Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προσφυγή ακυρώσεως κανονισμού — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 173 καί ΕΚΑΕ άρθρο 146· κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρα 90 καί 91· κανονισμοί τού Συμβουλίου 3085/78 καί 3086/78 περί τροποποιήσεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων )
2.Υπάλληλοι — Αγωγή αποζημιώσεως — Αυτόνομος χαρακτήρας εν σχέσει πρός τήν προσφυγή ακυρώσεως — Όρια
Περίληψη
1 . Προσφυγή ακυρώσεως τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου ειναι απαράδεκτη , διότι οι εν λόγω κανονισμοί ειναι γενικής εφαρμογής καί δέν δύνανται νά εξομοιωθούν μέ αποφάσεις , πού άν καί εξεδόθησαν υπό τήν μορφή κανονισμών αφορούν αμέσως καί ατομικώς τούς υπαλλήλους .
2 . Ένας διάδικος δύναται νά ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως χωρίς νά υποχρεούται νά επιδιώξει τήν ακύρωση τής παρανόμου πράξεως πού τού προξενεί ζημία . Παρ’ ολα αυτά , δέν δύναται , μέ τό τέχνασμα αυτό , νά επιτύχει αποτέλεσμα παρόμοιο μέ αυτό πού συνεπάγεται η ακύρωση τής εν λόγω πράξεως , εφ’ οσον η προσφυγή ακυρώσεως αυτής τής πράξεως ειναι απαράδεκτη .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 543/79
ANTON BIRKE , Via Verbano 9 , Taino ( Varese ), Ιταλία , εκπροσωπούμενος από τούς B . Potthast καί H . J . Rueber , δικηγόρους Κολωνίας , επικουρουμένους από τόν καθηγητή E . Steindorff , τού Πανεπιστημίου τού Μονάχου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν V . Biel , δικηγόρο , 18a Rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
1 ) ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν J . Pipkorn , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
2)ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένου από τόν νομικό του σύμβουλο , J . Carbery , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν D . Fontein , διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τής Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων , Kirchberg ,
καθ’ ων ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού διατυπώνονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 11 Οκτωβρίου 1979 , ο Anton Birke , υπάλληλος τής Επιτροπής , υπηρετών στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra τής Ιταλίας , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : ο κανονισμός ), προσφυγή , κατά τού Συμβουλίου καί τής Επιτροπής , μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τών αποφάσεων τής Επιτροπής περί καθορισμού τών αποδοχών τού προσφεύγοντος γιά τούς μήνες Ιανουάριο καί Απρίλιο 1979 καί τών απορριπτικών αποφάσεων επί τών ενστάσεων τού προσφεύγοντος .
2 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού , οπως ίσχυαν μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , ωριζαν : «Οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο , οι οποίες ίσχυαν τήν 1η Ιανουαρίου 1955· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , ανάλογα μέ συνθήκες ζωής στούς διαφόρους τόπους τοποθετήσεως· ο συντελεστής αναπροσαρμογής , πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού απασχολούνται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι , τήν 1η Ιανουαρίου 1962 , ίσος πρός 100 %» .
3 Βάσει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού , ενας υπάλληλος δύναται νά ζητήσει τήν μεταφορά μέρους τών αποδοχών του τακτικά ή κατ’ εξαίρεση σέ χώρα διαφορετική εκείνης , στήν οποία ασκεί τά καθήκοντά του . Η παράγραφος 4 τού ανωτέρω άρθρου , οπως ίσχυε μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1979 , ωριζε οτι οι εν λόγω μεταφορές έπρεπε νά πραγματοποιούνται μέσω τού οργάνου στό οποίο υπήγετο ο υπάλληλος «βάσει τών επισήμων τιμών συναλλάγματος πού ισχύουν κατά τήν ημερομηνία τής μεταφοράς» . Ως «επίσημη τιμή συναλλάγματος» , κατά τήν έννοια αυτής τής διατάξεως , εθεωρείτο η τελευταία ισοτιμία , πού ειχε γίνει δεκτή από τό ΔΝΤ , η οποία δέν ειχε τροποποιηθεί από 1ης Νοεμβρίου 1969 ( δηλαδή , πχ ., 13 , 66 BFR γιά 1 DM ).
4 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 ( JO L 369 , σ . 6 ). Στό πρώτο του άρθρο ο κανονισμός ορίζει οτι τό άρθρο 63 τού κανονισμού αντικαθίσταται ως εξής :
«Οι αποδοχές τών υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . Καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
Οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού χρησιμοποιούνται γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η Ιουλίου 1978 .
Η ημερομηνία αυτή τροποποιείται κατά τήν ετησία εξέταση τού υψους τών αποδοχών , πού προβλέπει τό άρθρο 65 , από τό Συμβούλιο , τό οποίο αποφασίζει κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στήν παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση τού άρθρου 148 τής συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 118 τής συνθήκης Ευρατόμ .
Υπό τήν επιφύλαξη τών άρθρων 64 καί 65 , οι συντελεστές αναπροσαρμογής πού καθορίζονται δυνάμει τών άρθρων αυτών , σέ περίπτωση πού μετατίθεται η ανωτέρω ημερομηνία , προσαρμόζονται από τό Συμβούλιο , τό οποίο , αφού λάβει απόφαση κατά τήν διαδικασία πού προβλέπεται στήν τρίτη παράγραφο , διορθώνει τό αποτέλεσμα τής διακυμάνσεως τής τιμής τού βελγικού φράγκου εν σχέσει πρός τίς τιμές πού αναφέρονται στήν δευτέρα παράγραφο.»
5 Τό άρθρο 2 τού κανονισμού ορίζει :
«Στό παράρτημα VII τού κανονισμού , τό άρθρο 17 αντικαθίσταται από τό ακόλουθο κείμενο :
Άρθρο 17
1 . Τά ποσά πού οφείλονται στόν υπάλληλο καταβάλλονται επί τόπου καί στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
2 . Υπό τούς ορους πού καθορίζονται από κανόνες πού θεσπίζουν μέ κοινή συμφωνία τά όργανα τών Κοινοτήτων , κατόπιν γνωμοδοτήσεως τής επιτροπής επί τού κανονισμού , ο υπάλληλος δύναται :
α ) νά μεταφέρει τακτικά , μέσω τού οργάνου στό οποίο υπάγεται , μέρος τών αποδοχών του μέχρι τό υψος τού ποσού πού εισπράττει ως αποζημίωση αποδημίας ή εκπατρισμού :
— είτε στό νόμισμα τού Κράτους μέλους τού οποίου ειναι υπήκοος ,
— είτε στό νόμισμα τού Κράτους μέλους στό οποίο ευρίσκεται η κατοικία του ή η διαμονή ενός συντηρουμένου από αυτόν μέλους τής οικογενείας του ,
— είτε στό νόμισμα τής χώρας στήν οποία ειχε τοποθετηθεί προηγουμένως ή τής χώρας , οπου ευρίσκεται η εδρα τού οργάνου , στό οποίο υπάγεται , υπό τόν ορο οτι πρόκειται γιά υπάλληλο πού έχει τοποθετηθεί εκτός τού εδάφους τών Κοινοτήτων·
β)νά πραγματοποιεί τακτικές μεταφορές πού υπερβαίνουν τό οριο πού καθορίζεται στήν αρχή τής περιπτώσεως α , μόνον άν προορίζονται γιά νά καλύψουν έξοδα πού προκύπτουν ιδίως από τακτικές καί αποδεδειγμένες υποχρεώσεις τού ενδιαφερομένου εκτός τής χώρας οπου ευρίσκεται η εδρα του ή εκτός τής χώρας στήν οποία ασκεί τά καθήκοντά του·
γ)σέ περιπτώσεις ολως εξαιρετικές καί γιά αποδεικνυομένους αποχρώντες λόγους , εκτός από τίς ανωτέρω τακτικές μεταφορές , νά ζητήσει τήν άδεια νά μεταφέρει τά ποσά τά οποία επιθυμεί νά έχει διαθέσιμα στά νομίσματα πού αναφέρονται ανωτέρω υπό α .
3 . Οι μεταφορές πού προβλέπονται στήν παράγραφο 2 πραγματοποιούνται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού αναφέρονται στό άρθρο 63 παράγραφος 2 τού κανονισμού· τά μεταφερόμενα ποσά πολλαπλασιάζονται επί τόν συντελεστή αναπροσαρμογής πού προκύπτει από τήν διαφορά μεταξύ συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τής οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα τοποθετήσεως τού υπαλλήλου.»
6 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού ορίζει οτι η
μέν τυπική ισχύς τού κανονισμού αρχί- ζει από 1ης Ιανουαρίου 1979 , η δέ ουσιαστική του ισχύς από 1ης Απριλίου 1979 .
7 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε επίσης τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3086/78 περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής , βάσει τών οποίων προσαρμόζονται οι αποδοχές καί οι συντάξεις τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής τροποποιήσεως τών διατάξεων τού κανονισμού περί τών νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά χρησιμοποιούνται κατά τήν εφαρμογή τού κανονισμού . Τό άρθρο 1 τού κανονισμού καθορίζει , μεταξύ άλλων , τόν εφαρμοστέο επί τών αποδοχών συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 74,3 καί γιά τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας σέ 98,7 .
8 Ο προσφεύγων μετέφερε κατά τακτικά χρονικά διαστήματα μέσω τής Επιτροπής ορισμένα ποσά στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού . Τό αντίστοιχο σέ ιταλικές λιρέτες τών ποσών πού μετεφέροντο κατά τακτικά χρονικά διαστήματα ανήρχετο τόν Μάρτιο τού 1979 σέ 652 840 LIT .
9 Η εφαρμογή τών ανωτέρω διατάξεων ειχε
ως αποτέλεσμα οτι , από 1ης Απριλίου 1979 , τά ποσά πού μετεφέροντο ανήρχοντο , μετά τήν μετατροπή , σέ 1 120 595 λιρέτες καί κατά συνέπεια εμειώθη τό ποσό τών αποδοχών πού τού απέμενε μετά τίς μεταφορές .
10 Από τού 1975 , οι υπάλληλοι πού υπηρετούσαν στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra διετύπωσαν ενώπιον τής Επιτροπής παράπονα γιά τήν αισθητή αύξηση τού κόστους ζωής στήν Ιταλία καί κατά συνέπεια εζήτησαν τήν αναθεώρηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία . Διεμαρτυρήθησαν ειδικότερα , επειδή , κατ’ αυτούς , τό κόστος ζωής στό Varese ηταν υψηλότερο από τό κόστος ζωής στήν Ρώμη καί εζήτησαν επιμόνως νά ληφθεί υπ’ όψη αυτή η διαφορά κατά τόν καθορισμό τού εφαρμοστέου επί τών αποδοχών τους συντελεστού αναπροσαρμογής .
11 Κατά τήν διάρκεια τών ετών 1976 , 1977 καί 1978 , έγιναν συνεννοήσεις επί τεχνικών θεμάτων μεταξύ τών εκπροσώπων τού προσωπικού καί τών εκπροσώπων τής Επιτροπής καί τού Συμβουλίου , χωρίς ομως νά καταλήξουν σέ συμφωνία επί τού ποσού στό οποίο έπρεπε νά καθορισθεί ο συντελεστής αναπροσαρμογής , ούτε επί τής ημερομηνίας μέχρι τής οποίας θά εξετείνετο η αναδρομική ισχύς του . Εν τώ μεταξύ , τό Συμβούλιο καθώρισε μέ διαδοχικούς κανονισμούς τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 176,6 έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιανουαρίου 1976 , σέ 189,3 έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιουλίου 1976 , σέ 120 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιανουαρίου 1977 , σέ 132,1 έναντι 104,5 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιανουαρίου 1977 , καί σέ 130,2 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο από 1ης Ιουλίου 1977 . Στίς περισσότερες περιπτώσεις , οι κανονισμοί αυτοί ειχαν αναδρομική ισχύ περίπου εξι μηνών .
12 Στίς 26 Ιουνίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό 1461/78 ( JO L 176 , σ . 1 ), μέ τόν οποίο ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία καθωρίσθη σέ 137,6 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο . Στίς αιτιολογικές σκέψεις αυτού τού κανονισμού διευκρινίζεται οτι «απόφαση επί τής προτάσεως τής Επιτροπής περί διορθώσεως τών συντελεστών αναπροσαρμογής γιά τρείς χώρες διορισμού θά ληφθεί μόνον κατόπιν μελέτης τήν οποία ειναι επιφορτισμένη νά εκπονήσει η Επιτροπή» .
13 Μετά νέα έρευνα , πού διενήργησε η Στατιστική Υπηρεσία τών Κοινοτήτων καί συζητήσεις μεταξύ τής Επιτροπής καί τού Συμβουλίου , η Επιτροπή προέτεινε , τήν 10η Νοεμβρίου 1978 , στό Συμβούλιο νά καθορίσει τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 146,4 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο , αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1978 . Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή από τό Συμβούλιο , πού εθέσπισε τόν κανονισμό 3087/78 τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( JO L 369 , σ . 10 ). Τήν ίδια ημέρα τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό 3084/78 ( JO L 369 , σ . 1 ), πού καθώριζε τόν συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 146,8 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο , από 1ης Ιουλίου 1978 .
14 Τό προσωπικό αμφισβήτησε τόν κανονισμό 3087/78 , επειδή καθώριζε τόν συντελεστή αναπροσαρμογής σέ ενα επίπεδο χωρίς νά λαμβάνεται υπ’ όψη τό κόστος ζωής στό Varese καί επειδή καθώριζε τήν αναδρομική ισχύ τού εν λόγω συντελεστού μόνον από 1ης Ιανουαρίου 1978 .
15 Τόν Ιανουάριο 1979 , η Επιτροπή προέβη σέ εκκαθάριση τών καθυστερουμένων αποδοχών πού προέκυπταν από τούς κανονισμούς 3087/78 καί 3084/78 .
16 Στίς 26 Μαρτίου 1979 , ο προσφεύγων υπέβαλε στήν Επιτροπή ένσταση , δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού , κατά τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 . Τήν ίδια ημέρα υπέβαλε στήν Επιτροπή αίτηση , υπό τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 1 τού κανονισμού , μέ τήν οποία τής εζήτησε νά λάβει αμέσως τά αναγκαία μέτρα γιά νά αντισταθμισθεί η μείωση τής αγοραστικής δυνάμεως κατά τά έτη 1976 καί 1977 . Η αίτηση αυτή αφορούσε τόν κανονισμό 3087/78 .
17 Ο προσφεύγων υπέβαλε , μέ επιστολή τής 4ης Απριλίου 1979 , δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού , ένσταση πού αφορούσε τήν αναδρομική ισχύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία , η οποία προέκυπτε από τόν κανονισμό 3087/78 . Στίς 13 Ιουνίου , ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση κατά τής εφαρμογής τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , οπως αυτή διαφαίνεται από τό εκκαθαριστικό σημείωμα τών αποδοχών του γιά τόν μήνα Απρίλιο .
18 Μέ επιστολές τής 12ης Ιουλίου καί τής 28ης Σεπτεμβρίου 1979 , η Επιτροπή απέρριψε τίς ανωτέρω ενστάσεις .
19 Κατόπιν αυτού , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή κατά τού Συμβουλίου καί τής Επιτροπής , μέ τήν οποία ζητεί κατ’ ουσίαν από τό Δικαστήριο :
( 1 ) νά ακυρώσει τά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών γιά τούς μήνες Ιανουάριο καί Απρίλιο 1979 καί τίς αποφάσεις επί τών ενστάσεων , κατά τό μέρος πού τά σημειώματα αυτά περιέχουν αναλύσεις αποδοχών πού κατηρτίσθησαν κατ’ εφαρμογή τών κανονισμών τού Συμβουλίου 3085/78 , 3086/78 καί 3087/78·
( 2)νά αναγνωρίσει οτι ο προσφεύγων δικαιούται αποδοχών , αφού ληφθεί επίσης υπ’ όψη η αγοραστική δύναμη τής ιταλικής λιρέτας στήν αλλοδαπή , καθώς καί στό Varese ή επικουρικώς στήν επαρχία τού Varese ή ολες επικουρικώς στήν Ρώμη από τής τοποθετήσεως τού προσφεύγοντος στήν Ispra , αλλά τό ενωρίτερο από τού Ιανουαρίου 1976·
( 3)νά αναγνωρίσει οτι ο προσφεύγων δικαιούται , από τού Απριλίου 1979 συμπεριλαμβανομένου , αποδοχών πού αντιστοιχούν τουλάχιστον πρός εκείνες οι οποίες τού κατεβάλλοντο , σέ λιρέτες , μέχρι καί τόν Μάρτιο τού 1979 , αφού πραγματοποιηθούν οι ίδιες μεταφορές σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού μέ εκείνες πού επραγματοποιήθησαν μέχρι τόν Μάρτιο τού 1979 , επαυξανομένων πάντως κατά τό ποσοστό τής αναπροσαρμογής τών αποδοχών πού ίσχυαν από τού Απριλίου 1979 σύμφωνα πρός τό άρθρο 65 παράγραφος 1 τού κανονισμού·
( 4)νά αναγνωρίσει οτι δέν πρέπει νά εφαρμοσθούν οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 επί τών μεταφορών πού ο προσφεύγων πραγματοποιεί κατά τακτικά χρονικά διαστήματα·
( 5)νά υποχρεώσει τούς καθ’ ων σέ αποκατάσταση , εντόκως , τής οικονομικής ζημίας τού προσφεύγοντος , η οποία προεκλήθη από τήν εφαρμογή τών επιδίκων κανονισμών .
20 Μέ υπόμνημα τής 11ης Ιανουαρίου 1980 , τό Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου τής προσφυγής . Κατά τό Συμβούλιο , τό δικόγραφο τής προσφυγής περιέχει τά εξής τρία είδη προσφυγών : ( 1 ) προσφυγή ακυρώσεως τών κανονισμών 3085/78 , 3086/78 καί 3087/78 , ( 2 ) αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης , ( 3 ) αίτημα περί μή εφαρμογής τών κανονισμών .
21 Όσον αφορά τήν προσφυγή ακυρώσεως , τό Συμβούλιο διαβλέπει δύο δυνατότητες , ήτοι : α ) προσφυγή πού στηρίζεται στό άρθρο 91 τού κανονισμού καί β ) προσφυγή πού στηρίζεται στό άρθρο 146 τής συνθήκης ΕΚΑΕ , τό οποίο αντιστοιχεί στό άρθρο 173 τής συνθήκης ΕΟΚ . Στήν πρώτη περίπτωση , η προσφυγή θά ηταν παραδεκτή μόνον άν ειχαν τηρηθεί οι κανόνες πού καθορίζουν τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού . Αυτό ομως δέν συμβαίνει στήν προκειμένη περίπτωση . Ο προσφεύγων ουδέποτε υπέβαλε ένσταση στό Συμβούλιο , υπό τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού . Εξ άλλου , τό Συμβούλιο δέν δύναται νά θεωρηθεί ως αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ ) έναντι τού προσφεύγοντος . Τό άρθρο 91 τού κανονισμού επιτρέπει τήν άσκηση προσφυγής μόνον κατά βλαπτικών πράξεων οι οποίες προέρχονται μόνον από τήν ΑΔΑ .
22 Στήν δευτέρα περίπτωση , η προσφυγή ακυρώσεως δέν δύναται νά στηριχθεί στό άρθρο 146 τής συνθήκης ΕΚΑΕ . Οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 εφαρμόζονται επί τού συνόλου τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , ενώ ο κανονισμός 3087/78 εφαρμόζεται επί τού συνόλου τών υπαλλήλων πού ειναι τοποθετημένοι στήν Ιταλία . Δέν δύναται , επομένως , νά υποστηριχθεί οτι πρόκειται περί αποφάσεων πού απευθύνονται πρός τόν προσφεύγοντα ή περί αποφάσεων πού τόν αφορούν αμέσως καί ατομικώς , καίτοι εξεδόθησαν υπό τήν μορφή κανονισμού . Εξ άλλου , η προσφυγή δέν ησκήθη εντός τής προθεσμίας τών δύο μηνών από τής δημοσιεύσεως τών εν λόγω κανονισμών , οπως ορίζεται στήν τρίτη παράγραφο τού άρθρου 173 .
23 Όσον αφορά τήν αγωγή αποζημιώσεως , ειναι καί αυτή απαράδεκτη . Κατά τήν νομολογία τού Δικαστηρίου , οταν η εν λόγω αγωγή στηρίζεται στήν υπαλληλική σχέση πού υπάρχει μεταξύ τού ενδιαφερομένου καί τού οργάνου , εκφεύγει , οσον αφορά ιδίως τό παραδεκτό της , τού πεδίου εφαρμογής τών άρθρων 178 καί 215 τής συνθήκης .
24 Όσον αφορά τό αίτημα περί μή εφαρμογής τών κανονισμών , φαίνεται οτι βασίζεται στό άρθρο 156 τής συνθήκης ΕΚΑΕ , αντίστοιχο τού άρθρου 184 τής συνθήκης ΕΟΚ . Η διάταξη αυτή επιτρέπει σέ κάθε διάδικο νά επικαλείται ενώπιον τού Δικαστηρίου , επί διαφοράς οπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ισχύς ενός κανονισμού , τήν μή δυνατότητα εφαρμογής τού εν λόγω κανονισμού γιά ενα από τούς λόγους πού προβλέπονται στό άρθρο 173 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΟΚ . Από τήν νομολογία ομως τού Δικαστηρίου προκύπτει οτι η αίτηση περί αναγνωρίσεως τής μή δυνατότητος εφαρμογής , κατά τήν έννοια τού άρθρου 184 τής συνθήκης , αποτελεί ένδικο βοήθημα πού ασκείται παρεμπιπτόντως καί έχει περιορισμένα αποτελέσματα . Η δυνατότης αναγνωρίσεως τής μή εφαρμογής δέν παρέχει , αυτή καθ’ εαυτή , δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά τού Συμβουλίου , γιά τόν μόνο λόγο οτι τό Συμβούλιο ειναι τό όργανο από τό οποίο προέρχεται η πράξη , τό παράνομο τής οποίας προβάλλεται .
25 Απαντώντας στήν εν λόγω ένσταση , ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι η κατά τού Συμβουλίου προσφυγή δέν συνιστά προσφυγή ακυρώσεως , αλλά μόνον αγωγή αποζημιώσεως . Άν τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού δέν εφαρμόζονται επί τών σχέσεων μεταξύ τού προσφεύγοντος καί τού Συμβουλίου , έτι μάλλον δέν δύνανται , ως ειδικές διατάξεις , νά αποκλείσουν τήν εφαρμογή τών άρθρων 151 καί 188 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΕ . Ο προσφεύγων θεωρεί συνεπώς οτι δύναται νά στηρίξει τήν αγωγή αποζημιώσεως επί τών άρθρων αυτών .
26 Κατά τόν προσφεύγοντα , άν γίνει δεκτό οτι εν πάση περιπτώσει επιβάλλεται νά πληρούνται οι προϋποθέσεις τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού , πρέπει νά θεωρηθεί οτι ο προσφεύγων ετήρησε τίς εν λόγω προϋποθέσεις εφ’ οσον υπέβαλε ένσταση κατά τών κανονισμών τού Συμβουλίου ενώπιον τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής . Τό Συμβούλιο αντιφάσκει οταν , ενώ επιδιώκει νά αποκλεισθεί η εφαρμογή τών άρθρων 90 καί 91 τού κανονισμού οσον αφορά τήν προσφυγή ακυρώσεως , δέχεται τήν εφαρμογή τους οσον αφορά τήν αγωγή αποζημιώσεως . Ο προσφεύγων παρεμπιπτόντως μόνον ζητεί νά αναγνωρισθεί η μή δυνατότης εφαρμογής τών κανονισμών .
27 Η ένσταση τού Συμβουλίου πρέπει νά γίνει δεκτή . Η προσφυγή ακυρώσεως κατά τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου ειναι απαράδεκτη , διότι οι εν λόγω κανονισμοί ειναι γενικής εφαρμογής καί δέν δύνανται νά εξομοιωθούν μέ αποφάσεις , πού άν καί εξεδόθησαν υπό τήν μορφή κανονισμών αφορούν αμέσως καί ατομικώς τόν προσφεύγοντα . Εξ άλλου , κι άν ακόμη μία τέτοια προσφυγή κατά τού Συμβουλίου ηταν ως πρός αυτό τό σημείο παραδεκτή , θά απερρίπτετο ως απαράδεκτη , διότι ησκήθη εκπροθέσμως , εφ’ οσον δέν ησκήθη εντός τής προθεσμίας πού ορίζει τό άρθρο 173 παράγραφος 3 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό οποίο αντιστοιχεί στό άρθρο 146 παράγραφος 3 τής συνθήκης ΕΚΑΕ .
28 Μέ τήν αγωγή αποζημιώσεως ο προσφεύγων επιδιώκει τά αποτελέσματα ακριβώς πού θά επετύγχανε μέ τήν ακύρωση τών κανονισμών αυτών . Τό Δικαστήριο απεφάνθη μέ πολλές αποφάσεις , ιδίως μέ τήν απόφασή του τής 15ης Δεκεμβρίου 1966 ( Schreckenberg , 59/65 , Rec . σ . 786 ), οτι , καίτοι ενας διάδικος δύναται νά ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως χωρίς νά υποχρεούται από καμμία διάταξη νά επιδιώξει τήν ακύρωση τής παρανόμου πράξεως πού τού προξενεί ζημία , παρ’ ολα αυτά δέν δύναται , μέ τό τέχνασμα αυτό , νά αποφύγει τό απαράδεκτο προσφυγής πού στρέφεται κατά τού ιδίου παρανόμου μέτρου καί επιδιώκει τά ίδια οικονομικά αποτελέσματα . Επομένως η αγωγή αποζημιώσεως ειναι απαράδεκτη .
29 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , η προσφυγή , κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τού Συμβουλίου , ειναι απαράδεκτη καί απορριπτέα .
30 Μέ τό υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή προέβαλε τό απαράδεκτο τής προσφυγής μόνον ως πρός ορισμένα αιτήματα τού προσφεύγοντος . Τό Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) αποφασίζει νά μήν αποφανθεί επί τού παραδεκτού τής προσφυγής κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τής Επιτροπής , πρίν οι διάδικοι αναπτύξουν τούς ισχυρισμούς τους επί τής ουσίας καί προσκομίσουν τά σχετικά έγγραφα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
31 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
32 Κατά τό άρθρο , ομως , 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κονοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη , κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τού Συμβουλίου .
2)Ο προσφεύγων καί τό Συμβούλιο φέρουν τά δικαστικά τους έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy