Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγουμένη διοικητική ένσταση — Αντικείμενο
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 91 , παράγραφος 2 )
2 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Συντελεστές αναπροσαρμογής — Προσδιορισμός — Κριτήρια — Συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας — Έννοια τού τόπου υπηρεσίας — Συναφής υποχρέωση τών οργάνων
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 64 , παράγραφος 1 )
3 . Υπάλληλοι — Αποδοχές — Αναπροσαρμογή σέ περίπτωση αισθητής ανόδου τού κόστους ζωής — Προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής — Υποχρέωση τού Συμβουλίου — Έκταση
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 65 , παράγραφος 2 )
Περίληψη
1 . Τό άρθρο 91 τού κανονισμού , σύμφωνα μέ τό οποίο προσφυγή ειναι παραδεκτή μόνον άν προηγουμένως η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή έχει επιληφθεί ενστάσεως καί άν η ένσταση αυτή έτυχε απορριπτικής αποφάσεως , σκοπό έχει νά παρέχεται η δυνατότητα νά διευκολύνεται η φιλική διευθέτηση τής διαφοράς πού ανακύπτει μεταξύ τών μονίμων καί λοιπών υπαλλήλων αφ’ ενός , καί τής διοικήσεως , αφ’ ετέρου , καί οτι , γιά τήν ικανοποίηση τού σκοπού αυτού , πρέπει η διοίκηση νά ειναι σέ θέση νά γνωρίζει τά παράπονα ή τίς επιθυμίες τών ενδιαφερομένων .
2.Γιά τήν τήρηση τού κανόνα τού άρθρου 64 τού κανονισμού , σύμφωνα μέ τόν οποίο πρέπει νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι συνθήκες ζωής στούς διαφόρους «τόπους υπηρεσίας» , η έκφραση αυτή πρέπει νά νοείται οτι δεικνύει όχι μόνο τίς πρωτεύουσες τών κρατών μελών , αλλά τούς ακριβείς τόπους οπου παρέχουν υπηρεσία αρκετά σημαντικός αριθμός μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
Επομένως , στίς περιπτώσεις πού τό κόστος ζωής σέ συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας υφίσταται μεγαλύτερες μεταβολές από οσες προκαλούνται στήν πρωτεύουσα τού εν λόγω κράτους εναπόκειται στά κοινοτικά όργανα νά καθορίζουν ιδιαιτέρους συντελεστές αναπροσαρμογής .
3.Η διατύπωση τού άρθρου 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού αποκλείει οιαδήποτε ερμηνεία σύμφωνα μέ τήν οποία τό Συμβούλιο δέν υποχρεούται νά προσαρμόζει τούς συντελεστές αναπρο- σαρμογής εντός προθεσμίας δύο μηνών , υστερα από κάθε αισθητή μεταβολή στό κόστος ζωής . Η αρμοδιότης τού Συμβουλίου επί τού σημείου αυτού συνίσταται στό νά διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχει ή όχι αισθητή άνοδος τού κόστους ζωής καί σέ περίπτωση θετικής διαπιστώσεως νά πράττει αναλόγως . Κάθε άλλη ερμηνεία αντιβαίνει στόν σκοπό τής εν λόγω διατάξεως , ο οποίος έγκειται στό νά εξασφαλίζεται σέ ολους τούς υπαλλήλους η ίδια αγοραστική δύναμη , ανεξαρτήτως τού τόπου οπου υπηρετούν .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 532 , 534 , 567 , 600 , 618 καί 660/79 ,
1 ) JAN AMESZ , κατοίκου Cocquio ( Varese ), Ιταλίας , via Carnisio 28 ,
2 ) ROLF BAUCH , κατοίκου Angera ( Varese ), Ιταλίας , via Matteotti 13 ,
3 ) JAKOB FLAMM , κατοίκου Ranco ( Varese ), Ιταλίας , via Grazia Deledda ,
4 ) HANS HOFFMANN , κατοίκου Taino ( Varese ), Ιταλίας , via Cervino 2 ,
5 ) HELMUT KNOEPPEL , κατοίκου Cadrezzate ( Varese ), Ιταλίας , via Matteotti 116 ,
6 ) HENRICUS NIJMAN , κατοίκου Varese , Ιταλίας , via Corridoni 55 ,
εκπροσωπούμενοι από τούς B . Potthast καί H . J . Rueber , δικηγόρους Κολωνίας , επικουρουμένους από τόν E . Steindorff , καθηγητή τού Πανεπιστημίου τού Μονάχου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν V . Biel , δικηγόρο , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγοντες ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν J . Pipkorn , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού διατυπώνονται στά δικόγραφα τών προσφυγών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφα πού κατετέθησαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 11 Οκτωβρίου 1979 , οι προσφεύγοντες , υπάλληλοι τής Επιτροπής , υπηρετούντες στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra στήν Ιταλία , ήσκησαν , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : ο κανονισμός ), προσφυγή μέ τήν οποία ζητούν νά ακυρωθούν οι αποφάσεις τής Επιτροπής περί προσδιορισμού τών αποδοχών τους γιά τούς μήνες από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο 1979 καί νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά αποκαταστήσει τήν ζημία πού τούς προεκάλεσαν οι παράνομες αποφάσεις περί προσδιορισμού τών αποδοχών τους .
2 Μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , ο κανονισμός ωριζε οτι οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα καί οτι καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του , βάσει τών ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καί πού ίσχυαν τήν 1η Ιανουαρίου 1965 . Διευκρινίζετο οτι οι αποδοχές πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής υψηλοτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , ανάλογα μέ τίς συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας . Τό άρθρο 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού παρείχε τήν δυνατότητα στόν υπάλληλο νά μεταφέρει τακτικά , εντός ορισμένων ορίων , μέρος τών αποδοχών του στό νόμισμα άλλων κρατών μελών , μέσω τού κοινοτικού οργάνου στό οποίο υπάγεται .
3 Κατόπιν τής υποτιμήσεως ορισμένων νομισμάτων πού επήλθε μετά τό 1970 , τό Συμβούλιο εχρησιμοποίησε τόν συντελεστή αναπροσαρμογής όχι μόνο γιά νά προσαρμόζει τίς αποδοχές ανάλογα πρός τίς συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας , αλλά καί γιά νά αντισταθμίζει τήν υποτίμηση ορισμένων ασθενών νομισμάτων . Συνέπεια αυτού ηταν οτι , άν ο υπάλληλος πού υπηρετούσε σέ χώρα μέ ασθενές νόμισμα πραγματοποιούσε μεταφορά μέρους τών αποδοχών του πρός κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα , τότε προσεπορίζετο συγκεκριμένα πλεονεκτήματα .
4 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 ( JO L 369 , σ . 6 ) περί τροποποιήσεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων . Γιά τήν μετατροπή τών αποδοχών στό εθνικό νόμισμα τού τόπου υπηρεσίας , εφαρμόζονται οι τιμές συναλλάγματος πού χρησιμοποιούνται τήν 1η Ιουλίου 1978 γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Κοινοτήτων . Τό άρθρο 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού ετροποποιήθη επίσης . Κατά τήν παράγραφο 3 τού άρθρου 17 στήν νέα του διατύπωση :
«Οι μεταφορές πού προβλέπονται στήν παράγραφο 2 πραγματοποιούνται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού αναφέρονται στό άρθρο 63 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού· τά μεταφερόμενα ποσά πολλαπλασιάζονται επί τόν συντελεστή αναπροσαρμογής πού προκύπτει από τήν διαφορά μεταξύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τής οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα τοποθετήσεως τού υπαλλήλου.»
5 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού ορίζει οτι η μέν τυπική ισχύς τού κανονισμού αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1979 , η δέ ουσιαστική ισχύς από 1ης Απριλίου 1979 .
6 Στίς
21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε επίσης τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3086/78 περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής , βάσει τών οποίων προσαρμόζονται οι αποδοχές καί οι συντάξεις τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής τροποποιήσεως τών διατάξεων τού κανονισμού περί τών νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά χρησιμοποιούνται κατά τήν εφαρμογή τού κανονισμού ( JO L 369 , σ . 8 ). Τό άρθρο 1 τού κανονισμού καθορίζει , μεταξύ άλλων , τόν εφαρμοστέο επί τών αποδοχών συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 74,3 καί γιά τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας σέ 98,7 .
7 Οι προσφεύγοντες μετέφεραν κατά τακτικά χρονικά διαστήματα , μέσω τής Επιτροπής , δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού , ορισμένα ποσά στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας .
8 Η εφαρμογή τών προαναφερθεισών νέων διατάξεων ειχε ως αποτέλεσμα οτι από 1ης Απριλίου 1979 τό κόστος τών πραγματοποιουμένων μεταφορών , εκφραζόμενο σέ ιταλικές λιρέτες , ηυξήθη καί , κατά συνέπεια , τό υπόλοιπο τών αποδοχών τών προσφευγόντων , μετά τίς μεταφορές , ειχε μειωθεί .
9 Από τού 1975 , οι υπάλληλοι πού υπηρετούσαν στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra διετύπωσαν ενώπιον τής Επιτροπής παράπονα γιά τήν αισθητή αύξηση τού κόστους ζωής στήν Ιταλία καί κατά συνέπεια εζήτησαν τήν αναθεώρηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία . Διεμαρτυρήθησαν , ειδικότερα , επειδή , κατ’ αυτούς , τό κόστος ζωής στήν επαρχία τού Varese ηταν υψηλότερο από τό κόστος ζωής στήν Ρώμη καί εζήτησαν επιμόνως νά ληφθεί υπ’ όψη αυτή η διαφορά κατά τόν καθορισμό τού εφαρμοστέου επί τών αποδοχών τους συντελεστού αναπροσαρμογής .
10 Κατά τήν διάρκεια τών ετών 1976 , 1977 καί 1978 , έγιναν συνεννοήσεις επί τεχνικών θεμάτων , μεταξύ τών εκπροσώπων τού προσωπικού καί τών εκπροσώπων τής Επιτροπής καί τού Συμβουλίου , χωρίς ομως νά καταλήξουν σέ συμφωνία επί τής μεταβολής τού συντελεστού αναπροσαρμογής , ούτε επί τής ημερομηνίας μέχρι τής οποίας θά εξετείνετο η αναδρομική ισχύς του . Εν τώ μεταξύ , τό Συμβούλιο καθώρισε μέ διαδοχικούς κανονισμούς τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 176,6 έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιανουαρίου 1976 , σέ 189,3 έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιουλίου 1976 , σέ 120 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιανουαρίου 1977 , σέ 132,1 έναντι 104,5 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιανουαρίου 1977 καί σέ 130,2 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιουλίου 1977 . Στίς περισσότερες περιπτώσεις , οι κανονισμοί αυτοί ειχαν αναδρομική ισχύ περίπου εξι μηνών .
11 Στίς 26 Ιουνίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό 1461/78 ( JO L 176 , σ . 1 ), μέ τόν οποίο ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία καθωρίσθη σέ 137,6 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο . Στίς αιτιολογικές σκέψεις αυτού τού κανονισμού διευκρινίζεται οτι «απόφαση επί τής προτάσεως τής Επιτροπής περί διορθώσεως τών συντελεστών αναπροσαρμογής γιά τρείς χώρες διορισμού θά ληφθεί μόνον κατόπιν μελέτης τήν οποία ειναι επιφορτισμένη νά εκπονήσει η Επιτροπή» .
12 Μετά νέα έρευνα , πού διενήργησε η Στατιστική Υπηρεσία τών Κοινοτήτων καί συζητήσεις μεταξύ τής Επιτροπής καί τού Συμβουλίου , η Επιτροπή προέτεινε , τήν 10η Νοεμβρίου 1978 , στό Συμβούλιο νά καθορίσει τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 146,4 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο , αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1978 . Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από τό Συμβούλιο , πού εθέσπισε τόν κανονισμό 3087/78 τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( JO L 369 , σ . 10 ). Τήν ίδια ημέρα τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό 3084/78 ( JO L 369 , σ . 1 ), πού καθώριζε τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 146,8 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο , από 1ης Ιουλίου 1978 .
13 Τό προσωπικό επέκρινε τόν κανονισμό 3087/78 , επειδή καθώριζε τόν συντελεστή αναπροσαρμογής σέ ενα επίπεδο χωρίς νά λαμβάνεται υπ’ όψη τό κόστος ζωής στό Varese καί επειδή καθώριζε τήν αναδρομική ισχύ τού εν λόγω συντελεστού μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1978 .
14 Τόν Ιανουάριο 1979 , η Επιτροπή προέβη σέ εκκαθάριση τών καθυστερουμένων αποδοχών πού προέκυπταν από τούς κανονισμούς 3087/78 καί 3084/78 .
15 Στίς 26 Μαρτίου 1979 , οι προσφεύγοντες υπέβαλαν στήν Επιτροπή ένσταση , δυνάμει τού άρθρου 90 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού , κατά τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 . Τήν ίδια ημέρα υπέβαλε στήν Επιτροπή αίτηση , υπό τήν έννοια τού άρθρου 90 , παράγραφος 1 , τού κανονισμού , μέ τήν οποία εζήτησε νά λάβει αμέσως τά αναγκαία μέτρα γιά νά αντισταθμισθεί η μείωση τής αγοραστικής δυνάμεως κατά τά έτη 1976 καί 1977 . Η αίτηση αυτή αφορούσε τόν κανονισμό 3087/78 .
16 Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν μέ επιστολή τής 4ης Απριλίου 1979 , δυνάμει τού άρθρου 90 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού , ένσταση πού αφορούσε τήν αναδρομική ισχύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία , η οποία προέκυπτε από τόν κανονισμό 3087/78 . Στίς 13 Ιουνίου , οι προσφεύγοντες υπέβαλαν ένσταση κατά τής εφαρμογής τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , οπως αυτή διαφαίνεται από τό εκκαθαριστικό σημείωμα τών αποδοχών τους γιά τόν μήνα Απρίλιο .
17 Μέ εγκυκλίους τής 12ης Ιουλίου καί τής 28ης Σεπτεμβρίου 1979 , η Επιτροπή απέρριψε τίς εν λόγω ενστάσεις .
18 Κατόπιν αυτού , οι προσφεύγοντες ήσκησαν τίς παρούσες προσφυγές κατά τού Συμβουλίου καί τής Επιτροπής , μέ τίς οποίες αμφισβητούν τό κόστος τών μεταφορών χρημάτων πού διενεργούνται βάσει τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , τό ποσό καί τήν ημερομηνία εφαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού καθώρισε ο κανονισμός 3087/78 .
19 Μέ διάταξη τής 10ης Νοεμβρίου 1981 ( Συλλογή , σ . 2569 ), τό Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) έκρινε τίς παρούσες προσφυγές απαράδεκτες κατά τό μέτρο πού στρέφονται κατά τού Συμβουλίου .
Επί τού παραδεκτού
20 Η Επιτροπή ισχυρίσθη οτι η προσφυγή ειναι απαράδεκτη , κατά τό μέτρο πού στρέφεται κατά τής εφαρμογής τού κανονισμού 3087/78 . Κατ’ αυτή , η ένσταση τής 26ης Μαρτίου 1979 , σχετικά μέ τόν κανονισμό 3087/78 , αφορούσε μέν τήν έκταση τής αναδρομικότητος , αλλά δέν περιείχε καμία αιτίαση κατά τής μεθόδου υπολογισμού τών διακυμάνσεων τού κόστους ζωής ούτε , συνεπώς , κατά τού υψους τής αυξήσεως τού συντελεστού αναπροσαρμογής . Η ένσταση αυτή ειναι εκπρόθεσμος ως πρός τήν προσβολή τής μή καταβολής καθυστερουμένων οφειλών γιά τά έτη 1976 καί 1977 . Η εκκαθάριση τών καθυστερουμένων τού Ιανουαρίου 1979 , η οποία αφορούσε τό ποσό τών σχετικών πρός τήν προηγουμένη τής 1ης Ιανουαρίου 1978 περίοδο οφειλών , επιβεβαιώνει τίς προηγούμενες τής ημερομηνίας αυτής μηνιαίες εκκαθαρίσεις καί θεωρείται , επομένως , ως πράξη βεβαιωτική τών προηγουμένων αποφάσεων , η οποία δέν δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής .
21 Όσον αφορά τό αίτημα σχετικά μέ τό ζήτημα τής μεταφοράς στό εξωτερικό τμήματος τών αποδοχών , αίτημα τό οποίο αντιστοιχεί στήν ένσταση τού Ιουνίου 1979 , η Επιτροπή δέν έχει υποστηρίξει οτι ειναι απαράδεκτο .
22 Επί τής ενστάσεως αυτής , οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται οτι οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής αρχίζουν νά τρέχουν μόνον κατόπιν αποφάσεως τού κοινοτικού οργάνου επί ενστάσεως τών προσφευγόντων .
23 Μολονότι τό επιχείρημα αυτό τών προσφευγόντων δέν δύναται νά κατισχύσει , εν τούτοις , εν όψει τών συγκεκριμένων συνθηκών , η ένσταση τής Επιτροπής δέν πρέπει νά γίνει δεκτή . Πράγματι , παρ’ ολο πού πρέπει νά διασφαλίζεται η εφαρμογή τής διατάξεως τού κανονισμού πού προβλέπει τήν προηγουμένη υποβολή διοικητικής ενστάσεως εντός σχετικά σύντομης προθεσμίας , λόγω τών από πολλών μηνών συζητήσεων μεταξύ τού Συμβουλίου , τής Επιτροπής καί τών εκπροσώπων τών υπαλληλικών οργανώσεων , επιβάλλεται νά ληφθεί υπ’ όψη οτι οι προσφεύγοντες δικαιολογημένως ανέμεναν τό αποτέλεσμα τών συζητήσεων αυτών προτού αρχίσουν νά ανησυχούν γιά τήν ενδεχομένως αρνητική έκβασή τους ως πρός τούς μισθούς τους . Πράγματι , οι κανονισμοί τού Συμβουλίου περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής εκδίδονται μέ κάποια βραδύτητα καί , επομένως , έχουν συνήθως αναδρομική ισχύ , χωρίς νά ειναι δυνατό νά προβλεφθεί η διάρκεια τής καθυστερήσεως . Τό ίδιο άλλωστε τό Συμβούλιο , μέ τίς αιτιολογικές σκέψεις τού κανονισμού 1461/78 , έχει αναγνωρίσει τόν μή οριστικό χαρακτήρα τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού ο κανονισμός αυτός προέβλεψε γιά τρείς χώρες υπηρεσίας .
24 Άν γίνει δεκτή η άποψη τής Επιτροπής , θά έχει ως συνέπεια οτι ο υπάλληλος , ο οποίος θεωρεί οτι η καθυστέρηση τού Συμβουλίου κατά τήν προσαρμογή τού συντελεστού αναπροσαρμογής τού προκαλεί βλάβη , οφείλει όχι μόνο νά υποβάλει σειρά ενστάσεων πού θά αφορούν ενδεχομένως αρκετά έτη , αλλά , επί πλέον , νά ασκήσει ενώπιον τού Δικαστηρίου σειρά προσφυγών , διότι άλλως κινδυνεύει από τήν παρέλευση τής προθεσμίας . Η άποψη αυτή δέν ειναι δυνατό νά γίνει δεκτή . Τά περιστατικά στήν υπόθεση 15/73 ( Kortner , Slg . 1974 , σ . 177 ), επί τής οποίας η Επιτροπή στηρίζει τήν άποψή της , μέ κανέναν τρόπο δέν προσομοιάζουν πρός τά περιστατικά τής προκειμένης υποθέσεως .
25 Όσον αφορά τό περιεχόμενο τών διοικητικών ενστάσεων τών προσφευγόντων , βεβαίως , η μέν ένσταση τής 26ης Μαρτίου 1979 περιορίζεται στό αίτημα «η Επιτροπή νά εκδώσει αμελλητί τά επιβαλλόμενα μέτρα , γιά νά αντισταθμίσει τίς απώλειες τής αγοραστικής δυνάμεως τών ετών 1976 καί 1977 , οι οποίες διαπιστώνονται τακτικά» , χωρίς ομως νά αναφέρει ρητώς τήν ανεπάρκεια τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού ειχε καθορισθεί από 1ης Ιανουαρίου 1979 μέ τόν κανονισμό 3087/78 , η δέ διοικητική ένσταση τής 5ης Απριλίου 1979 ειναι διατυπωμένη κατά παρόμοιο τρόπο . Πρέπει εν τούτοις νά παρατηρηθεί οτι οι απαντήσεις τής Επιτροπής , μέ τίς από 12ης Ιουλίου καί 26ης Σεπτεμβρίου 1979 εγκυκλίους , δέν κάνουν διάκριση μεταξύ τών ενστάσεων διαφόρων υπαλλήλων πού διαμαρτύρονται ταυτοχρόνως γιά τό επίπεδο προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής καί γιά τήν ημερομηνία από τήν οποία ισχύει αναδρομικώς , ή μόνον γιά τήν μία ή τήν άλλη από τίς δύο πλευρές τού προβλήματος , αλλά οι απαντήσεις περιορίζονται πράγματι στήν απόρριψη κάθε ενστάσεως .
26Μέ τήν απόφασή του τής 1ης Ιουλίου 1976 ( Sergy , 58/75 , Slg . σ . 1139 ), τό Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) έκρινε οτι , σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 τού κανονισμού , η προσφυγή ειναι παραδεκτή μόνον άν έχει επιληφθεί προηγουμένως η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή καί άν η ένσταση αυτή έτυχε απορριπτικής αποφάσεως· οτι σκοπός τής διατάξεως αυτής ειναι νά παρέχεται η δυνατότης καί νά διευκολύνεται η φιλική διευθέτηση τής διαφοράς πού ανακύπτει μεταξύ τών μονίμων καί λοιπών υπαλλήλων , αφ’ ενός , καί τής διοικήσεως , αφ’ ετέρου , καί οτι , γιά τήν ικανοποίηση τού σκοπού αυτού , πρέπει η διοίκηση νά ειναι σέ θέση νά γνωρίζει τά παράπονα ή τίς επιθυμίες τών ενδιαφερομένων .
27Τό γεγονός οτι η Επιτροπή απήντησε σέ ολες τίς ενστάσεις ομοιόμορφα μέ εγκύκλιο αποδεικνύει οτι εγνώριζε τά παράπονα τών υπαλλήλων , όχι μόνον οσον αφορά τήν ημερομηνία εφαρμογής τού κανονισμού 3087/78 , αλλά καί οσον αφορά τό υψος προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής . Η Επιτροπή αβασίμως ισχυρίζεται οτι η διοικητική ένσταση στερείται ακριβείας .
28Πρέπει , επομένως , νά γίνει δεκτό οτι οι προσφυγές ειναι παραδεκτές .
Επί τής ουσίας
29Όσον αφορά τό ζήτημα τών αποδοχών τών προσφευγόντων γιά τόν μήνα Απρίλιο 1979 καί τήν υποτιθεμένη μείωσή τους λόγω τού αυξημένου κόστους τών τμηματικών μεταφορών πού οι προσφεύγοντες επραγματοποίησαν πρός άλλες χώρες , ζήτημα πού προέκυψε από τήν εφαρμογή τών διατάξεων τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , οι προσφεύγοντες προβάλλουν , πρώτον , ορισμένους ισχυρισμούς πού βασίζονται στήν παράβαση ουσιωδών τύπων . Υποστηρίζουν οτι ο κανονισμός 3085/78 εξεδόθη χωρίς τήν προσήκουσα προηγουμένη διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο , οπως προβλέπει τό άρθρο 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως τής 8ης Απριλίου 1965 . Η μόνη διαβούλευση πού έγινε μέ τά όργανα αυτά εβασίσθη σέ πρόταση ουσιωδώς διάφορη από τό κείμενο τών κανονισμών πού εξεδόθησαν από τό Συμβούλιο . Δέν ειχε επίσης ζητηθεί η γνώμη τής επιτροπής κανονισμού σχετικά μέ τήν πρόταση αυτή .
30 Οι προσφεύγοντες προβάλλουν εν συνεχεία οτι η μεταρρύθμιση τού συστήματος καταβολής τών αποδοχών , τό οποίο έχει υπ’ όψη του τό άρθρο 63 τού κανονισμού , καί τού συστήματος μεταφοράς μέρους τών αποδοχών , τό οποίο έχει υπ’ όψη του τό άρθρο 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού , παραβιάζει τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως . Κατά τούς προσφεύγοντες , η Κοινότης οφείλει νά μεριμνά ωστε ενας υπάλληλος υπηρετών στήν Ιταλία νά μήν υφίσταται δυσμενή μεταχείριση σέ σχέση πρός υπάλληλο υπηρετούντα , λόγου χάρη , στήν Καρλσρούη , «οταν αμφότεροι επιθυμούν νά ικανοποιήσουν τίς ίδιες ανάγκες» καί , συνεπώς , νά ωφελούνται τών ιδίων υπηρεσιών καί στίς δύο αυτές χώρες .
31 Μέ τίς προσφυγές υποστηρίζεται , τέλος , οτι ο υπό κρίση κανονισμός θίγει τήν διατήρηση τής οικονομικής καταστάσεως τών προσφευγόντων καί πρέπει , επομένως , νά θεωρηθεί ως ανίσχυρος , καθ’ οσον αντίκειται στήν αρχή τού δικαίου περί διατηρήσεως τών κεκτημένων δικαιωμάτων . Η Επιτροπή , αφ’ ετέρου , έχει παραβεί τήν υποχρέωση αρωγής πού υπέχει έναντι τών υπαλλήλων καί ώφειλε νά ειχε προβλέψει μία μεταβατική χρονική περίοδο , σάν αυτή πού εθεσπίσθη μέ τό άρθρο 4 τού κανονισμού 3085/78 υπέρ τών συνταξιούχων .
32 Πρέπει νά υπομνησθεί οτι τό Δικαστήριο , μέ αποφάσεις τής 4ης Φεβρουαρίου 1982 ( Buyl , 817/79 , Συλλογή , σ . 245· Adam , 828/79 , Συλλογή , σ . 269 καί Battaglia , 1253/79 , Συλλογή , σ . 297 ), απέρριψε ισχυρισμούς παρόμοιους μέ τούς ανωτέρω . Αρκεί η παραπομπή στίς αποφάσεις αυτές γιά νά διαπιστωθεί οτι οι ισχυρισμοί αυτοί δέν ειναι βάσιμοι .
33 Όσον αφορά τό ζήτημα τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στούς υπαλλήλους πού υπηρετούν στήν Ispra , οι προσφεύγοντες επιδιώκουν δύο στόχους . Πρώτον , σκοπούν νά επιτύχουν αναθεώρηση τού υψους τού συντελεστού αναπροσαρμογής ο οποίος , κατά τήν άποψή τους , έπρεπε νά υπολογισθεί βάσει τού κόστους ζωής στόν ακριβή τόπο υπηρεσίας τού υπαλλήλου , στήν επαρχία τού Varese εν προκειμένω , καί όχι αυτομάτως στήν πρωτεύουσα τής εν λόγω χώρας . Στήν συγκεκριμένη δέ περίπτωση , οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν οτι κατά τά έτη 1976 εως 1978 τό κόστος ζωής στήν επαρχία τού Varese ηταν αισθητώς υψηλότερο από εκείνο τής Ρώμης . Δεύτερον , οι προσφεύγοντες ζητούν ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία , τόν οποίο ο κανονισμός 3087/78 ειχε καθορίσει στό 146,4 , νά εφαρμοσθεί αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1976 .
34 Οι προσφεύγοντες προσβάλλουν ιδίως τό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών τους τού Ιανουαρίου 1979 , τού οποίου η εκκαθάριση έγινε βάσει τού κανο νισμού 3087/78 , ο οποίος , κατ’ αυτούς , παραβιάζει τά άρθρα 64 καί 65 τού κανονισμού περί συντελεστού αναπροσαρμογής , τό άρθρο 24 τού κανονισμού περί τού καθήκοντος αρωγής τής Επιτροπής πρός τούς υπαλλήλους της , καθώς καί τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων καί τούς κανόνες πού επιβάλλουν τήν τήρηση ουσιωδών τύπων .
35 Οι προσφεύγοντες αναπτύσσουν κατ’ αρχάς τό επιχείρημα οτι ο κανονισμός 3087/78 παραβιάζει τό άρθρο 64 τού κανονισμού , καθ’ οσον οι έρευνες τής Στατιστικής Υπηρεσίας τών Κοινοτήτων γιά τόν προσδιορισμό τού συντελεστού αναπροσαρμογής διενεργήθησαν σέ σχέση πρός τίς συνθήκες ζωής στήν πρωτεύουσα καί όχι στόν τόπο υπηρεσίας πού ευρίσκεται στήν επαρχία τού Varese .
36 Πρέπει νά σημειωθεί οτι , κατά τό παρελθόν , τό Συμβούλιο ερμήνευσε τό άρθρο 64 τού κανονισμού υπό τήν έννοια οτι ως τόπος υπηρεσίας θεωρείται , όχι κατ’ ανάγκη η πρωτεύουσα τής χώρας υπηρεσίας , αλλά , ανάλογα μέ τήν περίπτωση , ο ακριβής τόπος υπηρεσίας . Έτσι , οι κανονισμοί 1/67/ΕΚΑΧ , 988/67/ΕΟΚ καί 9/67/Ευρατόμ τού Συμβουλίου , τής 12ης Δεκεμβρίου 1967 , ειχαν προβλέψει δύο συντελεστές , τόσο γιά τήν Γαλλία ( 130,5 % γιά τό Παρίσι καί ορισμένα διαμερίσματα καί 122,5 % γιά τήν υπόλοιπη χώρα ), οσο καί γιά τήν Ιταλία ( 114 % γιά τήν Ispra καί 114,5 % γιά τήν υπόλοιπη χώρα ). Στήν συνέχεια , τό Συμβούλιο απεφάσισε νά χρησιμοποιεί ενα μόνο συντελεστή γιά κάθε κράτος μέλος .
37 Τό νέο αυτό σύστημα , στήν πλειονότητα τών περιπτώσεων , συμβάλλει στήν πραγματικότητα στό νά ευνοούνται οι υπάλληλοι πού δέν διαμένουν στήν πρωτεύουσα , οπου τό κόστος ζωής ειναι γενικώς υψηλότερο από τήν επαρχία . Αυτό ακριβώς ομως δέν συμβαίνει στήν Ιταλία , οπου η έρευνα τής Στατιστικής Υπηρεσίας , καθώς καί τά στοιχεία πού παρεσχέθησαν από τό Ιταλικό Ινστιτούτο Στατιστικής , δείχνουν οτι τό κόστος ζωής στό Varese ειναι υψηλότερο από τό τής Ρώμης .
38 Πράγματι , από τά ίδια τά αριθμητικά στοιχεία πού προσεκομίσθησαν από τήν Επιτροπή καί τά οποία βασίζονται στά αποτελέσματα τής ερεύνης πού διενήργησε η Στατιστική Υπηρεσία στό Varese τόν Μάιο τού 1976 , λαμβάνοντας υπ’ όψη 230 είδη δαπανών ( εξαιρουμένων τών ενοικίων , τής θερμάνσεως καί τού ηλεκτρικού ρεύματος πού απετέλεσαν αντικείμενο μεταγενεστέρας ερεύνης ), προκύπτει οτι τό κόστος ζωής στήν επαρχία αυτή ηταν κατά 7,66 % υψηλότερο τής Ρώμης . Κατόπιν συνυπολογισμού τού αποτελέσματος τής ερεύνης επί τού επιπέδου τών ενοικίων στό Varese , η διαφορά εμειώθη μέχρι 2,76 % , ποσοστό πού αντιπροσωπεύει ακόμη αισθητή διαφορά , υπό τήν έννοια τού άρθρου 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού . Από τήν αιτιολογία , άλλωστε , τής προτάσεως τής Επιτροπής η οποία απέληξε στόν κανονισμό 3087/78 , προκύπτει οτι η ίδια η Επιτροπή ειχε αμφιβολίες περί τής ορθότητος τής αποκλειστικής αναφοράς στό κόστος ζωής τής Ρώμης , διότι υπεστήριζε οτι «η χρησιμοποίηση ενός μοναδικού συντελεστού αναπροσαρμογής ανά χώρα υπηρεσίας , δηλαδή τού συντελεστού τής πρωτεύουσας , θέτει τούς υπαλλήλους πού υπηρετούν στήν Ispra σέ κάπως ιδιάζουσα θέση : από τά διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία προκύπτει οτι τό κόστος ζωής στή Ρώμη εξελίσσεται βραδύτερα εκεί από ο,τι διεπιστώθη στήν περιοχή τού Varese . Δύναται νά συναχθεί οτι σήμερα τό επίπεδο τιμών στήν Ρώμη ειναι κατώτερο από τό τού Varese . Τό φαινόμενο αυτό ειναι μάλλον σπάνιο στά εννέα κράτη μέλη . Συνεπώς δύναται νά αντιμετωπισθεί η διενέργεια ειδικής ερεύνης στήν Ispra , δεδομένου τού μεγάλου αριθμού υπαλλήλων πού ειναι συγκεντρωμένοι στόν τόπο αυτό . Η Η Επιτροπή έκρινε ομως προτιμότερο νά μή καινοτομήσει επί τού θέματος καί νά ακολουθήσει τήν απόφαση τού Συμβουλίου τού 1968 , η οποία αναφέρεται ρητώς στούς δείκτες τιμών τής πρωτεύουσας» .
39 Υπό τούς ορους αυτούς , γιά τήν τήρηση τού κανόνος τού άρθρου 64 τού κανονισμού , σύμφωνα μέ τόν οποίο πρέπει νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι συνθήκες ζωής στούς διαφόρους «τόπους υπηρεσίας» , η έκφραση αυτή πρέπει νά νοείται οτι υποδηλώνει όχι μόνο τίς πρωτεύουσες τών κρατών μελών , αλλά τούς ακριβείς τόπους οπου παρέχουν τήν υπηρεσία τους αρκετά σημαντικός αριθμός μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
40 Επομένως , στίς περιπτώσεις πού τό κόστος ζωής σέ συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας υφίσταται μεγαλύτερες μεταβολές από οσες επέρχονται στήν πρωτεύουσα τού εν λόγω κράτους , εναπόκειται στά κοινοτικά όργανα νά καθορίζουν ιδιαιτέρους συντελεστές αναπροσαρμογής . Κατά συνέπεια , ο ισχυρισμός τών προσφευγόντων περί υπολογισμού τού συντελεστού αναπροσαρμογής τού μισθού τους , βάσει τού κόστους ζωής στήν επαρχία τού Varese , ειναι βάσιμος .
41 Όσον αφορά τό ζήτημα τής αναδρομικότητος τού κανονισμού 3087/78 , οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν οτι ο κανονισμός αυτός έπρεπε νά ειχε εφαρμοσθεί από 1ης Ιανουαρίου 1976 , επειδή ήδη από τό έτος αυτό ειχαν επέλθει αισθητές μεταβολές στό κόστος ζωής .
42 Από τίς εκθέσεις τής Στατιστικής Υπηρεσίας τής 17ης καί 29ης Ιουνίου 1976 καί από τό υπόμνημά της τής 17ης Αυγούστου τού ιδίου έτους προκύπτει , πράγματι , οτι κατά τό 1976 , τόσο στήν Ρώμη οσο καί στό Varese σέ μεγαλύτερο βαθμό , επήλθαν μεταβολές στό κόστος ζωής ανώτερες κατά 2 % σέ σύγκριση πρός τίς Βρυξέλλες .
43 Η Επιτροπή , επί τού σημείου αυτού , αφήνει νά εννοηθεί οτι τό άρθρο 65 , παρά- γραφος 2 , τού κανονισμού , σύμφωνα μέ τό οποίο «σέ περίπτωση αισθητής μεταβολής στό κόστος ζωής , τό Συμβούλιο λαμβάνει , εντός προθεσμίας δύο μηνών κατ’ ανώτατο οριο , μέτρα γιά τήν προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής καί , κατά περίπτωση , γιά τά αναδρομικά τους αποτελέσματα» , ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι τό Συμβούλιο έχει διακριτική ευχέρεια νά αποφασίζει γιά τήν αναδρομικότητα ή γιά τήν μή αναδρομικότητα τών μέτρων προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής .
44 Η άποψη αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή . Η διατύπωση τού άρθρου 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού αποκλείει , πράγματι , οιαδήποτε ερμηνεία σύμφωνα μέ τήν οποία τό Συμβούλιο δέν υποχρεούται νά προσαρμόζει τούς συνετελεστές αναπροσαρμογής εντός προθεσμίας δύο μηνών , υστερα από κάθε αισθητή μεταβολή στό κόστος ζωής . Σημειωτέον οτι τό Δικαστήριο , μέ απόφασή του τής 6ης Οκτωβρίου 1982 ( Επιτροπή κατά Συμβουλίου , 59/81 , μή δημοσιευθείσα ακόμη στή Συλλογή ), έκρινε οτι η αρμοδιότης τού Συμβουλίου επί τού σημείου αυτού συνίσταται στό νά διαπιστώνει κατά πόσο υπάρχει ή όχι αισθητή άνοδος τού κόστους ζωής καί σέ περίπτωση θετικής διαπιστώσεως νά πράττει αναλόγως . Κάθε άλλη ερμηνεία αντιβαίνει στόν σκοπό τής εν λόγω διατάξεως , ο οποίος έγκειται στό νά εξασφαλίζεται σέ ολους τούς υπαλλήλους η ίδια αγοραστική δύναμη , ανεξαρτήτως τού τόπου οπου υπηρετούν .
45 Ο λόγος αυτός ειναι , επομένως , βάσιμος .
46 Κατά συνέπεια , παρέλκει η εξέταση τών λοιπών λόγων τών προσφευγόντων , οι οποίοι προβάλλονται μόνον επικουρικώς .
47 Πρέπει , συνεπώς , νά ακυρωθεί τό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών τών προσφευγόντων γιά τόν μήνα Ιανουάριο 1979 , κατά τό μέτρο πού περιορίζει τήν ισχύ τού κανονισμού 3087/78 τού Συμβουλίου , τόσον οσον αφορά τό υψος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής , οσον καί τήν αναδρομική ισχύ τής προσαρμογής αυτής , καί οι αποφάσεις μέ τίς οποίες απορρίπτονται οι σχετικές ενστάσεις τών προσφευγόντων . Ο κανονισμός 3087/78 δέν έχει εφαρμογή στούς προσφεύγοντες κατά τό μέτρο πού δέν λαμβάνει υπ’ όψη τό κόστος ζωής στό Varese καί περιορίζει τήν έναρξη τής αναδρομικής ισχύος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής στήν 1η Ιανουαρίου 1978 .
48 Επειδή προβλέπεται οτι τά αρμόδια θεσμικά όργανα θά λάβουν τά αναγκαία μέτρα , γιά νά συμμορφωθούν μέ τήν παρούσα απόφαση , η εξέταση τού αιτήματος περί αποκαταστάσεως τής χρηματικής ζημίας τών προσφευγόντων επιβάλλεται νά αναβληθεί γιά ημερομηνία πού θά καθορισθεί αργότερα , άν παραστεί ανάγκη .
49 Η Επιτροπή οφείλει νά γνωστοποιήσει στό Δικαστήριο , πρό τής 15ης Ιουλίου 1983 , τά μέτρα πού θά έχει λάβει γιά νά αποκαταστήσει τήν ζημία τών προσφευγόντων· στούς προσφεύγοντες πρέπει νά παρασχεθεί η δυνατότης νά απαντήσουν επ’ αυτών .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει
καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τίς προσφυγές κατά τό μέτρο πού βασίζονται στήν έλλειψη νομιμότητος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου .
2)Ακυρώνει τό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών τών προσφευγόντων γιά τόν μήνα Ιανουάριο 1979 , κατά τό μέτρο πού τό εν λόγω σημείωμα περιορίζει τήν ισχύ τού κανονισμού 3087/78 τού Συμβουλίου , τόσον οσον αφορά τό υψος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής , οσον καί τήν αναδρομική ισχύ του· ακυρώνει επίσης τίς αποφάσεις μέ τίς οποίες απορρίπτονται οι ενστάσεις τών προσφευγόντων . Ο κανονισμός 3087/78 δέν εφαρμόζεται ως πρός τούς προσφεύγοντες κατά τό μέτρο πού δέν λαμβάνει υπ’ όψη τό κόστος ζωής στό Varese καί περιορίζει τήν έναρξη τής αναδρομικής ισχύος τής προσαρμογής τού συντελεστού αναπροσαρμογής στήν 1η Ιανουαρίου 1978 .
3)Η Επιτροπή οφείλει νά γνωστοποιήσει στό Δικαστήριο , πρό τής 15ης Ιουλίου 1983 , τά μέτρα πού θά έχει λάβει γιά νά συμμορφωθεί μέ τήν παρούσα απόφαση .
4)Η εξέταση τού αιτήματος περί αποκαταστάσεως τής χρηματικής ζημίας τών προσφευγόντων αναβάλλεται γιά ημερομηνία πού θά καθορισθεί αργότερα , άν παραστεί ανάγκη .
5)Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy