Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Συντελεστές αναπροσαρμογής — Προσδιορισμός — Κριτήρια — Συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας — Έννοια τού τόπου υπηρεσίας — Συναφής υποχρέωση τών οργάνων
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 64 , παράγραφος 1 )
2 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Αναπροσαρμογή σέ περίπτωση αισθητής ανόδου τού κόστους ζωής — Προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής — Υποχρέωση τού Συμβουλίου — Έκταση
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 65 , παράγραφος 2 )
Περίληψη
1 . Γιά τήν τήρηση τού κανόνα τού άρθρου 64 τού κανονισμού , σύμφωνα μέ τόν οποίο πρέπει νά λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες ζωής στούς διαφόρους «τόπους υπηρεσίας» η έκφραση αυτή πρέπει νά νοείται οτι δεικνύει όχι μόνο τίς πρωτεύουσες τών κρατών μελών , αλλά τούς ακριβείς τόπους οπου παρέχουν υπηρεσία αρκετά σημαντικός αριθμός μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
Επομένως , στίς περιπτώσεις πού τό κόστος ζωής σέ συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας υφίσταται μεγαλύτερες μεταβολές από οσες προκαλούνται στήν πρωτεύουσα τού εν λόγω κράτους , εναπόκειται στά κοινοτικά όργανα νά καθορίζουν ιδιαιτέρους συντελεστές αναπροσαρμογής .
2 . Η διατύπωση τού άρθρου 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού αποκλείει οιαδήποτε ερμηνεία σύμφωνα μέ τήν οποία τό Συμβούλιο δέν υποχρεούται νά προσαρμόζει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής εντός προθεσμίας δύο μηνών , υστερα από κάθε αισθητή μεταβολή στό κόστος ζωής .
Η αρμοδιότης τού Συμβουλίου επί τού σημείου αυτού συνίσταται στό νά διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχει ή όχι αισθητή άνοδος τού κόστους ζωής καί σέ περίπτωση θετικής διαπιστώσεως νά πράττει αναλόγως . Κάθε άλλη ερμηνεία αντιβαίνει στόν σκοπό τής εν λόγω διατάξεως , ο οποίος έγκειται στό νά εξασφαλίζεται σέ ολους τούς υπαλλήλους η ίδια αγοραστική δύναμη , ανεξαρτήτως τού τόπου οπου υπηρετούν .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 158/79 ,
MONIQUE ROUMENGOUS CARPENTIER , κάτοικος Bodio La Ragorella , υπάλληλος τής Επιτροπής στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra , εκπροσωπούμενη καί επικου ρούμενη από τό δικηγόρο Μιλάνου Cesare Ribolzi , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο V . Biel , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού περιλαμβάνει η προσφυγή ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου , στίς 11 Οκτωβρίου 1979 , η Roumengous , μόνιμη υπάλληλος τής Επιτροπής , υπηρετούσα στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra , Ιταλία , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί νά αναγνωρισθεί οτι δέν δύναται νά έχει εφαρμογή επ’ αυτής ο κανονισμός 3087/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , περί προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής , πού εφαρμόζεται επί τών αποδοχών καί συντάξεων τών μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού υπηρετούν ή διαμένουν στήν Ιταλία ( JO L 369 , σ . 10 ).
2 Μέχρι τό τέλος τού 1978 , ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ωριζε οτι οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα καί εφαρμόζεται επ’ αυτών συντελεστής αναπροσαρμογής υψηλότερος , κατώτερος ή ίσος πρός τό 100 , ανάλογα μέ τίς συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας .
3 Από τό 1975 , οι υπάλληλοι πού υπηρέτουν στό κοινό κέντρο ερευνών τής Ispra παρεπονούντο στήν Επιτροπή οτι τό κόστος ζωής στήν Ιταλία ειχε αυξηθεί αισθητά καί γιά τό λόγο αυτό εζήτησαν αναθεώρηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία . Παρεπονούντο ειδικότερα οτι , κατ’ αυτούς , τό κόστος ζωής στήν επαρχία Varese ηταν υψηλότερο από εκείνο τής Ρώμης καί εζήτουν επιμόνως νά ληφθεί υπ’ όψη η διαφορά αυτή γιά τόν καθορισμό τού εφαρμοστέου επί τών αποδοχών τους συντελεστού αναπροσαρμογής .
