Στην υπόθεση 737/79,
Dino Battaglia, υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ΕΚ στό Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, Varese (Ἰταλία), επικουρούμενος καί εκπροσωπούμενος ἀπό τόν Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλῶν, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Victor Biel, δικηγόρο, 18a, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης ἀπό τόν νομικό της σύμβουλο, Joseph Griesmar, ἐπικουρούμενο ἀπό τόν Daniel Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Oreste Montako, μέλος τῆς νομικῆς της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθ' ἧς,
πού ἔχει ὡς ἀντικείμενο τά αιτήματα πού περιλαμβάνει τό δικόγραφο τῆς προσφυγῆς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμῆμα)
συγκείμενο ἀπό τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco καί Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: F. Capotorti
γραμματεύς: Ρ. Heim
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, καθώς καί τά αιτήματα καί τά ἐπιχειρήματα πού ἀνέπτυξαν οἱ διάδικοι κατά τήν διάρκεια τῆς ἔγγραφης διαδικασίας συνοψίζονται ὡς έξης:
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί ἔγγραφη διαδικασία
1.
Γιά τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού προβλέπει τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, τό Συμβούλιο καί ή Επιτροπή εφαρμόζουν ἀπό τό 1967 τήν ἀκόλουθη διαδικασία συγκρίσεως τοῦ ἐπιπέδου τιμών μεταξύ τῶν Βρυξελλών καί τῶν διαφόρων άλλων τόπων υπηρεσίας. Ή Στατιστική Υπηρεσία τῶν ΕΚ συντάσσει τακτικά καί σέ συνεργασία μέ τίς ἁρμόδιες εθνικές υπηρεσίες πίνακες τιμῶν γιά τά ἐμπορεύματα καί τίς υπηρεσίες πού θεωρούνται ὅτι εμπίπτουν στίς κατηγορίες των ενδεικτικῶν δαπανών, στίς όποιες υποβάλλονται τά νοικοκυριά τῶν υπαλλήλων στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Γιά κάθε κατηγορία υπολογίζεται ἡ σχέση μεταξύ τῆς τιμής Βρυξελλών καί εκείνης πού ἐφαρμόζεται στην πόλη πού λαμβάνεται ὡς βάση γιά τόν τόπο υπηρεσίας τοῦ υπαλλήλου. Μέ τήν στάθμιση αυτή είναι δυνατό νά υπολογισθεί ἡ σχέση μεταξύ της ἁγοραστικῆς δυνάμεως τῶν νομισμάτων τῶν χωρών ὅπου υπηρετοῦν οἱ υπάλληλοι της Κοινότητος. Ό δείκτης πού υπολογίζεται σύμφωνα μέ τήν μέθοδο «Fischer» εκφράζει πχ. τήν σχέση τιμών Βρυξελλών— Ρώμης καί Ρώμης—Βρυξελλών μέ ἕνα καί μόνο ἀριθμό. Ό ἀριθμός αυτός χρησιμοποιείται γιά τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής εντός τῆς Κοινότητος, διότι ἐκφράζει τήν σχέση τῶν τιμών μεταξύ δύο πόλεων ὑπό ἀναστρέψιμη μορφή καί κατά συνέπεια επιτρέπει ὄχι μόνο διμερείς, άλλα καί πολυμερείς συγκρίσεις τιμών. Κατά τήν ἐν λόγω μέθοδο, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής ἀνευρίσκεται μέ διαίρεση τοῦ δείκτου «Fischer», πού υπολογίζεται κατά τόν τρόπο πού προανεφέρθη, διά τῆς ἀντιστοίχου τιμής συναλλάγματος πού χρησιμοποιείται γιά τήν μετατροπή τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων στό ἀντίστοιχο εθνικό νόμισμα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τόν Ὀκτώβριο-Νοέμβριο τοῦ 1975, διενεργήθη σέ ὅλες τίς πρωτεύουσες τῆς Κοινότητος συγκριτική Ερευνα τιμών.
Τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 3087/78, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού ἐφαρμόζεται στους μισθούς καί στίς συντάξεις τῶν μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού υπηρετούν ἡ διαμένουν στην Ἰταλία (JO L 369, σ. 10) ορίζει:
«Ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές τῶν μονίμων υπαλλήλων πού υπηρετοῦν στην Ἰταλία καθορίζεται σέ 146,4.»
Ὁ ἐν λόγω κανονισμός εξεδόθη ὑπό τίς ἀκόλουθες περιστάσεις:
Ή πτώση τῆς τιμῆς τῆς Ιταλικής λιρέτας πού ἐπεταχύνθη κατά τά τέλη τοῦ 1975 καί τίς ἀρχές τοῦ 1976, καθώς καί τά σχετικά νομισματικά μέτρα πού έλαβε ἡ ιταλική κυβέρνηση προεκάλεσαν μιά Ισχυρή πληθωριστική αύξηση. Τό γεγονός αυτό ώθησε τους εκπροσώπους τοῦ προσωπικοῦ στην Ispra νά προβάλουν ὁρισμένες διεκδικήσεις, μέ τό αιτιολογικό ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού ἴσχυε γιά τήν Ἰταλία δέν ἀπεικόνιζε πλέον τήν διαφορά στην αύξηση τοῦ κόστους ζωής στίς Βρυξέλλες καί στην Ispra καί ὅτι ὁ συντελεστής αυτός, υπολογιζόμενος κατά τήν μέθοδο «Fisher», συνεπαγόταν ειδικότερα σημαντική διαφορά μεταξύ τῆς ισοτιμίας τῆς λιρέτας σέ σχέση μέ τό βελγικό φράγκο, πού ίσχυε στίς ἀγορές συναλλάγματος, καί τοῦ Ισόποσου σέ λιρέτες τῶν ἀποδοχών τῶν μονίμων υπαλλήλων τῆς Ispra, γεγονός πού έθιγε αἰσθητά τήν εξωτερική ἀγοραστική δύναμη τῶν ἀποδοχών αυτών.
Ἀπό τόν Ἰούλιο 1975, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία ήταν 166,6 έναντι 148,7 γιά τίς Βρυξέλλες καί τό Λουξεμβούργο. Τήν άνοιξη τοῦ 1976, ἡ Ἐπιτροπή προέτεινε προσωρινή αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής κατά 5,5 % γιά τήν Ἰταλία, ἀναδρομικά ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976· τό ὁριστικό ὕψος του θά ἐθεσπίζετο μόλις συνεκεντρώνοντο τά ἀκριβή στατιστικά δεδομένα. Τό Συμβούλιο δέν εδέχθη τήν ἐν λόγω πρόταση καί καθώ-ρισε στίς 29 Ἰουνίου 1976 (κανονισμός 1952/76) τόν συντελεστή σέ 176,6 γιά τήν Ἰταλία, ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976, έναντι 157,8 γι̤ τό Βέλγιο.
Τόν Μάιο τοῦ 1976, ἡ Στατιστική Υπηρεσία ἐπραγματοποίησε στην επαρχία Varese τίς στατιστικές ἔρευνες στίς ὁποιες ἀνεφέρθη ἡ Ἐπιτροπή. Στη συνέχεια, ελήφθη υπ' ὄψη καί σχετική έρευνα γιά τό ὕψος τῶν ἐνοικίων. Ή έκθεση πού συνε-τάγη μέ τά δεδομένα αυτά ἐνεφάνισε μιά διαφορά 8,5 % μεταξύ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία, ὅπως τόν ὑπελόγισε ἡ Στατιστική Υπηρεσία γιά τήν Varese (121,5 μέ βάση τό 100 γιά τίς Βρυξέλλες) καί τοῦ συντελεστοῦ γιά τήν Ἰταλία πού ἐθέσπισε τό Συμβούλιο (112,04 μέ βάση τό 100 γιά τό Βέλγιο). Ἀπό τό 8,5 ο/ο, τό 6,7% ἀπεδόθη στην διαφορετική εξέλιξη τοῦ τιμαρίθμου στην Ἰταλία καί στό Βέλγιο ἀπό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1975 ὡς τόν Ἰούνιο 1976. Σύμφωνα μέ τήν Στατιστική Υπηρεσία, τό 2 ο/ο περίπου έπρεπε, επομένως, νά ἀποδοθεί στην διαφορά τῶν επιπέδων τιμῶν μεταξύ τῶν περιοχῶν τῆς Varese καί τῆς Ρώμης.
Στίς 21 Δεκεμβρίου 1976, τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 3177/76 (JO L 359, σ. 1), ὁ όποιος καθώρισε τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής σέ 189,3 γιά τήν Ἰταλία έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1977.
Στην έρευνα συνέβαλαν διάφορα διαβήματα στά όποια προέβησαν οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοί) τῆς Ispra πρός τήν Ἐπιτροπή καί ειδικά μιά συνάντηση μέ τόν πρόεδρο τῆς στίς 23 Μαΐου 1976. Οἱ ἐν λόγω εκπρόσωποι ἀμφισβήτησαν τήν στατιστική μέθοδο πού ἐχρησιμοποιεῖτο γιά τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής καί ετάχθησαν υπέρ τῆς τροποποιήσεως της. Ὑπεστήριξαν ὅτι ἡ σημαντική διαφορά μεταξύ τῶν ισοτιμιών τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως καί τῶν νομισματικών ισοτιμιών τῶν ἀποδοχών τους πού κατεβάλλοντο σέ λιρέτες ήταν ἀσυμβίβαστη πρός τήν ἀρχή ἰσότητος τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων. Αυτό συνέβαινε ειδικότερα επειδή ἡ τιμή τῶν εἰσαγομένων εμπορευμάτων δρᾶ πολύ γρηγορότερα, κατά τήν εκτίμηση ενός νομίσματος, στίς ἀγορές συναλλάγματος ἀπ' ὅ,τι τό γενικό επίπεδο τιμών. Ή ἴση μεταχείριση στό θέμα τῶν ἀποδοχών μπορεί νά ἐπιτευχθεί μόνο μέ ἀναφορά σ' ένα κοινό ευρωπαϊκό «καλάθι» εμπορευμάτων καί υπηρεσιών πού εἶναι ποσοτικά καί ποιοτικά πανομοιότυπα. Οἱ εκπρόσωποι τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπέρριψαν τήν άποψη αυτή, ἀναγνωρίζοντας πάντως ὅτι οἱ ἰσοτιμίες τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως, πού ἐχρησίμευαν γιά τόν υπολογισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, ήταν δυνατό νά παρουσιάζουν στρεβλώσεις. Μέ τηλετύπημα τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1977, οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ ἐζήτησαν ἀπό τόν υπεύθυνο γιά τίς διοικητικές υποθέσεις επίτροπο (Tugendhat) νά παρέμβει στό Συμβούλιο, ώστε τό τελευταίο νά ἀναγνωρίσει τόν προσωρινό χαρακτήρα τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τό 1977.
Τόν Μάιο τοῦ 1978, ἡ Ἐπιτροπή προέτεινε στό Συμβούλιο, έκτός ἀπό μία προσαρμογή τῶν συντελεστών στην εξέλιξη τοῦ τιμαρίθμου, συμπληρωματική αύξηση 5 % τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία, τό Ἡνωμένο Βασίλειο καί τήν Ἰρλανδία.
Στίς 12 Ἰουνίου 1978, ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπής ἐδέχθη τους ἐκπροσώπους τοῦ προσωπικού γιά πολιτικές διαβουλεύσεις. Συνεστήθη μιά ὁμάδα εργασίας ἴσης εκπροσωπήσεως, γιά νά μελετήσει τήν μέθοδο ὑπολογισμοῦ καί τήν περιοδική εξέταση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής. Μέ την ἀπό 26ης Ἰουλίου 1978 έκθεση της, ή ἐν λόγω ὁμάδα συνέστησε στην Ἐπιτροπή νά υποβάλει στό Συμβούλιο πρόταση βάσει τῶν ἀκολούθων σημείων:
—
εναρμόνιση τοῦ πίνακος τῶν καταναλωτικών ἀγαθῶν τοῦ 1967 καί εκείνου πού ἐχρησιμοποιήθη γιά τήν έρευνα τοῦ 1975·
—
ἐφαρμογή τῶν τιμών πού ίσχυαν τό 1975 καί εξαγωγή τοῦ μέσου ὅρού αυτών μέχρι τό 1978 μέ τήν βοήθεια κοινών δεικτών (δηλαδή γιά τήν Ρώμη καί τίς Βρυξέλλες)·
—
δικαιολόγηση τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἐν λόγω τιμών ἀπό τήν ἀνάγκη καθιερώσεως ἑνός συστήματος πού νά επιτρέπει τακτική ἀναπροσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής.
Οἱ εκπρόσωποι τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδήλωσαν ὅτι ἡ ἐν λόγω μέθοδος ἠδύνατο νά ισχύσει γιά τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978, ἐνῶ οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ έκριναν δικαιολογημένο νά επιλεγεί προγενέστερη ημερομηνία καί ἐπεφυλάχθησαν ὡς πρός τό σημείο αυτό νά ενεργήσουν ενώπιον τοῦ Συμβουλίου, τονίζοντας ὅτι υπήρχε κάποια ἀνισότητα, ἰδίως λόγω τῆς διάφορᾶς τιμών μεταξύ Ρώμης καί Varese.
Οἱ συστάσεις τῆς ὁμάδος έλαβαν συγκεκριμένη μορφή μέ τήν πρόταση τῆς Ἐπιτροπής προς τό Συμβούλιο, τῆς 10ης Νοεμβρίου 1978, μέ τήν ὁποία ἀπεσκοπήθη αύξηση τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής κατά 6,4 ο/ο ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978 (Doc COM (78) 591). Κατά τίς διεξαχθεῖσες διαπραγματεύσεις μέ τό Συμβούλιο, οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικού ἠρνήθησαν νά δεχθούν τήν 1η Ἰανουαρίου 1978 ὡς ήμερα ενάρξεως ισχύος τοῦ τροποποιημένου συντελεστού ἀναπροσαρμογής.
Δεδομένου ὅτι είχε ἐκδοθεῖ ὁ κανονισμός 3087/78 τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, ἡ Ἐπιτροπή προχώρησε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1979, στόν υπολογισμό καί τήν ἐκκαθάριση τῶν ὀφειλομένων υπολοίπων γιά τό χρονικό διάστημα ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978 μέχρι 30ής Ἰουνίου 1978. Μέ τήν ευκαιρία αυτή, κατεβλήθησαν καί τά ὀφειλόμενα υπόλοιπα γιά τό χρονικό διάστημα ἀπό 1ης Ἰουλίου 1978 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1978, δυνάμει τοῦ κανονισμού 3084/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί ἀναπροσαρμογής ἀποδοχών καί συντάξεων τῶν μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων, καθώς καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται ἐπί τῶν ἐν λόγω αποδοχών καί συντάξεων (JO L 369, σ. 1), πού καθώρισε σέ 146,8 τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογῆς γιά τήν Ἰταλία ἀπό 1ης Ἰουλίου 1978.
2.
Μέ δύο διοικητικές ενστάσεις, τῆς 26ης Μαρτίου 1979 καί τῆς 6ης Ἀπριλίου 1979 πού είχαν τήν ἴδια διατύπωση μέ σαράντα άλλες ενστάσεις πού υπεβλήθησαν ταυτοχρόνως, ὁ προσφεύγων, χωρίς νά ἀμφισβητεί τήν εκκαθάριση πού έγινε βάσει τοῦ κανονισμοῦ 3084/78, έβαλε κατά τῆς εκκαθαρίσεως πού διενεργήθη, κατ'εφαρμογή τοῦ κανονισμού 3087/78, καθ' ὅσον δέν ἴσχυσε ἀναδρομικώς ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976.
Στίς 12 Ἰουλίου 1979, ἡ Ἐπιτροπή ἀπέρριψε τίς ενστάσεις.
Ή παροῦσα προσφυγή ἠσκήθη στίς 17 Όκτωβρίου 1979, συγχρόνως μέ τίς υπόλοιπες παράλληλες προσφυγές (υποθέσεις 736 καί 783 έως 780/79).
Στίς 10 Ἰανουαρίου 1980, ἡ Ἐπιτροπή προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου, δυνάμει τοῦ άρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
Στην συνέχεια ἀπεφασίσθη ἡ παροῦσα υπόθεση νά ἀποτελέσει υπόθεση — πρότυπο.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως, τό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής ἐπί τῆς ἐνστάσεως διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
Οἱ πληρεξούσιοι τῶν διαδίκων ἀγόρευσαν κατά την συνεδρίαση τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1981 ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προσφυγής.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προσφυγής κατά την συνεδρίαση τῆς 14ης Μαΐου 1981.
Μέ διάταξη τῆς 30ής Ἰουνίου 1981, τό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) ἀπεφάσισε νά ἐξετάσει την ένσταση μαζί μέ την ουσία τῆς υποθέσεως.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο (πρῶτο τμήμα) ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας ἐπί τῆς ουσίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
ΙΙ — Αιτήματα τῶν διαδίκων
Ό προσφεύγων ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
1)
νά κηρύξει άκυρη καί χωρίς έννομο ἀποτέλεσμα τήν ἀπόφαση τῆς ἀντιδίκου, μέ τήν ὁποία ὁρίζεται ὅτι ὀφείλονται καθυστερούμενα ποσά στόν προσφεύγοντα μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978, χωρίς νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό εἰδικό κόστος ζωής στήν επαρχία Varese·
2)
νά ἀναγνωρίσει, βάσει τοῦ ἄρθρου 184 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τοῦ ἄρθρου 156 τῆς συνθήκης ΕΚΑΕ καί τοῦ ἄρθρου 36, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ὅτι δέν έχει δυνατότητα εφαρμογής ὁ κανονισμός 3087/78 τοῦ Συμβουλίου τῶν υπουργών καί ιδίως τό άρθρο του 1,1), καθ' ὅσον περιορίζει τήν ἀναδρομική ἰσχύ του στήν 1η Ἰανουαρίου 1978·
3)
νά ἀναγνωρίσει (στό πλαίσιο τῆς πλήρους δικαιοδοσίας πού διαθέτει τό Δικαστήριο) ὅτι ὁ προσφεύγων δικαιοῦται γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 μέχρι 1ης Ἰανουαρίου 1978, συμπληρώματος μισθοῦ, γιά τόν υπολογισμό τοῦ ὁποίου θά λαμβάνεται ὑπ' ὄψη τό ειδικό κόστος ζωής στην επαρχία Varese καί ὁ όποιος θά υπολογισθεί καί θά εκκαθαρισθεί ἀπό τήν Ἐπιτροπή μέ τήν επιφύλαξη προσφυγής ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου σέ περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τῶν διαδίκων·
4)
νά κρίνει καί νά ἀποφασίσει ὅτι τά καταβλητέα ποσά επαυξάνονται κατά τόν νόμιμο καί/ἤ συνήθη στην Ἰταλία τόκο·
5)
επικουρικώς νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ ἀντίδικος υπέπεσε στά πταίσματα πού ἀναφέρονται στό δικόγραφο τῆς προσφυγής νά τήν υποχρεώσει, συνεπώς, νά καταβάλει ὡς ἀποζημίωση τά ποσά πού ἀναφέρονται ὑπ' ἀριθ. 3 ἐντόκως, ὑπό τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται ὑπ' ἀριθ. 4·
6)
ὅλως επικουρικώς, νά ἀναγνωρίσει ὅτι οἱ προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 65, 2) τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, πληροῦνται ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976· καί ὅτι, συνεπώς, εναπόκειται στό Συμβούλιο τῶν υπουργών νά λάβει τά ἐνδεικνυόμενα μέτρα γιά νά ἐξασφαλίσει στους μονίμους καί μή μονίμους υπαλλήλους τήν εκκαθάριση τοῦ μισθοῦ τους σύμφωνα μέ τίς ἀρχές πού καθορίζουν τά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων χωρίς νά υπάρχει διάκριση μεταξύ αυτών, ὅποιος κι ἄν εἶναι ὁ τόπος ὅπου παρέχουν τίς υπηρεσίες τους·
7)
νά καταδικάσει τήν ἀντίδικο στά δικαστικά έξοδα.
Ή Ἐπιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
—
νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀπαράδεκτη καί ἐν πάση περιπτώσει ὡς ἀβάσιμη·
—
νά καταδικάσει τόν προσφεύγοντα στά δικαστικά έξοδα.
Μέ τήν ἀπάντηση του ὁ προσφεύγων ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
—
νά διορίσει πραγματογνώμονα ἡ συμβούλιο πραγματογνωμόνων μέ ἀποστολή νά προσδιορίσουν τό κόστος ζωής στην Ἰταλία καί στην επαρχία Varese ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 μέχρι τήν ημερομηνία πού ὁρίζεται μέ τόν κανονισμό 3087/78·
—
νά καθορίσει τους εφαρμοστέους γιά τήν Varese συντελεστές ἀναπροσαρμογής ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 μέχρι τήν ἡμερομηνία πού καθορίζει ὁ κανονισμός 3087/78.
ΙΙΙ — Λόγοι καί ἐπιχειρήματα τῶν διαδίκων
Μέ τήν προσφυγή του ὁ προσφεύγων διερωτᾶται κατά πρῶτον ἄν ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 12ης Ἰουλίου 1979, ή ὁποία θεωρεῖται ὡς ρητή ἀπόρριψη δέν επιδέχεται σοβαρές επικρίσεις ἀπό ἀπόψεως τύπου καί ουσίας καί ἄν δέν πρέπει νά ἀμφισβητηθεί τό κύρος της. Ή ἀπάντηση αυτή εἶναι συλλογική, χωρίς νά είναι δυνατόν νά καθορισθεί μέ ἀκρίβεια ποιοί είναι οἱ ἀποδέκτες της, ἄν έλαβαν τήν ἀπάντηση αὐτή καί σέ περίπτωση καταφατικής ἀπαντήσεως, ποια ημερομηνία τήν έλαβαν. Ή ἀπάντηση ἔχει γενικό χαρακτήρα καί ἀφορᾶ ὄχι μόνον τήν σχετική μέ τήν ὑπό κρίση υπόθεση ένσταση, ἀλλά καί ενστάσεις βάσει τῶν κανονισμῶν 3085/78 καί 3086/78. Τό άρθρο 25 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ὅτι κάθε ἀπόφαση πού προξενεί βλάβη πρέπει νά εἶναι αἰτιολογημένη· στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπῆς δέν περιέχει καμμία αιτιολογία σχετική μέ τό γεγονός ὅτι ἡ ἀναδρομική ἰσχύς τῆς εφαρμογής τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής ύψους 6,4 % περιορίζεται στην 1η Ἰανουαρίου 1978. Συνεπώς μόνον τό επιβεβαιωτικό σημείωμα τῆς 27ης Αυγούστου 1979 εἶναι, ενδεχομένως, δυνατόν νά θεωρηθεί ως νομότυπη ρητή ἀπόρριψη.
Ό προσφεύγων μέ τόν πρώτο λόγο του ισχυρίζεται ὅτι περιορίζοντας στην 1η Ἰανουαρίου 1978 τήν ἀναδρομική ἰσχύ τῆς αυξήσεως τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, τό Συμβούλιο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἀπό τό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ. Ή διάταξη αυτή επιβάλλει υποχρεωτική ρύθμιση ἡ ὁποία πρέπει νά θεσπισθεί εντός ὁρισμένης προθεσμίας, δηλαδή εντός δύο μηνών τό ἀργότερο. Ή έννοια τῆς αισθητής αυξήσεως τοῦ κόστους ζωής έχει ἀντικειμενικό χαρακτήρα τόν ὁποῖο δύναται νά εκτιμήσει τό Δικαστήριο, ὅπως πράττει ἀναλόγως, ὅταν πρόκειται γιά τήν εφαρμογή τῶν άρθρων 85 καί 86 τῆς συνθήκης. Ό προσφεύγων ζητεῖ ἀπό τό Δικαστήριο νά κηρύξει άκυρη καί χωρίς έννομο ἀποτέλεσμα τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 1, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 3087/78, στην ὁποία προέβη ή Ἐπιτροπή καί συγχρόνως νά κηρύξει άκυρη, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 156 τῆς συνθήκης ΕΚΑΕ, τήν προσβαλλομένη διάταξη τοῦ Ιδίου αὐτοῦ κανονισμοῦ.
Δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο διαθέτει, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ, πλήρη δικαιοδοσία, ὁ προσφεύγων μέ τόν δεύτερο λόγο ζητεί νά τοῦ ἀναγνωρίσει τό δικαίωμα ἐπί τοῦ μισθοῦ του, τό όποιο προβλέπει τό άρθρο 62 τοῦ κανονισμοῦ, υποχρεώνοντας τήν ἀντίδικο νά τοῦ καταβάλει τό συμπλήρωμα τοῦ μισθοῦ πού θά ελάμβανε ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976, ἄν ἡ έναρξη τῆς ἀναδρομικής ισχύος τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής εἶχε καθορισθεί γιά τήν ημερομηνία αυτή, καί ἄν εἶχε ληφθεί ὑπ' ὄψη τό εἰδικό επίπεδο τοῦ κόστους ζωής στην ἐπαρχία Varese.
Σύμφωνα μέ τόν τρίτο λόγο τοῦ προσφεύγοντος, ἡ ἐφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 ἀπό τήν Ἐπιτροπή εἶναι ὄχι μόνον ἀντίθετη πρός τήν διατύπωση τῶν άρθρων 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ, άλλά συνιστά παραβίαση τῆς γενικής ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων μεταξύ τῶν υπαλλήλων, ὅποιος καί ἄν εἶναι ὁ τόπος, ὅπου ἀσκοῦν τά καθήκοντά τους. Ἡ ευθύνη τῆς Ἐπιτροπής γιά τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων, τήν ὁποία ὤφειλε νά σεβασθεί έναντι τῶν ιδίων τῶν υπαλλήλων της, εἶναι ἀκόμη περισσότερο εμφανής, δεδομένου ὅτι ἡ ἴδια ἡ καθ' ἧς ¡βεβαίωσε ἐκ νέου — ὡς αυτό νά ήταν ἀναγκαίο — τήν έμμονη τῆς στην ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων πού ἀσκοῦν τά καθήκοντά τους σέ διαφορετικές έδρες. Παρομοίως, τό επιφορτισμένο μέ τα θέματα προσωπικοί) μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξέφρασε σαφῶς την άποψη αυτή κατά τήν συνεδρίαση τοῦ Κοινοβουλίου τῆς 7ης Ἰουλίου 1977. Ή παραβίαση, ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής, τῆς ἀρχής αυτής συνιστά πταίσμα, τό ὁποιο θά ἀποκατασταθεί δεόντως ἄν ἡ Ἐπιτροπή ὑποχρεωθεί νά καταβάλει ὡς ἀποζημίωση ποσόν υπολογιζόμενο ὡς ἄν ἴσχυε ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται τώρα.
Τέταρτος λόγος, ἡ παραβίαση τού δικαιώματος τοῦ προσφεύγοντος ἐπί τοῦ μισθού του (δικαίωμα πού ἀναγνωρίζεται ἀπό τό άρθρο 62 τοῦ κανονισμοῦ) συνιστά ἐπίσης παράβαση, ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής, τοῦ γενικοῦ καθήκοντος ἀρωγής πού υπέχει, ὅπως αυτό καθορίζεται γιά συγκεκριμένες περιπτώσεις ἀπό τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ. Ή Ἐπιτροπή παρέβη τήν υποχρέωση τῆς αὐτή προτείνοντας ἰδίως στό Συμβούλιο νά καθορίσει τήν ἀναδρομική ισχύ τοῦ ληφθέντος μέτρου μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978. Ή Ἐπιτροπή υπέπεσε ἑπομένως σέ πταίσμα τό όποιο προστίθεται στό μόλις άναφερθέν καί τό ὁποῖο συνεπῶς δύναται νά ἀποκατασταθεῖ προσηκόντως ὑπό τίς ἴδιες προϋποθέσεις.
Ἐπικουρικώς, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, σύμφωνα μέ τήν νομολογία, ὅπως αυτή συνάγεται ἀπό τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 28/74 (Gillet, Recueil 1975, σ. 1163), τό Δικαστήριο δύναται νά υποδείξει στό Συμβούλιο «ότι εναπόκειται σ' αυτό νά προσαρμόσει τόν κανονισμό στην οικονομική πραγματικότητα καί συνεπώς νά εξεύρει τό μέσον ἀποκαταστάσεως τῆς ἐνδεχομένης ζημίας πού υφίστανται οἱ υπάλληλοι πού διαμένουν σέ χώρα, τῆς ὁποίας τό νόμισμα ὑπε-τιμήθη αισθητώς». Τό Δικαστήριο δύναται νά μή περιορισθεί νά ἀναγνωρίσει τίς υποχρεώσεις πού, έξαλλου, όσον άφορᾶ τό Συμβούλιο, ἀπορρέουν ἀπό τά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ. Δύναται νά ἐκτιμήσει ὡς ποιό σημείο καί ἀπό ποιά ημερομηνία υπάρχει ἡ αισθητή μεταβολή τοῦ κόστους ζωής, ἀσκώντας συνεπώς ἁρμοδιότητες ἀνάλογες μέ τίς ἁρμοδιότητες πού τοῦ ἀναγνωρίζονται ἀπό τά άρθρα 85 καί 86 τῆς συνθήκης.
Α — Ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ
1.
Μέ τό ἐπί τῆς ενστάσεως υπόμνημά της, ἡ Ἐπιτροπή παρατηρεί ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη, κατ' ἀρχάς, ὡς πρός τά περί ἀκυρώσεως αιτήματα της. Ὡς βλαπτική πράξη ἐμφανίζεται ἡ ἀπόφαση τῆς Ἐπιτροπῆς μέ τήν ὁποία κατεβλήθησαν στόν προσφεύγοντα οἱ καθυστερούμενοι μισθοί του ἀναδρομικώς, άλλά μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978 καί χωρίς νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό ειδικό κόστος ζωής στην επαρχία Varese. Τόν Ἰανουάριο 1979, ὁ προσφεύγων εισέπραξε τους καθυστερούμενους μισθούς του εἰς εκτέλεση τόσον τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 ὅσον καί τοῦ 3084/78 περί τροποποιήσεως, ἀπό 1ης Ἰουλίου 1978, τοῦ πίνακος βασικών μισθών καί περί καθορισμοῦ, ἀπό τῆς αυτής ημερομηνίας, σέ 146,8 τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία. Ό προσφεύγων δέν ἀμφισβήτησε τήν εκκαθάριση τῶν καθυστερουμένων μισθών γιά τό πρό τῆς 1ης Ἰουλίου 1978 διάστημα. Τό αἴτημα του ἀφορούσε τόν καθορισμό τῶν καθυστερουμένων μισθών του κατ' εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087/78, ἡ δέ ένσταση του περί κηρύξεως ἀνεφαρμόστου συγκεκριμένου κανονισμοῦ δέν ἀφοροῦσε παρά τόν ἀνωτέρω κανονισμό 3087/78. Συνεπώς, εἶναι άσχετο ἐν προκειμένω τό θέμα τῆς εκκαθαρίσεως τῶν καθυστερουμένων μισθών γιά τό πρό τῆς 1ης Ἰουλίου 1978 διάστημα, δεδομένου ὅτι πρέπει νά θεωρεῖται ὅτι κατέστη ὁριστική.
Ή Ἐπιτροπή θεωρεί ἀπαράδεκτη τήν ἀξίωση περί καταβολῆς καθυστερουμένων μισθών γιά τό πρό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1978 διάστημα, ἀξίωση πού πρέπει νά ερμηνευθεῖ ὡς εκπρόθεσμη ἀμφισβήτηση τῶν διαφόρων διαδοχικῶν πράξεων τῶν διοικητικών υπηρεσιών, πού προέβησαν εγκαίρως στην ἐκκαθάριση τῶν μηνιαίων ἀποδοχών τοῦ προσφεύγοντος. Ή ἀμφισβήτηση τῆς ἀποφάσεως περί καθυστερουμένων μισθών ἰσοδυναμεῖ μέ ἀμφισβήτηση τῶν διαδοχικών εκκαθαρίσεων τῶν ἀποδοχών πού ἐμεσολάβησαν κατά τό διάστημα τοῦ Ἰανουαρίου 1976-Δεκεμβρίου 1977.
Ἡ προσφυγή εἶναι επίσης ἀπαράδεκτη καί ὅσον άφορᾶ τά περί ἀποζημιώσεως αἰτήματα πού περιέχει, ἐφ' ὅσον ἡ ἀμφισβήτηση τῆς πλήρους δικαιοδοσίας τοῦ Δικαστηρίου δέν δύναται νά προβληθεί, ἄν δέν ἔχει τεθεί καί γιά τήν ἀκύρωση τῆς επιδίκου ἀποφάσεως (πρβλ. υπόθεση 32/68, Grasselli, Recueil 1969, σ. 505).
Ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι τό αίτημα μέ τό όποιο ζητείται ἀποζημίωση πρός ἀποκατάσταση τῆς ζημίας πού προξένησαν τά πταίσματα τῆς καθ' ἧς εἶναι, ὅπως καί τά προηγούμενα, προφανώς ἀπαράδεκτο.
Πράγματι, ἐδόθη ήδη στό Δικαστήριο ή ευκαιρία νά κρίνει ὅτι τό ἀπαράδεκτο τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως συνεπάγεται τό ἀπαράδεκτο τῆς αἰτήσεως ἀποζημιώσεως πού εἶναι στενῶς συνδεδεμένη μέ τήν αίτηση ἀκυρώσεως (πρβλ. υπόθεση 4/67, Collignon-Muller, Recueil σ. 470). Στην προκειμένη περίπτωση, ἡ αίτηση ἀποζημιώσεως συνδέεται στενότατα μέ τό πρώτο αίτημα πού άφορα τήν νομιμότητα. Τό νά ζητείται ἀποζημίωση, ἡ ὁποία ἀνέρχεται σέ ποσό υπολογιζόμενο ως ἄν ίσχυε ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού ἐφαρμόζεται τώρα, ἀποτελεί τήν μία ὄψη τοῦ νομίσματος, τοῦ ὁποίου ή άλλη ἀποτελείται ἀπό τό πρώτο αίτημα περί ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ἡ καθ' ἧς προέβη σέ ἐκκαθάριση τῶν καθυστερουμένων ποσών τῶν μισθών μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978 καί ὄχι ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976. Ή Ἐπιτροπή ζητεί συνεπώς ἀπό τό Δικαστήριο νά ἐπιβεβαιώσει τήν νομολογία Kortner πού ἀναφέρθηκε, δεδομένου ὅτι ἡ ὑπό κρίση υπόθεση εἶναι προφανώς παρόμοια μέ τήν υπόθεση Kortner.
Ή προσφυγή ὡς «ἀναγνωριστική» είναι επίσης ἀπαράδεκτη, δεδομένου ὅτι τό Δικαστήριο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 179 τῆς συνθήκης, εἶναι ἁρμόδιο ἐπί διαφορών τοῦ προσωπικοί) «εντός τῶν ὁρίων καί σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζει ὁ κονονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως». Επομένως δύναται νά ἀποφανθεί μόνον ἐπί τῆς νομιμότητος μιᾶς «βλαπτικής» πράξεως, άλλως ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη. Ή Ἐπιτροπή δέν εννοεί πώς εἶναι δυνατόν νά ζητηθεί ἀπό τό Δικαστήριο, έκτός ἀπό τά αιτήματα περί ἀκυρώσεως μιᾶς πράξεως, νά εκδώσει ἀπόφαση πού δέν θά εἶναι οὔτε ἀπόφαση περί ἀκυρώσεως οὔτε ἀπόφαση μέ τήν οποία ἀπορρίπτονται τά αἰτήματα περί ακυρώσεως καί μέ τήν ὁποία θά προβαίνει σέ διαπιστώσεις πού ἀφορούν ὁρισμένα πραγματικά περιστατικά ἡ νομικά θέματα. Στην υπόθεση 32/68, πού ἀναφέρθηκε, εδόθη ήδη στό Δικαστήριο ή ευκαιρία νά κηρύξει ἑαυτό ἀναρμόδιο. Ὅσον άφορᾶ τήν ἀπόφαση πού εξεδόθη στην υπόθεση 28/74 πού ἀνεφέρθη, στην ὁποία ὁ προσφεύγων στηρίζει τά αιτήματά του περί ἀναγνωρίσεως, δέν συνιστᾶ κατά κανένα τρόπο επέκταση τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Δικαστηρίου μέσω τῆς νομολογίας. Ή διαπίστωση ὅτι εναπόκειται στό Συμβούλιο νά προσαρμόσει τόν κανονισμό στην οικονομική πραγματικότητα — διότι εἶναι ἁρμόδιο γι' αυτό — εἶναι ἡ μία περίπτωση ή άλλη περίπτωση εἶναι ὅτι πρέπει νά προβεί στην προσαρμογή αυτή, διότι ἄν παραλείψει τήν ενέργεια αυτή, δύναται νά καταδικασθεί στό πλαίσιο προσφυγής λόγω παραλείψεως κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 175, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης.
2.
Μέ τίς παρατηρήσεις του ἐπί τῆς ἐνστάσεως τῆς Ἐπιτροπής, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι, ὅσον άφορᾶ τό δήθεν μή παραδεκτό τῆς προσφυγής, καί κατά τό μέρος πού εἶναι προσφυγή ἀκυρώσεως καί κατά τό μέρος πού ἀφορᾶ τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής, πού ἀναφέρεται στό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ, δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει λόγος γιά δικαίωμα ἐπί ορισμένου ἡ ευχερῶς προσδιοριζομένου ποσοῦ. Ἡ διάταξη αυτή δέν παρέχει κανένα ἀπ᾽ ευθείας καί άμεσο δικαίωμα στόν υπάλληλο, ἀλλά δημιουργεί εἰς βάρος τοῦ Συμβουλίου, ἀλλά ὄχι εἰς βάρος τοῦ ὀργάνου, στό ὁποιο ὑπάγεται ὁ υπάλληλος, υποχρέωση «πολιτικοῦ» χαρακτῆρος, τήν εκπλήρωση τῆς ὁποίας δέν εἶναι δυνατόν νά επιτύχει ὁ υπάλληλος μέσω τῶν διαδικασιῶν πού προβλέπονται γι' αὐτόν καί ἀναφέρονται στά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοῦ. Συνεπώς, ὁ προσφεύγων δέν ἠδύνατο νά ὑποβάλει στό Συμβούλιο αίτηση ἡ ένσταση οὔτε πολύ περισσότερο νά ἀσκήσει προσφυγή ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Θά έπρεπε νά περιορισθεί νά ἀναμένει τήν έκβαση τῶν «πολιτικών» διαπραγματεύσεων πού ἤρχισαν ἡ τοπική επιτροπή προσωπικοῦ καί οἱ ἀντιπροσωπευτικές ὀργανώσεις τοῦ προσωπικοῦ, διαπραγματεύσεις οἱ όποιες κατέληξαν ἀκριβώς στόν κανονισμό πού προσβάλλει ὁ προσφεύγων, διότι ἡ ἀναδρομική ἰσχύς πού προβλέπει δέν ἀνταποκρίνεται στά ἀντικειμενικά δεδομένα τοῦ προβλήματος. Ἀν γιά κάθε πληρωμή τοῦ μισθοῦ ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 έπρεπε νά υποβληθεί αἴτηση, στην συνέχεια ένσταση καί τελικώς νά ἀσκηθεί προσφυγή, έπρεπε νά υποβληθοῦν ενώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς περίπου 30000 ενστάσεις καί νά ἀσκηθοῦν 30000 προσφυγές. Δεδομένου ὅτι οἱ τακτικές προσαρμογές στίς όποιες προβαίνει τό Συμβούλιο έχουν, κάθε φορά, ἀναδρομική ἰσχύ 6 μηνών, λόγω μή ἀμεσου υποβολής ενστάσεως γιά τόν πρώτο καί γιά τους δύο ἑπομενους μήνες, ὁ προσφεύγων θά έχανε τό δικαίωμά του γιά τους τρεις πρώτους καί ἀκόμη καί γιά τους τρεις ἑπόμενους μήνες.
Τό Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί, ἐπ᾽ ευκαιρία άλλου είδους υποθέσεων (άλλά οἱ γενικές ἀρχές στίς όποιες ἐβασίσθη έχουν γενική ἐφαρμογή), ὅτι ένα νέο επαρκώς ουσιώδες γεγονός, κινεί ἐκ νέου τίς προθεσμίες. Ό προσφεύγων δέν ἀμφιβάλλει ὅτι στην προκειμένη περίπτωση ἡ δημοσίευση τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 συνιστᾶ νέο, οὐσιώδες γεγονός ἐν σχέσει πρός τήν προηγουμένη κατάσταση καί τοποθετείται στό πλαίσιο τῶν «πολιτικών διαπραγματεύσεων» πού ἤρχισαν ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 1979. Προφανώς γιά οικονομικούς λόγους, τό Συμβούλιο καθώρισε τήν διάρκεια τῆς ἀναδρομικής ισχύος γιά ένα έτος.
Ή παρούσα δίκη στην πραγματικότητα άφορᾶ τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν έλαβε ὑπ᾽ ὄψη τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τῶν υπαλλήλων. Ή παράλειψη αυτή συνιστᾶ πταίσμα ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής, ἡ οποία κακώς δέν ἐφρόντισε νά ἐπιτύχει τό συντομότερο τήν ρύθμιση τοῦ προβλήματος τῆς προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής καί ἡ ὁποία, ἐν πάση περιπτώσει, κακώς επικαλείται τώρα ὅτι οἱ ενστάσεις υπεβλήθησαν εκπροθέσμως. Ή ἀρχή αυτή εκφράζεται μέ τόν ἀγγλοσαξονικό θεσμό τοῦ estoppel, σύμφωνα μέ τόν ὁποίο ἡ Ἐπιτροπή, ή ὁποία εἶναι υπεύθυνη τῆς καθυστερήσεως, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντιτεθεῖ στην υποβολή τῶν ενστάσεων ἀπό τους υπαλλήλους, οι όποιες δέν θά ήταν εκπρόθεσμες, ὅπως Ισχυρίζεται, ἄν αυτή ἡ ἴδια δέν εἶχε δημιουργήσει μία κατάσταση, στην ὁποία ὀφείλεται αυτός ὁ δήθεν εκπρόθεσμος χαρακτήρας.
Ό προσφεύγων δέν ἀμφισβητεί ὅτι ή πλήρης δικαιοδοσία τοῦ Δικαστηρίου, ή ὁποία τοῦ επιτρέπει νά υποχρεώσει τήν Ἐπιτροπή νά καταβάλει τά καθυστερούμενα ποσά τῶν ἀποδοχών, εἶναι δυνατόν νά λειτουργήσει μόνον ἄν τό Δικαστήριο είναι αρμόδιο νά ἀκυρώσει τήν σχετική πράξη, πράγμα πού δέν θά συνέβαινε, ἄν ή προσφυγή εἶχε ἀσκηθεί εκπροθέσμως.
Ό προσφεύγων εκπλήσσεται, πώς ἡ Ἐπιτροπή βεβαιώνει ὅτι ἡ ὑπό κρίση υπόθεση εἶναι «προφανώς παρόμοια» μέ τήν υπόθεση Kortner. Ή υπόθεση Kortner ήταν τελείως διαφορετική· επρόκειτο γιά γυναίκες ὑπαλλήλους οἱ όποιες ἐπίστευσαν ὅτι έχουν δικαίωμα πρός ἀποζημίωση ὅπως ὁρισμένες ἀπό τίς συναδέλφους τους, στίς όποιες ἐπεδικάσθη ἀποζημίωση μετά ἀπό εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής· οἱ υπάλληλοι αυτοί ἐθεώρησαν δεδομένο ὅτι ή νέα νομολογία συνιστά νέο γεγονός. Στην παρούσα δίκη, τό νέο ουσιώδες γεγονός δέν εἶναι νέα νομολογία, άλλά ένας κανονισμός τοῦ Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση ούτε τό αἴτημα ούτε ἡ αιτίαση ἐπί τῆς οποίας στηρίζεται συνδέονται στενῶς μέ τήν αἴτηση περί ἀκυρώσεως ή περί καταβολής προσθέτων ἀποδοχών. Καί δέν ἀρκεῖ τό γεγονός ὅτι ἡ ἀποζημίωση υπολογίζεται βάσει τῶν προσθέτων αυτών ἀποδοχών (καί πώς ήταν δυνατόν νά γίνει ἀλλοιῶς;) γιά νά εἶναι δυνατόν νά υποστηριχθεί ὅτι υπάρχει παρόμοια σχέση. Ἀν γίνει δεκτό ὅτι ὑπάρχει αυτή ἡ σχέση, αυτό ισοδυναμεί μέ άρνηση τῆς δυνατότητας γιά τό Δικαστήριο νά υποχρεώσει ένα όργανο νά καταβάλει ἀποζημίωση σέ υπάλληλο λόγω υπηρεσιακού πταίσματος ἀνεξαρτήτως ἀπό τήν ἀκύρωση μιᾶς πράξεως.
Στην υπόθεση 61/76 (Geist, Recueil 1977, σ. 1419) τό Δικαστήριο ὑπεχρέωσε τήν Ἐπιτροπή νά καταβάλει ἀποζημίωση σέ υπάλληλο, διότι δέν συνετάχθησαν οἱ εκθέσεις βαθμολογήσεως του καί αυτό ἐνῶ δέν έγινε δεκτό τό κύριο αἴτημά του περί ἀκυρώσεως ἀποφάσεως μέ τή οποία ἀνετοπο-θετήθη.
Κατά τό μέρος πού ἡ προσφυγή εἶναι ἀναγνωριστική, ὁ προσφεύγων παρατηρεί ὅτι τό Δικαστήριο δύναται νά καταστήσει γνωστή, στό πλαίσιο τῆς διαφοράς, τήν θέση του ἐπί τῆς ουσίας, ἀκόμη καί ἄν ἀπορρίψει τήν προσφυγή ως ἀπαράδεκτη ή λόγω ελλείψεως ἁρμοδιότητος.
3.
Μέ τό υπόμνημα ἀντικρούσεως, ἡ Ἐπιτροπή ἀπαντᾶ ὅτι θά ἀρκούσε στον προσφεύγοντα νά υποβάλει μόνο μία διοικητική ένσταση κατά τοῦ εκκαθαριστικού σημειώματος ἀποδοχών τοῦ μηνός Ἰανουαρίου 1976 γιά νά εἶναι δυνατόν νά επιληφθεί τό Δικαστήριο τοῦ όλου προβλήματος πού άφορα τήν ἀναδρομικότητα μεταξύ Ἰανουαρίου 1976 καί Δεκεμβρίου 1977, κατόπιν προσφυγής πού θά εἶχε ἀσκηθεί μετά ἀπό τήν ἀπόρριψη τῆς ἐν λόγω ενστάσεως.
Προβάλλει ένα πρόσθετο λόγο ἀπαραδέκτου, πού ἀφορᾶ τήν προσφυγή κατά τό μέρος πού ἀναφέρεται στό γεγονός ὅτι μέ τήν προσβαλλομένη ἀπόφαση δέν ἐλήφθη ὑπ' όψη τό ειδικό κόστος ζωής στην επαρχία Varese. Πράγματι, τό θέμα αυτό δέν ἀποτελοῦσε ἀντικείμενο τῆς ενστάσεως. Ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου συνάγεται, ὅμως, ὅτι τῆς προσφυγής πρέπει νά προηγείται ένσταση καί ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, τά αιτήματα πού ὑποβάλλονται μέ τήν προσφυγή δέν εἶναι δυνατόν νά τροποποιήσουν ούτε τήν αἰτία ούτε τό ἀντικείμενο τῆς ενστάσεως.
Ή άποψη τῆς αυτή επιβεβαιώνεται ἀπό τίς προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Capotorti, τῆς 14ης Μαίου 1981 στην παρούσα υπόθεση, στην παράλληλη υπόθεση 158/79 (Roumengous) καί στήν υπόθεση 543/79 (Birke).
4.
Μέ τό υπόμνημα ἀπαντήσεως, ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι, σέ μιά κατάσταση πού χαρακτηρίζεται ἀπό προβλήματα μέ έντονο τεχνικό χαρακτήρα, ἐνεπιστεύθη τους ἐκπροσώπους τοῦ προσωπικοῦ καί δέν ἠσχολήθη ὁ ίδιος μέ τήν προσωπική του κατάσταση, ὅπως αύτη ἐμφαίνετο ἀπό τήν ἀνάγνωση, ἐξ άλλου δυσχερή καί ἀβέβαιη, τῶν εκκαθαριστικῶν σημειωμάτων ἀποδοχῶν. Ή διοίκηση δέν ἀπήντησε σαφώς σέ κάθε υπάλληλο. Συνέταξε μιά ἀπάντηση, μέ ημερομηνία 11 Ἰουλίου 1979, ἡ ὁποία μάλλον συνιστούσε ἕνα εἶδος εγκυκλίου, ὅπού συνεχέοντο διάφορες ἐνστάσεις κατά διαφόρων κανονισμών καί ἡ ὁποία βεβαίως δέν ἀποτελοῦσε ρητή ἀπόρριψη τῶν ενστάσεων καθενός τῶν ενδιαφερομένων, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ ἴδιος ὁ προσφεύγων. Ἀπό τά ἀνωτέρω έπεται ὅτι οἱ υποβληθείσες ενστάσεις εἶναι δυνατόν νά θεωρηθοῦν ὡς συνήθεις ἐνέργειες πού προηγούνται τῆς ἀσκήσεως προσφυγής, ὅπως οἱ ενέργειες στίς ὁποίες προβαίνει ένας υπάλληλος, ὅταν ἀντιμετωπίζει ένα πρόβλημα πού άφορᾶ μόνον αυτόν τόν ἴδιο.
Κατά πάγια νομολογία, τό Δικαστήριο έχει δεχθεί ὅτι ὁ προσφεύγων δύναται νά υποβάλει πρόσθετα αιτήματα ὑπό τόν ὅρο ὅτι τά αιτήματα αυτά συνάγονται εμμέσως ἀπό τά αιτήματα πού υπεβλήθησαν κατ' ἀρχάς. Ό προσφεύγων συνάγει ἀπό τό ἀστικό δικονομικό δίκαιο (ένσταση «obscuri libelli») ὅτι τό αἴτημα μέ τό όποιο ζητείται ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν προσθέτων ἀποδοχών, τό όποιο έχει ὡς αἰτία τήν διαφορά τοῦ επιπέδου τοῦ κόστους ζωής στην επαρχία Varese ἐν σχέσει πρός τήν Ρώμη δέν συνιστᾶ, κατά κανένα τρόπο, νέο στοιχεἶο γιά τήν καθ' ἦς. Ἐν πάση περιπτώσει, ἄν ἡ καθ' ης ήθελε νά προβάλει ένσταση, έπρεπε νά τήν προβάλει «in limine litis». Τέλος, ὁ προσφεύγων εμμένει, ἐπικουρικώς, στην άποψη του, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, κάνοντας χρήση τῆς γενικοτέρας του ἁρμοδιότητος πρός καθορισμό τῆς γενικοτέρας πολιτικής τῶν Κοινοτήτων, τό Δικαστήριο δύναται νά καταστήσει γνωστή τήν θέση του ἐπί τῶν προσβαλλομενων κανονισμών.
5.
Μέ τό υπόμνημα ἀνταπαντήσεως, ή Ἐπιτροπή τονίζει ὅτι, ἄν ευσταθεί ή άποψη τοῦ προσφεύγοντος σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ έλλειψη δικαιώματος δικαιολογεί, κατ' αὐτόν, τό γεγονός ὅτι δέν υπέβαλε ένσταση σχετική μέ τό ποσό τῶν ἀποδοχών του, τοῦ ὁποίου έγινε εκκαθάριση κατά τά έτη 1976 καί 1977, τίθεται τό ἐρώτημα, πώς εἶναι δυνατόν ξαφνικά νά ἀποκτήσει δικαίωμα ἀπό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1978, ἐνῶ αυτό δέν συνέβαινε κατά τά έτη 1976 καί 1977. Ἐν πάση περιπτώσει, τέτοιο δικαίωμα γιά τήν περίοδο 1976-1977 δέν ἀπορρέει ἀπό τόν κανονισμό 3087/78, διότι ὁ ανωτέρω κανονισμός αυξάνει τόν ἐν λόγω συντελεστή ἀναπροσαρμογής μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978.
Ἐσκεμμένος ὁ προσφεύγων δέν υπέβαλε ένσταση τό 1976 καί 1977, υπολογίζοντας, χωρίς ἀμφιβολία, ὅτι θά ικανοποιηθεί μέσω ενός κανονισμοῦ, ὁ όποιος θά ετίθετο σέ ἰσχύ ἀναδρομικώς ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976.
Ἡ ἀπό 11ης Ἰουλίου 1979 ἀπάντηση στίς ενστάσεις τοῦ προσφεύγοντος, ἐνῶ εἶχε τήν μορφή εγκυκλίου, ἀπηυθύνθη προσωπικώς στόν προσφεύγοντα. Κατά τά λοιπά, ὅταν εντός τεσσάρων μηνών ἀπό τῆς ὑποβολής τῆς ενστάσεως, δέν εκδοθεί ρητή ἀπορριπτική ἀπόφαση, αὐτό, σύμφωνα μέ τό άρθρο 90, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ, ισχύει ὡς σιωπηρή ἀπορριπτική ἀπόφαση. Ἐν πάση περιπτώσει ἡ ὑπό κρίση προσφυγή θά έπρεπε νά ἀσκηθεί ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου εντός τῆς ἀποκλειστικής προθεσμίας, υπολογιζόμενης ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τῆς ρητής ἀπορριπτικής ἀποφάσεως ἐπί τῶν ἐνστάσεων. Ἐν τούτοις, δέν ἠσκήθη οιαδήποτε προσφυγή ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τό 1976 καί 1977 σχετική μέ τό επίπεδο τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία γιά τήν ἀνωτέρω περίοδο.
Δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποφευχθεί ή ἀπόρριψη λόγω τοῦ ἀπαραδέκτου, μέ τήν επίκληση τῆς εννοίας «obscuri libelli», δεδομένου ὅτι τό κείμενο τῶν ενστάσεων ἦταν τελείως σαφές καί δέν περιείχε καμμία έμμεση ἀναφορά στό πρόβλημα τοῦ κόστους ζωής στην Varese. Ματαίως υποστηρίζεται επίσης ὅτι ἡ ένσταση ἀπαραδέκτου έπρεπε νά προβληθεί «in limine litis». Καμμία διάταξη τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας δέν ἐπιβεβαιώνει τήν άποψη αυτή. Ἀντιθέτως, ὁ διάδικος δύναται νά προβάλει διαδοχικώς πολλές ενστάσεις, ἐφ' ὅσον τό Δικαστήριο δέν έχει επιληφθεί τῆς ουσίας.
Ὅσον άφορᾶ τό αἴτημα τῆς προσφυγής, μέ τό όποιο ζητείται ἀπό τό Δικαστήριο νά κάνει χρήση τῆς πλήρους δικαιοδοσίας του, δέν παρεσχέθη καμμία ένδειξη σχετική μέ τήν ύπαρξη ζημίας άλλης, έκτός ἀπό τήν χρηματική. Ὅσον άφορᾶ τήν ευθύνη τῆς διοικήσεως, ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη διότι, κι ἄν ἀκόμη υποτεθεί, υπόθεση πού δέν ευσταθεί, ὅτι ἡ πρόταση τῆς Ἐπιτροπής πρός τό Συμβούλιο συνιστά προσβλητή πράξη, ὁ προσφεύγων ὤφειλε νά υποβάλει ένσταση ἐντός τριών μηνών ἀπό τῆς ημέρας κατά τήν ὁποία έλαβε γνώση τῆς προτάσεως αυτής, καί ὅτι ἡ ευθύνη τῆς Ἐπιτροπής προϋποθέτει επίσης τήν ὕπαρξη ζημίας καί συνάφεια μεταξύ τῆς ζημίας καί τῆς παρανόμου συμπεριφορᾶς Τίποτα ὅμως δέν ἀποδεικνύει ὅτι τό Συμβούλιο θά εἶχε ἀκολουθήσει τήν πρόταση τῆς Ἐπιτροπής, ἄν αυτή τοῦ είχε προτείνει νά Ισχύσει ἀναδρομικώς ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 ἡ αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής.
Τό Δικαστήριο, ἐπιλαμβανόμενο προσφυγής «θά καταστήσει γνωστή τήν θέση του» μέσω τῆς ἀποφάσεως πού θά ἐκδώσει, μέ τήν ὁποία θά ἀποφαίνεται ἐπί τοῦ παραδεκτοί) καί ενδεχομένως ἐπί τοῦ βασίμου τῆς προσφυγής. Δέν υπάρχει καμμία ἀνάγκη νά υποβληθεῖ, ὡς πρός τό σημείο αυτό, χωριστό αίτημα, τό όποιο ματαίως προστίθεται στά αιτήματα ἀκυρώσεως καί ἀποζημιώσεως.
Β — Επί τῆς ουσίας
1.
Μέ τό υπόμνημα ἀντικρούσεως της, ή Ἐπιτροπή προχωρεί «ὅλως επικουρικώς» στην εξέταση τῆς ουσίας τῶν λόγων πού προβάλλονται πρός υποστήριξη τῆς προσφυγής.
Ἐπί τοῦ πρώτου λόγου, ἡ Ἐπιτροπή υπενθυμίζει ὅτι ὁ επίδικος συντελεστής ἀναπροσαρμογής καθωρίσθη μέ βάση διαγράμματα εξαγωγής τοῦ μέσου ὅρου κατά τήν έρευνα «οἰκογενειακός προϋπολογισμός τῶν υπαλλήλων, πού διενεργήθη στίς Βρυξέλλες καί στην Ispra τό 1967 (οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ ήσαν ἀντίθετοι στην διενέργεια νέας ἐρεύνης γιά τό 1978, λόγω τῆς καθυστερήσεως πού θά συ-νεπήγετο γιά τόν καθορισμό τοῦ νέου συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής)· πάντως, τά διαγράμματα αυτά υπέστησαν ἀλλαγές γιά νά προσαρμοσθούν τό 1976. Σχετικά μέ τίς έρευνες τῶν τιμών, αυτές διενεργήθησαν τόν Όκτώβριο καί Νοέμβριο 1975, συμπεριελήφθησαν ὅμως στους δείκτες τιμών Ρώμης καί Βρυξελλών πού καθωρίσθησαν τόν Δεκέμβριο 1977, ώστε ὁ θεσπισθείς τελικά συντελεστής ἀναπροσαρμογής νά βασίζεται στό κόστος ζωής στην Ρώμη καί στίς Βρυξέλλες κατά τόν Δεκέμβριο 1977. Συνεπώς, δέν συντρέχει περίπτωση ἀναδρο-μικότητος, ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976, γιά συντελεστή ἀναπροσαρμογής βασιζόμενο σέ έρευνες τιμών ενημερωμένων ὡς τόν Δεκέμβριο 1977.
Κατά τά λοιπά, τό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ὅτι ἡ προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πραγματοποιείται «ἄν χρειασθεί» ἀναδρομικώς, πού ἀποδεικνύει σαφώς ὅτι οἱ αρμόδιες πρός τοῦτο υπηρεσίες διαθέτουν κάποιο περιθώριο εφαρμογής. Ἀλλωστε, οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ ἐδήλωσαν επανειλημμένα ὅτι ἠδύναντο νά ἀποδεχθοῦν ὅτι ἡ ἀναδρομικότης τοῦ νέου συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής θά φθάνει ως την 1η Ἰουλίου 1977 ἡ ἀκόμη καί την 1η Ἰανουαρίου 1978, αναγνωρίζοντας ἔτσι ὅτι ἡ ἀναδρομικότης δέν ετίθετο κἄν ἀντικειμενικῶς.
Ὁς πρός τόν δεύτερο λόγο, ἐλλείψει οιασδήποτε διευκρινίσεως, ἡ καθ' ης υποθέτει ὅτι ή προσφεύγουσα στηρίζει τό αἴτημά της, τό όποιο ἐξ άλλου δέν προέβαλε ὑπό μορφή διοικητικής ενστάσεως, στό γεγονός ὅτι ή Στατιστική Ὑπηρεσία προσδιώριζε στην έκθεση τῆς τῆς 17ης Αυγούστου 1976 ὅτι τό κόστος ζωής στην επαρχία Varese ήταν κατά 1,8 % υψηλότερο εκείνου πού ἴσχυε στην Ρώμη. Σύμφωνα μέ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου, εκδοθείσα τό 1968, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά μιά συγκεκριμένη χώρα καθορίζεται μέ γνώμονα τό κόστος ζωής στην πρωτεύουσα τῆς χώρας αυτής επομένως, ἀποκλείεται ὁ συνυπολογισμός τοῦ κόστους ζωής σέ κάθε τόπο υπηρεσίας. Οἱαδήποτε άλλη λύση προσκρούει σέ ἀνυπέρβλητες δυσχέρειες πρακτικής φύσεως, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι οἱ υπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι διασκορπισμένοι σέ 150 περίπου τόπους ὑπηρεσίας. Ό προσφεύγων δέν δύναται ἐπί πλέον νά υποστηρίζει ὅτι ὁ μη συνυπολογισμός τοῦ κόστους ζωής στην επαρχία Varese ἀντίκειται στην ἐπιείκεια· ἀπό τῆς δημιουργίας των εγκαταστάσεων τῆς Ispra μέχρι καί πολύ πρόσφατα, τό κόστος ζωής στην Ρώμη ἦταν σαφώς υψηλότερο εκείνου τῆς ἐπαρχίας Varese καί επομένως ὁ προσφεύγων εἶχε επωφεληθεί ἐπί σειρά ετῶν ενός συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού εἶχε υπολογισθεί σέ συνάρτηση μέ κόστος ζωής υψηλοτερου εκείνου πού έθιγε στην πραγματικότητα τόν προϋπολογισμό του. Τέλος, ἔχει σημασία νά υπογραμμισθεί ὅτι ή κατά 1,8 % προαναφερθείσα διαφορά ἔχει μόνον ἐνδεικτική ἀξία. Τό ἀποτέλεσμα αυτό προέκυψε βάσει δειγματοληπτικής ἐρεχύνης τιμών πού διενεργήθη στην επαρχία Varese τόν Μάιο 1976 καί ἀφορούσε 230 ἀγαθά καί υπηρεσίες, ἐνῶ οἱ κατάλογοι τιμών γιά τίς Βρυξέλλες καί την Ρώμη περιελάμβαναν 700 ἀγαθά καί υπηρεσίες. Περαιτέρω, τό ἀποτέλεσμα αυτό επετεύχθη μέ βάση διάγραμμα εξαγωγής τοῦ μέσου ὅρού πού συνετάγη μετά ἀπό έρευνα τοῦ 1967, διάγραμμα πού ἀναπροσηρμόσθη βέβαια, χωρίς ὅμως νά διενεργηθεί νέα έρευνα, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη, ὅπως ἀνεφέρθη ἀνωτέρω, τίς ἀντιρρήσεις τῶν συνδικαλιστικών καί ἐπαγγελματικών ὀργανώσεων.
Ὅσον άφορᾶ τόν τρίτο λόγο, ἀπό τήν διατύπωση του προκύπτει σαφώς ὅτι στηρίζεται ὄχι στό ὅτι ὁ κανονισμός 3087/78 εἰσάγει δυσμενή διάκριση, πράγμα πού θά εἶχε ὡς συνέπεια νά επικαλεσθεί ὁ προσφεύγων τήν μή εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, ἀλλά στην εἰσάγουσα διακρίσεις εφαρμογή του ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπής. Συνεπώς ὁ λόγος αυτός εἶναι προφανώς ἀβάσιμος. Πράγματι τό άρθρο 1, παράγραφος 1, τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ ὁρίζει ρητώς ὅτι ὁ νέος συντελεστής ἀναπροσαρμογής θά εφαρμοσθεί ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978. Συνεπώς, ἐννοείται ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν ἠδύνατο, κατά τήν ἐφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ, νά λάβει ὑπ' ὄψη τῆς άλλη ημερομηνία πολύ περισσότερο δέν προέβη σέ καμμία πράξη, ἡ ὁποία νά επισύρει τήν ευθύνη της.
Όσον άφορᾶ τόν τέταρτο λόγο, ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι τά οικονομικά δεδομένα δέν επέβαλαν νά ἀποφασίσει τήν ἀναδρομική ἰσχύ πρίν ἀπό τήν 1η Ἰανουαρίου 1978 καί ὅτι ἡ διασταλτική ερμηνεία τοῦ καθήκοντος ἀρωγής δέν εἶναι δυνατόν, βάσει τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ, νά γίνει δεκτή. Οἱ προτάσεις τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως Dutheillet de Lamothe στίς υποθέσεις 63 έως 75/70, Bode (Recueil 1971, σ. 558) εἶναι δυνατόν νά εἶναι χρήσιμες στην προκειμένη περίπτωση· ὁ κανονισμός 3087/78 εξεδόθη ἀπό τό Συμβούλιο γιά νά εξυγιανθεί μιά κατάσταση ἡ ὁποία εἶχε προκληθεί ἀπό την υποτίμηση τῆς ιταλικῆς λιρέτας καί ἀπό την αὔξηση τοῦ κόστους ζωής στήν Ἰταλία. Κι ἄν ἀκόμη υποτεθεί ὅτι μέ τήν πρόταση κανονισμού πού διεβίβασε στό Συμβούλιο, ἡ Ἐπιτροπή ὤφειλε νά υποδείξει τήν 1η Ἰανουαρίου 1976 ὡς ήμερα ενάρξεως ἰσχύος, τώρα εἶναι ήδη δεδομένο ὅτι τό Συμβούλιο δέν θά εἶχε δεχθεί τήν ημερομηνία αυτή, ὅπως ἀνεφέρθη προηγουμένως συνεπώς, κι ἄν ἀκόμη γίνει δεκτό ὅτι μή προτείνοντας στό Συμβούλιο ημερομηνία ἡ Ἐπιτροπή υπέπεσε σέ πταίσμα, ἀποδεικνύεται ὅτι τό πταίσμα αυτό δέν έχει αἰτιώδη συνάφεια μέ τήν ζημία πού επικαλείται ὁ προσφεύγων.
Ὅσον άφορᾶ τό «ἀναγνωριστικό» αίτημα, ή Ἐπιτροπή ἀναφέρεται στην ένσταση ἀπαραδέκτου πού προέβαλε, μέ τήν ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἀπόφαση Gillet δέν ἀποτελεί, κατά κανένα τρόπο, παράδειγμα ἀναγνωριστικής ἀποφάσεως καί γενικότερα ὅτι ή «ἀναγνωριστική» προσφυγή εἶναι άγνωστη στίς διαφορές τοῦ προσωπικού, ὅπως ρητώς ἐξεφράσθη τό Δικαστήριο στην υπόθεση Grasselli.
2.
Μέ τό υπόμνημα ἀπαντήσεως ὁ προσφεύγων βασίζεται στό έγγραφο τῆς Στατιστικής Υπηρεσίας τῶν Κοινοτήτων πού ἐπεσυνάφθη στην πρόταση κανονισμού πού υπέβαλε ἡ Ἐπιτροπή στό Συμβούλιο στίς 10 Νοεμβρίου 1978. Φαίνεται ὅτι ἄν γίνει ἀναφορά στους μέσους ὅρούς κατά τήν 1η Ἰανουαρίου 1978, τό 134,5 γίνεται 143,2, πού πράγματι ἀντιστοιχεί σέ αύξηση κατά 6,4 %. Ἀλλά ἀπό τό έγγραφο αυτό προκύπτει επίσης ὅτι ἀπό τόν Ἰούλιο 1975 ὁ συντελεστής γιά τήν Ἰταλία έπρεπε νά είναι 119, συγκρινόμενος μέ τίς Βρυξέλλες = 100, γεγονός πού δικαιολογεί αύξηση ἀπό 112 σέ 119 ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976, δηλαδή αύξηση ἐπίσης κατά 6,4 %.
Ὁ προσφεύγων θεωρεί ὅτι μέ τήν έκφραση «κατά περίπτωση» πού ευρίσκεται στό άρθρο 65 τοῦ κανονισμού, δέν πρέπει νά εννοηθεί ὅτι τό Συμβούλιο δύναται νά καθορίσει κατά τήν κρίση του τήν ἀναδρομική ἰσχύ, άλλά ὅτι ὀφείλει νά συνδυάσει τά λαμβανόμενα μέτρα μέ τήν ἀναδρομική ἰσχύ, ὅταν χρειασθεί ἡ παρουσιασθεῖ ή εὐκαιρία. Ἐξ άλλου, τό ἴδιο τό κείμενο τοῦ άρθρου 65, παράγραφος 2, τάσσει στό Συμβούλιο προθεσμία κατ' ἀνώτατο ὅριο δύο μηνών για νά λάβει τά ἐνδεικυόμενα μέτρα. Είναι συνεπώς αυτονόητο ὅτι ἡ ἀναδρομική ἰσχύς δέν πρέπει νά υπερβεί τήν προθεσμία αυτή, άλλά πρέπει νά ἀρχίσει νά ισχύει ἀπό τῆς ημερομηνίας πού παρουσιάζεται ἡ αἰσθητή μεταβολή τοῦ κόστους ζωής. Αυτό εξηγεί γιατί εκδίδονται διαδοχικοί κανονισμοί μέ χρονικό σημείο ενάρξεως ἀναδρομικῆς ἰσχύος μεταβλητό καί προσωρινό ὑπό συνθήκες τέτοιες, ώστε παραδείγματος χάριν στην προκειμένη περίπτωση τό προσωπικό δέν έκρινε ὅτι πρέπει νά ἀντιδράσει ἀμέσως κατά τήν έκδοση τῶν εκκαθαριστικών σημειωμάτων ἀποδοχών τοῦ Ἰανουαρίου 1976, ἐνῶ επρόκειτο νά ἀρχίσουν διαπραγματεύσεις, οἱ όποῖες θά είχαν ὡς ἀντικείμενο ἰδίως τό θέμα τῆς ἀναδρομικής ἰσχύος. Στην προκειμένη περίπτωση δέν υπάρχει διαφορά ὡς προς τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, δεδομένου ὅτι ἡ αύξηση κατά 6,4 % δέν παρουσιάζει πρόβλημα. Μεταξύ τῶν διαδίκων υπάρχει διαφορά ὡς πρός τήν διάρκεια τῆς ἀναδρομικής Ισχύος καί, ὡς πρός τό σημείο αὐτό, φαίνεται ὅτι τό Συμβούλιο έλαβε ἀπόφαση βασιζόμενο στην πρόθεση νά πραγματοποιήσει οικονομίες, πράγμα πού δέν συμβαδίζει μέ τό πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ. Τέλος, ἡ έγκριση των εκπροσώπων τοῦ προσωπικού δέν δεσμεύει τόν προσφεύγοντα, πολύ περισσότερο διότι ἐδέχθησαν νά διαπραγματευθούν βάσει συμβιβαστικῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία δέν είναι ποτέ τελική. Ἔτσι, στην αιτιολογική ἔκθεση τῆς προτάσεως κανονισμοί) πού υπέβαλε ἡ Ἐπιτροπή στίς 10 Νοεμβρίου 1978, αυτή ἡ ἰδία ἐτόνιζε: «ή Ἐπιτροπή ὀφείλει τελικῶς νά πληροφορήσει τό Συμβούλιο ὅτι οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικού ἐζήτησαν ημερομηνία ενάρξεως ισχύος προηγουμένη τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1978».
Στόν ἰσχυρισμό τῆς Ἐπιτροπής, σύμφωνα μέ τόν ὁποιο τό αἴτημα πού ἀφορᾶ τό ειδικό κόστος ζωής στην Varese δέν στηρίζεται σέ κανένα ἀπό τους επικαλούμενους λόγους, ὁ προσφεύγων ἀντιτάσσει ὅτι μιά προσφυγή ἀποτελεί ἑνιαίο σύνολο καί ὅτι οἱ λόγοι πρέπει νά ἀλληλοσυμπληροῦνται· ὅσον άφορα τό αἴτημα αυτό ὁ τρίτος λόγος είναι πλήρως σαφής: ἀνεφέρεται συγχρόνως στά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοί) καί στην ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως διακρίσεων. Ὅσον άφορᾶ, ἐξ άλλου, τά πραγματικά περιστατικά πού στηρίζουν τόν λόγο αυτό, ἡ Ἐπιτροπή γνωρίζει καλλίτερα ἀπό κάθε άλλο τό πρόβλημα αυτό, διότι ἐπεφορτίσθη νά υποβάλει προτάσεις στό Συμβούλιο καί επειδή ἀνεφέρθη στην έκθεση τῆς Στατιστικής Υπηρεσίας. Δέν είναι δυνατόν νά ἀντληθεί ἐπιχείρημα ἀπό τό γεγονός ὅτι, μέ ἀπόφαση πού ελήφθη τό 1968, τό Συμβούλιο ἀπεφάσισε ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογῆς πού ἀναφέρεται σέ συγκεκριμένη χώρα καθορίζεται ἀναλόγως πρός τό κόστος ζωής στην πρωτεύουσα τῆς χώρας. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ κανονισμού εἶναι κατηγορηματική: ἀφορᾶ τους τόπους υπηρεσίας. Πράγματι, δέν εἶναι πιό δύσκολο νά γίνουν υπολογισμοί τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά 150 έδρες ἀπ᾽ ὅ,τι γιά ένα ἀριθμό χωρών, στόν όποιο δέν περιλαμβάνονται μόνον κράτη μέλη, άλλά καί ἡ Ἐλβετία, οἱ Ἡνωμένες Πολιτείες καί τό Ἰσραήλ... Τέλος, υπάρχει διαφορά μεταξύ εδρῶν. Ἀκόμη καί ἄν θά έπρεπε νά γίνει συνολικός υπολογισμός γιά τίς έδρες μέ λίγους μονίμους ἡ μή υπαλλήλους, δέν είναι δυνατόν νά συμβεί τό ἴδιο γιά τό Κέντρο τῆς Ispra ὅπού υπηρετούν άνω των 1700 προσώπων.
Δέν ευσταθεί ὁ ισχυρισμός ὅτι μέχρι πρό τίνος τό κόστος ζωής στην Ρώμη ήταν υψηλότερο. Ἀναφερόμενος σέ στοιχεία τοῦ δείκτου τιμών καταναλώσεως τοῦ Κεντρικού Ἰνστιτούτου Στατιστικής τῆς Ρώμης, ὁ προσφεύγων πιστεύει ὅτι δύναται νά ἀποδείξει ὅτι ἀπό τό 1961 οἱ τιμές στην Varese ήταν πάντοτε υψηλότερες ἀπό τίς τιμές στην Ρώμη. Ἐν πάση περιπτώσει, ὁ προσφεύγων θεωρεί ὅτι οἱ διάδικοι ὀφείλουν νά ἀπαντήσουν στά ερωτήματα πού τό Δικαστήριο θά κρίνει ὅτι πρέπει νά τους θέσει ἡ ὅτι τό Δικαστήριο θά πρέπει νά ζητήσει σέ ένα ἡ περισσοτέρους πραγματογνώμονες νά τό διαφωτίσουν ἐπί τοῦ θέματος.
Ὅσον ἀφορᾶ τόν τρίτο λόγο, ὁ προσφεύγων ἀναφέρει ὅτι πράγματι έχει ζητήσει τήν μή εφαρμογή τοῦ κανονισμού μέ τό δεύτερο αἴτημά του. Ἐπί πλέον, δέν περιορίζεται νά προσάψει στην Ἐπιτροπή ὅτι ἐφήρμοσε τόν κανονισμό 3087/78, άλλά καί τό γεγονός ὅτι πρότεινε στό Συμβούλιο τό ἴδιο τό κείμενο πού αυτό τελικῶς ἐθέσπισε. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται γιά αυτοτελή παράνομη συμπεριφορά, δεδομένου ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν δύναται νά επικαλεσθεί τό γεγονός ὅτι δέν ἠδύνατο νά πράξει άλλως, παρά νά εφαρμόσει τόν κανονισμό· ἀκόμη περισσότερο δέν εἶναι δυνατόν νά μή ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ὅτι έχει ἰδία εὐθύνη γιά τήν επεξεργασία τῶν κανονισμών καί ὅτι ἠδύνατο νά φέρει τήν διαφορά ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, πράγμα πού είχε ήδη πράξει στίς υποθέσεις 81/72 (Recueil 1973, σ. 575), 70/74 (Recueil 1975, σ. 795) καί 59/81 (πού δέν έχει ἀκόμα δημοσιευθεί στην Συλλογή).
Όσον άφορᾶ τόν τέταρτο λόγο, ἡ υπόθεση Bode δέν έχει καμμία σχέση μέ τήν ὑπό κρίση υπόθεση: στην υπόθεση αυτή, οἱ προσφεύγοντες ἐζητοῦσαν νά τους εξασφαλίσει τό καθ' οὗ ἡ προσφυγή ὄργανο κατά τῶν συνεπειών ἑνός νομισματικοί) μέτρου πού εἶχε λάβει τό κράτος καταγωγῆς τους.
3.
Μέ τό υπόμνημα ἀνταπαντήσεως, ή Ἐπιτροπή υπενθυμίζει ὅτι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογῆς πού άρχισε νά ισχύει την 1η Ἰανουαρίου 1978 καθωρίσθη βάσει στοιχείων πού εἶχαν προσαρμοσθεί ἐν σχέσει πρός τά στοιχεία πού ἐχρησιμοποιήθησαν κατά τόν καθορισμό τῶν συντελεστῶν ἀναπροσαρμογῆς γιά τίς προηγούμενες περιόδους. Ή μεταρρύθμιση αύτη συνιστᾶ συνεπώς πρόοδο, πράγμα πού δέν σημαίνει βεβαίως ὅτι οἱ συντελεστές πού καθω-ρίσθησαν σέ διαφορετικό ὕψος κάθε φορά μεταξύ 1ης Ἰανουαρίου καί 31ης Δεκεμβρίου 1977 πρέπει νά θεωρηθοῦν ως μή σύμφωνοι πρός τό άρθρο 65, παράγραφος 2. Ἀντιθέτως, υπενθυμίζεται ὅτι τόν Μάιο 1976, ἡ Στατιστική Υπηρεσία προέβη, μετά ἀπό αίτηση τῆς Ἐπιτροπής, σέ έρευνα ἐπί των τιμών στην επαρχία Varese. Ἀπό την έκθεση τῆς Υπηρεσίας αυτής συνάγεται ὅτι ἀπό τήν διαφορά τοῦ 8,5 ο/ο πού ὑπήρχε μεταξύ τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία, ὅπως ὑπελογίσθη γιά τήν Varese (121,5 έναντι 100 γιά τίς Βρυξέλλες) καί τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία πού καθώρισε τό Συμβούλιο (112,04 έναντι 100 γιά τίς Βρυξέλλες), τό 6,7 % ὠφείλετο στην διαφορετική εξέλιξη τοῦ κόστους ζωής στην Ἰταλία καί στό Βέλγιο ἀπό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1975 έως τόν Ἰούνιο τοῦ 1976. Στίς 30 Δεκεμβρίου 1976, τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 3077/76 (JO L 359, σ. 1), μέ τόν όποιο ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία καθωρίσθη μέ έναρξη Ισχύος τήν 1η Ἰουλίου 1976, σέ 189,3 γιά τήν Ἰταλία έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο. Ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά τίς Βρυξέλλες καθωρίσθη σέ 120,1 ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1977. Ό συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού καθώρισε τό Συμβούλιο ἀπό 1ης Ἰουλίου 1976 σέ 189,3 ἡ 119,96 γιά τόν συντελεστή βάσεως, γιά τίς Βρυξέλλες = 100, δέν ἀπείχε ἑπομένως παρά μόνον κατά 1,3 % ἀπό τόν συντελεστή πού ὑπελογίσθη ἀπό τήν Στατιστική Υπηρεσία γιά τήν Varese. Ἄν συνεπώς ὁ προσφεύγων θεωρεί ὅτι ὁ καθορισμός τῶν συντελεστῶν ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία εἶναι παράνομος, θά πρέπει νά ζητήσει ὄχι τήν ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 ἀναδρομική εφαρμογή τοῦ συντελε-στοῦ ἀναπροσαρμογής πού ἤρχισε νά ἰσχύει ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978, ἀλλά νά ζητήσει τόν καθορισμό τεσσάρων νέων συντελεστῶν, οἱ όποιοι θά πρέπει νά υπολογισθούν βάσει τῶν τεσσάρων ερευνών τιμών πού ἀντιστοίχως έχουν διεξαχθεί βάσει τῶν δεδομένων πού ήταν διαθέσιμα τήν 1η Ἰανουαρίου καί τήν 1η Ἰουλίου 1976 καί 1977. Ἐπιβάλλεται επίσης, γιά λόγους ἀρχής, νά διαμορφωθούν τέσσερα ἀναλογικά πρότυπα, στηριζόμενα στά ἀποτελέσματα τῶν τεσσάρων ερευνών «οικογενειακοί προϋπολογισμοί τῶν υπαλλήλων» πού διεξήχθησαν βάσει τῶν δεδομένων πού ήταν διαθέσιμα κατά τίς ἀναφερθείσες ημερομηνίες. Ό συντελεστής πού καθώρισε τό Συμβούλιο μέ τους κανονισμούς 3084 καί 3087/78 εἶναι τό ἀποτέλεσμα συμβιβασμοί), ὁ όποιος περιλαμβάνει τόσο τό μέγεθος τῆς αυξήσεως πού έγινε, ὅσο καί τήν ημερομηνία τῆς θέσεως σέ ἰσχύ.
Ὅσον άφορα τόν δεύτερο λόγο, δίδοντας γιά πρώτη φορά μέ τήν απάντηση του νομική βάση στό αίτημα, μέ τό όποιο ζητείται νά ληφθεί ύπ' όψη τό ειδικό κόστος ζωής στην επαρχία Varese, ὁ προσφεύγων παραγνωρίζει ὅτι τό άρθρο 42, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας ἀπαγορεύει τήν προβολή νέων ισχυρισμών κατά τήν διάρκεια τῆς δίκης. Γιά τόν λόγο αυτό, ἡ Ἐπιτροπή ἀντιπαραθέτει, επικουρικώς, ὅτι οἱ ἀριθμοί πού προσεκόμισε ὁ προσφεύγων δέν εἶναι καθόλου ἀκριβεῖς. Ὅσον άφορᾶ τους δείκτες τιμών γιά τήν Ρώμη καί τήν Varese ἀφοροῦν τά έτη 1966, 1970 καί 1976 χωρίς νά διευκρινίζεται ἄν πρόκειται γιά δείκτες πού ἀφοροῦν τό ἑκάστοτε έτος ἡ γιά τόν μέσο δείκτη τῆς περιόδου πού προηγεῖται τοῦ συγκεκριμένου έτους. Ἡ Ἐπιτροπή ἀναφέρεται στους πίνακες πού συνέταξε ἡ Στατιστική Υπηρεσία τήν 1η Ἰουνίου κάθε έτους γιά τό κόστος ζωής ἀντιστοίχως στίς Βρυξέλλες, στην Ρώμη καί στην Varese κατά τήν περίοδο 1970-1981. Ἀπό τους πίνακες αυτούς συνάγεται ὅτι μετά ἀπό μικρή αύξηση στην Varese κατά τό 1971, τό κόστος ζωής εἶχε αυξηθεί περισσότερο στην Ρώμη κατά τό 1972 καί 1973 καί κατόπιν ἐμειώθη ἐν σχέσει πρός τήν Varese μεταξύ 1974 καί 1979· ἀπό τό 1979 ή αύξηση τοῦ κόστους ζωής εἶναι ἐκ νέου μεγαλυτερα στην Ρώμη. Ἄν ληφθεί ὑπ' ὄψη ή ὑπό κρίση περίοδος, ἡ συνολική αύξηση τοῦ κόστους ζωής ήταν κατά 3,71 ο/ο μεγαλύτερα στην Varese ἐν σχέσει πρός τήν Ρώμη, δηλαδή κατά μέσο ὅρο 0,33 ἐτησίως. Ή διαφορά εἶναι τόσο ἀσήμαντη, ώστε ἀρκεῖ νά συνεχισθεί μέχρι τόν Ἰούνιο τοῦ 1983 ἡ τάση πού παρατηρείται κατά τά δύο τελευταία έτη — δηλαδή ἡ κατά 1,8 % μεγαλυτερα αύξηση τοῦ κόστους ζωής στην Ρώμη — γιά νά επέλθει, μαθηματικῶς, ἰσότης μεταξύ τοῦ κόστους ζωής στην Ρώμη καί στην Ispra γιά τήν περίοδο ἀπό τοῦ Ἰουνίου 1970 μέχρι Ἰουνίου 1983. Γενικότερα, ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι ἡ εξουσία ἐκτιμήσεως πού διαθέτει τό Συμβούλιο, ἐν ὄψει μιᾶς πολύπλόκου οικονομικής καταστάσεως, τοῦ επιτρέπει νά κρίνει ὅτι ή μεταβολή στό κόστος ζωής, τῆς τάξεως πού διεπιστώθη στην προκειμένη περίπτωση, δέν συνιστά «αἰσθητή» μεταβολή κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού.
Όσον άφορᾶ τόν τρίτο λόγο, υπάρχουν δύο δυνατότητες. Ή γίνεται δεκτός ὁ πρώτος λόγος καί συνεπῶς κηρύσσεται ἀνεφάρμοστος ὁ κανονισμός 3087/78 καί στην περίπτωση αυτή ὁ τρίτος λόγος καθίσταται άνευ ἀντικειμένου, διότι εναπόκειται στην Ἐπιτροπή, ἀφοῦ θεσπισθεί νέος κανονισμός πού θά εκδοθεί πρός εκτέλεση τῆς ἀποφάσεως, νά καταβάλει στόν προσφεύγοντα τίς καθυστερούμενες ἀποδοχές πού ἀντιστοιχούν στον νέο συντελεστή ἀναπροσαρμογής τόν εφαρμοζόμενο γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου 1977. Ή ὁ πρῶτος λόγος θά κηρυχθεί ἀβάσιμος καί θά επιβεβαιωθεί ἡ νομιμότης τοῦ κανονισμού 3087/78: στην περίπτωση αυτή εἶναι αυτονόητο ὅτι ἡ εφαρμογή ἑνός κανονισμού, τοῦ ὁποίου έχει ἀναγνωρισθεί ή νομιμότης ἡ τό γεγονός ὅτι έγινε πρόταση θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ στό Συμβούλιο, δέν συνιστά παράνομη πράξη καταλογιστέα στην Ἐπιτροπή. Στην πραγματικότητα, δέν ἀπεδείχθη ἡ ύπαρξη αιτιώδους συναφειας μεταξύ τῆς ἐν λόγω παρανόμου συμπεριφοράς καί τῆς επικαλούμενης ζημίας, δεδομένου ὅτι οἱ εκπρόσωποι τοῦ προσωπικοῦ ἀπεδέχθησαν ὡς χρονικό σημείο ενάρξεως ἰσχύος τοῦ νέου συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής τήν 1η Ἰουλίου 1977 καί δεδομένου ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπής τῶν Μονίμων Ἀντιπροσώπων τους ἐπληροφόρησε ὅτι, κατ' αυτόν, μιά τροποποιημένη πρόταση μέ τήν ὁποία θά καθορίζεται ὡς ημερομηνία ενάρξεως ισχύος ἡ 1η Ἰουλίου 1977 δέν εἶχε καμμία δυνατότητα νά γίνει δεκτή. Τέλος, δέν εναπόκειται βεβαίως στην Ἐπιτροπή νά ἀσκήσει προσφυγή κατά τοῦ Συμβουλίου επειδή ὁ κανονισμός 3087/78 εἶναι παράνομος. Είναι ἐξ άλλου ἀδιανόητο νά ἀσκήσει ἡ Ἐπιτροπή προσφυγή ἀμφισβητώντας τήν νομιμότητα κανονισμού, ὁ όποιος εἶναι σύμφωνος πρός τήν πρόταση πού υπεβλήθη πρός θέσπιση του.
Ἐν σχέσει πρός τόν τέταρτο λόγο, ἡ Ἐπιτροπή ἀναφέρεται στά επιχειρήματα πού προέβαλε πρός ἀντίκρουση τοῦ προηγουμένου λόγου. Όσον ἀφορᾶ τό πεδίον εφαρμογής τοῦ καθήκοντος ἀρωγής, μέ τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως 178/80 Bellardi-Ricci (Συλλογή 1981, σ. 3187) τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι «ἀρκεῖ νά τονισθεί ὅτι ή διάταξη (άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ) άφορᾶ την υπεράσπιση τῶν υπαλλήλων ἐκ μέρους τοῦ ὀργάνου κατά πράξεων τρίτων καί ὄχι κατά πράξεων τοῦ Ιδίου ὀργάνου, ὁ έλεγχος τῶν ὁποίων διέπεται ἀπό άλλες διατάξεις τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων». Ἐξ άλλου, τά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ επιτρέπουν ἐν προκειμένω τόν έλεγχο τῆς νομιμότητος τῆς ἀναφερθείσης προτάσεως χωρίς νά παρίσταται ἀνάγκη προσφυγής στην ἔννοια τοῦ καθήκοντος ἀρωγής.
ΙV — Προφορική διαδικασία
Κατά τήν συνεδρίαση τῆς 15ης Ἰουλίου 1982, οἱ διάδικοι ἀνέπτυξαν προφορικά τίς παρατηρήσεις τους.
Ό γενικός εἰσαγγελεύς ανέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν συνεδρίαση τῆς 30ής Σεπτεμβρίου 1982.
Σκεπτικό
1
Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου, στίς 11 Όκτωβρίου 1979, ὁ Battaglia, μόνιμος υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπής, υπηρετών στό Κοινό Κέντρο Ἐρευνῶν τῆς Ispra Ἰταλίας, ἤσκησε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων (ἐφ' έξῆς: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως), προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητεί νά ἀναγνωρισθεί ὅτι δέν δύναται νά έχει εφαρμογή ἐπ' αὐτοῦ ὁ κανονισμός 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού εφαρμόζεται ἐπί τῶν ἀποδοχών καί συντάξεων τῶν μονίμων καί μή μονίμων ὑπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων πού υπηρετούν ἡ διαμένουν στην Ἰταλία (JO L 369, σ. 10).
2
Μέχρι τό τέλος τοῦ 1978, ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ὥριζε ὅτι οἱ ἀποδοχές τοῦ υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα καί εφαρμόζεται ἐπ' αυτών συντελεστής ἀναπροσαρμογής υψηλότερος, κατώτερος ἡ ἴσος πρός τό 100, ἀνάλογα μέ τίς συνθήκες ζωής στους διαφόρους τόπους ὑπηρεσίας.
3
Ἀπό τό 1975, οἱ υπάλληλοι πού υπηρετούν στό Κοινό Κέντρο Ἐρευνών τῆς Ιspra παρεπονοῦντο στην Ἐπιτροπή ὅτι τό κόστος ζωής στην Ἰταλία εἶχε αυξηθεί αισθητά καί γιά τόν λόγο αὐτό ἐζήτησαν ἀναθεώρηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία. Παρεπονοῦντο ειδικότερα ὅτι, κατ' αυτούς, τό κόστος ζωής στην επαρχία Varese ήταν υψηλότερο ἀπό εκείνο τῆς Ρώμης καί ἐζήτουν επιμόνως νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ διαφορά αύτη γιά τόν καθορισμό τοῦ εφαρμοστέου ἐπί τῶν ἀποδοχών τους συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής.
4
Κατά τά έτη 1976, 1977 και 1978 ἔγιναν τεχνικῆς φύσεως διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων τοῦ προσωπικοί), τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου, χωρίς ὅμως νά επιτευχθεί συμφωνία ούτε ὡς πρός τήν τροποποίηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής οὔτε ως πρός την ἡμερομηνία ἀπό τήν ὁποία επρόκειτο νά ἀρχίσει ἡ εφαρμογή τοῦ νέου συντελεστοῦ. Ἐν τω μεταξύ, μέ διαδοχικούς κανονισμούς, τό Συμβούλιο ὥρισε ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 σέ 176,6 τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο, ἀπό 1ης Ἰουλίου 1976 σέ 189,3 έναντι 157,8 γιά τό Βέλγιο, ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1977 σέ 120 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο, ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1977 σέ 132,1 έναντι 104,5 γιά τό Βέλγιο καί ἀπό 1ης Ἰουλίου 1977 σέ 130,2 έναντι 100 γιά τό Βέλγιο. Οἱ περισσότεροι ἀπό τους ἐν λόγω κανονισμούς εἶχαν έξι μηνῶν περίπου ἀναδρομική ἰσχύ.
5
Στίς 26 Ἰουνίου 1978, τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 1461/78 (JO L 176, σ. 1), μέ τόν όποιο ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία καθορίσθη σέ 137,6 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο. Στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ διευκρινίζεται ὅτι «ἀπόφαση ἐπί τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς σχετικά μέ τήν διόρθωση τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής γιά τρεις χώρες υπηρεσίας θά ληφθεί μόνο βάσει μελέτης πού ἀνέλαβε νά καταρτίσει ἡ Ἐπιτροπή».
6
Στίς 10 Νοεμβρίου 1978, μετά νέα έρευνα πού διενήργησε ἡ Στατιστική Ὑπηρεσία τῶν Κοινοτήτων καί συζητήσεις μεταξύ τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ Συμβουλίου, ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε πρόταση στό Συμβούλιο κατά τήν οποία ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία έπρεπε νά καθορισθεί ἀναδρομικώς ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978 σέ 146,4 έναντι 102,3 γιά τό Βέλγιο. Τήν πρόταση αύτη ἀκολούθησε ἡ έκδοση ἀπό τό Συμβούλιο τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978 (JO L 369, σ. 10). Τήν ἴδια ήμερα, τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό 3084/78 (JO L 369, σ. 1), περί καθορισμοί) τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν Ἰταλία σέ 146,8 έναντι 100 για τό Βέλγιο ἀπό 1ης Ἰουλίου 1978.
7
Τό ενδιαφερόμενο προσωπικό επέκρινε τόν κανονισμό 3087/78, ἐπειδή ὁ τελευταίος καθώρισε συντελεστή ἀναπροσαρμογής σέ ὕψος γιά τό όποιο δέν ελήφθη ὑπ' ὄψη τό κόστος ζωής στην Varese καί ἡ ἀναδρομική ἰσχύς άρχιζε μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978.
8
Τόν Ἰανουάριο 1979, ἡ Ἐπιτροπή προέβη στην εξόφληση τῶν καθυστερουμένων ἀποδοχῶν, ὅπως προέκυπταν ἀπό τους κανονισμούς 3087/78 καί 3084/78.
9
Μέ δύο ενστάσεις πού ὑπέβαλε στήν Ἐπιτροπή στίς 26 Μαρτίου καί στίς 6 Ἀπριλίου 1979 δυνάμει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως, ὁ προσφεύγων ἐζήτησε ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα, ὥστε νά αντισταθμίσει τήν ἀπώλεια τῆς ἀγοραστικής του δυνάμεως γιά τά έτη 1976 καί 1977.
10
Μέ εγκύκλιο τῆς 12ης Ἰουλίου 1979, ἡ Ἐπιτροπή ἀπέρριψε τίς ἐν λόγω ενστάσεις.
11
Κατόπιν αὐτοῦ, ὁ προσφεύγων ἤσκησε τήν παροῦσα προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητεί: τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς πεοί διακανονισμοῦ των καθυστερουμένων ποσών τῶν ἀποδοχών τοῦ προσφεύγοντος μέ τήν ὁποία τά περιώρισε μόνον ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1978 καί χωρίς νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη τό ειδικό κόστος ζωής στην επαρχία Varese· νά ἀναγνωρισθεί ὅτι δέν δύναται νά ἔχει εφαρμογή ὁ κανονισμός 3087/78 ἐπί τοῦ προσφεύγοντος στόν βαθμό πού περιορίζει τήν ἀναδρομική ἰσχύ του στην 1η Ἰανουαρίου 1978 καί νά υποχρεωθεί ἡ Ἐπιτροπή νά καταβάλει στόν προσφεύγοντα ως ἀποζημίωση, εντόκως, ποσό ὑπολογιζόμενο ὡς ἄν ἴσχυε ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976 ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται τώρα.
Ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ
12
Ή Ἐπιτροπή ισχυρίζεται ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀπαράδεκτη διότι ἡ εκκαθάριση τῶν καθυστερουμένων ποσών πού ἔγινε τόν Ἰανουάριο 1979 ήταν βεβαιωτική των μηνιαίων ἐκκαθαρίσεων ἀποδοχών πού έγιναν κατά τά έτη 1976 καί 1977 καί κατά συνέπεια δέν ἀποτελεί πράξη δυναμένη νά προσβληθεί αυτοτελώς, δεδομένου μάλιστα ὅτι δέν υπεβλήθη εμπροθέσμως ένσταση κατά τῶν εκκαθαρίσεων ἀποδοχών γιά τά ἐν λόγω έτη.
13
Ἐν ὄψει τῶν περιστατικών τῆς παρούσης υποθέσεως, ἡ ένσταση τῆς Ἐπιτροπής δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Πράγματι, μολονότι πρέπει νά διαφυλαχθεί ἡ εφαρμογή τῆς διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού προβλέπει προηγουμένη υποβολή διοικητικής ενστάσεως εντός σχετικά βραχείας προθεσμίας, πρέπει νά ληφθεῖ ὑπ' ὄψη ὅτι, λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ἀπό πολλούς μήνες διεξήγοντο συνομιλίες μεταξύ τοῦ Συμβουλίου, τῆς Ἐπιτροπῆς καί τῶν ἀντιπροσωπευτικών τοῦ προσωπικοῦ ὀργανώσεων, ὁ προσφεύγων ἠδύνατο εὐλόγως νά ἀναμένει τήν έκβαση τῶν συνομιλιών αυτών, προτοῦ ἀρχίσει νά ἀνησυχεί γιά τό ενδεχομένως ἀρνητικό ἀποτέλεσμά τους ἐπί τῶν ἀποδοχών του. Συγκεκριμένα, οἱ κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου περί προσαρμογής τῶν συντελεστῶν ἀναπροσαρμογῆς εκδίδονται μέ κάποια καθυστέρηση καί συνεπώς έχουν συνήθως ἀναδρομική ισχύ, χωρίς πάντως νά εἶναι δυνατό νά προβλεφθεί ἡ διάρκεια της. Τό ἴδιο τό Συμβούλιο άλλωστε, μέ τίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοί) 1461/78, ἀνεγνώρισε ὅτι ἡ προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού προβλέπει ὁ ἐν λόγω κανονισμός γιά τρεις χώρες υπηρεσίας, δέν έχει ὁριστικό χαρακτήρα.
14
Συνέπεια ενδεχομένης ἀποδοχής τῆς ἀπόψεως τῆς Επιτροπής θά ήταν ὅτι ὁ υπάλληλος, πού θεωρεί ὅτι βλάπτεται ἀπό τήν καθυστέρηση τοῦ Συμβουλίου νά προσαρμόσει τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής, θά έπρεπε ὄχι μόνο νά υποβάλει σειρά ενστάσεων πού θά ἐκάλυπταν πιθανώς πολλά έτη, ἀλλ' ἐπί πλέον νά ἀσκήσει καί σειρά προσφυγών ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, άλλως θά ἐξέπιπτε τοῦ οικείου δικαιώματος. Ή άποψη αὐτή δύναται νά γίνει δεκτή. Οἱ περιστάσεις τῆς υποθέσεως 15/73 (Kortner, Recueil 1974, σ. 177), στην ὁποία ἡ Ἐπιτροπή στηρίζει τήν άποψη της, σέ καμία περίπτωση δέν ὁμοιάζουν μέ τίς περιστάσεις τῆς παρούσης υποθέσεως.
15
Ὡς πρός τήν δεύτερη ένσταση πού προέβαλε ἡ Ἐπιτροπή γιά τό αίτημα ἀποζημιώσεως, ἀρκεῖ ἡ διαπίστωση ὅτι τό παραδεκτό τοῦ αιτήματος περί ἀκυρώσεως συνεπάγεται καί τό παραδεκτό τοῦ πρώτου, ὅταν πρόκειται, ὅπως ἐν προκειμένω, γιά αιτήματα πού συνδέονται στενά μεταξύ τους.
16
Ἑπομένως, ἡ προσφυγή εἶναι παραδεκτή.
Ἐπί τῆς ουσίας
17
Όσον άφορα τό ζήτημα τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στους υπαλλήλους πού υπηρετούν στην Ispra, ὁ προσφεύγων επιδιώκει δύο σκοπούς: Πρώτον, νά επιτύχει τήν ἀναθεώρηση τοῦ ύψους τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος κατ' αυτόν πρέπει νά υπολογίζεται μέ βάση τό κόστος ζωής, στόν τόπο ἀκριβώς ὅπού υπηρετεί ὁ υπάλληλος, στην συγκεκριμένη δηλαδή περίπτωση στην επαρχία Varese, καί ὄχι αυτομάτως στην πρωτεύουσα τῆς ἀντίστοιχης χώρας. Συγκεκριμένα, στην παρούσα υπόθεση ὁ προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι τό κόστος ζωῆς στην επαρχία Varese ήταν αισθητά υψηλότερο εκείνου τῆς Ρώμης κατά τά έτη 1976 μέχρι 1978. Δεύτερον, ὁ προσφεύγων ζητεί ὅπως ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογῆς γιά τήν Ἰταλία, ὁ όποιος καθωρίσθη σέ 146,4 μέ τόν κανονισμό 3087/78, νά εφαρμοσθεί ἀναδρομικῶς ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976.
18
Ό προσφεύγων ἀμφισβητεί τά καθυστερούμενα ποσά τῶν ἀποδοχῶν του πού ἐξωφλήθησαν σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 3087/78, ὁ όποιος κατ' αὐτόν παραβιάζει τά άρθρα 64 καί 65 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως πού ἀφορούν τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής, τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ περί τοῦ καθήκοντος ἀρωγής τῆς Ἐπιτροπῆς έναντι τῶν υπαλλήλων της, τήν ἀρχή περί ἀπαγορεύσεως τῶν δυσμενών διακρίσεων καί τους κανόνες πού επιβάλλουν τήν τήρηση ουσιωδών τύπων.
19
Κατ' ἀρχάς, ὁ προσφεύγων ἀναπτύσσει τό σημείο πού άφορᾶ τόν κανονισμό 3087/78, ὁ όποιος παραβιάζει τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως κατά τοῦτο: ὅτι οἱ έρευνες τῆς Στατιστικῆς Υπηρεσίας τῶν Κοινοτήτων, πού ἀποσκοποῦν στόν καθορισμό τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογῆς, διενεργήθησαν ἐν ἀναφορᾶ πρός τίς συνθῆκες ζωῆς στην πρωτεύουσα καί ὄχι στόν τόπο υπηρεσίας πού εἶναι ἡ επαρχία Varese.
20
Πρέπει νά σημειωθεί ὅτι στό παρελθόν τό Συμβούλιο ερμήνευσε τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως ὑπό τήν έννοια ὅτι τούτο δέν ὥριζε κατ' ἀνάγκη ως τόπο υπηρεσίας τήν πρωτεύουσα τῆς χώρας υπηρεσίας, άλλά τόν κατά περίπτωση ἀκριβή τόπο υπηρεσίας. Ἔτσι, οἱ κανονισμοί 1/67/ΕΚΑΧ, 988/67/ΕΟΚ καί 9/67/ΕΚΑΕ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1967, προέβλεψαν δύο συντελεστές τόσο γιά τήν Γαλλία (130,5 ο/ο γιά τό Παρίσι καί ὁρισμένα διοικητικά διαμερίσματα καί 122,5 ο/ο γιά τήν υπόλοιπη χώρα), ὅσο καί γιά τήν Ἰταλία (114 % γιά τήν Ispra καί 114,5 ο/ο γιά τήν υπόλοιπη χώρα). Μόνο μεταγενέστερα τό Συμβούλιο ἀπεφάσισε νά χρησιμοποιήσει ένα μόνο συντελεστή γιά κάθε κράτος μέλος.
21
Στην πραγματικότητα, τό νέο αυτό σύστημα ευνοεί, στίς περισσότερες περιπτώσεις, τους υπαλλήλους πού δέν διαμένουν στην πρωτεύουσα, δεδομένου ὅτι τό κόστος ζωής σ' αύτη εἶναι γενικά υψηλότερο σέ σχέση μέ τήν επαρχία. Φαίνεται ὅμως ὅτι δέν συμβαίνει αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση τῆς Ἰταλίας, ὅπού τόσο ἡ έρευνα τῆς Στατιστικῆς Υπηρεσίας ὅσο καί τά στοιχεία πού διέθεσε τό Ἰταλικό Ἰνστιτοῦτο Στατιστικῆς ἀποδεικνύουν ὅτι τό κόστος ζωῆς στην Varese είναι υψηλότερο ἀπό εκείνο τῆς Ρώμης.
22
Συγκεκριμένα, ὅπως προκύπτει ἀπό τους ἴδιους τους ἀριθμούς πού ἀνεκοίνωσε ή Ἐπιτροπή, μέ βάση τά ἀποτελέσματα τῆς έρευνας πού διενήργησε ἡ Στατιστική Ὑπηρεσία στην Varese τόν Μάιο 1976, υπολογίζοντας 230 εἴδη εξόδων (μέ εξαίρεση τά ενοίκια, την θέρμανση καί τό ηλεκτρικό ρεῦμα πού ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο νεώτερης έρευνας), τό κόστος ζωής στην ἐν λόγω επαρχία ήταν 7,66 % ὑψηλότερο ἀπό ὅ,τι στην Ρώμη. Μετά τόν συνυπολογισμό τοῦ ἀποτελέσματος της έρευνας σχετικά μέ τά ενοίκια, πού διενεργήθη στην Varese, ἡ διαφορά ἐμειώθη μέχρι 2,76, γεγονός πού ἐξακολουθεί να ἀποτελεῖ αισθητή μεταβολή κατά τό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἐξ άλλου, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν αιτιολογία τῆς προτάσεώς της, πού κατέληξε στόν κανονισμό 3087/78, ἡ Ἐπιτροπή εἶχε καί ἡ ἴδια ἀμφιβολίες ὡς πρός τό κατά πόσον ήταν βάσιμη ἡ ἀποκλειστική αναφορά στό κόστος ζωής τῆς Ρώμης, διατυπώνοντας ὅτι «ή χρησιμοποίηση ἑνός μόνο συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής ἀνά χώρα ὑπηρεσίας, δηλαδή εκείνου τῆς πρωτεύουσας, θέτει τους υπαλλήλους πού υπηρετούν στην Ispra σέ κάπως ειδική κατάσταση: ὅπως προκύπτει ἀπό τά διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, ἡ εξέλιξη τοῦ κόστους ζωῆς στην Ρώμη υπήρξε βραδύτερη ἀπό τήν διαπιστωθείσα στην περιοχή Varese. Ἀπό τά ἀνωτέρω εἶναι δυνατή ἡ συναγωγή τοῦ συμπεράσματος ὅτι τό επίπεδο τῶν τιμών στην Ρώμη εἶναι σήμερα κατώτερο τοῦ τῆς Varese. Τό φαινόμενο αυτό εἶναι σπανιότερο στά λοιπά εννέα κράτη μέλη. Συνεπώς, θά ἠδύνατο νά επινοηθεί μιά ειδική έρευνα τιμών Ispra ἐν οψει τῆς μεγάλης συγκεντρώσεως υπαλλήλων στην ἐν λόγω περιοχή. Ή Ἐπιτροπή πάντως έκρινε ὅτι εἶναι προτιμότερο νά μή καινοτομήσει ἐπί τοῦ θέματος καί νά μή ἀποστεῖ ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τοῦ 1968, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ρητῶς στους δείκτες τιμών τῆς πρωτεύουσας».
23
Ὑπό τίς περιστάσεις αὐτές, καί γιά νά τηρηθεί ὁ κανόνας τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, σύμφωνα μέ τόν όποιο πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ συνθῆκες ζωῆς στους διαφόρους «τόπους υπηρεσίας», ή έκφραση αυτή πρέπει νά νοηθεί ὅτι ἀναφέρεται ὄχι μόνο στίς πρωτεύουσες των κρατών μελών, ἀλλά καί στους ἀκριβείς τόπους ὅπού ἀσκεῖ τήν δραστηριότητά του ένας ἀρκετά σημαντικός ἀριθμός μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων.
24
Ὡς ἐκ τούτου, στά κοινοτικά όργανα εναπόκειται νά καθορίσουν διαφορετικούς συντελεστές ἀναπροσαρμογῆς σέ περιπτώσεις κατά τίς όποιες τό κόστος ζωής σέ κάποιο τόπο υπηρεσίας υπόκειται σέ διακυμάνσεις μεγαλύτερες ἀπό τίς σημειούμενες στην πρωτεύουσα τοῦ ἐν λόγω κράτους. Κατά συνέπεια, ὁ λόγος πού επικαλείται ó προσφεύγων σχετικά μέ τόν υπολογισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές του, μέ βάση τό κόστος ζωῆς στην επαρχία Varese, πρέπει νά θεωρηθεί ὡς βάσιμος.
25
Ὡς πρός τό ζήτημα τῆς αναδρομικής ισχύος τοῦ κανονισμοί) 3087/78, ὁ προσφεύγων ὑποστηρίζει ὅτι έπρεπε νά ἀρχίσει νά ἐφαρμόζεται ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1976, ἀφοῦ ἀπό τό ἔτος αὐτό ἐσημειώθησαν αισθητές αὐξήσεις τοῦ κόστους ζωής.
26
Πράγματι, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς εκθέσεις τῆς Στατιστικής Υπηρεσίας, τῆς 17ης καί 29ης Ἰουνίου 1976 καί ἀπό τό υπόμνημά τῆς τῆς 17ης Αυγούστου 1976, κατά τό 1976, τό κόστος ζωής τόσο στην Ρώμη ὅσο καί — σέ μεγαλύτερο βαθμό — στην Varese ἐσημείωσε διακυμάνσεις άνω τοῦ 2 ο/ο σέ σχέση μέ τίς Βρυξέλλες.
27
Ἐπ' αὐτοῦ, ἡ Ἐπιτροπή ἀφήνει νά εννοηθεί ὅτι τό άρθρο 65, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα μέ τό όποιο «σέ περίπτωση αἰσθητῆς μεταβολής τοῦ κόστους ζωής τό Συμβούλιο ἀποφασίζει, εντός προθεσμίας 2 μηνῶν κατ' ἀνώτατο ὅριο, μέτρα γιά την προσαρμογή τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής καί κατά περίπτωση γιά τά ἀναδρομικά τους ἀποτελέσματα» πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι παρέχει διακριτική ευχέρεια στό Συμβούλιο νά ἀποφασίζει γιά την ἀναδρομικότητα ἡ μή τῶν μέτρων προσαρμογής τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής.
28
Ή άποψη αύτη δέν δύναται νά γίνει δεκτή. Πράγματι, ἡ διατύπωση τοῦ άρθρου 65, παράγραφος 2, ἀποκλείει οιαδήποτε ἑρμηνεία σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό Συμβούλιο δέν ὑποχρεοῦται νά προσαρμόσει εντός δύο μηνών τους συντελεστές ἀναπροσαρμογής μετά ἀπό κάθε αἰσθητή μεταβολή τοῦ κόστους ζωής. Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι, μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 6ης Όκτωβρίου 1982 (Ἐπιτροπή κατά Συμβουλίου, 59/81, πού δέν ἔχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή), τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ σχετική εξουσία πού διαθέτει τό Συμβούλιο συνίσταται στό νά διαπιστώνει ἄν υφίσταται ἡ ὄχι αἰσθητή άνοδος τοῦ κόστους ζωής καί σέ καταφατική περίπτωση νά συνάγει ἐξ αὐτής τίς συνέπειες. Οἱαδήποτε άλλη ἑρμηνεία εἶναι ἀντίθετη πρός τόν σκοπό τῆς επιδίκου διατάξεως, ὁ ὁποίος συνίσταται στό νά εξασφαλίζει τήν διατήρηση ἴσης ἀγοραστικής δυνάμεως γιά ὅλους τους ὑπαλλήλους, ἀνεξαρτήτως τοῦ τόπου υπηρεσίας τους.
29
Συνεπώς, ὁ λόγος αυτός εἶναι βάσιμος.
30
Ἑπομένως, παρέλκει ἡ εξέταση τῶν λοιπών λόγων πού προβάλλει άλλωστε επικουρικώς ὁ προσφεύγων.
31
Κατά συνέπεια, πρέπει νά ακυρωθοῦν τό εκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχῶν τοῦ προσφεύγοντος γιά τόν Ἰανουάριο 1979, κατά τό μέτρο πού περιορίζεται στην εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, τόσο ὅσον άφορᾶ τό ὕψος τῆς προσαρμογῆς τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς, ὅσο καί τήν ἀναδρομική του ισχύ καί οἱ ἀποφάσεις μέ τίς όποιες ἀπερρίφθησαν οἱ σχετικές ενστάσεις τοῦ προσφεύγοντος. Ό κανονισμός 3087/78 δέν ἐφαρμόζεται ὡς πρός τόν προσφεύγοντα κατά τό μέτρο πού δέν λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη τό κόστος ζωής στην Varese καί περιορίζει τήν έναρξη τῆς ἀναδρομικής ισχύος τῆς προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στην 1η Ἰανουαρίου 1978.
32
Δεδομένου ὅτι προβλέπεται νά λάβουν τά ἁρμόδια θεσμικά όργανα τά ἀναγκαία μέτρα, ώστε νά συμμορφωθούν μέ τήν παροῦσα ἀπόφαση, ἡ εξέταση τοῦ αἰτή-ματὸς περί ἀποκαταστάσεως τῆς οικονομικής ζημίας πού υπέστη ὁ προσφεύγων ἀναβάλλεται σέ ἡμερομηνία πού θά καθορισθεί μεταγενέστερα, ἄν παραστεί ἀνάγκη.
33
Ή Ἐπιτροπή ὀφείλει νά υποβάλει στό Δικαστήριο, πρίν ἀπό τίς 15 Ἰουλίου 1983, έκθεση ἐπί τῶν μέτρων πού έλαβε πρός ἀποκατάσταση τῆς ζημίας τοῦ προσφεύγοντος, ὁ όποιος θά πρέπει νά εἶναι σέ θέση νά ἀπαντήσει σχετικώς.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Ἀκυρώνει τό εκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχῶν τοῦ προσφεύγοντος γιά τόν μήνα Ἰανουάριο 1979, κατά τό μέτρο πού τό ἐν λόγω σημείωμα περιορίζεται στην εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, τόσο ὅσον άφορα τό ὕψος τῆς προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, ὅσο καί τήν ἀναδρομική ἰσχύ του' ἀκυρώνει επίσης τίς ἀποφάσεις μέ τίς όποιες ἀπερρίφθησαν οἱ ενστάσεις τοῦ προσφεύγοντος. Ό κανονισμός 3087/78 δέν εφαρμόζεται ὡς πρός τόν προσφεύγοντα κατά τό μέτρο πού δέν λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψη τό κόστος ζωής στην Varese καί περιορίζει τήν ἔναρξη τῆς ἀναδρομικής ισχύος τῆς προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής στην 1η Ἰανουαρίου 1978.
2)
Ή Ἐπιτροπή ὀφείλει νά γνωστοποιήσει στό Δικαστήριο, πρίν ἀπό τήν 15η Ἰουλίου 1983, τά μέτρα πού θά λάβει γιά νά συμμορφωθεί μέ τήν παροῦσα ἀπόφαση.
3)
Ή εξέταση τοῦ αιτήματος περί αποκαταστάσεως τῆς οἰκονομικής ζημίας τοῦ προσφεύγοντος ἀναβάλλεται σέ ημερομηνία πού θά καθορισθεί μεταγενέστερα, ἄν παραστεί ανάγκη.
4)
Ἐπιφυλάσσεται ὡς πρός τά δικαστικά ἔξοδα.
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 15 Δεκεμβρίου 1982.
Ὁ γραμματεύς κ.ἀ.α
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματεύς
Ὁ πρόεδρος τοῦ πρώτου τμήματος
Α. O'Keeffe
Full & Egal Universal Law Academy