Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 783 καί 786/79
Gerhard Venus και Wolfgang Obert, ἔκτακτοι υπάλληλοι τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, υπηρετούντες στην κοινή επιχείρηση «Joint European Torus (JET) Joint Undertaking», μέ ἕδρα τό Culham (Η Β), εκπροσωπούμενοι καί επικουρούμενοι ἀπό τόν δικηγόρο Ernest Arendt, 34 Β, rue Philippe-Il, Λουξεμ-βοῦργο,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπης τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπουμενης ἀπό τόν νομικό τῆς σύμβουλο Joseph Griesmar, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Oreste Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καί
Συμβουλιου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου ἀπό τόν νομικό του σύμβουλο John Carbery, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Douglas Fontein, διευθυντή τῆς νομικής υπηρεσίας τῆς Ευρωπαϊκής Τραπέζης 'Επενδύσεων, Kirchberg,
καθ᾽ὧν,
πού έχει ως ἀντικείμενο τά αιτήματα πού ἀναπτύσσονται στό κείμενο τῶν προσφυγῶν,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρῶτο τμήμα)
συγκείμενο ἀπό τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe καί Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: F. Capotorti
γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, οἱ προτάσεις καί τά επιχειρήματα τῶν διαδίκων, ὅπως ἀνεπτύχθησαν κατά τήν διάρκεια τῆς γραπτής διαδικασίας, συνοψίζονται ὡς έξης:
I — Πραγματικά περιστατικά καί διαδικασία
Τό νομοθετικό πλαίσιο στό ὁποιο ἐντάσσονται οι παροῦσες υποθέσεις αναλύεται ὡς ακολούθως:
Τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ὅπως 'ίσχυε μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1979, ὥριζε ὅτι «οι ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοί) φράγκου υπολογίζονται βάσει τῶν ισοτιμιῶν πού γίνονται δεκτές ἀπό τό ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) καί ίσχυαν τήν 1η 'Ιανουαρίου 1965». Στίς «ισοτιμίες ΔΝΤ» γίνεται επίσης ἀναφορά, προκειμένου γιά τίς μεταφορές πού προβλέπει τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, οἱ όποιες πραγματοποιοῦνται κατόπιν αιτήσεως τῶν υπαλλήλων πού επιθυμοῦν νά διαθέτουν, πχ. στην χώρα καταγωγῆς τους, ἕνα μέρος τῶν ἀποδοχῶν τους.
Τό σύστημα αυτό εἶχε θεσπισθεί σέ μιά ἐποχή πού οἱ τιμές συναλλάγματος ήταν σταθερές, ἡ δέ εφαρμογή του ἀπεδείχθη Ικανοποιητική ὅσο διετηρεῖτο ἡ ἐν λόγω σταθερότητα. Δυσκολίες ἀνέκυψαν ὅταν άρχισε ἡ διακύμανση τῶν νομισμάτων δηλαδή ἀπό τό 1971 περίπου. Ή λύση πού υἱοθετήθη τήν εποχή ἐκείνη, πρός ἀντιμετώπιση τῆς καταστάσεως, συνίστατο στόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού προβλέπει τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά τρόπο ώστε νά ἀντανακλά ὄχι μόνο τήν ἐξέλιξη τοῦ κόστους ζωής, ἀλλά καί τίς διακυμάνσεις τῶν νομισμάτων. Φυσικά, ή λύση συνίστατο σέ μείωση τοῦ συντελεστοῦ πού εφαρμόζεται στίς χώρες μέ Ισχυρό νόμισμα καί, ἀντιστρόφως, σέ αύξηση του στίς χῶρες μέ ἀσθενές νόμισμα, ὅπως ἡ 'Ιταλία, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί ἡ 'Ιρλανδία. 'Η νομιμότητα τοῦ ἐν λόγω συστήματος εἶχε ἀμφισβητηθεί ἀπό τόν γενικό εισαγγελέα Mayras στίς προτάσεις του ἐπί τῆς υποθέσεως 26/74 (Gillet, Rec. 1975, σ. 478), γιά τόν λόγο ὅτι, κατά τήν γνώμη του, ἡ σύλληψη καί ἡ διατύπωση τοῦ ἄρθρου 64, προήλθαν ἀπό τήν ἰδέα ὅτι ὁ συντελεστής έπρεπε νά ἀντισταθμίζει ἀποκλειστικά τίς διακυμάνσεις τοῦ κόστους ζωής. Πάντως, τό σύστημα ἀπεδείχθη στην πράξη ικανοποιητικό, σέ ὅ,τι άφορᾶ τους μισθούς, καί δέν επέφερε καμμία τροποποίηση τῶν καθαρών ἀποδοχῶν τῶν υπαλλήλων πού ὑπηρετοῦν έκτός Βελγίου ἡ Λουξεμβούργου, εἴτε τό νόμισμα τῆς χώρας εἶναι ισχυρό εἴτε ἀσθενές.
'Αντίθετα, οἱ μεταφορές πού διενεργούνται ἀπό ὑπαλλήλους πού ὑπηρετοῦν σέ χώρες τό νόμισμα τῶν ὁποίων κατέστη «ἀσθενές» πρός χώρες μέ «ισχυρό» νόμισμα συνωδεύ-οντο ἀπό ένα «συναλλαγματικό όφελος». Ἐξ άλλου, στό μεταφερόμενο τμήμα τῶν ἀποδοχών ἐφηρμόζετο ὁ 'ίδιος συντελεστής ἀναπροσαρμογής μέ εκείνον ὁ όποιος ἐφηρμόζετο ἐπί τοῦ συνόλου τῶν ἀποδοχών (εκείνος δηλαδή πού 'ίσχυε στόν τόπο διορισμού καί ὁ όποιος ελάμβανε ὑπ᾽ ὄψη τίς συγκεκριμένες συνθήκες ζωής στον ἐν λόγω τόπο). Ἕνα δεύτερο συναλλαγματικό ὄφελος προέκυπτε ἀπό τόν συνδυασμό τοῦ ὑψηλοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής τοῦ τόπου κατοικίας καί τῆς πληρωμής στό νόμισμα τῆς έδρας τοῦ ὀργάνου (ὅπως τό επέτρεπε ἀφ᾽ ἑνός τό άρθρο 82 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού άφορᾶ τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής καί ἀφ᾽ ἑτερου τό άρθρο 45 τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως πού άφορᾶ τήν δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών νομισμάτων πληρωμής).
Ή Ἐπιτροπή, σκοπούσα νά θέσει τέρμα στίς ἀνωμαλίες πού προκαλούσε ή διατήρηση, στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, τῆς ἀναφοράς στίς «ισοτιμίες ΔΝΤ», ἐπρότεινε, τήν 1η 'Απριλίου 1977, στό Συμβούλιο μία τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ, ἡ ὁποία προέβλεπε τήν εγκατάλειψη τῶν «ισοτιμιών ΔΝΤ» καί τήν ἀναπροσαρμογή τῶν τιμών συναλλάγματος (JO C 99 τῆς 22ας 'Απριλίου 1977, σ. 5). Γιά τήν ἐν λόγω ἀναπροσαρμογή, προετάθη ὅπως τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει ὅτι οἱ ἀποδοχές «θά υπολογίζονται βάσει τῆς ισοτιμίας (τοῦ νομίσματος πληρωμής) πρός τήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα κατά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1977» (ημερομηνία επιδεχόμενη τροποποίηση τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος). Συγχρόνως, ὡς πρός τίς μεταφορές πού προβλέπει τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VII, προετάθη νά πραγματοποιούνται «βάσει τῆς ἀξίας τῆς ΕΛΜ πού προσδιορίζεται στό άρθρο 63», στά μεταφερόμενα δέ ποσά νά «εφαρμόζεται ὁ συντελεστής πού προκύπτει ἀπό τήν ὑπάρχουσα σχέση μεταξύ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στην ὁποία πραγματοποιείται ἡ μεταφορά καί τοῦ συντελεστοῦ αναπροσαρμογῆς πού ἔχει καθορισθεί γιά τήν χώρα ὅπού υπηρετεί ὁ υπάλληλος».
Τό Συμβούλιο, βάσει τῆς προτάσεως αυτής καί ἀφοῦ ἐζήτησε τήν σχετική γνώμη τῆς Συνελεύσεως καί τοῦ Δικαστηρίου, εξέδωσε, στίς 21 Δεκεμβρίου 1978, τόν κανονισμό 3085/78, ὁ όποιος τροποποιεί τόν κανονισμό 259/68 περί υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων καί τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων, σέ ὅ,τι ιδίως άφορᾶ τίς τιμές συναλλάγματος, πού πρέπει νά χρησιμοποιούνται, τόν κανονισμό 2530/72 καί τόν κανονισμό 1543/73 περί ὁρισμένων εἰδικών μέτρων (JO L 369, σ. 6). Ό κανονισμός αυτός προβαίνει στην ἀναπροσαρμογή τιμών συναλλάγματος πού ἀναφέρονται στό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα μέ τήν ἀκόλουθη μέθοδο ἡ ὁποία έπρεπε νά τεθεί σέ ἐφαρμογή ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979: τό βελγικό φράγκο παραμένει τό νόμισμα στό όποιο εκφράζονται οἱ ἀποδοχές, μετατρέπεται ὅμως, προκειμένου γιά πληρωμές σ' ένα άλλο νόμισμα, «βάσει τῶν τιμών συναλλάγματος πού χρησιμοποιούνται γιά τήν εκτέλεση τοῦ γενικού προϋπολογισμοῦ τῶν Κοινοτήτων κατά τήν 1η 'Ιουλίου 1978». Όσον άφορᾶ τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού πρόκειται νά εφαρμοσθεί ἐπί τῶν μεταφερομένων ποσών, ὁ κανονισμός 3085/78 υἰοθέτησε τήν διατύπωση τῆς προτάσεως τῆς 1ης 'Απριλίου 1977.
Παράλληλα μέ τήν ἀναπροσαρμογή τῶν τιμών συναλλάγματος, έπρεπε νά τροποποιηθούν οἱ τιμές τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού ἀντιστοιχούν στους διαφόρους τόπους διορισμού, έτσι ὥστε κάθε υπάλληλος (ἤ έκτακτος υπάλληλος) πού υπηρετεί έκτός Βελγίου καί Λουξεμβούργου νά διατηρεί τίς ἀποδοχές του, τοῦ 'Απριλίου 1979, στό 'ίδιο επίπεδο μέ τίς ἀποδοχές του τοῦ προηγουμένου μηνός, πράγμα πού είχε γίνει μέ τόν κανονισμό 3086/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσαρμογής τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται ἐπί τῶν ἀποδοχών καί συντάξεων τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιπού προσωπικού τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατόπιν τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀφορούσε τίς χρησιμοποιητέες κατά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (JO L 369, σ. 8) τιμές συναλλάγματος. Ἐφ' ὅσον τόσο τό ἀρχικό στάδιο (τό ὕψος τῶν ἀποδοχών σέ βελγικά φράγκα) μένει ἐξ υποθέσεως σταθερό, σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς πράξεις πληρωμής, ὅσο καί τό τελικό στάδιο (τό ὕψος τῶν ἀποδοχών σέ εθνικό νόμισμα πληρωμής) πρέπει φυσικά νά παραμείνει ἐπίσης σταθερό, εἶναι ἀναγκαίο, κάθε φορά πού τροποποιείται μία ἀπό τίς παραμέτρους πού υπεισέρχονται κατά τήν πληρωμή (τιμή συναλλάγματος), ἡ δεύτερη παράμετρος (συντελεστής ἀναπροσαρμογής) νά προσαρμόζεται έτσι ώστε νά διασφαλίζεται ἡ ἀντικειμενικότητα τῆς ὅλης ενεργείας.
Οἱ προσφεύγοντες, γερμανικής ιθαγενείας, έκτακτοι υπάλληλοι τοῦ Joint European Torus (JET) Joint Undertaking, διαμαρτύρονται γιά τή ζημία πού τους προκαλεί ή νέα ρύθμιση τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 καί ἡ ὁποία συνεπάγεται εἰς βάρος τους αύξηση τοῦ κόστους τῶν πράξεων μεταφορᾶς, πού πραγματοποιούνται βάσει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατόπιν αιτήσεως τους καί μέ τήν μεσολάβηση τοῦ ὀργάνου.
Στίς προσφορές εργασίας πού υπέγραψε στίς 8 Νοεμβρίου καί στίς 13 Δεκεμβρίου 1978 ἀντίστοιχα (πρός τόν Venus) καί στίς 27 'Οκτωβρίου 1978 (πρός τόν Obert) ὁ προϊστάμενος προσωπικού τοῦ «JET», διευκρινί-ζετο ὅτι ἡ προσφερομενη ἀμοιβή ἀνελύετο σέ δύο μέρη, ένα καταβαλλόμενο σέ λίρες στερλίνες στόν τόπο εργασίας, βάσει τῆς σχέσεως £ 1 = 140 BFR καί τό άλλο, τό λεγόμενο μεταφερόμενο μέρος, καταβαλλόμενο σέ γερμανικά μάρκα στην χώρα καταγωγής, βάσει τῆς σχέσεως 1 DM = 13,66 BFR.
Βάσει τῆς νέας ρυθμίσεως, ἡ τιμή συναλλάγματος τοῦ DM σέ σχέση μέ τό BFR ἀπό 12,50 έγινε 15,76 BFR, οἱ δέ μεταφορές ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο, χώρα διορισμοῦ, πρός την Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χώρα καταγωγῆς, πραγματοποιοῦνται ἐφ' έξης βάσει τῆς σχέσεως £ 1 = 6,096 DM, ἐνῶ πρίν ἡ μεταφορά ἐγίνετο βάσει τῆς σχέσεως £ 1 = (140: 13,66 =) 10,24 DM. Έτσι, γιά τήν μεταφορά τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τῶν 1000 DM τό ἀντίτιμο ἀπό £97,57 στερλίνες (ἀντίστοιχες πρός 13660 BFR), πού ήταν τόν Μάρτιο τοῦ 1979, βάσει τῶν παλαιῶν τιμῶν συναλλάγματος ἔγινε τόν 'Απρίλιο £ 164,05 στερλίνες, βάσει τῶν νέων τιμών πού προβλέπει τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως (£ 1 = 3,86 DM) καί τῆς διορθώσεως πού προκύπτει ἀπό τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής στην σχέση μεταξύ τού νέου συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής «Γερμανίας» (98,7) καί τοῦ νέου συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς «Ἡνωμένο Βασίλειο» (62,5).
Στην περίπτωση τοῦ Venus, οἱ μεταφορές τοῦ ὁποίου κατά τόν 'Απρίλιο τοῦ 1979 ἀνῆλθαν σέ 4318,96 DM, ἡ ἐπί πλέον επιβάρυνση ἀνέρχεται σέ
£ 709,38
(ἀντίτιμο τοῦ μεταφερθέντος κατά τόν 'Απρίλιο ποσοῦ)
— £421,40
(ἀντίτιμο τοῦ μεταφερθέντος κατά τόν Μάρτιο ποσοῦ)
£ 287,98
Στήν περίπτωση τοῦ Obert, οἱ μεταφορές τοῦ ὁποίου ἀνέρχονται σέ 4363,03 DM, ή ἐπί πλέον επιβάρυνση ἀνέρχεται σέ
£ 716,61
(ἀντίτιμο τοῦ ποσοῦ κατά τόν 'Απρίλιο)
— £ 425,70
(ἀντίτιμο τοῦ ποσοῦ κατά τόν Μάρτιο)
£ 290,91
Ὁ προϊστάμενος προσωπικού τοῦ «JET Joint Undertaking», μέ εγκύκλιο τῆς 4ης 'Απριλίου 1979, ενημέρωσε τό προσωπικό τῆς Εὐρατόμ καί τοῦ JET ὅτι ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979 άρχεται ἡ Ισχύς νέων κανόνων ὑπολογισμοῦ τοῦ μεταφερομένου μέρους τῶν ἀποδοχών, δηλαδή οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78.
Πρίν κυκλοφορήσει ἡ ἐν λόγω εγκύκλιος, οἱ προσφεύγοντες υπέβαλαν στην 'Επιτροπή τήν ἀπό 26 Μαρτίου 1979 ένσταση. Μέ τήν ἐν λόγω ένσταση, οἱ προσφεύγοντες επεδίωκαν τήν μή ἐφαρμογή τῶν ἀνωτέρω κανονισμών ἡ τουλάχιστον τήν λήψη «τῶν ἐνδεδειγμένων μεταβατικών μέτρων».
Ή 'Επιτροπή ἀπήντησε στίς 12 Ἰουλίου 1979 στους ενδιαφερομένους ὅτι ἀφ' ενός δέν ἠδύνατο, χωρίς νά διαπράξει υπέρβαση εξουσίας, να μή εφαρμόσει κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου πού έχουν τεθεί κανονικώς ἐν ἰσχύι καί ἀφ' ἑτερου, ως πρός τήν ουσία, ὅτι ἐπεδοκίμαζε τίς ἐπελθοῦσες μεταρρυθμίσεις στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
Οἱ παροῦσες προσφυγές ἐπρωτοκολλήθησαν στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 22 'Οκτωβρίου 1979 (στην περίπτωση τῆς προσφυγῆς Venus, 783/79) καί στίς 26 'Οκτωβρίου 1979 (στην περίπτωση τῆς προσφυγῆς Obert, 786/79) ἀντιστοίχως.
Μέ Διάταξη τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1979, τό Δικαστήριο (πρώτο τμῆμα) ἀπεφάσισε νά ἑνώσει καί νά συνεκδικάσει τίς υποθέσεις, πρός διευκόλυνση τῆς διαδικασίας καί πρός έκδοση κοινῆς ἀποφάσεως.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικῆς διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
II — Προτάσεις τῶν διαδίκων
Οἱ προσφεύγοντες ζητοῦν ἀπό τό Δικαστήριο:
1)
Νά ἀκυρώσει ἡ τουλάχιστον νά ἀναγνωρίσει ὅτι δέν έχει ἐφαρμογή ἐπί τῶν προσφευγόντων ἡ ἀπόφαση τοῦ εργοδότου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ τιμή μετατροπῆς τοῦ μεταφερομένου τμήματος τῶν ἀποδοχών τους ὁρίζεται σέ £1 = 6,09 DM
2)
νά ἀποφανθεί, ἀντίθετα, ὅτι ἡ τιμή μετατροπῆς τοῦ ἐν λόγω μεταφερομένου τμήματος παραμένει αὐτή πού καθω-ρίσθη συμβατικῶς μεταξύ τῶν μέρων, δηλαδή £ 1 = (140 :13,60) = 10,24 DM
3)
νά υποχρεώσει τήν Ἐπιτροπή νά ἀποκαταστήσει τήν μισθολογική ἀπώλεια πού υπέστησαν οι προσφεύγοντες ἐκ τῆς επιδίκου κανονιστικής ρυθμίσεως καί ἀπό τῆς ημέρας ἐφαρμογής της
4)
νά καταδικάσει τους καθ' ὧν στά δικαστικά έξοδα.
Ή 'Επιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
1)
νά ἀπορρίψει ὡς ἀπαράδεκτες τίς παρούσες προσφυγές*
2)
επικουρικώς, νά τίς ἀπορρίψει ὡς ἀβάσιμες.
Τό Συμβούλιο, μέ παρεμπίπτον υπόμνημα του, πού κατετέθη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά κηρύξει τίς προσφυγές ἀπαράδεκτες κατά τό μέρος πού στρέφονται εναντίον του.
III — 'Ισχυρισμοί καί επιχειρήματα των διαδίκων
Οἱ προσφεύγοντες ισχυρίζονται ὅτι τά δικαιώματα καί οἱ υποχρεώσεις τους, ὑπό τήν ιδιότητά τους ὡς ἐκτάκτων υπαλλήλων, ἀπορρέουν κυρίως ἀπό τήν σύμβαση προσλήψεως τους καί ὄχι ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (υπόθεση 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου Rec. 1977, σ. 1729).
Οἱ προσφορές εργασίας πού ἀπεδέχθησαν οἱ προσφεύγοντες καθώριζαν ὅτι ἡ τιμή μετατροπής τοῦ τμήματος τῶν ἀποδοχών πού μεταφέρεται στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας εἶναι 1 DM = 13,66 BFR.
Οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 εἶχαν ὡς συνέπεια νά μεταβάλουν μονομερώς τήν συμβατική τιμή μετατροπής καί επομένως ὁ εργοδότης παρεβίασε κεκτημένα ἐκ τῆς συμβάσεως δικαιώματα τῶν προσφευγόντων.
Οἱ προσφεύγοντες υποστηρίζουν ὅτι εγκατέλειψαν τίς ἐργασίες τους καί τίς οικογένειές τους στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, γιά νά ἀποδεχθούν τίς θέσεις πού προσέφερε ἡ Ἐπιτροπή, έχοντας εμπιστοσύνη σέ συγκεκριμένες καί βάσει ἀριθμών προτάσεις, πού τους υπεβλήθησαν κατά τήν διάρκεια τῶν συζητήσεων πού προηγήθησαν τῆς προσλήψεως τους. Ή δυνατότητα μεταφοράς στην χώρα καταγωγής τους, ὅπου εξακολουθούσαν νά τους βαρύνουν σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις, ἑνός σημαντικοί) τμήματος των ἀποδοχών τους μέ τήν σχέση 1 DM = 13,66 BFR, τους ὡδήγησε στην συμφωνία καί κατά συνέπεια θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς ουσιῶδες στοιχείο αυτής.
Οἱ προσφεύγοντες ισχυρίζονται ὅτι θά ήταν ἀντίθετο πρός τήν γενική ἀρχή τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου νά εκτεθούν σέ ἀνατροπή τῶν συνθηκῶν, πού προεκλήθη ἀπό τήν πρός τό χειρότερο μεταβολή τῶν θεμελιωδών ὅρών οἱ ὁποῖοι ήταν καθοριστικής φύσεως γιά τήν ἀποδοχή τῆς θέσεως τους.
Οἱ προσφεύγοντες θεωροῦν, ἐξ άλλου, ὅτι ὁ εργοδότης μεταβάλλοντας μονομερώς τους ὅρους ἀμοιβής τους, παρεβίασε τόν κανόνα πού ἔχει διατυπώσει τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του τῆς 5ης 'Ιουνίου 1973 (υπόθεση 81/72 'Επιτροπή κατά Συμβουλίου Rec. 1973, σ. 575) περί προστασίας τῆς θεμιτής ἐμπιστοσύνης πού δύνανται νά έχουν οἱ διοικούμενοι γιά τήν ἐκ μέρους τῆς ἀρχής τήρηση τῶν υποσχέσεων της.
'Η 'Επιτροπή μέ υπόμνημα ἀντικρούσεως της θέτει ἐν ἀμφιβόλω τό παραδεκτό τῶν ἐν λόγω προσφυγών καί τούτο γιά περισσοτέρους τοῦ ενός λόγους.
'Η 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι οἱ προσφεύγοντες ζητούν τήν ἀκύρωση τῆς «ἀποφάσεως τοῦ εργοδότου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ τιμή μετατροπής τοῦ μεταφερομένου τμήματος τῶν ἀποδοχών τους ὁρίζεται σέ £ 1 = 6,09 DM», χωρίς νά προσδιορίζουν τήν ἡμερομηνία καί τήν φύση τῆς προσβαλλομένης ἀποφάσεως. Ή 'Επιτροπή θεωρεί ὡς ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νά εξετασθούν τρεις υποθέσεις:
—
Ὑπόθεση πρώτη : Μέ τίς προσφυγές επιδιώκεται ἡ ἀκύρωση καί ἡ μή εφαρμογή των κανονισμῶν 3085/78 καί 3086/78 τοῦ Συμβουλίου.
Σέ μιά τέτοια περίπτωση, ἡ Ἐπιτροπή διαπιστώνει ὅτι οἱ παρούσες προσφυγές εἶναι ἀπαράδεκτες, ἐν ὄψει τῆς ἀπό 4ης 'Οκτωβρίου 1979 Διατάξεως τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 48/79 (Ooms καί λοιποί κατά Ἐπιτροπῆς Rec. 1979, σ. 3121), στην ὁποία τό Δικαστήριο εἶπε:
«σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, οἱ προσφυγές τῶν υπαλλήλων πού ἀσκούνται βάσει τοῦ άρθρου 179 ΕΟΚ πρέπει νά στρέφονται κατά τῆς ἁρμοδίας διά τους διορισμούς ἀρχής καί νά ἀφορούν πράξεις ἡ παραλήψεις οἱ όποιες προέρχονται ἀπό τήν ἐν λόγω ἀρχή καί εἶναι βλαπτικές γιά τους προσφεύγοντες. Ή παρούσα προσφυγή δέν πληροῖ τήν προϋπόθεση αυτή, διότι ἀποβλέπει στην ἀκύρωση κανονισμοί) τοῦ Συμβουλίου ... 'Επειδή ἐξ άλλου οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 δέν συνιστούν ούτε ἀπόφαση, ἀποδέκτες τῆς ὁποίας εἶναι οἱ προσφεύγοντες, ούτε ἀπόφαση ἡ ὁποία, καίτοι 'έχει ληφθεί μέ τήν μορφή κανονισμού, τους άφορᾶ ὡστόσο, ἀμέσως καί ἀτομικώς, ἡ προσφυγή εἶναι επίσης ἀπαράδεκτη κατά τό μέρος πού στηρίζεται στό άρθρο 173 ΕΟΚ.»
—
Υπόθεση δεύτερη: Μέ τίς προσφυγές επιδιώκεται ἡ ἀκύρωση τῆς 4ης 'Απριλίου 1979 εγκυκλίου, πού εξεδόθη ἀπό τίς διοικητικές υπηρεσίες τοῦ JET.
Ή 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι τό ἐν λόγω ενημερωτικό σημείωμα δέν συνιστά πράξη επιδεχόμενη προσφυγής. Πρόκειται γιά έγγραφο καθαρώς ενημερωτικού χαρακτῆρος πού ἀναφέρεται στό περιεχόμενο καί τίς συνέπειες τῶν νέων διατάξεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί ἀποβλέπει στην παροχή «διευκρινίσεων» ὡς πρός τίς συνέπειες τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78. Ἑπομένως, κατά τήν 'Επιτροπή, τό ενημερωτικό σημείωμα δέν συνιστά βλαπτική πράξη επιδεχομενη προσφυγή. Ή 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι ἡ έννοια τῆς βλαπτικής πράξεως συνδέεται ἀρρήκτως μέ τήν έννοια τοῦ έννομου συμφέροντος πρός ενεργητική νομιμοποίηση κατά τήν 'Επιτροπή, οἱ προσφεύγοντες δέν θά έχουν κανένα συμφέρον ἀπό τήν ἀκύρωση τῆς επιδίκου εγκυκλίου, τῆς ὁποίας ούτε ἡ νομιμότητα ούτε αυτή καθ εαυτή ἡ ύπαρξη επηρεάζουν τήν νομιμότητα τῶν μεταγενεστέρων ἀποφάσεων περί καταβολής τῶν ἀποδοχών, ἀποφάσεων οἱ όποιες ἐλήφθησαν εἰς εκτέλεση, ὄχι τῆς εγκυκλίου, άλλά τῶν νέων διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ή βλάβη λοιπόν κατά τῆς ὁποίας διαμαρτύρονται οἱ προσφεύγοντες δέν πρέπει νά ἀναζητηθεί ούτε στην βασική πράξη, πού είναι οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78, ούτε στην ενημερωτικού χαρακτήρος εγκύκλιο τῆς 4ης 'Απριλίου 1979, άλλά στίς ἀποφάσεις περί καταβολής τῶν ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου, οἱ όποιες καί προεκάλεσαν τήν βλάβη πού ισχυρίζονται ὅτι υπέστησαν.
—
Υπόθεση τρίτη: Μέ τίς προσφυγές επιδιώκεται ἡ ἀκύρωση τῶν ἀτομικών ἀποφάσεων περί καταβολής τῶν ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου 1979, μέ τίς όποιες ἐφηρμόσθησαν γιά πρώτη φορά οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78.
Ἡ 'Επιτροπή διαπιστώνει ὅτι οἱ προσφυγές, καί ὑπό τήν τρίτη αυτή υπόθεση, δέν παρίστανται ὡς παραδεκτές, διότι ἡ καταβολή τῶν ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου στους προσφεύγοντες δέν ἀπετέλεσε ἐκ μέρους τους ἀντικείμενο ενστάσεως. Μέ τήν ένσταση τους τῆς 26ης Μαρτίου 1979, στρεφομενης κατά τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, ἐζήτησαν την μή εφαρμογή ἐπ' αυτών τῆς κανονιστικῆς ρυθμίσεως. Μετά την ἀπόρριψη τῆς ἐν λόγω ενστάσεως, στους προσφεύγοντες ἐναπέκειτο νά υποβάλουν ένσταση κατά τῆς ιδίας τῆς ἀποφάσεως περί καταβολής. Τέτοια ὅμως, ένσταση ουδέποτε υπεβλήθη.
Διά τους ἀνωτέρω λόγους, ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι τό πρώτο αἴτημα τῆς προσφυγής εἶναι ἀπαράδεκτο.
Όσον άφορᾶ τό δεύτερο αίτημα, μέ τό όποιο ζητείται ἡ ἀποκατάσταση τῆς δήθεν μισθολογικής ἀπώλειας, ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι εἶναι ἐπίσης ἀπαράδεκτο, ἐν ὄψει τοῦ ἀπαραδέκτου τοῦ πρώτου αιτήματος τῆς προσφυγῆς.
Ή 'Επιτροπή στηρίζεται στην ἀπόφαση τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1967 τοῦ Δικαστηρίου (υπόθεση 4/67 Collignon-Müller κατά 'Επιτροπής Rec, σ. 470), μέ τήν ὁποία τό Δικαστήριο απεφάνθη ὅτι «τό ἀπαράδεκτο τῆς αιτήσεως ἀκυρώσεως συνεπάγεται τό ἀπαράδεκτο ἀγωγής ἀποζημιώσεως στενά συνδεδεμένης μετά τῆς αιτήσεως ἀκυρώσεως».
Οἱ προσφεύγοντες ισχυρίζονται μέ τό ἀπαντητικό τους υπόμνημα ὅτι ὄχι μόνον υπέβαλαν ἔνσταση στίς 26 Μαρτίου 1979, άλλά καί συλλογική ἔνσταση μέ ἡμερομηνία 15 Μαρτίου 1979, υπογεγραμμένη ἀπό όλους τους υπαλλήλους Εὐρατόμ τοῦ JET. Παρατηρούν, ἀκόμη, ὅτι ἡ 'Επιτροπή, κατά τήν εξέταση τῆς τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής, παραλείπει νά ἀναφέρει τήν ρητή ἀπόφαση, περί ἀπορρίψεως τῆς διοικητικής ἐνστάσεως, πού υπεγράφη ἀπό τόν κ. Tugendhat στίς 12 'Ιουλίου 1979.
Ὡς πρός τό παραδεκτό τῆς προσφυγής, οἱ προσφεύγοντες θεωροῦν ὅτι εσφαλμένως, ὅπως πράττει ἡ 'Επιτροπή, χαρακτηρίζεται τό πληροφοριακό σημείωμα τῆς 4ης 'Απριλίου 1979 ὡς έγγραφο καθαρώς ἐνημερωτικοῦ χαρακτῆρος καί ἑπομένως ὡς μή δυνάμενο νά προσβληθεί ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Πράγματι, μέ τό ἐν λόγω ενημερωτικό σημείωμα ὁ ἐργοδότης ἐγνώρισε στό προσωπικό τοῦ JET Joint Undertaking ὅτι ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979, οἱ νέοι κανόνες περί μεθόδου υπολογισμού τῶν ἀποδοχών καί τῶν τιμών συναλλάγματος γιά πραγματοποιούμενες μεταφορές, πού ἐθέσπισαν οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 θά εφαρμόζονται επίσης στίς καταβαλλόμενες ὑπό τοῦ JET ἀποδοχές. 'Επομένως, τό σημείωμα τῆς 4ης 'Απριλίου 1979 κατέστησε γιά πρώτη φορά γνωστό στους προσφεύγοντες ὅτι οἱ νέες τιμές συναλλάγματος έπρεπε νά εφαρμοσθούν ἐπί τῶν μεταφορών πού διενεργεί τό ἐπί συμβάσει προσωπικό τοῦ JET. Κατά συνέπεια, τό ἐν λόγω σημείωμα δέν έχει απλώς ενημερωτικό χαρακτήρα.
Οἱ προσφεύγοντες ὑποστηρίζουν ὅτι ήταν ἀδύνατο νά στρέψουν τήν προσφυγή τους κατά τῶν ἐκκαθαριστικών σημειωμάτων ἀποδοχών, διότι θά έπρεπε κάθε μήνα, ἀπό τόν 'Απρίλιο καί μετά, νά υποβάλλουν διοικητική ένσταση κατά τοῦ μηνιαίου ἀναλυτικοί) δελτίου μισθοδοσίας, μέχρις ὅτου τό Δικαστήριο εκδώσει τελικώς ἀπόφαση ἐπί τῆς προσφυγής.
Οἱ προσφεύγοντες θεωρούν ὅτι ἡ 'Επιτροπή εγκύρως επελήφθη τῆς διαφοράς μέ τίς δύο διοικητικές ενστάσεις τῆς 15ης καί 26ης Μαρτίου 1979. Κατ' αυτούς, ἐξεπληρώθη ὁ σκοπός τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 2, τό όποιο ἀποβλέπει νά διευκολύνει τόν φιλικό διακανονισμό τῆς διαφοράς πού ἀνακύπτει μεταξύ υπαλλήλων ἡ λοιποῦ προσωπικοῦ καί τῆς Διοικήσεως. Ἧταν ἑπομένως περιττό νά υποβληθούν νέες ενστάσεις κατά τῶν μεταγενεστέρων ἀποφάσεων τοῦ εργοδότου καί ἰδίως κατά τοῦ ενημερωτικοῦ σημειώματος τῆς 4ης 'Απριλίου 1979, καθώς καί κατά τῶν μηνιαίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων ἀποδοχών.
Οἱ προσφεύγοντες θεωρούν ὅτι οἱ κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου δύνανται νά προσβληθούν ἀπό τους υπαλλήλους εμμέσως, μέσω τῆς διαδικασίας τῆς ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος (άρθρο 184 της συνθήκης).
Γιά ὅλους τους ἀνωτέρω λόγους, οἱ προσφεύγοντες εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἡ προσφυγή τους εἶναι παραδεκτή. Κατά συνέπεια, εἶναι επίσης παραδεκτό τό αἴτημά τους περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας πού υπέστησαν ἐκ τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος των κανονισμῶν 3085/78 καί 3086/78. Οἱ προσφεύγοντες θεωρούν ὅτι τό περί ἀποκαταστάσεως αίτημα ἀπορρέει εμμέσως, ἀλλ' ὄχι σαφῶς, ἀπό τό περί ἀκυρώσεως αίτημα.
Ή 'Επιτροπή, μέ τό υπόμνημα ἀνταπαντήσεως της, παρατηρεί ὅτι οἱ κανονισμοί δέν δύνανται νά προσβληθούν δυνάμει τῆς ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος πού προβλέπει τό άρθρο 184 τῆς συνθήκης, ἀφοῦ οἱ προσφυγές δέν εἶναι παραδεκτές ούτε βάσει τοῦ ἄρθρου 179 ούτε βάσει τοῦ άρθρου 173 τῆς συνθήκης. Προσφυγές υπαλλήλων πού ἀσκούνται βάσει τοῦ άρθρου 179 πρέπει νά στρέφονται κατά τῆς ἁρμοδίας διά τους διορισμούς ἀρχής καί νά ἀφορούν πράξεις ἡ παραλείψεις τῆς ἐν λόγω ἀρχής, προϋπόθεση ἡ ὁποία δέν πληρούται ὅταν ἡ προσφυγή στρέφεται κατά κανονισμοί) τοῦ Συμβουλίου.
'Εξ άλλου, δεδομένου ὅτι οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 δέν συνιστούν ἀπόφαση τῆς ὁποίας ἀποδέκτες εἶναι οἱ προσφεύγοντες, ἡ προσφυγή θά ήταν επίσης ἀπαράδεκτη, έστω κι ἄν ἐστηρίζετο στό άρθρο 173 τῆς συνθήκης.
Ή 'Επιτροπή ισχυρίζεται ὅτι τό ενημερωτικό σημείωμα τῆς 4ης 'Απριλίου δέν συνιστᾶ βλαπτική πράξη επιδεχόμενη προσφυγή. Τό ἐν λόγω σημείωμα δέν δύναται νά έχει χαρακτήρα γενικής ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας τό ἀντικείμενο εἶναι ἡ επέκταση τῆς εφαρμογής τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 ἐπί τμήματος τοῦ προσωπικοῦ τῆς 'Επιτροπής. Πράγματι, ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί, ἀφ' ἑαυτών δεσμευτικοί καί εκτελεστοί, δεσμεύουν, ἀπό τήν ήμερα τῆς εφαρμογής τους, τό σύνολο τοῦ προσωπικοῦ. Οἱ προσφεύγοντες ὤφειλαν νά γνωρίζουν ὅτι ἡ κατάσταση τους διέπεται ἀπό τό «καθεστώς πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό», καθώς καί ἀπό τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, τό όποῖο, σέ συνδυασμό καί μέ τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ρυθμίζει τους τρόπους κατά τους ὁποίους ὁ υπάλληλος δύναται νά μεταφέρει μέρος τῶν αποδοχών του. Ὤφειλαν νά γνωρίζουν ὅτι οἱ ἐν λόγω διατάξεις ἐτροποποιήθησαν μέ τους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78. Ή 'Επιτροπή ἀπορρίπτει ἑπομένως τό επιχείρημα τῶν προσφευγόντων, σύμφωνα μέ τό όποιο τό ενημερωτικό σημείωμα τῆς 4ης 'Απριλίου 1979«... ἐπέχει θέση τῆς έναντι αυτών ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας ζητοῦν τήν ἀκύρωση καί τῆς ὁποίας δέν γνωρίζουν τήν ἀκριβή ημερομηνία καί φύση».
Ή 'Επιτροπή ἀπορρίπτει επίσης τό ἐπιχείρημα τῶν προσφευγόντων περί τῆς ἀνάγκης υποβολής κάθε μήνα, μετά τόν Ἀπρίλιο, διοικητικής ενστάσεως κατά τοῦ μηνιαίου ἐκκαθαριστικού σημειώματος ἀποδοχών. Κατά τήν 'Επιτροπή, ένσταση καί ἀκολούθως προσφυγή στρεφόμενες κατά τοῦ εκκαθαριστικού σημειώματος ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου 1979 θά Ισοδυναμούσε μέ ένσταση καί προσφυγή καί κατά τῶν μεταγενεστέρων εκκαθαριστικών σημειωμάτων ἀποδοχών.
'Οσον άφορᾶ τήν παρατήρηση τῶν προσφευγόντων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ προσφυγή στρέφεται καί κατά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 περί ρητής ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως τους, ή 'Επιτροπή διαπιστώνει ὅτι ἡ πάγια νομολογία τοῦ Δικαστηρίου εμφαίνει ὅτι μιά τέτοια προσφυγή έπρεπε νά εἶναι ἀπαράδεκτος (ἀπόφαση τῆς 8ης Φεβρουαρίου 1973, υπόθεση 33/72 Gunnella κατά 'Επιτροπής, Rec. 1973, σ. 475 καί ἀπόφαση τῆς 15ης 'Ιουνίου 1976, υπόθεση 1/76, Mack κατά Ἐπιτροπῆς Rec. 1976, σ. 1017). Βλαπτικές πράξεις, εἶναι πράξεις δυνάμενες νά επηρεάσουν άμεσα μιά συγκεκριμένη νομική κατάσταση (ἀπόφαση τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1969, υπόθεση 32/68 Grasselli κατά 'Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 505).
Βεβαιωτικού χαρακτῆρος πράξη, εἶναι ή πράξη μέ τήν ὁποία, ὅπως μέ τήν ἀπόφαση τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 τῆς 'Επιτροπής, ή ἁρμοδία διά τους διορισμούς ἀρχή, πρός την ὁποία έχει υποβληθεί πρηγουμένως ένσταση κατά τήν έννοια τον) ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως, επιβεβαιώνει μέ την ἀπάντηση τῆς τήν ἀπόφαση κατά τῆς ὁποίας έχει στραφεῖ ἡ ἔνσταση. Ή προσφυγή πρέπει νά στρέφεται κατά τῆς βλαπτικής πράξεως καί ὄχι κατά τῆς βεβαιωτικοί) χαρακτῆρος πράξεως.
Τό Συμβούλιο, μέ τήν ένσταση ἀπαραδέκτου πού προβάλλει, υποστηρίζει ὅτι ή βλαπτική πράξη ἀποτελεί διοικητικό μέτρο πού έλαβε ἡ Ἐπιτροπή, ἡ εφαρμογή δηλαδή ἐπί τῶν προσφευγόντων, ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979 καί ἐπί τοῦ μεταφερομένου τμήματος των ἀποδοχῶν τους, τῶν τιμῶν μετατροπής, ὅπως αυτές προκύπτουν ἀπό τους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78. Κατά τό Συμβούλιο, ἡ εφαρμογή τῶν ἐν λόγω τιμών βαρύνει τήν 'Επιτροπή, ὡς ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους τοῦ JET Joint Undertaking, τους προσλαμβάνει αυτή. Ὑπό τίς περιστάσεις αὐτές, τό Συμβούλιο εἶναι τῆς γνώμης ὅτι οἱ προσφυγές δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὡς άμεσες προσφυγές κατά τοῦ Συμβουλίου.
Τό ἄρθρο 91 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως ὁρίζει ὅτι τό Δικαστήριο εἶναι ἁρμόδιο νά ἀποφαίνεται «... ἐπί κάθε διαφοράς μεταξύ μιᾶς τῶν Κοινοτήτων καί ἑνός ἐκ τῶν προσώπων πού ἀναφέρονται στόν παρόντα κανονισμό, ἡ ὁποία άφορᾶ τήν νομιμότητα πράξεως πού βλάπτει τό πρόσωπο αυτό, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2». Ή τελευταία αυτή διάταξη καθορίζει τήν έννοια τῆς βλαπτικής πράξεως, ὁρίζοντας ὅτι ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή πρέπει νά έχει λάβει μία τέτοια ἀπόφαση ἡ νά έχει παραλείψει νά λάβει ένα μέτρο, επιβαλλόμενο ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως. Τό Συμβούλιο ισχυρίζεται ἑπομένως ὅτι, ἐφ' ὅσον αυτό δέν εἶναι ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ὡς πρός τους προσφεύγοντες, μία δική του πράξη δέν δύναται νά συνιστά βλαπτική πράξη κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως.
'Ως πρός τό αίτημα τῶν προσφευγόντων νά υποχρεωθεί ἡ 'Επιτροπή σέ ἀπόδοση τῆς μισθολογικής ἀπωλείας πού ὑπέστησαν λόγω τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 καί ἀπό τήν ἡμερομηνία εφαρμογής τους, τό Συμβούλιο στηρίζεται στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (ἀπόφαση τῆς 20ής Ὀκτωβρίου 1975, υπόθεση 9/75 Meyer-Burckhardt κατά Ἐπιτροπής, Rec. 1975, σ. 1171 καί ἀπόφαση τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1977, υπόθεση 48/76 Reinarz κατά 'Επιτροπής καί Συμβουλίου Rec. 1977, σ. 291), γιά νά υποστηρίζει ὅτι οἱ περί ἐξωσυμβα-τικῆς ευθύνης ἀγωγές τῶν προσφευγόντων εἶναι ἀπαράδεκτες γιά τους αυτούς λόγους, πού διετυπώθησαν σχετικά μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως βάσει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Οἱ προσφεῦγοντες, μέ τήν ἀπάντηση τους ἐπί τῆς ενστάσεως ἀπαραδέκτου πού προέβαλε τό Συμβούλιο, βεβαιώνουν ὅτι δέν προτίθενται νά ἀσκήσουν ἀπ' ευθείας προσφυγή κατά τοῦ Συμβουλίου, άλλά πιστεύουν ὅτι εἶναι πρόσφορο νά δυνηθεί τό Συμβούλιο, ὡς ἀρχή ἡ ὁποία ἐθέσπισε τους επιδίκους κανονισμούς, νά διατυπώσει τίς ἀπόψεις του ἐπί τῶν προσαπτομένων λόγων παρανομίας.
Οἱ προσφεύγονες θεωρούν ὅτι πληρούνται οἱ προϋποθέσεις τοῦ παραδεκτού πού θέτει τό άρθρο 184 τῆς συνθήκης.
Ή προσφυγή στρέφεται, κυρίως, κατά τῆς βλαπτικής ἀποφάσεως πού εξέδωσε ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ἡ ὁποία καί ἐπελήφθη προηγουμένως τῆς διαφοράς σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Ή βλαπτική αυτή ἀπόφαση ελήφθη βάσει δύο κανονισμών τοῦ Συμβουλίου. Επομένως, κατά τους προσφεύγονες, προκύπτει ὅτι πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως καί εκείνες τοῦ άρθρου 184 τῆς συνθήκης.
Όσον άφορᾶ τήν βάση τοῦ ἄρθρου 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ἀγωγή περί ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης, οἱ προσφεύγοντες βεβαιώνουν ὅτι δέν ισχυρίζονται ὅτι ἀσκοῦν τέτοια αγωγή, οὔτε κατά τοῦ Συμβουλίου οὔτε κατά τῆς 'Επιτροπής. Κατά τους προσφεύγοντες, ἡ υποχρέωση τῆς 'Επιτροπής νά τους ἀποζημιώσει γιά την ἀπώλεια τοῦ μισθοῦ τους πηγάζει ἀπό τήν παραβίαση τῆς συμβάσεως εργασίας. Ή ἐν λόγω σύμβαση υφίσταται μεταξύ 'Επιτροπής καί προσφευγόντων καί οὐδέν πρόβλημα θέτει γιά τό Συμβούλιο.
IV — Προφορική διαδικασία
Οἱ διάδικοι ἀγόρευσαν κατά τίς συνεδριάσεις τῆς 19ης καί 20ής Φεβρουαρίου 1981.
Ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν συνεδρίαση τῆς 14ης Μαΐου 1981.
Σκεπτικό
1
Μέ δικόγραφα πού κατετέθησαν στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 22 'Οκτωβρίου 1979 καί στίς 26 'Οκτωβρίου 1979, οἱ προσφεύγοντες, ὁ δόκτωρ G. Venus καί ó δόκτωρ W. Obert, έκτακτοι υπάλληλοι τῆς 'Επιτροπής, υπηρετοῦντες στην κοινή επιχείρηση «Joint European Torus (JET), Joint Undertaking» στό 'Ηνωμένο Βασίλειο, ἤσκησαν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, προσφυγές μέ τίς όποιες ζητοῦν την ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ισοτιμία μετατροπής τοῦ μεταφερομένου τμήματος τῶν ἀποδοχῶν τους καθωρίσθη σέ £ 1 = 6,09 DM.
2
Μέ ἀπόφαση τῆς 30ής Μαίου 1978 τοῦ Συμβουλίου (JO L 151, σ. 10), συνεστήθη μία κοινή επιχείρηση ὑπό τήν ὀνομασία: «Joint European Torus (JET), Joint Undertaking» (ἐφ' έξῆς JET), ἡ ὁποία έχει ὡς ἀντικείμενο τήν κατασκευή, τήν θέση σέ λειτουργία καί τήν εκμετάλλευση μιᾶς μεγάλης σπειροειδούς μηχανής τύπου Tokamak καί τῶν βοηθητικῶν τῆς εγκαταστάσεων. Τό άρθρο 2 τῆς ἀποφάσεως ὁρίζει ὅτι εγκρίνεται ὁ προσηρτημένος ὡς παράρτημα στην ἀπόφαση ὁργανισμός τοῦ JET. Τό άρθρο 8.5 τοῦ ὀργανισμοῦ ορίζει, μεταξύ άλλων, ὅτι, έκτός ἀντιθέτου ἀποφάσεως ἐπί ορισμένων ειδικών περιπτώσεων, τό προσωπικό προσλαμβάνεται ἀπό τήν 'Επιτροπή σέ έκτακτες θέσεις, σύμφωνα μέ τό «καθεστώς πού εφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (ἐφ' έξῆς: τό καθεστώς) καί τοποθετείται στην επιχείρηση ἀπό τήν Ἐπιτροπή.
3
Ό προσφεύγων Venus έχει τήν γερμανική ιθαγένεια. Είναι διπλωματοῦχος φυσικός καί διδάκτωρ φυσικών επιστημών τοῦ τεχνολογικοῦ πανεπιστημίου τοῦ Μονάχου. Προσελήφθη ὡς έκτακτος υπάλληλος καί ἐτοποθετήθη στό JET μέ τόν βαθμό Α 4, πρώτο κλιμάκιο, βάσει τῶν προσφορών εργασίας τῆς 8ης Νοεμβρίου 1978 καί τῆς 13ης Δεκεμβρίου 1978 ἀντιστοίχως. Στην προσφορά τῆς13ης Δεκεμβρίου 1978 διευκρινίζετο ὅτι ἀπό τό σύνολο τῶν ἀποδοχών του, ἀνερχομένων σέ 155842 βελγικά φράγκα μηνιαίως, ἠδύνατο νά μεταφέρει στην χώρα καταγωγῆς του τό 35 %, ήτοι 54545 βελγικά φράγκα, βάσει ισοτιμίας πού θά εἶχε ὡς συνέπεια ὅτι τό πραγματικό κόστος μεταφορᾶς θά ήταν £ 389,60, έτσι ώστε νά ἀπομένει στόν προσφεύγοντα υπόλοιπο ἀποδοχών 'ίσο μέ £ 723,56. Ό προσφεύγων ἀπεδέχθη την προσφορά καί συνήψε, στίς 13 Δεκεμβρίου 1978, την σχετική σύμβαση μέ την Επιτροπή.
4
Ό προσφεύγων Obert 'έχει τήν γερμανική ιθαγένεια. Είναι διπλωματούχος φυσικός τοῦ πανεπιστημίου τῆς Καρλσρούης. Προσελήφθη ὡς έκτακτος ὑπάλληλος μέ τόν βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3, βάσει τῆς προσφορᾶς εργασίας τῆς 27ης 'Οκτωβρίου 1978, ἡ ὁποία συνωδεύετο μέ ἀνάλυση τῶν καθαρών ἀποδοχών του, ὅπου διευκρινίζετο ὅτι ἀπό τό σύνολο τῶν ἀποδοχών του, πού ἀνήρχοντο σέ 157247 βελγικά φράγκα μηνιαίως, ἠδύνατο νά μεταφέρει στην χώρα καταγωγής του τό 35 %, ήτοι 55036 βελγικά φράγκα, βάσει Ισοτιμίας πού θά εἶχε ὡς συνέπεια ὅτι τό πραγματικό κόστος τῆς μεταφοράς θά ήταν £ 458,63, έτσι ώστε νά τοῦ ἀπομένει υπόλοιπο ἀποδοχών £ 664,56. Ὁ προσφεύγων ἀπεδέχθη τήν προσφορά καί συνήψε, στίς 21 Νοεμβρίου 1978, τήν σχετική σύμβαση μέ τήν 'Επιτροπή.
5
Οἱ συμβάσεις πού συνήφθησαν μέ τους προσφεύγοντες προέβλεπαν ὅτι οἱ τελευταίοι δεσμεύονται ἀπό τίς εφαρμοστέες ἐπί τῶν έκτάκτων υπαλλήλων διατάξεις, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 2 α) τοῦ καθεστώτος.
6
Οἱ διατάξεις περί ἀμοιβής καί ἀποδόσεως ἐξόδων τοῦ προσωπικοῦ αὐτής τῆς κατηγορίας περιλαμβάνονται στό κεφάλαιο 5 τοῦ καθεστώτος. Τό άρθρο 27, τό όποιο περιέχεται στό ἐν λόγω κεφάλαιο, προβλέπει ὅτι εφαρμόζονται ἐπ' αυτών κατ' ἀναλογία τά άρθρα 16 καί 17 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως.
7
Οἱ προσφεύγοντες μετέφεραν λοιπόν τακτικά, μέσω τῆς Ἐπιτροπής, ένα μέρος τῶν ἀπολαβών τους στό νόμισμα τῆς χώρας καταγωγής τους, δυνάμει τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
8
Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978, τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό (Εὐρατόμ — ΕΚΑΧ — ΕΟΚ) 3085/78 (JO L 369, σ. 6), τό άρθρο 1 τοῦ ὁποίου ὁρίζει ὅτι τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως ἀντικαθίσταται μέ τό ἀκόλουθο κείμενο:
«Οἱ ἀποδοχές τῶν ὑπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα. Καταβάλλονται στό νόμισμα τῆς χώρας, στην ὁποία ὁ υπάλληλος ἀσκεῖ τα καθήκοντα του.
Οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διαφορετικό ἀπό τό βελγικό φράγκο υπολογίζονται βάσει τῶν τιμῶν συναλλάγματος πού ἐχρησιμο-ποιήθησαν γιά την εκτέλεση τοῦ γενικού προϋπολογισμοῦ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων κατά την 1η 'Ιουλίου 1978.
Ἡ ἡμερομηνία αύτη τροποποιείται κατά την ετησία ἐξέταση τῶν ἀποδοχών πού προβλέπεται στό άρθρο 65, ἀπό τό Συμβούλιο, τό όποιο ἀποφασίζει κατόπιν προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στην πρώτη περίπτωση τοῦ εδαφίου 2 τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 148 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τοῦ ἄρθρου 118 τῆς συνθήκης Εὐρατόμ.
Ὑπό τήν επιφύλαξη τῆς εφαρμογής τῶν άρθρων 64 καί 65, οἱ συντελεστές ἀναπροσαρμογής πού καθορίζονται δυνάμει τῶν ὡς άνω άρθρων προσαρμόζονται, σέ περίπτωση τροποποιήσεως τῆς ἀνωτέρω ἡμερομηνίας, ἀπό τό Συμβούλιο, τό ὁποίο, ἀποφασίζοντας κατά τήν διαδικασία πού προβλέπεται στό τρίτο εδάφιο, διορθώνει τίς συνέπειες τῆς διακυμάνσεως τοῦ βελγικοῦ φράγκου σέ σχέση μέ τίς ἀναφερόμενες στό δεύτερο εδάφιο τιμές.»
9
Τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει:
«Τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ ἀντικαθίσταται ἀπό τό ἀκόλουθο κείμενο:
'Αρθρο 17
1. Τά ὀφειλόμενα πρός τόν υπάλληλο ποσά καταβάλλονται στόν τόπο καί στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπου υπηρετεί ὁ υπάλληλος.
2. Ὑπό τίς προϋποθέσεις πού θά καθορισθοῦν κανονιστικῶς διά κοινής συμφωνίας τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος καί κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῆς επιτροπής τοῦ προσωπικοῦ, ὁ υπάλληλος δύναται:
α)
νά μεταφέρει τακτικά, μέσω τοῦ ὀργάνου στό όποιο υπηρετεί, ἕνα μέρος τῶν ἀπολαβών του, τό όποιο δέν δύναται νά υπερβεί τό ποσό πού λαμβάνει ὡς επίδομα ἀποδημίας ἡ ἐκπατρισμοῦ:
—
εἴτε στό νόμισμα τοῦ Κράτους μέλους τοῦ ὁποιου εἶναι ὑπήκοος·
—
εἴτε στό νόμισμα τοῦ Κράτους μέλους ὅπού εὑρίσκεται ἡ κατοικία του ἤ διαμένει ἕνα συντηρούμενο μέλος τῆς οικογενείας του·
—
εἴτε στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπού ήταν διορισμένος πρίν ἡ στην χώρα ὅπού έχει την ἕδρα του τό όργανο στό όποιο ἐργάζεται, ὑπό τόν ὅρο ὅτι πρόκειται γιά υπάλληλο διορισμένο έκτός τοῦ ἐδάφους τῶν Κοινοτήτων·
β)
νά πραγματοποιεί τακτικές μεταφορές πέραν τοῦ ὁρίου πού ὁρίζεται στην ἀρχή τῆς περιπτώσεως α, ἐφ' ὅσον προορίζονται νά καλύψουν δαπάνες πού προκύπτουν ιδίως ἀπό τακτικές καί ἀποδεδειγμένες υποχρεώσεις τοῦ ενδιαφερομένου, έκτός τῆς χώρας ὅπου έχει την ἕδρα του τό όργανο στό όποιο εργάζεται ἡ τῆς χώρας όπου ἀσκεῖ τα καθήκοντά του·
γ)
νά τοῦ επιτραπεί, ὅλως εξαιρετικώς καί γιά περιπτώσεις δεόντως δικαιολογημένες, νά μεταφέρει, πέραν τῶν τακτικών μεταφορών πού προανεφέρθησαν, τά ποσά τά όποια θά ἐπιθυμοῦσε νά διαθέτει στά νομίσματα πού ἀναφέρονται στην περίπτωση α.
3. Οἱ μεταφορές πού προβλέπει ἡ παράγραφος 2 πραγματοποιοῦνται μέ τήν συναλλαγματική ισοτιμία πού ἀναφέρεται στό άρθρο 63 εδάφιο 2 τοῦ κανο-νισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως' στά μεταφερόμενα ποσά ἐφαρμόζεται ὁ συντελεστής, ὁ όποιος προκύπτει ἀπό τήν υφισταμένη σχέση μεταξύ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα της ὁποίας πραγματοποιείται ἡ μεταφορά, καί τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα ὅπου εἶναι διορισμένος ὁ υπάλληλος.»
10
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 3085/78, ἡ τυπική ἰσχύς του άρχεται ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1979 καί ἡ ουσιαστική ἀπό 1ης Ἀπριλίου 1979.
11
Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978, τό Συμβούλιο εξέδωσε ἐπίσης τόν κανονισμό (Εὐρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 3086/78 περί προσαρμογής τῶν συντελεστῶν ἀναπροσαρμογής, πού εφαρμόζονται ἐπί τῶν μισθῶν καί συντάξεων τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατόπιν τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως περί τῶν νομισματικών Ισοτιμιών πού χρησιμοποιοῦνται κατά τήν ἐφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως. Τό άρθρο 1 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ καθορίζει, μεταξύ άλλων, τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται ἐπό τῶν μισθών, σέ 98,7 γιά τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί σέ 62,5 γιά τό Ἡνωμένο Βασίλειο.
12
Λόγω τῆς νέας ρυθμίσεως, ἡ τιμή συναλλάγματος τοῦ γερμανικού μάρκου, σέ σχέση μέ την ἀγγλική λίρα, μετεβλήθη ἀπό £ 1 = 10,24 DM σέ £ 1 = 6,096 DM, ή δέ εφαρμογή τῆς ἐν λόγω ρυθμίσεως εἶχε ως συνέπεια, κατά τους προσφεύγοντες, ουσιαστική μείωση τοῦ πραγματικοῦ μισθοί) τους, δεδομένου ὅτι τό μεν μεταφερόμενο σέ DM ποσό παρέμενε τό 'ίδιο, τό καταβαλλόμενο ὅμως υπόλοιπο σέ λίρες 'Αγγλίας ἐμειοῦτο.
13
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ καθεστῶτος, οἱ διατάξεις τοῦ τίτλου VΙΙ (τά άρθρα δηλαδή 90 καί 91) τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, περί ενδίκου προστασίας, έχουν κατ' ἀναλογία εφαρμογή καί ἐπί τῶν προσφευγόντων.
14
Μέ επιστολή τῆς 15ης Μαρτίου 1979, οἱ προσφεύγοντες, καθώς καί ἄλλοι ἐπιστήμονες υπάλληλοι τοῦ JET, ἀπέστειλαν πρός τό Συμβούλιο τοῦ JET, συλλογική αίτηση, μέ την ὁποία ζητοῦσαν νά θεσπισθεί ἕνα προσωρινό καθεστώς, για νά ἀποφευχθεί ἡ μείωση τοῦ πραγματικοῦ μισθοῦ τους.
15
Μέ τίς ἀπό 26 Μαρτίου 1979 ἀτομικές ἐπιστολές, οἱ προσφεύγοντες ἐζήτησαν νά μήν εφαρμοσθεί στην περίπτωση τους ἡ επίδικη ρύθμιση ἤ νά ἐφαρμόσει ἡ 'Επιτροπή ὡς πρός αυτούς προσωρινά ἀντισταθμιστικά μέτρα.
16
Μέ επιστολή τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979, ἡ 'Επιτροπή ἀπήντησε ὅτι ἀφ' ενός δέν ἠδύ-νατο, έκτός ἄν διέπραττε υπέρβαση εξουσίας, νά μή ἐφαρμόσει κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου, πού έχουν τεθεί κανονικῶς ἐν ἰσχύι καί ἀφ' έτέρου, ὡς πρός τήν ουσία, ὅτι ἐπεδοκίμαζε τίς ἐπελθοῦσες μεταρρυθμίσεις στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
17
Κατόπιν τούτου, οἱ προσφεύγοντες ἤσκησαν τίς προσφυγές τους, οἱ όποιες στρέφονται τόσο κατά τοῦ Συμβουλίου, ὅσο καί κατά τῆς 'Επιτροπής. Ζητοῦν ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀκυρώσει ἡ τουλάχιστον νά ἀναγνωρίσει ὅτι δέν έχει εφαρμογή ἐπί τῶν προσφευγόντων ἡ ἀπόφαση τοῦ ἐργοδότου τους, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ή τιμή μετατροπής τοῦ μεταφερομένου τμήματος τῶν ἀποδοχών τους καθορίζεται σέ £ 1 = 6,09 DM, νά ἀποφανθεί ἀντιθέτως, ὅτι ἡ τιμή μετατροπής τοῦ μεταφερομένου αὐτοῦ τμήματος παραμένει αυτή πού καθωρίσθη συμβατικῶς μεταξύ τῶν μερών δηλ. £ 1 = 10,24 DM, καί νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά ἐπανορθώσει τήν μισθολογική ἀπώλεια πού υπέστησαν οἱ προσφεύγοντες ἐκ τῆς επιδίκου κανονιστικής ρυθμίσεως καί ἀπό τήν ήμερα εφαρμογής της.
18
Οἱ προσφεύγοντες προβάλλουν δύο λόγους. Ό πρώτος στηρίζεται στην προσβολή κεκτημένων δικαιωμάτων. Κατά τους προσφεύγοντες, τό καθεστώς πού 'έχει ἐφαρμογή ἐπί τῶν έκτακτων υπαλλήλων στηρίζεται στην σύμβαση προσλήψεώς τους. Ἐπομένως τά δικαιώματα καί οἱ υποχρεώσεις τῶν προσφευγόντων ἀπορρέουν κυρίως ἀπό τήν σύμβαση προσλήψεως καί όχι ἀπό τό «καθεστώς». Οἱ ὅροι ἀμοιβής ἀπετέλεσαν ἐν προκειμένω ἀντικείμενο ειδικής συμβάσεως μεταξύ τῶν μερῶν. Τά διάφορα στοιχεία τῆς ἐν λόγω ἀμοιβής εἶχαν λεπτομερώς ἀναλυθεί στίς προσφορές εργασίας τῆς 26ης 'Οκτωβρίου 1978 (γιά τόν Obert) καί τῆς 8ης Νοεμβρίου καί 13ης Δεκεμβρίου 1978 (γιά τόν Venus). Τά ἐν λόγω δικαιώματα καί υποχρεώσεις δέν ἠδύναντο νά τροποποιηθούν μονομερώς ἀπό τήν επίδικη κανονιστική ρύθμιση καί επομένως ὁ εργοδότης προσέβαλε τά εγκύρως κεκτημένα βάσει τῆς συμβάσεως δικαιώματα τῶν προσφευγόντων.
19
Ὁ δεύτερος λόγος στηρίζεται στην παραβίαση τῆς θεμιτής εμπιστοσύνης, πού δικαιούται νά έχει κάθε υπάλληλος πρός τήν ἀρχή ὅπού εργάζεται. Οἱ προσφεύγοντες εγκατέλειψαν τίς εργασίες τους, ὁ δέ Venus καί τήν οικογένειά του, γιά νά ἀποδεχθοῦν τήν θέση πού τους προσέφερε ἡ 'Επιτροπή, έχοντες εμπιστοσύνη στίς συγκεκριμένες καί συνοδευόμενες ἀπό ἀριθμούς προτάσεις, πού τους υπεβλήθησαν κατά τήν διάρκεια τῶν διαπραγματεύσεων πού προηγήθησαν τῆς προσλήψεως τους ἡ δυνατότητα μεταφορᾶς στήν χώρα καταγωγής τους, ὅπου ἐξακολουθούσαν να τους βαρύνουν σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις, σημαντικοῦ μέρους τῶν ἀποδοχών τους με τίς ισοτιμίες πού καθωρίζοντο στίς προσφορές εργασίας, τους ὡδήγησε στό νά ἀποδεχθούν τίς προσφορές καί πρέπει ὡς ἐκ τούτου νά θεωρηθεί ὡς οὐσιώδες στοιχείο τῆς προσλήψεως τους. Εἶναι ἀντίθετο πρός τήν γενική ἀρχή τῆς ἀσφαλείας τοῦ δικαίου τό νά ἐκτεθοῦν οἱ προσφεύγοντες στόν κίνδυνο ἀνατροπής τῶν συνθηκών, λόγω τῆς χειροτερεύ-σεως τῶν ουσιωδών καί καθοριστικής φύσεως γιά τήν ἀποδοχή τῆς θέσεως τους ὅρών.
Ἐπί τοῦ παραδεκτού
20
Μέ ὑπόμνημα πού κατέθεσε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 14 'Ιανουαρίου 1980, τό Συμβούλιο προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου, δυνάμει τοῦ άρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας τοῦ Δικαστηρίου. Οὔτε τό ἀντικείμενο ούτε τά αιτήματα τῶν προσφυγών θέτουν ὑπό ἀμφισβήτηση μία πράξη τοῦ Συμβουλίου. Τό Συμβούλιο δέν εἶναι ἡ ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή (ΑΔΑ) ὡς πρός τους προσφεύγοντες. 'Εξ άλλου, οἱ προσφεύγοντες ουδέποτε υπέβαλαν στό Συμβούλιο ένσταση, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. 'Οσον άφορα τό αίτημα νά υποχρεωθεί ἡ 'Επιτροπή σέ επανόρθωση τῆς μισθολογικής ἀπωλείας πού υπέστησαν λόγω τῆς επιδίκου κανονιστικής ρυθμίσεως καί ἀπό τῆς ημέρας ἐφαρμογής της, πέραν τοῦ ὅτι τό ἐν λόγω αίτημα άφορᾶ ρητῶς την Ἐπιτροπή, ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως λόγω ἐξωσυμ-βατικῆς ευθύνης εἶναι επίσης ἀπαράδεκτη. Οἱ δῆθεν ζημίες πού υπέστησαν οἱ προσφεύγοντες πρέπει νά θεωρηθούν ως άμεση συνέπεια τῆς εφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας ζητείται ἡ ἀκύρωση, ὑπό τίς συνθήκες δέ αυτές, ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως συγχέεται μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως.
21
Οἱ προσφεύγοντες ἀπαντοῦν στό Συμβούλιο ὅτι δέν προτίθενται νά ἀσκήσουν ἀπ' ευθείας προσφυγή κατά τῶν ἐν λόγω πράξεων καί προσθέτουν ὅτι έκριναν ενδεδειγμένο νά παρασύρουν εμμέσως στην δίκη καί τό Συμβούλιο, τό όποιο εξέδωσε τους επιδίκους κανονισμούς. Δηλώνουν ὅτι ούτε ισχυρίζονται οὔτε ποτέ ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἀσκοῦν ἀγωγή ἀποζημιώσεως λόγω ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης βάσει τοῦ ἄρθρου 215 τῆς συνθήκης, ούτε κατά τοῦ Συμβουλίου ούτε κατά τῆς Ἐπιτροπής.
22
Ή ένσταση πρέπει νά γίνει δεκτή. Πράγματι, ὅπως προκύπτει ἀπό τά άρθρα 90 καί 91 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, ἡ ένσταση καί κατά συνέπεια ἡ προσφυγή δέν δύνανται νά στραφούν παρά μόνο κατά τῆς ΑΔΑ, ἡ δέ βλαπτική πράξη πρέπει νά έχει εκδοθεί ἀπό τήν ἐν λόγω ἀρχή.
23
Ή Ἐπιτροπή μέ τό υπόμνημά τῆς προβάλλει επίσης τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής. Διατυπώνει τρεις υποθέσεις σχετικά μέ τό αίτημα περί ἀκυρώσεως της «αποφάσεως τοῦ εργοδότου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ἰσοτιμία μετατροπής τοο μεταφερομένου τμήματος τῶν αποδοχών καθωρίσθη σέ £ 1 = 6,09 DM». 'Αν υποτεθεί ὅτι οἱ προσφυγές ἀποβλέπουν στην ἀκύρωση τῶν κανονισμῶν 3085/78 καί 3086/78, δέν στρέφονται κατά πράξεως τῆς ΑΔΑ καί, επομένως, εἶναι γιά τόν λόγο αυτό ἀπαράδεκτες. 'Αν υποτεθεί ὅτι οἱ προσφυγές ἀποβλέπουν στην ἀκύρωση τῆς εγκυκλίου τῆς 4ης 'Απριλίου 1979, πού ἐξέδωσαν οἱ διοικητικές υπηρεσίες τοῦ JET, οἱ προσφυγές εἶναι επίσης ἀπαράδεκτες: κατ' ἀρχήν, διότι ή ἐν λόγω εγκύκλιος εἶναι έγγραφο καθαρώς ενημερωτικοῦ χαρακτῦρος, ἀναφερόμενο στό περιεχόμενο καί στίς συνέπειες τῶν νέων διατάξεων τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως καί δέν δύναται ἑπομένως νά ἀποτελέσει βλαπτική πράξη κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως ακολούθως, διότι οἱ προσφεύγοντες δέν υπέβαλαν ένσταση κατά τής εγκυκλίου. 'Αν υποτεθεί, τέλος, ὅτι οἱ προσφυγές αποβλέπουν στην ακύρωση τών ατομικών αποφάσεων περί καταβολής τῶν μισθών τοῦ 'Απριλίου 1980, είναι επίσης απαράδεκτες, διότι ἡ καταβολή τῶν μισθών τοῦ 'Απριλίου τῶν προσφευγόντων δέν ήμφισβητήθη ἀπό αυτούς μέ οίαδήποτε ένσταση. Τό απαράδεκτο τής αιτήσεως ἀκυρώσεως έχει ὡς συνέπεια τό ἀπαράδεκτο τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως πού συνδέεται μέ τήν πρώτη.
24
Οἱ προσφεύγοντες ἀπαντοῦν ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέν δύναται νά προσάψει στους προσφεύγοντες, χωρίς νά έρθει σέ ἀντίφαση πρός τόν εαυτό της, ὅτι δέν υπέβαλαν προηγουμένως διοικητική ένσταση κατά ἀποφάσεως, τήν ὁποία, ὅπως βεβαιώνει, δέν δύναται ούτε νά ἀκυρώσει ούτε νά τροποποιήσει. Ή Ἐπιτροπή επελήφθη εγκύρως τῆς διαφορᾶς μέ τίς διοικητικές ενστάσεις τῆς 15ης καί 26ης Μαρτίου 1979 καί , ὅπως προκύπτει ἀπό αυτό, οἱ προσφυγές, καθ' ὅσον στρέφονται κατά τῆς ἀποφάσεως τοῦ εργοδότου περί καταβολής τῶν ἀποδοχῶν τους σύμφωνα μέ τους ἐπιδίκους κανονισμούς, εἶναι παραδεκτές, καί κατά συνέπεια τό αίτημα περί επανορθώσεως τῆς ζημίας, πού υπέστησαν λόγω τῆς ἀποφάσεως αυτής, εἶναι επίσης παραδεκτό.
25
Οἱ προσφυγές, καθ' ὅσον στρέφονται κατά τῆς 'Επιτροπής, εἶναι επίσης ἀπαράδεκτες. Οἱ ενστάσεις τῶν προσφευγουσῶν χρονολογοῦνται ἀπό τόν Μάρτιο τοῦ 1979. Ή 'Επιτροπή, ὅμως, εφήρμοσε τους νέους κανονισμούς, συντάσσοντας τό εκκαθαριστικό σημείωμα τῶν ἀποδοχῶν τους, μόλις στίς 15 'Απριλίου 1979, προβαίνοντας έτσι στην πρώτη πράξη πού ήταν δυνατό νά βλάψει τους προσφεύγοντες κατά τήν έννοια τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Οἱ ενστάσεις επομένως ήταν πρόωρες. Μετά τήν λήψη τῶν δελτίων μισθοδοσίας τους τοῦ 'Απριλίου 1979, οἱ προσφεύγοντες ουδέποτε υπέβαλαν ενστάσεις, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά της ἐν λόγω πράξεως. 'Αν οἱ ενστάσεις τῆς 15ης καί 26ης Μαρτίου θεωρηθούν ὡς αιτήσεις κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, μέ τίς όποιες ζητούσαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά λάβει, ὡς πρός αυτούς, ἀπόφαση, οἱ προσφεύγοντες δέν υπέβαλαν ενστάσεις, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως κατά τῆς ἀρνήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς νά λάβει τέτοια ἀπόφαση, εἴτε ἡ άρνηση αυτή ἐξεφράσθη μέ τήν εγκύκλιο τῆς 4ης 'Απριλίου 1979 εἴτε μέ τήν επιστολή της 12ης 'Ιουλίου 1979. 'Ελλείψει ενστάσεως υποβληθείσης κανονικώς, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἐν συνεχεία μιᾶς βλαπτικής πράξεως, οἱ προσφυγές εἶναι ἀπαράδεκτες.
26
Εἶναι λυπηρό τό ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀνεκοίνωσε στους προσφεύγοντες, μέ τίς προσφορές εργασίας τῆς 27ης 'Οκτωβρίου καί 13ης Δεκεμβρίου 1978, λεπτομέρειες περί τῶν εφαρμοστέων ἐπί τῶν μεταφορών ισοτιμιών, γιά τίς όποιες ἐγνώριζε ὅτι θά έπρεπε νά επηρεασθοῦν αισθητά ἀπό τους κανονισμούς τους ὁποίους, κατά τήν στιγμή κατά τήν ὁποία προέβαινε στίς προσφορές ἐργασίας, ἐζήτει επιμόνως νά εκδώσει τό Συμβούλιο πρό τοῦ τέλους τοῦ 1978. Πάντως, τό γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει τό παραδεκτό τῆς προσφυγής.
27
Ἔχοντας ὑπ' ὄψη τίς ἀνωτέρω σκέψεις, οἱ προσφυγές πρέπει νά ἀπορριφθοῦν ὡς ἀπαράδεκτες.
'Επί τῶν δικαστικών εξόδων
28
Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ὁ ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
29
Ἐν τούτοις, επειδή μέ τους ὅρους τῶν προσφορῶν της, ἡ Ἐπιτροπή ὤθησε τους προσφεύγοντες στην άσκηση τῶν προσφυγῶν, καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Ἀπορρίπτει τίς προσφυγές ὡς ἀπαράδεκτες.
2)
Καταδικάζει την Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα.
Bosco
O'Keeffe
Koopmans
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 27 'Οκτωβρίου 1981.
Ὁ γραμματεύς
A. Van Houtte
Ό πρόεδρος τοῦ πρώτου τμήματος
G. Bosco
Full & Egal Universal Law Academy