4 Κατά τά έτη 1976 , 1977 καί 1978 έγιναν τεχνικής φύσεως διαβουλεύσεις μεταξύ τών εκπροσώπων τού προσωπικού , τής Επιτροπής καί τού Συμβουλίου , χωρίς ομως νά επιτευχθεί συμφωνία ούτε ως πρός τήν τροποποίηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής ούτε ως πρός τήν ημερομηνία από τήν οποία επρόκειτο νά αρχίσει η εφαρμογή τού νέου συντελεστού . Εν τώ μεταξύ , μέ διαδοχικούς κανονισμούς , τό Συμβούλιο ωρισε από 1ης Ιανουαρίου 1976 σέ 176,6 τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο , από 1ης Ιουλίου 1976 σέ 189,3 έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο , από 1ης Ιανουαρίου 1977 σέ 120 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο καί από 1ης Ιουλίου 1977 σέ 130,2 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο . Οι περισσότεροι από τούς εν λόγω κανονισμούς ειχαν εξι μηνών περίπου αναδρομική ισχύ .
5 Στίς 26 Ιουνίου 1978 , τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 1461/78 ( JO L 176 , σ . 1 ), μέ τόν οποίο ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία καθορίσθη σέ 137,6 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο . Στίς αιτιολογικές σκέψεις τού κανονισμού αυτού διευκρινίζεται οτι «απόφαση επί τής προτάσεως τής Επιτροπής σχετικά μέ τήν διόρθωση τών συντελεστών αναπροσαρμογής γιά τρείς χώρες υπηρεσίας θά ληφθεί μόνο βάσει μελέτης πού ανέλαβε νά καταρτίσει η Επιτροπή» .
6 Στίς 10 Νοεμβρίου 1978 , μετά νέα έρευνα πού διενήργησε η Στατιστική Υπηρεσία τών Κοινοτήτων καί συζητήσεις μεταξύ τής Επιτροπής καί τού Συμβουλίου , η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση στό Συμβούλιο κατά τήν οποία ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία έπρεπε νά καθορισθεί αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1978 σέ 146,4 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο . Τήν πρόταση αυτή ακολούθησε η έκδοση από τό Συμβούλιο τού κανονισμού 3087/78 τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( JO L 369 , σ . 10 ). Τήν ίδια ημέρα , τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 3084/78 ( JO L 369 , σ . 1 ), περί καθορισμού τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 146,8 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιου- λίου 1978 .
7 Τό ενδιαφερόμενο προσωπικό επέκρινε τόν κανονισμό 3087/78 , επειδή ο τελευταίος καθώρισε συντελεστή αναπροσαρμογής σέ υψος γιά τό οποίο δέν ελήφθη υπ’ όψη τό κόστος ζωής στήν Varese καί η αναδρομική ισχύς άρχιζε μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1978 .
8 Τόν Ιανουάριο 1979 , η Επιτροπή προέβη στήν εξόφληση τών καθυστερουμένων αποδοχών , οπως προέκυπταν από τούς κανονισμούς 3087/78 καί 3084/78 .
9 Μέ ένσταση πού υπέβαλε στήν Επιτροπή στίς 11 Απριλίου 1979 , δυνάμει τού άρθρου 90 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η προσφεύγουσα εζήτησε από τήν Επιτροπή νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα , ωστε νά αντισταθμίσει τήν απώλεια τής αγοραστικής της δυνάμεως γιά τά έτη 1976 καί 1977 .
10 Μέ εγκύκλιο τής 12ης Ιουλίου 1979 , η Επιτροπή απέρριψε τήν εν λόγω ένσταση .
11 Κατόπιν αυτού , η προσφεύγουσα ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή , μέ τήν οποία ζητεί : τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής περί διακανονισμού τών καθυστερουμένων ποσών τών αποδοχών τής προσφευγούσης , μέ τήν οποία τά περιώρισε μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1978 καί χωρίς νά λαμβάνει υπ’ όψη τό ειδικό κόστος ζωής στήν επαρχία Varese· νά αναγνωρισθεί οτι δέν δύναται νά έχει εφαρμογή ο κανονισμός 3087/78 επί τής προσφευγούσης στόν βαθμό πού περιορίζει τήν αναδρομική ισχύ του στήν 1η Ιανουαρίου 1978· τέλος , νά αναγνωρισθεί οτι η προσφεύγουσα δικαιούται τά ποσά πού προκύπτουν από τήν κατά 6,4 % αύξηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής επί τών αποδοχών τών ετών 1976 καί 1977 , καί τήν μεταγενέστερη εξομοίωση πού προεβλέφθη , ωστε νά ληφθεί υπ’ όψη τό υψηλότερο επίπεδο τιμών στήν Varese σέ σχέση πρός τήν Ρώμη .
Επί τού παραδεκτού
12 Η Επιτροπή ισχυρίζεται οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη οσον αφορά τό χρονικό διάστημα από τόν Ιούλιο μέχρι τόν Δεκέμβριο 1978 , αφού ο κανονισμός 3087/78 , ο μόνος πού προσβάλλεται , καθώρισε τόν συντελεστή γιά τό πρώτο εξάμηνο τού 1978 . Ένας δεύτερος λόγος απαραδέκτου συνίσταται στό οτι η εκκαθάριση τών καθυστερουμένων ποσών πού έγινε τόν Ιανουάριο 1979 ηταν βεβαιωτική τών μηνιαίων εκκαθαρίσεων αποδοχών πού έγιναν κατά τά έτη 1976 καί 1977 καί κατά συνέπεια δέν αποτελεί πράξη δυναμένη νά προσβληθεί αυτοτελώς , δεδομένου μάλιστα οτι δέν υπεβλήθη εμπροθέσμως ένσταση κατά τών εκκαθαρίσεων αποδοχών γιά τά εν λόγω έτη .
13 Εν όψει τών περιστατικών τής παρούσης υποθέσεως , η ένσταση τής Επιτροπής δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Πράγματι , μολονότι πρέπει νά διαφυλαχθεί η εφαρ μογή τής διατάξεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού προβλέπει προηγουμένη υποβολή διοικητικής ενστάσεως εντός σχετικά βραχείας προθεσμίας , πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη οτι , λόγω τού γεγονότος οτι από πολλούς μήνες διεξήγοντο συνομιλίες μεταξύ τού Συμβουλίου , τής Επιτροπής καί τών αντιπροσωπευτικών τού προσωπικού οργανώσεων , η προσφεύγουσα ηδύνατο ευλόγως νά αναμένει τήν έκβαση τών συνομιλιών αυτών , προτού αρχίσει νά ανησυχεί γιά τό ενδεχομένως αρνητικό αποτέλεσμά τους επί τών αποδοχών της . Συγκεκριμένα , οι διαδοχικοί κανονισμοί τού Συμβουλίου περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής εκδίδονται μέ κάποια καθυστέρηση καί συνεπώς έχουν συνήθως αναδρομική ισχύ , χωρίς πάντως νά ειναι δυνατό νά προβλεφθεί η διάρκειά της . Τό ίδιο τό Συμβούλιο άλλωστε , μέ τίς αιτιολογικές σκέψεις τού κανονισμού 1461/78 , ανεγνώρισε οτι η προσαρμογή τού συντελεστού αναπροσαρμογής , πού προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός γιά τρείς χώρες υπηρεσίας , δέν έχει οριστικό χαρακτήρα .
14 Συνέπεια ενδεχομένης αποδοχής τής απόψεως τής Επιτροπής θά ηταν οτι ο υπάλληλος , πού θεωρεί οτι βλάπτεται από τήν καθυστέρηση τού Συμβουλίου νά προσαρμόσει τόν συντελεστή αναπροσαρμογής , θά έπρεπε όχι μόνο νά υποβάλει σειρά ενστάσεων πού θά εκάλυπτον πιθανώς πολλά έτη , αλλ’ επί πλέον νά ασκήσει καί σειρά προσφυγών ενώπιον τού Δικαστηρίου , άλλως θά εξέπιπτε τού οικείου δικαιώματος . Η άποψη αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Οι περιστάσεις τής υποθέσεως 15/73 ( Kortner , Racc . 1974 , σ . 177 ), στήν οποία η Επιτροπή στηρίζει τήν άποψή της , σέ καμμία περίπτωση δέν ομοιάζουν μέ τίς περιστάσεις τής παρούσης υποθέσεως .
15 Ως πρός τήν δεύτερη ένσταση πού προέβαλε η Επιτροπή γιά τό αίτημα αποζημιώσεως , αρκεί η διαπίστωση οτι τό παραδεκτό τού αιτήματος περί ακυρώσεως συνεπάγεται καί τό παραδεκτό τού πρώτου , οταν πρόκειται , οπως εν προκειμένω , γιά αιτήματα πού συνδέονται στενά μεταξύ τους .
16 Επομένως , η προσφυγή ειναι παραδεκτή .
Επί τής ουσίας
17 Όσον αφορά τό ζήτημα τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στούς υπαλλήλους πού υπηρετούν στήν Ispra , η προσφεύγουσα επιδιώκει δύο σκοπούς : Πρώτον , νά επιτύχει τήν αναθεώρηση τού υψους τού συντελεστού αναπροσαρμογής , ο οποίος κατ’ αυτήν πρέπει νά υπολογίζεται μέ βάση τό κόστος ζωής στόν τόπο ακριβώς οπου υπηρετεί ο υπάλληλος , στήν συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση στήν επαρχία Varese , καί όχι αυτομάτως στήν πρωτεύουσα τής αντίστοιχης χώρας . Συγκεκριμένα , στήν παρούσα υπόθεση η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι τό κόστος ζωής στήν επαρχία Varese ηταν αισθητά υψηλότερο εκείνου τής Ρώμης κατά τά έτη 1976 μέχρι 1978 . Δεύτερον , η προσφεύγουσα ζητεί οπως ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία , ο οποίος καθωρίσθη σέ 146,4 μέ τόν κανονισμό 3087/78 , νά εφαρμοσθεί αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1976 .
18 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τά καθυστερούμενα ποσά τών αποδοχών της πού εξωφλήθησαν σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 3087/78 , ο οποίος κατ’ αυτήν παραβιάζει τά άρθρα 64 καί 65 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού αφορούν τόν συντελεστή αναπροσαρμογής , καθώς καί τήν αρχή περί απαγορεύσεως τών δυσμενών διακρίσεων καί τούς κανόνες πού επιβάλλουν τήν τήρηση ουσιωδών τύπων .
19 Κατ’ αρχάς , η προσφεύγουσα αναπτύσσει τό σημείο πού αφορά τόν κανονισμό 3087/78 , ο οποίος παραβιάζει τό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά τούτο : οτι οι έρευνες τής Στατιστικής Υπηρεσίας τών Κοινοτήτων , πού αποσκοπούν στόν καθορισμό τού συντελεστού αναπροσαρμογής , διενεργήθησαν εν αναφορά πρός τίς συνθήκες ζωής στήν πρωτεύουσα καί όχι στόν τόπο υπηρεσίας πού ειναι η επαρχία Varese .
20 Πρέπει νά σημειωθεί οτι στό παρελθόν τό Συμβούλιο ερμήνευσε τό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υπό τήν έννοια οτι τούτο δέν ωριζε κατ’ ανάγκη ως τόπο υπηρεσίας τήν πρωτεύουσα τής χώρας υπηρεσίας , αλλά τόν κατά περίπτωση ακριβή τόπο υπηρεσίας . Έτσι , οι κανονισμοί 1/67/ΕΚΑΧ , 988/67/ΕΟΚ καί 9/67/ΕΚΑΕ τού Συμβουλίου , τής 12ης Δεκεμβρίου 1967 , προέβλεψαν δύο συντελεστές τόσο γιά τήν Γαλλία ( 130,5 % γιά τό Παρίσι καί ορισμένα διοικητικά διαμερίσματα καί 122,5 % γιά τήν υπόλοιπη χώρα ), οσο καί γιά τήν Ιταλία ( 114 % γιά τήν Ispra καί 114,5 % γιά τήν υπόλοιπη χώρα ). Μόνο μεταγενέστερα τό Συμβούλιο απεφάσισε νά χρησιμοποιήσει ενα μόνο συντελεστή γιά κάθε κράτος μέλος .
21 Στήν πραγματικότητα , τό νέο αυτό σύστημα ευνοεί , στίς περισσότερες περιπτώσεις , τούς υπαλλήλους πού δέν διαμένουν στήν πρωτεύουσα , δεδομένου οτι τό κόστος ζωής σ’ αυτή ειναι γενικά υψηλότερο σέ σχέση μέ τήν επαρχία . Φαίνεται ομως οτι δέν συμβαίνει αυτό στήν συγκεκριμένη περίπτωση τής Ιταλίας , οπου τόσο η έρευνα τής Στατιστικής Υπηρεσίας οσο καί τά στοιχεία πού διέθεσε τό ιταλικό ινστιτούτο στατιστικής αποδεικνύουν οτι τό κόστος ζωής στήν Varese ειναι υψηλότερο από εκείνο τής Ρώμης .
22 Συγκεκριμένα , οπως προκύπτει από τούς ίδιους τούς αριθμούς πού ανεκοίνωσε η Επιτροπή , μέ βάση τά αποτελέσματα τής έρευνας πού διενήργησε η Στατιστική Υπηρεσία στήν Varese τόν Μάιο 1976 , υπολογίζοντας 230 είδη εξόδων ( μέ εξαίρεση τά ενοίκια , τήν θέρμανση καί τό ηλεκτρικό ρεύμα πού απετέλεσαν αντικείμενο νεώτερης έρευνας ), τό κόστος ζωής στήν εν λόγω επαρχία ηταν 7,66 % υψηλότερο από ο,τι στήν Ρώμη . Μετά τόν συνυπολογισμό τού αποτελέσματος τής έρευνας σχετικά μέ τά ενοίκια , πού διενεργήθη στήν Varese , η διαφορά εμειώθη μέχρι 2,76 , γεγονός πού εξακολουθεί νά αποτελεί αισθητή μεταβολή κατά τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Εξ άλλου , οπως προκύπτει από τήν αιτιολογία τής προτάσεώς της , πού κατέληξε στόν κανονισμό 3087/78 , η Επιτροπή ειχε καί η ίδια αμφιβολίες ως πρός τό κατά πόσον ηταν βάσιμη η αποκλειστική αναφορά στό κόστος ζωής τής Ρώμης , διατυπώνοντας οτι «η χρησιμοποίηση ενός μόνο συντελεστού αναπροσαρμογής ανά χώρα υπηρεσίας , δηλαδή εκείνου τής πρωτεύουσας , θέτει τούς υπαλλήλους πού υπηρετούν στήν Ispra σέ κάπως ειδική κατάσταση : οπως προκύπτει από τά διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία , η εξέλιξη τού κόστους ζωής στήν Ρώμη υπήρξε βραδύτερη από τήν διαπιστωθείσα στήν περιοχή Varese . Από τά ανωτέρω ειναι δυνατή η συναγωγή τού συμπεράσματος οτι τό επίπεδο τών τιμών στήν Ρώμη ειναι σήμερα κατώτερο τού τής Varese . Τό φαινόμενο αυτό ειναι σπανιότερο στά λοιπά εννέα κράτη μέλη . Συνεπώς , θά ηδύνατο νά επινοηθεί μιά ειδική έρευνα τιμών Ispra εν όψει τής μεγάλης συγκεντρώσεως υπαλλήλων στήν εν λόγω περιοχή . Η Επιτροπή πάντως έκρινε οτι ειναι προτιμότερο νά μή καινοτομήσει επί τού θέματος καί νά μήν αποστεί από τήν απόφαση τού Συμβουλίου τού 1968 , η οποία αναφέρεται ρητώς στούς δείκτες τιμών τής πρωτεύουσας» .
23 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , καί γιά νά τηρηθεί ο κανόνας τού άρθρου 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σύμφωνα μέ τόν οποίο πρέπει νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι συνθήκες ζωής στούς διαφόρους «τόπους υπηρεσίας» , η έκφραση αυτή πρέπει νά νοηθεί οτι αναφέρεται όχι μόνο στίς πρωτεύουσες τών κρατών μελών , αλλά καί στούς ακριβείς τόπους οπου ασκεί τήν δραστηριότητά του ενας αρκετά σημαντικός αριθμός μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
24 Ως εκ τούτου , στά κοινοτικά όργανα εναπόκειται νά καθορίσουν διαφορετικούς συντελεστές αναπροσαρμογής σέ περιπτώσεις κατά τίς οποίες τό κόστος ζωής σέ κάποιον τόπο υπηρεσίας υπόκειται σέ διακυμάνσεις μεγαλύτερες από τίς σημειούμενες στήν πρωτεύουσα τού εν λόγω κράτους . Κατά συνέπεια , ο λόγος πού επικαλείται η προσφεύγουσα σχετικά μέ τόν υπολογισμό τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές της , μέ βάση τό κόστος ζωής στήν επαρχία Varese , πρέπει νά θεωρηθεί ως βάσιμος .
25 Ως πρός τό ζήτημα τής αναδρομικής ισχύος τού κανονισμού 3087/78 , η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι έπρεπε νά αρχίσει νά εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 1976 , αφού από τό έτος αυτό εσημειώθησαν αισθητές αυξήσεις τού κόστους ζωής .
26 Πράγματι , οπως προκύπτει από τίς εκθέσεις τής Στατιστικής Υπηρεσίας , τής 17ης καί 29ης Ιουνίου 1976 καί από τό σημείωμά της τής 17ης Αυγούστου 1976 , κατά τό 1976 , τό κόστος ζωής τόσο στήν Ρώμη οσο καί — σέ μεγαλύτερο βαθμό — στήν Varese εσημείωσε διακυμάνσεις άνω τού 2 % .
27 Επ’ αυτού , η Επιτροπή αφήνει νά εννοηθεί οτι τό άρθρο 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σύμφωνα μέ τό οποίο «σέ περίπτωση αισθητής μεταβολής τού κόστους ζωής τό Συμβούλιο αποφασίζει . . . εντός προθεσμίας 2 μηνών κατ’ ανώτατο οριο μέτρα γιά τήν προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής καί κατά περίπτωση γιά τά αναδρομικά τους αποτελέσματα» πρέπει νά θεωρηθεί οτι παρέχει διακριτική ευχέρεια στό Συμβούλιο νά αποφασίζει γιά τήν αναδρομικότητα ή μή μέτρων προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής .
28 Η άποψη αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Πράγματι , η διατύπωση τού άρθρου 65 , παράγραφος 2 , αποκλείει οιαδήποτε ερμηνεία σύμφωνα μέ τήν οποία τό Συμβούλιο δέν υποχρεούται νά προσαρμόσει εντός δύο μηνών τούς συντελεστές αναπροσαρμογής μετά από κάθε αισθητή μεταβολή τού κόστους ζωής . Πρέπει νά υπομνησθεί οτι , μέ τήν απόφασή του τής 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου , 59/81 , πού δέν έχει ακόμη δημοσιευθεί στήν Συλλογή ), τό Δικαστήριο έκρινε οτι η σχετική εξουσία πού διαθέτει τό Συμβούλιο συνίσταται στό νά διαπιστώνει άν υφίσταται ή όχι αισθητή άνοδος τού κόστους ζωής καί σέ καταφατική περίπτωση νά συνάγει εξ αυτής τίς συνέπειες . Οιαδήποτε άλλη ερμηνεία ειναι αντίθετη πρός τόν σκοπό τής επιδίκου διατάξεως , ο οποίος συνίσταται στό νά εξασφαλίζει τήν διατήρηση ίσης αγοραστικής δυνάμεως γιά ολους τούς υπαλλήλους , ανεξαρτήτως τού τόπου υπηρεσίας τους .
29 Συνεπώς , ο λόγος αυτός ειναι βάσιμος .
30 Επομένως , παρέλκει η εξέταση τών λοιπών λόγων πού προβάλλει άλλωστε επικουρικώς η προσφεύγουσα .
31 Κατά συνέπεια , πρέπει νά ακυρωθούν τό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών τής προσφευγούσης γιά τόν Ιανουάριο 1979 , κατά τό μέτρο πού περιορίζεται στήν εφαρμογή τού κανονισμού 3087/78 τού Συμβουλίου , τόσο οσον αφορά τό υψος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής , οσο καί τήν αναδρομική του ισχύ καί οι αποφάσεις μέ τίς οποίες απερρίφθησαν οι ενστάσεις τής προσφευγούσης . Ο κανονισμός 3087/78 δέν εφαρμόζεται ως πρός τήν προσφεύγουσα κατά τό μέτρο πού δέν λαμβάνει υπ’ όψη τό κόστος ζωής στήν Varese καί περιορίζει τήν έναρξη τής αναδρομικής ισχύος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής στήν 1η Ιανουαρίου 1978 .
32 Δεδομένου οτι προβλέπεται νά λάβουν τά αρμόδια θεσμικά όργανα τά αναγκαία μέτρα , ωστε νά συμμορφωθούν μέ τήν παρούσα απόφαση , η εξέταση τού αιτήματος περί αποκαταστάσεως τής οικονομικής ζημίας πού υπέστη η προσφεύγουσα αναβάλλεται σέ ημερομηνία πού θά καθορισθεί μεταγενέστερα , άν παραστεί ανάγκη .
33 Η Επιτροπή οφείλει νά υποβάλει στό Δικαστήριο , πρίν από τίς 15 Ιουλίου 1983 , έκθεση επί τών μέτρων πού έλαβε πρός αποκατάσταση τής ζημίας τής προσφευγούσης , η οποία θά πρέπει νά ειναι σέ θέση νά απαντήσει σχετικώς .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών τής προσφευγούσης γιά τόν μήνα Ιανουάριο 1979 , κατά τό μέτρο πού τό εν λόγω σημείωμα περιορίζεται στήν εφαρμογή τού κανονισμού 3087/78 τού Συμβουλίου , τόσο οσον αφορά τό υψος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής , οσο καί τήν αναδρομική ισχύ του· ακυρώνει επίσης τίς αποφάσεις μέ τίς οποίες απερρίφθησαν οι ενστάσεις τής προσφευγούσης . Ο κανονισμός 3087/78 δέν εφαρμόζεται ως πρός τήν προσφεύγουσα κατά τό μέτρο πού δέν λαμβάνει υπ’ όψη τό κόστος ζωής στήν Varese καί περιορίζει τήν έναρξη τής αναδρομικής ισχύος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής στήν 1η Ιανουαρίου 1978 .
2)Η Επιτροπή οφείλει νά γνωστοποιήσει στό Δικαστήριο , πρίν από τήν 15η Ιουλίου 1983 , τά μέτρα πού θά λάβει γιά νά συμμορφωθεί μέ τήν παρούσα απόφαση .
3)Η εξέταση τού αιτήματος περί αποκαταστάσεως τής οικονομικής ζημίας τής προσφευγούσης αναβάλλεται σέ ημερομηνία πού θά καθορισθεί μεταγενέστερα , άν παραστεί ανάγκη .
4)Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy