Στην υπόθεση 785/79,
Adriano Pizziolo, επιστημονικός υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Μπολώνιας, εκπροσωπούμενος από τον Ε. Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Τ. Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse-Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον κύριο νομικό της σύμβουλο R. Baeyens, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Ο. Montako, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την επανένταξη του προσφεύγοντος, την καταδίκη της Επιτροπής στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο πρώτος λόγω της καθυστερημένης επανεντάξεως του, καθώς και την αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Ο. Due και Κ. Bahlmann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: H.A. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
εκδίδει την ακόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων, συνοψίζονται ως εξής:
1.
Ο Pizziolo, προσφεύγων στην παρούσα υπόθεση, έλα6ε άδεια για προσωπικούς λόγους από την 1η Μαρτίου 1970 μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1971.
Προηγουμένως υπηρετούσε στο Κοινό Κέντρο Έρευνας της Καρλσρούης, ως επιστημονικός υπάλληλος με το βαθμό Α 6.
Από τις 27 Μαρτίου 1971, ο Pizziolo ζήτησε την επανένταξη του, που όμως μέχρι σήμερα δεν έγινε.
2.
Με την προσφυγή που άσκησε στις 24 Οκτωβρίου 1979, ο Pizziolo ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να αναγνωρίσει ότι έπρεπε να έχει επανενταχθεί την 1η Μαρτίου 1971 και να υποχρεώσει την Επιτροπή να τον επανεντάξει στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας του που αντιστοιχεί στο βαθμό του, αναδρομικώς από την 1η Μαρτίου 1971 όσον αφορά την αρχαιότητα βαθμού και κλιμακίου και το συνταξιοδοτικό καθεστώς'
2.
να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία του λόγω απωλείας του μισθού του από την 1η Μαρτίου 1971 ώς την ημερομηνία επανεντάξεως του ή τουλάχιστον ώς την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου' η αποζημίωση πρέπει να είναι ίση με τις καθαρές αποδοχές τις οποίες θα δικαιούνταν κατά την ως άνω περίοδο, μειωμένες κατά το ποσό των καθαρών επαγγελματικών εσόδων που απόκτησε κατά την ίδια περίοδο, ασκώντας άλλη δραστηριότητα' εξάλλου, στην εν λόγω αποζημίωση πρέπει να προστεθούν τόκοι υπερημερίας προς 8o/ο ετησίως, υπολογιζόμενοι από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες έπρεπε να γίνει η καταβολή των μισθών
3.
να υποχρεώσει την Επιτροπή στην αποκατάσταση της σταδιοδρομίας του από την 1η Μαρτίου 1971, άλλως, στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, Kat που εκτιμάται, υπό την επιφύλαξη τροποποιήσεως κατά τη διάρκεια της δίκης, στο ποσό των 150000 βελγικών φράγκων, στο οποίο πρέπει να προστεθούν οι τόκοι υπερημερίας προς 8 % ετησίως, από τις 23 Οκτωβρίου 1978·
4.
να ακυρώσει τις σιωπηρές αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν η αίτηση της 23ης Οκτωβρίου 1978 και η ένσταση της 29ης Μαρτίου 1979'
5.
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Ο προσφεύγων επικουρικώς ζήτησε από το Δικαστήριο, πριν αποφανθεί επί της ουσίας, να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ως προς τις ικανότητες του να καταλάβει τις θέσεις που ανάφερε.
3.
Με παρεμπίπτουσα απόφαση του της 2ας Απριλίου 1981 (Συλλογή σ. 969), το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) απέρριψε το αίτημα του Pizziolo για επανένταξη του στην υπηρεσία αναδρομικώς από την 1η Μαρτίου 1971.
Πριν αποφανθεί επί του αιτήματός του για επανένταξη σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το Δικαστήριο αποφάσισε περαιτέρω να προχωρήσει στη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης περί του αν ο προσφεύγων είχε τα απαιτούμενα προσόντα και τις αναγκαίες ικανότητες για την ενάσκηση των καθηκόντων που προβλέπουν οι ανακοινώσεις κενής θέσεως COM/515/73, 531/74, 507/75, 1530/75, 1513/76 και 1531/76.
Κατά τη διάρκεια της δίκης η Επιτροπή δήλωσε ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1531/76 ακυρώθηκε μετά τη θέσπιση του κανονισμού 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 259/68 περί του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (JO L 299, σ. 1). Η εν λόγω τροποποίηση αποσκοπούσε να αντικαταστήσει με καθεστώς έκτακτης προσλήψεως το καθεστώς που διέπει τους υπαλλήλους, οι οποίοι αμείβονται με τις πιστώσεις ερευνών. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, λόγω της υποχρεώσεως της να μη προσλαμβάνει στο μέλλον παρά έκτακτους υπαλλήλους, η ακύρωση της εν λόγω ανακοινώσεως ήταν δικαιολογημένη έναντι του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο πάντως, εκτιμώντας ότι ο προσφεύγων, υπό την ιδιότητα υπαλλήλου που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους, είχε προτεραιότητα για να επανενταχθεί στην εν λόγω θέση, συμπεριέλαβε στην πραγματογνωμοσύνη και την ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1531/76.
4.
Με διάταξη της 30ής Νοεμβρίου 1981, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), σύμφωνα με την κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων πρόταση, ανάθεσε την πραγματογνωμοσύνη από κοινού στους:
1.
Sergio Carrà, καθηγητή φυσικής και χημείας στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, via Golgi 39, Μιλάνο,
2.
Sergio Terrani, καθηγητή στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, διευθυντή του «Istituto di Ingegneria nucleare», via Ponzio 34-3, Μιλάνο,
3.
Enrico Cerrai, διευθυντή στο Ινστιτούτο Ερευνών CISE, διδάσκοντα στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, via Redecesio 12, Segrate-Μιλάνο.
5.
Στις 29 Νοεμβρίου 1982, οι διορισμένοι από το Δικαστήριο πραγματογνώμονες, υπέβαλαν το ακόλουθο πόρισμα:
«Τα ειδικά επαγγελματικά γνωρίσματα του υποψηφίου σκιαγραφήθηκαν με βάση το βιογραφικό σημείωμα που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος Adriano Pizziolo. Κατά την ομόφωνη γνώμη της ομάδας των πραγματογνωμόνων από την ανωτέρω σκιαγράφηση προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι χημικός υψηλού επιπέδου και, χωρίς καμία αμφιβολία, ικανός να διαχειρίζεται ερευνητικά προγράμματα. Τα προσόντα και η πείρα του αφορούν κυρίως την παρασκευή ενός Pu και U-Pu που προορίζονται για την κατασκευή στοιχείων καυσίμων, όπως τα καρβίδια, νιτρίδια και λοιπά, καθώς και τη χρησιμοποίηση διαφόρων μεθόδων χημικής, μεταλλογραφικής, θερμικής και κρυσταλλογραφικής αναλύσεως για τον προσδιορισμό των εν λόγω ενώσεων. Η δραστηριότητα αυτή συνεπάγεται τη χρήση υλικών, τα οποία από χημική άποψη είναι υψηλής τοξικότητας και τουλάχιστον όσον αφορά το Pu επίσης υψηλής ραδιενέργειας, χωρίς πάντως να θέτει προβλήματα εξωτερικής ακτινοβολίας και επομένως χωρίς να απαιτεί απόλυτη γνώση όλων των ειδικών μεθόδων χειρισμού και αναλύσεως, οι οποίες είναι απαραίτητες στην περίπτωση των ακτινοβοληθέντων καυσίμων ή ορισμένων ακτινιδίων. Περαιτέρω, οι ποσότητες που διατίθενται για τις διάφορες εργασίες έχουν σημασία στην περίπτωση του ουρανίου και του πλουτωνίου και δεν απαιτούν ειδικές ικανότητες χειρισμού και αναλύσεως των μικροποσοτήτων που συνεπάγονται ορισμένα ακτινίδια.
Από την εξέταση διαφόρων προκηρύξεων διαγωνισμών, η ομάδα συνάγει τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Προκήρυξη 503:
απαιτεί πείρα στη χρησιμοποίηση ακτινο-6ολη9έντων υλικών, καθώς και σε όλα τα ζητήματα που αφορούν τον τηλεχειρισμό και την προστασία.
Προκήρυξη 501 : idem.
Προκήρυξη 515:
αφορά επίσης ακτινοθοληθέντα υλικά.
Προκήρυξη 516:
απαιτεί γνώσεις όσον αφορά τη συμπεριφορά των ακτινοβοληθέντων καυσίμων, ιδίως εκείνων που έχουν υψηλό βαθμό ακτινοβολίας.
Προκήρυξη 1530:
η κατάρτιση μεταλλουργού είναι αναγκαία.
Προκήρυξη 1513:
απαιτεί πείρα στις ενώσεις ειδικής υψηλής δράσεως που απαιτούν τηλεχειρισμούς και μικροχειρισμούς, καθώς και μικροαναλύσεις.
Με βάση τα ειδικά γνωρίσματα του υποψηφίου όπως σκιαγραφούνται ανωτέρω από την επιτροπή, προκύπτει ότι ο εν λόγω υποψήφιος δεν κατέχει τις ιδιότητες και την ειδική πείρα που απαιτούν οι προαναφερθείσες ανακοινώσεις.
Προκήρυξη 1531:
ακυρώθηκε. Απαιτεί γνώσεις φυσικής χημείας των στερεών και πείρα στον τομέα
των υψηλών θερμοκρασιών, καθώς και σε εκείνον της φασματοσκοπίας των ακτινοβολιών.
Βάσει της βεβαιώσεως που χορήγησε ο P. Blaes του “Europäisches Institut für Transurane” της Καρλσρούης, o Pizziolo απέκτησε πείρα στον τομέα των κεραμικών καυσίμων με βάση το πλουτώνιο και το ουράνιο, ειδικότερα όσον αφορά την παρασκευή τους σε υψηλή θερμοκρασία, και τον προσδιορισμό τους.
Συνεπώς, o Pizziolo είναι ικανός να καταλάβει τη θέση αυτή, αν είναι διαθέσιμη.»
6.
Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε περαιτέρω να προχωρήσει και σε δεύτερη επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως ώστε οι διάδικοι να καταστεί δυνατόν να αναπτύξουν προφορικά ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους, ως προς τα συμπεράσματα που πρέπει να συναχθούν από την πραγματογνωμοσύνη. Το Δικαστήριο ρώτησε περαιτέρω τους διαδίκους αν επιθυμούσαν ο πρόεδρος της ομάδας των πραγματογνωμόνων να κληθεί στην επ' ακροατηρίου συζήτηση. Οι διάδικοι απάντησαν ότι δεν το θεωρούσαν αναγκαίο.
Προφορική διαδικασία
Κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 1983, ο προσφεύγων, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Ε. Lebrun, και η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον R. Baeyens, ανάπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
Ο γενικός εισαγγελέας ανάπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 1983.
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 1979, o Pizziolo, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που έχει άδεια για προσωπικούς λόγους, άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί ως κύριο αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 4, περίπτωση δ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, να τον επανεντάξει κατά την ημερομηνία λήξεως της άδειας που του δόθηκε, δηλαδή την 1η Μαρτίου 1971, και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον επανεντάξει στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας του που αντιστοιχεί στο 6αθμό του αναδρομικώς από την εν λόγω ημερομηνία. Επικουρικά, ζητεί από το Δικαστήριο, πριν αποφανθεί, να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ως προς τις ικανότητες του προς κάλυψη των θέσεων που υπέδειξε και έμειναν κενές μετά την ανωτέρω ημερομηνία.
2
Με την προσφυγή του, ο προσφεύγων ζητεί επίσης να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη λόγω στερήσεως του μισθού του και να αποκαταστήσει τη σταδιοδρομία του από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει επανενταχθεί, άλλως, να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη όσον αφορά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του.
3
Ο προσφεύγων έλαβε άδεια για προσωπικούς λόγους από την 1η Μαρτίου 1970 έως την 28η Φεβρουαρίου 1971. Προηγουμένως, εργαζόταν στην υπηρεσία «κεραμική και μεταλλουργία» του Κοινού Κέντρου Έρευνας της Καρλσρούης, ως επιστημονικός υπάλληλος με το βαθμό Α 6. Ο προσφεύγων δεν ζήτησε ανανέωση της άδειας του, αλλά ούτε έχει γίνει μέχρι σήμερα η επανένταξη του στην υπηρεσία.
4
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 2ας Απριλίου 1981 (Συλλογή σ. 969), το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος περί επανεντάξεως του αναδρομικά από την 1η Μαρτίου 1971. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αποφάσισε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης περί του αν ο προσφεύγων είχε τα απαιτούμενα προσόντα και τις αναγκαίες ικανότητες για την άσκηση των καθηκόντων που προέβλεπαν οι ανακοινώσεις κενών θέσεων COM/515/73, 531/74, 507/75, 1530/75, 1513/76 και 1531/76.
5
Με έκθεση που κατάθεσαν στις 29 Νοεμβρίου 1982, οι πραγματογνώμονες που όρισε το Δικαστήριο κατάληξαν στο πόρισμα ότι ο Pizziolo δεν διέθετε τα προσόντα που απαιτούσαν ορισμένες από τις προαναφερθείσες ανακοινώσεις κενών θέσεων, αλλ' ότι «ήταν ικανός» να καταλάβει τη θέση που αποτελούσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/1531/76 «αν ήταν κενή».
Επί του αιτήματος επανεντάξεως
6
Με το εν λόγω αίτημα, έτσι όπως παρουσιάζεται μετά την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1981 και την κατάθεση του πορίσματος των πραγματογνωμόνων, επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή όφειλε να επανεντάξει τον προσφεύγοντα στη θέση που αποτελούσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως κενής θέσεως COM/1531/76 και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επαναφέρει τον προσφεύγοντα στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας που αντιστοιχεί στο βαθμό του, αναδρομικά, όσον αφορά την αρχαιότητα στο βαθμό και το κλιμάκιο καθώς και το συνταξιοδοτικό καθεστώς, από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει επανενταχθεί.
7
Η επαναφορά των υπαλλήλων που έχουν άδεια για προσωπικούς λόγους διέπεται από το άρθρο 40, παράγραφος 4, περίπτωση δ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ορίζει ότι:
«Μετά τη λήξη της άδειας για προσωπικούς λόγους, ο υπάλληλος επαναφέρεται (επανεντάσσεται) υποχρεωτικώς, ευθύς ως υπάρξει κενή θέση, σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του, με την προϋπόθεση ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή ...»
8
Είναι βέβαιο ότι η θέση που αποτελούσε αντικείμενο της ανακοινώσεως κενής θέσεως 1531/76 ανήκε στην κατηγορία του προσφεύγοντος και αντιστοιχούσε στο βαθμό του. Πράγματι, επρόκειτο για θέση επιστημονικού υπαλλήλου του βαθμού Α 8/Α 5. Προτού λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους, ο προσφεύγων ήταν επιστημονικός υπάλληλος με βαθμό Α 6. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι, κατόπιν της εκθέσεως των πραγματογνωμόνων, ο προσφεύγων έπρεπε να θεωρηθεί ότι κατείχε τις απαιτούμενες για τη θέση αυτή ικανότητες.
9
Η αμφιβολία των πραγματογνωμόνων ως προς το κατά πόσο η θέση ήταν κενή οφείλεται στο γεγονός ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως ανακλήθηκε μετά από τροποποίηση της ρυθμίσεως που αφορά τους μόνιμους και λοιπούς υπαλλήλους των Κοινοτήτων, τροποποίηση που αποσκοπούσε στην αντικατάσταση του καθεστώτος που διείπε τους υπαλλήλους, οι οποίοι αμείβονταν από τις πιστώσεις ερευνών, με καθεστώς προσλήψεως εκτάκτων υπαλλήλων. Απαντώντας στο επιχείρημα αυτό της Επιτροπής, το Δικαστήριο, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του της 2ας Απριλίου 1981, δέχτηκε ότι ο προσφεύγων, υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου που έχει άδεια για προσωπικούς λόγους, είχε προτεραιότητα για να επανενταχθεί στην εν λόγω θέση και ότι το δικαίωμα αυτό έπρεπε να υπερισχύσει της ανωτέρω τροποποιήσεως.
10
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή όφειλε να προσφέρει στον προσφεύγοντα τη θέση που αφορούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/1531/76 προς επανένταξη του σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 4, περίπτωση δ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ότι, συνεπώς, η πραγματική επανένταξη του προσφεύγοντος — όσον αφορά την κατά 6αθμό και κλιμάκιο αρχαιότητα και το συνταξιοδοτικό καθεστώς του — πρέπει να ισχύσει από την ημέρα που ήταν δυνατό να έχει επανενταχθεί, αν η Επιτροπή του είχε προτείνει ν' αναλάβει υπηρεσία στη θέση αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η προθεσμία υποβολής των υποψηφιοτήτων για την εν λόγω θέση έληγε στις 10 Δεκεμβρίου 1976, πρέπει ως ημερομηνία από την οποία ήταν δυνατό να έχει επανενταχθεί ο προσφεύγων να οριστεί η 1η Ιανουαρίου 1977.
Επί του αιτήματος καταβολής αποζημιώσεως
11
Το αίτημα αυτό αποσκοπεί στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποζημιώσει τον προσφεύγοντα για τη ζημία που υπέστη, κατόπιν της στερήσεως του μισθού του, από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να επανενταχθεί μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής επανεντάξεως του ή, τουλάχιστον, μέχρι την ημερομηνία της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως, εντόκως προς 8 ο/ο.
12
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως από την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1976 (Sergy, 58/75, Rec. σ. 1139), οι υπάλληλοι που για λόγους οφειλόμενους σε πλημμελή συμπεριφορά του οργάνου δεν επανεντάχθηκαν στην υπηρεσία μετά τη λήξη της άδειας τους για προσωπικούς λόγους, δικαιούνται σε αποκατάσταση της πραγματικής ζημίας που έχουν υποστεί λόγω στερήσεως του μισθού τους, η οφειλόμενη δε αποζημίωση για το λόγο αυτό πρέπει να είναι καταρχήν ίση με τις καθαρές αποδοχές τις οποίες θα δικαιούνταν, μειωμένες κατά το ποσό των καθαρών επαγγελματικών τους εσόδων που απόκτησαν κατά την ίδια περίοδο, ασκώντας άλλη δραστηριότητα.
13
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ισόποσο των καθαρών αποδοχών που θα εισέπραττε αν είχε επανενταχθεί την 1η Ιανουαρίου 1977 και μέχρι την πραγματική επανένταξη του, μειωμένων κατά το ποσό των καθαρών επαγγελματικών του εσόδων που απόκτησε κατά την περίοδο αυτή, ασκώντας άλλη δραστηριότητα. Πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί συναφώς ότι ο προσφεύγων υπέχει την υποχρέωση να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, ώστε να μειωθούν οι απώλειες του, με την αναζήτηση ενδεχομένως άλλων θέσεων.
14
Τα ποσά που πρέπει να καταβάλει η Επιτροπή προσαυξάνονται κατά τους τόκους, οριζόμενους σε 6o/ο από την 3η Απριλίου 1979, οπότε ο προσφεύγων υπέβαλε τη διοικητική ένστασή του βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ή από την ημέρα που κατέστησαν απαιτητές οι αποδοχές του, εφόσον η ημέρα αυτή είναι μεταγενέστερη της πρώτης.
Επί του αιτήματος αποκαταστάσεως της σταδιοδρομίας του
15
Το τελευταίο αίτημα αποσκοπεί στο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει τη σταδιοδρομία του προσφεύγοντος από την ημέρα που έπρεπε να επανενταχθεί ή, τουλάχιστον, να επανορθώσει τη ζημία που υπέστη στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του και την οποία αποτιμά σε 150000 BFR συν τους τόκους.
16
Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι αδύνατον να προσδιοριστούν με σαφήνεια ποιες πιθανότητες προαγωγής θα είχε ο προσφεύγων, αν είχε επανενταχθεί έγκαιρα. Οι πιθανότητες αυτές είναι τόσο αβέβαιες και υποθετικές που δεν επαρκούν καθαυτές για να αποδείξουν ότι ο προσφεύγων υπέστη από το λόγο αυτό χρηματική ζημία.
Επί των δικαστικών εξόδων
17
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
18
Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς το σύνολο σχεδόν των ισχυρισμών της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της διαδικασίας που κατάληξε στην παρεμπίπτουσα απόφαση της 2ας Απριλίου 1981.
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνει και αποφασίζει:
1)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να επανεντάξει τον προσφεύγοντα, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 4, περίπτωση δ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1977, όσον αφορά την κατά βαθμό και κλιμάκιο αρχαιότητα και το συνταξιοδοτικό καθεστώς.
2)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να καταοάλει στον προσφεύγοντα το ισόποσο των καθαρών αποδοχών που αυτός θα εισέπραττε αν είχε επανενταχθεί την 1η Ιανουαρίου 1977 και μέχρι την πραγματική επανένταξη του, μειωμένων κατά το ποσό των καθαρών επαγγελματικών εσόδων που απόκτησε κατά την ίδια περίοδο, ασκώντας άλλη δραστηριότητα. Τα πληρωτέα ποσά προσαυξάνονται με τόκους προς 6 ο/ο από 3 Απριλίου 1979 ή από την ημέρα που οι αποδοχές κατέστησαν απαιτητές, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη της πρώτης.
3)
Απορρίπτει το αίτημα του προσφεύγοντος περί αποκαταστάσεως της σταδιοδρομίας του ή περί επανορθώσεως της ζημίας που υπέστη σχετικά.
4)
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Pescatore
Due
Bahlmann
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 5 Μαΐου 1983.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του δεύτερου τμήματος
Ρ. Pescatore
Full & Egal Universal Law Academy