 καί 3086/78 περί τροποποιήσεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων )
Περίληψη
Επειδή οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 έχουν γενική εφαρμογή , οι προσφεύγοντες δέν δύνανται νά υποστηρίζουν οτι συνιστούν αποφάσεις πού τούς αφορούν άμεσα καί ατομικά πρός τόν σκοπό αμφισβητήσεως τού κύρους τους βάσει τής διαδικασίας τού άρθρου 173 τής συνθήκης ΕΟΚ .
Η απλή υποβολή ενστάσεως δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων δέν αρκεί γιά νά δημιουργήσει ένδικο μέσο κατά πράξεως κανονιστικής φύσεως . Η διαδικασία τού άρθρου 90 παράγραφος 2 δέν εφαρμόζεται παρά μόνον στήν περίπτωση , κατά τήν οποία η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ ) έλαβε απόφαση ή παρέλειψε νά υιοθετήσει μέτρο επιβαλλόμενο από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως καί εφ’ οσον η ενέργεια αυτή τής ΑΔΑ συνιστά πράξη βλαπτική .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 154/79
STEPHEN BILLER ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ , υπάλληλοι τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , εκπροσωπούμενοι από τόν Francis Jacobs , δικηγόρο τού Middle Temple , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν G . W . Clarke , 3 , rue Dante ,
προσφεύγοντες ,
κατά
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν Francesco Passeti-Bombardella , γενικό διευθυντή διοικήσεως , προσωπικού καί οικονομικών , επικουρού μενο από τόν Derek Walker-Smith , Queen’s Counsel , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Pasetti-Bombardella , Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο , Λουξεμβούργο ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τής αποφάσεως τού καθ’ ου , μέ τήν οποία απερρίφθη η ένσταση πού υπέβαλαν οι προσφεύγοντες , δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , κατά τής επ’ αυτών εφαρμογής τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 3 Οκτωβρίου 1979 , οι προσφεύγοντες , δώδεκα μόνιμοι υπάλληλοι καί ενας πρώην έκτακτος υπάλληλος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , ήσκησαν προσφυγή μέ τήν οποία ζητούν τήν ακύρωση τής αποφάσεως τού καθ’ ου , μέ τήν οποία απερρίφθη η ένσταση πού υπέβαλαν οι προσφεύγοντες , δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , κατά τής εφαρμογής επ’ αυτών τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( JO L 369 , σσ . 6 καί 8 ).
2 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , οπως ίσχυαν μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , ωριζαν : «οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ άλλο νόμισμα εκτός τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού δέχεται τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , ανάλογα μέ τούς ορους διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους τοποθετήσεως· ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού απασχολούνται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι , τήν 1η Ιανουαρίου 1962 , ίσος πρός 100 %» .
3 Τό άρθρο 82 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ορίζει οτι : «οι συντάξεις ( τών πρώην υπαλλήλων ) καθορίζονται βάσει τών μισθολογικών κλιμάκων πού ισχύουν κατά τήν πρώτη ημέρα τού μηνός , εντός τού οποίου γεννάται τό δικαίωμα συντάξεως· επ’ αυτών εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τών άρθρων 64 καί 65 παράγραφος 2 γιά τήν χώρα τών Κοινοτήτων , οπου ο δικαιούχος τής συντάξεως δηλώνει οτι έχει κατοικία . . . » .
4 Τό άρθρο 45 παράγραφος 3 τού παραρτήματος VIII ( συνταξιοδοτικό καθεστώς ) ορίζει οτι : «οι παροχές δύνανται νά καταβληθούν κατ’ εκλογή τών ενδιαφερομένων είτε στό νόμισμα τής χώρας καταγωγής είτε στό νόμισμα τής χώρας διαμονής τους είτε στό νόμισμα τής εδρας τού οργάνου , στό οποίο ανήκε ο υπάλληλος , οπου η εκλογή ισχύει γιά δύο τουλάχιστον έτη» .
5 Τό Συμβούλιο εθέσπισε στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΚΑΕ ) 3085/78 ( JO L 369 , σ . 8 ), τό άρθρο 1 τού οποίου ορίζει οτι τό άρθρο 63 τού κανονισμού αντικαθίσταται ως ακολούθως :
«Οι αποδοχές τών υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . Καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
Οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διαφορετικό από τό βελγικό φράγκο υπολογίζονται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού εχρησιμοποιήθησαν γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η Ιουλίου 1978 .
Η ημερομηνία αυτή τροποποιείται κατά τήν ετησία εξέταση τών αποδοχών , πού προβλέπεται στό άρθρο 65 , από τό Συμβούλιο , τό οποίο αποφασίζει κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στήν πρώτη περίπτωση τού εδαφίου 2 τής παραγράφου 2 τού άρθρου 148 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 118 τής συνθήκης Ευρατόμ .
Υπό τήν επιφύλαξη τής εφαρμογής τών άρθρων 64 καί 65 , οι συντελεστές αναπροσαρμογής πού καθορίζονται δυνάμει τών εν λόγω άρθρων , προσαρμόζονται σέ περίπτωση τροποποιήσεως τής ανωτέρω ημερομηνίας από τό Συμβούλιο , τό οποίο , αποφασίζοντας κατά τήν διαδικασία πού αναφέρεται στό τρίτο εδάφιο , διορθώνει τίς συνέπειες τής διακυμάνσεως τού βελγικού φράγκου σέ σχέση μέ τίς τιμές πού αναφέρονται στό δεύτερο εδάφιο.»
6 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού προβλέπει ως ημερομηνία ενάρξεως τής τυπικής του ισχύος τήν 1η Ιανουαρίου 1979 καί τής ουσιαστικής του ισχύος τήν 1η Απριλίου 1979· γιά τίς συντάξεις καί τίς αποζημιώσεις ομως , τών οποίων τό καθαρό ποσό υπέστη μείωση εν σχέσει πρός τήν ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση , ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνον από τής 1ης Οκτωβρίου 1979 . Μετά τήν ημερομηνία αυτή η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών , οπως προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού καί εκείνων πού έχουν εισπραχθεί τόν Σεπτέμβριο τού 1979 , έπρεπε νά μειωθεί κατά ενα δέκατο μηνιαίως .
7 Τήν 21η Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε επίσης τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΚΑΕ ) 3086/78 περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής , βάσει τών οποίων προσαρμόζονται οι αποδοχές καί οι συντάξεις τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , μετά τήν τροποποίηση τών διατάξεων τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περί τών νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά χρησιμοποιούνται κατά τήν εφαρ μογή τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τού κανονισμού καθορίζει , μεταξύ άλλων , τόν εφαρμοστέο επί τών συντάξεων συντελεστή αναπροσαρμογής σέ 62,5 γιά τό Ηνωμένο Βασίλειο , σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
8 Τόν Μάρτιο τού 1979 , οι προσφεύγοντες ( πλήν τού Curtis ), εν ενεργεία υπάλληλοι τού Κοινοβουλίου , υπέβαλαν στό Κοινοβούλιο ένσταση δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων κατά τών κανονισμού 3086/78 τού Συμβουλίου , ισχυριζόμενοι οτι η τροποποίηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής , πού εισήγαγε ο εν λόγω κανονισμός , επέφερε μείωση τού ποσού τής συντάξεως πού θά ελάμβαναν , άν , κατά τήν έξοδό τους από τήν υπηρεσία , επέλεγαν ως τόπο διαμονής τους τό Ηνωμένο Βασίλειο , καί εζήτησαν από τήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή νά εκδώσει απόφαση , δυνάμει τής οποίας τό ποσόν τής συντάξεώς τους νά υπολογίζεται σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τού άρθρου 45 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί μέ εφαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής οπως ίσχυαν πρό τής τροποποιήσεώς τους από τόν κανονισμό 3086/78 . Στίς 30 Ιουνίου , ο Curtis , πρώην έκτακτος υπάλληλος τού Κοινοβουλίου καί τώρα συνταξιούχος καί κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου , υπέβαλε παρόμοια ένσταση στό Κοινοβούλιο .
9 Τόν Ιούλιο 1979 , τό Κοινοβούλιο εγνωστοποίησε στούς προσφεύγοντες , εκτός τού Curtis , οτι οι ενστάσεις τους ηταν απαράδεκτες , κατά τό μέρος πού εστρέφοντο κατά κανονισμού τού Συμβουλίου , τού οποίου η εφαρμογή ή μή εφαρμογή δέν ηδύνατο νά θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στήν διακριτική εξουσία τού Κοινοβουλίου .
10 Στήν προσφυγή τους , πού ησκήθη μετά τήν έκδοση τής ανωτέρω αποφάσεως , οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται οτι οι κανονισμοί 3086/78 καί 3085/78 ειναι πολλαπλώς παράνομοι , γιά τούς ακολούθους λόγους : παράβαση ουσιωδών τύπων , προσβολή κεκτημένων δικαιωμάτων , παραβίαση τής αρχής τής θεμιτής εμπιστοσύνης , αναρμοδιότης , μή τήρηση τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί κατάχρηση εξουσίας .
11 Μέ τό υπόμνημα αντικρούσεως , τό Κοινοβούλιο , πλήν τού οτι αμφισβητεί τό βάσιμο τής προσφυγής , προέβαλε ένσταση απαραδέκτου , η οποία πρέπει νά εξετασθεί κατά πρώτον .
12 Κατά τό Κοινοβούλιο , οι ενστάσεις τών προσφευγόντων δέν αποτελούν ενστάσεις κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρε σιακής καταστάσεως . Αναγκαία προϋπόθεση γιά τήν υποβολή ενστάσεως , βάσει αυτού τού άρθρου , ειναι η υπαρξη πράξεως τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής ( ΑΔΑ ), βλαπτικής τών συμφερόντων τού υπαλλήλου , η οποία συνίσταται είτε στήν έκδοση αποφάσεως από τήν εν λόγω αρχή είτε σέ παράλειψη λήψεως μέτρου πού επιβάλλεται από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως . Στήν προκειμένη υπόθεση , τό Κοινοβούλιο δέν έλαβε καμμιά απόφαση πού νά αφορά τούς προσφεύγοντες ή τό δικαίωμα συντάξεώς τους . Τό Κοινοβούλιο δέν δύναται νά λάβει απόφαση υπό τήν έννοια πού ζητούν οι προσφεύγοντες , δηλαδή νά μήν εφαρμόσει , ως πρός αυτούς , τούς κανονισμούς πού εθέσπισε τό Συμβούλιο . Τό Κοινοβούλιο δέν παρέλειψε νά λάβει , έναντι τών προσφευγόντων , οποιοδήποτε μέτρο πού επιβάλλει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως .
13 Τό Κοινοβούλιο ισχυρίζεται οτι τό άρθρο 184 τής συνθήκης , πού επικαλούνται οι προσφεύγοντες , δέν παρέχει πράγματι αυτοτελές ένδικο μέσο , αλλά περιορίζεται στήν ρύθμιση ζητημάτων νομιμότητος πού ανακύπτουν παρεμπιπτόντως , ήτοι ζητημάτων πού αναφύονται σέ δίκη πού έχει ως κύριο αντικείμενό της τήν νομιμότητα άλλων πράξεων καί πού έχει κανονικώς ανοιγεί .
14 Υποστηρίζεται οτι από τήν νομολογία τού Δικαστηρίου προκύπτει οτι ενας υπάλληλος δέν δύναται νά επικαλεσθεί άλλους λόγους , από εκείνους πού προβλέπει τό άρθρο 179 τής συνθήκης καί τά άρθρα 91 καί 92 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , γιά νά φέρει ενώπιον τού Δικαστηρίου ενα ζήτημα πού πρέπει νά επιλυθεί σύμφωνα μέ τούς εφαρμοστέους επί τών υπαλλήλων ορους καί οτι , κατά συνέπεια , δέν δύναται νά ασκήσει τό ένδικο μέσο πού προβλέπει τό άρθρο 173 τής συνθήκης .
15 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν οτι η ζητηθείσα από τό Κοινοβούλιο απόφαση δέν συνιστά γενική απόφαση περί εφαρμογής τών κανονισμών , αλλά απόφαση περί μή εφαρμογής τους επί μιάς περιωρισμένης ομάδος προσώπων . Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν οτι , δυνάμει τού άρθρου 179 τής συνθήκης , έχουν τό δικαίωμα νά φέρουν ενώπιον τού Δικαστηρίου τό ζήτημα , άν οι κανονισμοί , ερμηνευόμενοι ορθώς , έχουν επ’ αυτών εφαρμογή καί νά επικαλεσθούν κατά τήν εν λόγω διαδικασία τό άρθρο 184 τής συνθήκης .
16 Η άποψη τού Κοινοβουλίου πρέπει νά γίνει δεκτή . Δεδομένου οτι οι εν λόγω κανονισμοί ειναι γενικής εφαρμογής , οι προσφεύγοντες δέν δύνανται νά ισχυρισθούν οτι συνιστούν αποφάσεις πού τούς αφορούν αμέσως καί ατομικώς , ωστε νά προσβάλουν τήν ισχύ τους σέ δίκη δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης . Η απλή υποβολή ενστάσεως δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων δέν αρκεί πρός δημιουργία ενδίκου μέσου κατά πράξεως κανονιστικής φύσεως . Εξ άλλου , η διαδικασία τού άρθρου 90 παράγραφος 2 εφαρμόζεται μόνον οταν η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή έχει λάβει απόφαση ή παρέλειψε νά λάβει μέτρο πού επιβάλλεται από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως καί οταν η εν λόγω συμπεριφορά τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής συνιστά βλαπτική πράξη εις βάρος υπαλλήλου , πράγμα πού δέν συνέβη εν προκειμένω . Κατά συνέπεια , οι ενστάσεις τών προσφευγόντων δέν ηδύναντο νά στηριχθούν στό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η προσφυγή ειναι επομένως απαράδεκτη καί πρέπει νά απορριφθεί , χωρίς νά ειναι αναγκαία εξέταση τής ουσίας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
17 Κατά τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί υποθέσεων υπαλλήλων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy