Στην υπόθεση 799/79,
Günter Bruckner, Κέντρο Εὐρατόμ τῆς Ispra (Varese), 'Ιταλία, εκπροσωπούμενος ἀπό τους Β. Potthast καί H.J. Rüber, δικηγόρους Κολωνίας, επικουρούμενους ἀπό τόν καθηγητή Ε. Steindorff, τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μονάχου, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν V. Biel, δικηγόρο, 18a, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης ἀπό τόν J. Pipkom, μέλος τῆς νομικῆς τῆς υπηρεσίας, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Ο. Montalto, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθ' ἦς,
πού 'έχει ὡς ἀντικείμενο τά αιτήματα πού διατυπώνονται στό δικόγραφο τῆς προσφυγής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο ἀπό τους Α. O'Keeffe, πρόεδρο τμήματος, G. Bosco καί Τ. Koopmans, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: F. Capotorti
γραμματεύς: Ρ. Heim
εκδίδει τήν ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, τά αιτήματα καί επιχειρήματα, πού οἱ διάδικοι ἀνέπτυξαν κατά τήν διάρκεια τῆς έγγραφου διαδικασίας, συνοψίζονται ὡς έξης:
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί έγγραφη διαδικασία
1. Νομοθετικό πλούσιο
Ἡ παροῦσα υπόθεση εντάσσεται στό ἀκόλουθο νομοθετικό πλαίσιο:
α)
Τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ὅπως ἴσχυε μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1979, ὥριζε:
«Οἱ ἀποδοχές τοῦ υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα. Καταβάλλονται στό νόμισμα τῆς χώρας, στην ὁποία ὁ υπάλληλος ἀσκεῖ τά καθήκοντα του. ΟΙ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοῦ φράγκου ὑπολογίζονται βάσει τῶν ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οἱ όποιες 'ίσχυαν τήν 1η 'Ιανουαρίου 1965.»
Βάσει αὐτῶν τῶν ισοτιμιῶν υπήρχε, μεταξύ άλλων, ἡ ἀντιστοιχία: 12,50 BFR πρός 1 DM καί 8 BFR πρός 100 LIT.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ, ένας υπάλληλος δύναται νά ζητήσει ὅπως μέρος τῶν ἀποδοχών του μεταφέρεται τακτικά ἤ κατ' εξαίρεση σέ χώρα έκτός εκείνης, ὅπου ἀσκεῖ τά καθήκοντά του. Ή παράγραφος 4 τοῦ ἀναφερθέντος άρθρου, ὅπως 'ίσχυε μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1979, ὥριζε ὅτι οἱ μεταφορές αυτές έπρεπε νά πραγματοποιούνται μέσω τοῦ ὀργάνου στό όποιο ὑπήγετο ὁ υπάλληλος, «βάσει τῶν επισήμων τιμών συναλλάγματος πού ἴσχυαν κατά τήν ἡμερομηνία τῆς μεταφοράς». Ὡς «επίσημη τιμή συναλλάγματος», κατά τήν έννοια τῆς διατάξεως αυτής, εθεωρείτο ἡ τελευταία ισοτιμία πού εἶχε γίνει δεκτή ἀπό τό ΔΝΤ, ή ὁποία δέν εἶχε τροποποιηθεί ἀπό 1ης Νοεμβρίου 1969 (ήτοι πχ. 13,66 BFR προς 1 DM).
Μετά τήν κατάργηση, τό 1971, τοῦ διεθνοῦς συστήματος τῶν σταθερών τιμών συναλλάγματος, στό όποιο ἐστηρίζοντο οἱ ἐν λόγω διατάξεις, οἱ ισοτιμίες αὐτές εξέφραζαν ὅλο καί λιγότερο τήν ἀγοραστική δύναμη τῶν ἐν λόγω νομισμάτων καί τήν ἀξία τους εντός τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος. Οἱ υπάλληλοι πού προέβαιναν σέ μεταφορές πρός χώρες τῶν ὁποίων τό νόμισμα εἶχε ὑπερτιμηθεί ἐν σχέσει πρός τίς ἰσοτιμίες πού είχαν γίνει δεκτές ἀπό τό ΔΝΤ ἠδύναντο, επομένως, νά πραγματοποιούν κέρδη ἐπί τῆς χρηματιστηριακής τιμής ἐν σχέσει πρός τίς μεταφορές πού ἐπραγματοποιοῦντο ὑπό τους συνήθεις ὅρους τῆς ἀγορᾶς.
Βάσει τῶν διατάξεων πού ἴσχυαν πρό της 1ης 'Απριλίου 1979 ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού ἀναφέρεται στό άρθρο 64 τοῦ κανονισμού, ὁ όποιος ἐκφράζει τίς συνθήκες ζωής τοῦ τόπου υπηρεσίας τοῦ υπαλλήλου, έπρεπε νά εφαρμόζεται ἐπί τοῦ συνόλου τῶν ἀποδοχών, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ ποσοῦ πού προωρίζετο νά μεταφερθεί σέ άλλη χώρα, βάσει τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ. Αυτό εἶχε ὡς συνέπεια τήν αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τους υπαλλήλους πού ὑπηρετοῦσαν σέ χώρες, ὅπως ή 'Ιταλία, ὅπου τό νόμισμα είχε υποτιμηθεί ἐν σχέσει πρός τίς ἰσοτιμίες τοῦ ΔΝΤ, καί τήν μείωση τοῦ συντελεστοῦ γιά τους υπαλλήλους πού ὑπηρετοῦσαν σέ χώρες, τῶν ὁποίων τό νόμισμα εἶχε υπερτιμηθεί ἐν σχέσει πρός τίς ἰσοτιμίες ΔΝΤ. Ὁ προσφεύγων, ὅμως, υποστηρίζει ὅτι ο συντελεστής ἀναπροσαρμογής εἶχε αὐξηθεί κατά πολύ μικρότερο ποσοστό. Συγκεκριμένα, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογῆς γιά τήν 'Ιταλία ηὐξήθη, ἀριθμητικώς, ἀπό 100 σέ 146,9, ἐνῶ ἡ συναλλαγματική ισοτιμία ἐμειώθη ἀπό 12,5 λιρέτες πρός 1 βελγικό φράγκο σέ 28 λιρέτες πρός 1 βελγικό φράγκο.
Βάσει αυτής τῆς διατάξεως, οἱ δικαιούχοι συντάξεως ἠδύναντο νά τύχουν ειδικών πλεονεκτημάτων. 'Αν ἐδήλωναν ὅτι κατοικούν σέ χώρα τῆς ὁποίας τό νόμισμα εἶχε ὑποτιμηθεί, ἐπί τῆς συντάξεως τους ἐφηρμό-ζετο ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής πού εἶχε καθορισθεί γιά τήν χώρα αυτή, βάσει τοῦ ἄρθρου 82, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού. Τό άρθρο 45 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοί) τους παρείχε τήν δυνατότητα νά εισπράττουν τίς ἐν λόγω συντάξεις στό ισχυρό νόμισμα τῆς χώρας καταγωγής τους ἤ τῆς χώρας ὅπού εὑρί-σκετο ἡ έδρα τοῦ ὀργάνου στό ὁποῖο ὑπή-γοντο. Ή τακτική αυτή ἐπεκρίθη ἀπό τόν γενικό εισαγγελέα Mayras στίς προτάσεις του ἐπί τῆς υποθέσεως 28/74 (Gillet, Recueil 1975, σελ. 478).
Ἀπό τοῦ 1974, ἡ 'Επιτροπή υπέβαλε στό Συμβούλιο προτάσεις μέ σκοπό τήν ἐξάλειψη τῶν ἀτελειών ἐπί τῆς καταβολής των ἀποδοχῶν καί τῶν συντάξεων εφαρμοζομένων κανόνων πού προήρχοντο ἀπό τήν κατάργηση τοῦ διεθνούς συστήματος των σταθερών τιμών συναλλάγματος.
Ή πρόταση κανονισμού τοῦ Συμβουλίου, τῆς 13ης Ἰουνίου 1974 (JO C 88, σ. 25) περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προέβλεψε τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 17, παράγραφος 4, τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού:
«Οἱ μεταφορές πού προβλέπονται στίς ἀνωτέρω παραγράφους 2 καί 3 πραγματοποιούνται βάσει τῶν ισοτιμιών πού ἀναφέρονται στό άρθρο 63, τελευταία παράγραφος, τοῦ κανονισμού τά μεταφερόμενα ποσά προσαρμόζονται βάσει τοῦ συ-ντελεστοῦ, ὁ όποιος προκύπτει ἀπό τόν συσχετισμό τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τή χώρα στό νόμισμα τῆς ὁποίας πραγματοποιείται ή μεταφορά καί τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τή χώρα τοποθετήσεως τοῦ υπαλλήλου.»
Τήν 1η 'Απριλίου 1977, ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε στό Συμβούλιο πρόταση κανονισμοῦ περί εισαγωγής τῆς εὐρωπαϊκής λογιστικής μονάδος (UCE) στόν κανονισμό (JO C 99, σ. 5), πού ἀπερρίφθη ἀπό τήν ἐπιληφθεῖσα ἐπί τοῦ κανονισμού επιτροπή. Τό Συμβούλιο ἐζήτησε τήν γνωμοδότηση τοῦ Εὐρωπάικοῦ Κοινοβουλίου καί τοῦ Δικαστηρίου. Μέ ψήφισμα τῆς 7ης 'Ιουλίου 1977 (JO C 183, σ. 55), τό Κοινοβούλιο ενέκρινε τήν πρόταση, ἀφοῦ έλαβε ὑπ' ὄψη «τίς διαβεβαιώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι οἱ προτάσεις της ουδαμώς θά ἐπηρέαζαν τήν πραγματική αξία τῶν ποσών πού καταβάλλονται στους υπαλλήλους ὡς μισθοί, συντάξεις καί ἀποζημιώσεις». Κατά τήν συνεδρίαση, ὁ Tugendhat, ἁρμόδιο ἐπί τῶν διοικητικών υποθέσεων μέλος τῆς Ἐπιτροπής, ἐδήλωσε: «... τό σύστημα πού ἐθεσπίσθη ἀπό τήν 'Επιτροπή ἀποσκοπεί στην επίτευξη οικονομικής οὐδετερότητος, νομίζουμε δέ ὅτι εἶναι δυνατόν νά επιφέρει ισότητα ἀγοραστικής δυνάμεως. Πράγματι, επιθυμούμε ένας υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς δεδομένου βαθμού, πού εργάζεται στίς Βρυξέλλες, στό Λουξεμβούργο, στό Λονδίνο ἡ σέ ὁποιοδήποτε άλλο μέρος τῆς Κοινότητος, νά εἶναι σέ θέση νά ἀγοράζει τήν ἴδια ἀκριβώς ποσότητα ἀγαθών πού ἀγοράζει ὁ ἀντίστοιχος υπάλληλος πού εἶναι εγκατεστημένος άλλοῦ, εντός τῆς Κοινότητος... Τό πρόβλημα τῶν μεταφορών ἀπασχολεί επίσης τήν Ἐπιτροπή. Ἐπί τοῦ παρόντος εξετάζεται πρόταση περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμού τῶν υπαλλήλων. Κρίνουμε ὅτι ἡ τροποποίηση αυτή πρέπει νά επέλθει τό ἀργότερο μέχρι τῆς θεσπίσεως τῆς παρούσης προτάσεως κανονισμοί), νομίζω δέ ὅτι αυτό εἶναι ένα άλλο σημείο πού έχει προκαλέσει ὁρισμένες ἀνησυχίες».
Δεδομένου ὅτι τό Συμβούλιο δέν υιοθέτησε κατά τό 1978 τήν πρόταση κανονισμού, περί εφαρμογῆς τῆς ευρωπαϊκῆς λογιστικῆς μονάδος (UCE) στίς πράξεις τῶν ὀργάνων των Κοινοτήτων, τῆς 6ης 'Οκτωβρίου 1976 (JO C 271, σ. 5), ἡ Ἐπιτροπή ἀνέλαβε τήν προσπάθεια πραγματοποιήσεως τῆς ἀναπροσαρμογής τῶν συντελεστῶν μετατροπής των ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων, πού ἀναφέρεται στην πρόταση τῆς 1ης 'Απριλίου 1977, ἀφοῦ ἔλαβε ὑπ' ὅψη τήν κατ' αυτόν τόν τρόπο δημιουργηθεῖσα κατάσταση. Ή 'Επιτροπή, σέ παράρτημα τῆς εκθέσεως τῆς τοῦ 1978 περί τῆς εξετάσεως τοῦ ετησίου επιπέδου τῶν ἀποδοχῶν (Ἔγγρ. COM (78) 673 τελικό τῆς 29ης Νοεμβρίου 1978), ἀπηύθυνε προς τό Συμβούλιο τήν ἀκόλουθη ἀνακοίνωση, ἡ ὁποία δέν υπεβλήθη πρός διαβούλευση στό Κοινοβούλιο ούτε στό Δικαστήριο ούτε στην ἐπί τοῦ κανονισμοῦ επιτροπή:
«... τό κείμενο τῶν δύο πρώτων παραγράφων τοῦ ἄρθρου 63 ἀντικαθίσταται ἀπό τό ακόλουθο κείμενο:
“οἱ ἀποδοχές τῶν υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα' καταβάλλονται στό νόμισμα τῆς χώρας, στην ὁποία ὁ υπάλληλος ἀσκεῖ τά καθήκοντα του. Οἱ ἀποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διαφορετικό ἀπό βελγικά φράγκα, ὑπολογίζονται βάσει τῶν τιμών συναλλάγματος πού ἐχρησιμοποιήθησαν γιά τήν ἐκτέλεση τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοί) τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων...”
Ή 'Επιτροπή επιμένει ὁπως τό Συμβούλιο, πρίν ἀπό τό τέλος τοῦ έτους, υἱοθετήσει τό ἀνωτέρω άρθρο καθώς καί τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, ὅπως διεμορφώθη μετά τίς εργασίες τοῦ Συμβουλίου πού έγιναν στό πλαίσιο τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ κανονισμού ...
(Ό)... κανονισμός (έπρεπε νά τεθεί) ἐν ἰσχύι τήν 1η Ἰανουαρίου 1979, ... (καί νά τεθεί ) σέ εφαρμογή ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979. Ὅσον ἀφορᾶ, ὅμως, τους δικαιούχους ἀποζημιώσεων συνταξιοδοτούμενους, τῶν ὁποίων οἱ καθαρές χρηματικές παροχές υφίστανται μείωση λόγω τῆς εφαρμογής τοῦ παρόντος συστήματος, ὁ κανονισμός θά έχει εφαρμογή ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1979 ... »
β)
Τήν 21η Δεκεμβρίου 1978, τό Συμβούλιο ἐξέδωσε τόν κανονισμό 3085/68, περί καθορισμού τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τοῦ καθεστώτος πού εφαρμόζεται ἐπί τοῦ λοιποί) προσωπικοί) τῶν Κοινοτήτων, καθώς καί τους κανονισμούς 2530/72 καί 1543/73, περί ὁρισμένων ειδικών μέτρων (JO L 369, σ. 6). Ό κανονισμός αυτός επαναλαμβάνει τό κείμενο τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 'Επιτροπῆς τῆς 29ης Νοεμβρίου 1978 καί, ὅσον ἀφορᾶ τόν ἐφαρμοστέο στά μεταφερόμενα ποσά συντελεστή ἀναπροσαρμογής, τήν διατύπωση τῆς προτάσεως τῆς 1ης 'Απριλίου 1977. Τό Συμβούλιο ὅμως προσέθεσε: «Μετά τήν ημερομηνία αυτή, ἡ διαφορά μεταξύ τῶν καθαρών ποσών, ὅπως προκύπτουν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ, καί ἐκείνων πού εισπράττονται γιά τόν μῆνα Σεπτέμβριο 1979, μειώνεται κατά ἕν δέκατο μηνιαίως». Καθορίζει τήν 1η 'Ιουλίου 1978 ὡς κρίσιμο χρονικό σημείο γιά τόν υπολογισμό τῶν ἀποδοχών πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τοῦ βελγικοῦ φράγκου ἐπί τῆ βάσει τῶν τιμών συναλλάγματος πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν εκτέλεση τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμού τῶν Κοινοτήτων καί διευκρινίζει ὅτι ἡ ημερομηνία αυτή τροποποιείται κατά τήν ετησία εξέταση τοῦ επιπέδου τῶν ἀποδοχών.
γ)
Παραλλήλως πρός τήν ἀναπροσαρμογή τῶν τιμών συναλλάγματος, τό Συμβούλιο μέ τόν κανονισμό 3086/78, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσαρμογής τῶν συντελεσχών ἀναπροσαρμογῆς, βάσει τῶν ὁποίων προσαρμόζονται οἱ ἀποδοχές καί οἱ συντάξεις τῶν υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοί) τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων μετά τήν τροποποίηση τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοί) περί τῶν νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη κατά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοί) (JO L 369, σ. 8), ἐτροποποίησε τίς τιμές τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού ἀντιστοιχούν στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Πρός τούτο, ἡ 'Επιτροπή καί τό Συμβούλιο τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων ἐστηρίχθησαν σ' ένα μαθηματικό τύπο πού ἀνεμένετο νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν διατήρηση τοῦ ὕψους τῶν ἀποδοχῶν τοῦ μηνός 'Απριλίου 1979 στό ἴδιο επίπεδο μέ εκείνο τοῦ προηγουμένου μηνός, γιά ὅλους τους μονίμους ή μή μονίμους υπαλλήλους πού υπηρετούσαν ἐκτός Βελγίου ἡ Λουξεμβούργου. Κατά τόν προσφεύγοντα, ὅμως, ὅσον ἀφορᾶ τό τμήμα τῶν ἀποδοχών πού ἀπομένουν στην διάθεση του, ἡ εφαρμογή αὐτοῦ τοῦ τύπου εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μία μείωση κατά 25 % περίπου.
Γιά τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, πού ἀναφέρεται στό άρθρο 64 τοῦ κανονισμού, τό Συμβούλιο καί ή 'Επιτροπή ἀκολουθοῦν, ἀπό τό 1967, τήν κατωτέρω διαδικασία συγκρίσεως τοῦ επιπέδου τιμών μεταξύ Βρυξελλών καί διαφόρων τόπων υπηρεσίας. Ή Στατιστική Υπηρεσία τῶν ΕΚ, σέ συνεργασία μέ τίς ἁρμόδιες εθνικές υπηρεσίες, καταρτίζει κατά τακτικά χρονικά διαστήματα πίνακες τιμών γιά τά εμπορεύματα καί τίς υπηρεσίες πού θεωρούνται ὅτι ἀντιστοιχοῦν στά κονδύλια τῶν χαρακτηριστικών δαπανών τῶν οικογενειών τῶν υπαλλήλων στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Γιά κάθε δαπάνη, υπολογίζεται ἡ σχέση μεταξύ τῆς τιμής πού ισχύει στίς Βρυξέλλες καί τῆς τιμής πού ισχύει στην πόλη πού χρησιμοποιείται ὡς ἀναφορά για τόν τόπο υπηρεσίας τοῦ υπαλλήλου. Αυτή ἡ στάθμιση ἐπιτρέπει τόν υπολογισμό τῆς σχέσεως μεταξύ τῆς ἀγοραστικῆς δανάμεως τῶν νομισμάτων τῶν χωρών ὅπού οἱ υπάλληλοι τῆς Κοινότητος ἀσκοῦν τά καθήκοντα τους. Ό δείκτης πού ὑπολογίζεται βάσει τῆς μεθόδου «Fisher» εκφράζει πχ. τήν σχέση μεταξύ τῶν τιμών Βρυξελλῶν-Ρώμης καί Ρώμης-Βρυξελλών μέ ἕνα μόνο ἀριθμό. Αυτός ὁ ἀριθμός χρησιμοποιείται γιά τους συντελεστές ἀναπροσαρμογῆς εντός τῆς Κοινότητος, διότι εκφράζει τήν σχέση τῶν τιμών μεταξύ δύο πόλεων ὑπό ἀντιστρέψιμη μορφή καί κατά συνέπεια επιτρέπει συγκρίσεις ὄχι μόνον μεταξύ δύο, άλλα καί περισσοτέρων τιμών. Βάσει αυτής τῆς μεθόδου, ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογῆς είναι τό ἀποτέλεσμα τῆς διαιρέσεως τοῦ δείκτου «Fisher», πού υπολογίζεται, ὅπως περιγράφεται ἀνωτέρω, διά τῆς ἀντιστοίχου τιμής συναλλάγματος πού χρησιμοποιείται γιά τήν μετατροπή τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων στό ἀντίστοιχο εθνικό νόμισμα, σύμφωνα μέ τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοί). Κατά τόν 'Οκτώβριο καί Νοέμβριο 1975, διενεργήθη συγκριτική έρευνα τιμών σέ ὅλες τίς πρωτεύουσες τῆς Κοινότητος.
2. Περιστατικά
Ὁ προσφεύγων εἶναι υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπής καί υπηρετεί στην υπηρεσία Κοινό Κέντρο Ἐρευνῶν-Εὐρατόμ τῆς Ispra, στην 'Ιταλία.
Γιά τους υπηρετούντες στην 'Ιταλία υπαλλήλους, ἡ μέθοδος πού ἐφηρμόζετο μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1979 ἐπαρουσίαζε πλεονεκτήματα. Ἀπό τήν προσφυγή συνάγεται ὅτι, πχ., ἀπό δύο υπαλλήλους γερμανικής Ιθαγενείας, υπηρετούντες στίς Βρυξέλλες καί στην Ispra, καταταγέντες στον βαθμό Β 3/3, έγγάμους, μέ δύο τέκνα μαθητές γυμνασίου, οἱ όποιοι υπάλληλοι μετέφεραν, μέσω τῆς 'Επιτροπής, τό 35 % (κατ' ἀνώτατο όριο) τοῦ καθαροί) μισθοί) τους στό στεγαστικό ταμιευτήριο BHW, ὁ υπάλληλος πού υπηρετούσε στην Ispra ελάμβανε τόν 'Ιανουάριο 1976, γιά τό τμήμα τοῦ μισθοῦ του πού μετέφερε στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, 12 % περισσότερο ἀπό ὅ,τι ὁ συνάδελφος του τῶν Βρυξελλών, ἐνῶ τό Μάρτιο τοῦ 1979 ἐλάμβανε 46,8 % περισσότερο.
'Επομένως, κατά τόν προσφεύγοντα, κατηργήθη ένα προνόμιο, ἀλλά τά μειονεκτήματα, πού έπρεπε κατά κάποιο τρόπο νά εξακολουθούν νά ἀντισταθμίζονται ἀπό τά πλεονεκτήματα πού παρείχε ἡ μέθοδος ή ὁποία ἐχρησιμοποιείτο προηγουμένως, ὑφίσταντο. Τα μειονεκτήματα αυτά ήταν συνέπεια, πχ., τοῦ ὅτι στην Ἰταλία ἡ ἀξία τῶν περιουσιακών ἀγαθῶν δέν ηὐξάνετο μέ τόν 'ίδιο ρυθμό ὅπως καί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ἡ τοῦ ὅτι οί τοποθετημένοι στην 'Ιταλία υπάλληλοι ἠναγκάζοντο νά χρησιμοποιήσουν μεγαλύτερο μέρος τοῦ μισθοῦ τους γιά νά ἀγοράζουν συνάλλαγμα, ἄν δέν ἐπιθυμοῦσαν νά περάσουν τίς διακοπές τους στην 'Ιταλία.
3. "Εγγραφη διαδικασία
Τήν 21η 'Ιουνίου 1979, ὁ προσφεύγων υπέβαλε ἔνσταση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού, προσβάλλοντας τό εκκαθαριστικό σημείωμα ἀποδοχών τοῦ 'Απριλίου 1979.
Μέ έγγραφο τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979, ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε τήν ἐν λόγω ένσταση.
Ή παροῦσα προσφυγή, στραφεΐσα κατά τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής, ἠσκήθη καί ἐπρωτοκολλήθη στό Δικαστήριο τήν 12η Νοεμβρίου 1979, ταυτοχρόνως μέ άλλες 3 παρόμοιες (υποθέσεις 800, 801 καί 802/79). Ἐν συνεχεία ἀπεφασίσθη νά χαρακτηρισθεί ἡ παροῦσα υπόθεση ὡς πρότυπη υπόθεση.
Μέ υπόμνημα τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1980, τό Συμβούλιο υπέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου.
Μέ έγγραφο τῆς 27ης Δεκεμβρίου 1979, ὁ προσφεύγων επέφερε διόρθωση στό δικόγραφο τῆς προσφυγῆς του, προσβάλλοντας, έκτος ἀπό τήν ἀνάλυση ἀποδοχῶν τοῦ 'Απριλίου 1979, καί τήν ἀντίστοιχη ἀνάλυση τοῦ 'Ιανουαρίου 1979.
Μέ έγγραφο τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1980, ή 'Επιτροπή υπέβαλε τίς παρατηρήσεις τῆς ἐπί της τροποποιήσεως τῆς προσφυγῆς, ισχυριζομενη ὅτι ἡ προθεσμία ἀσκήσεως προσφυγῆς, κατά τῆς ἀναλύσεως ἀποδοχών τοῦ 'Ιανουαρίου 1979, εἶχε παρέλθει τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1979.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εισαγγελέως, τό Δικαστήριο (πρώτο τμῆμα) ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
Κατά τή συνεδρίαση τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1981, ὁ προσφεύγων καί τό Συμβούλιο ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους ἐπί τοῦ παραδεκτού τῆς προσφυγής.
Ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του ἐπί τοῦ παραδεκτού κατά τή συνεδρίαση τῆς 14ης Μαΐου 1981.
Μέ ἀπόφαση τῆς 12ης Νοεμβρίου 1981, τό Δικαστήριο (πρώτο τμῆμα) έκρινε τήν παροῦσα προσφυγή ἀπαράδεκτη κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τοῦ Συμβουλίου. 'Επειδή ἡ 'Επιτροπή δέν ἀμφισβητεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής, κατά τό μέρος πού στρέφεται εναντίον της, ἀπεφασίσθη ὁ προσφεύγων καί ἡ Ἐπιτροπή νά ἀναπτύξουν τίς παρατηρήσεις τους ἐπί τῆς οὐσίας.
ΙΙ — Αιτήματα τῶν διαδίκων
Ό προσφεύγων ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
I.
1)
Νά ἀναγνωρίσει τό παράνομο καί νά ἀκυρώσει τήν ἀνακοίνωση τῆς καθ' ἧς γιά τόν 'Ιανουάριο καί 'Απρίλιο 1979, καί τίς ἐπί τῶν ενστάσεων ἀποφάσεις τῆς τῆς 12ης 'Ιουλίου 1979 καί 28ης Σεπτεμβρίου 1979, κατά τό μέτρο πού βάσει αυτών κατηρτίσθησαν εκκαθαριστικά σημειώματα ἀποδοχών, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό 3085/78 τοῦ Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
...
(Τά σημεία 2 έως 4 διεγράφησαν.)
5)
Νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ προσφεύγων δικαιούται, ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979 συμπεριλαμβανομένου, ἀποδοχών, πού ἀντιστοιχοῦν τουλάχιστον στό ποσό πού τοῦ κατεβάλλετο, σέ λιρέτες, μέχρι καί τόν Μάρτιο 1979, αυτό δέ μετά τήν πραγματοποίηση τῶν ιδίων μεταφορών βάσει τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού πρός εκείνες πού ἐπραγματοποιοῦντο μέχρι τόν Μάρτιο 1979, ἐπαυξανομένων ὅμως κατά τό ποσοστό τῆς ἀναπροσαρμογής τῶν ἀποδοχών πού κατεβλήθησαν ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979 βάσει τοῦ άρθρο 65, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού.
6)
'Επικουρικώς, ὡς πρός τό ὑπ' ἀριθ. 5 αίτημα, νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ προσφεύγων δικαιούται, ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979 συμπεριλαμβανομένου, ἀποδοχών, υπολογιζόμένων βάσει τῶν Ισχυουσών καί εφαρμοστέων μέχρι τόν Μάρτιο τοῦ 1979 διατάξεων, ἑπομένως ὄχι κατ' εφαρμογή τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, δηλαδή ὅτι δικαιούται ποσού 'ίσου πρός εκείνο πού έπρεπε νά καταβληθεί σέ ἰταλικές λιρέτες, μετά τήν πραγματοποίηση, σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ, τῶν ἰδίων μεταφορών μέ εκείνες πού πραγματοποιούσε μέχρι τόν Μάρτιο 1979.
7)
Ἐπικουρικώς, ὡς πρός τό ὑπ' ἀριθ. 6 αίτημα, νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ προσφεύγων δικαιούται ἀποδοχών, οἱ όποιες, σέ περίπτωση σταθερών μεταφορών, σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού, συνίστανται σέ ἕνα διαθέσιμο σέ λιρέτεςσ ποσό, πού ἀντιστοιχεί στό ποσό σέ λιρέτες πού εἶχε στή διάθεση του μέχρι τό Μάρτιο 1979, επειδή, κατά τήν διάρκεια μιᾶς μεταβατικής περιόδου, ή προσαρμογή στή νέα νομική κατάσταση, πού ἐδημιουργήθη μέ τους κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 τοῦ Συμβουλίου, πρέπει νά γίνεται βάσει τῶν πραγματικών αυξήσεων τῶν ἀποδοχών πού προβλέπονται γιά τό μέλλον καί ὄχι βάσει τῶν ἀναπροσαρμογών βάσει τῶν άρθρων 64 καί 65, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού.
8)
"Ολως επικουρικώς, ὡς πρός τά ὑπ' ἀριθ. 6 καί 7 αιτήματα, νά ἀποφανθεί ὅτι ὁ προσφεύγων δικαιοῦται ἀποδοχών κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 4 τοῦ κανονισμού 3085/78 τοῦ Συμβουλίου.
9)
Νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ πρώτη τῶν καθ' ὧν ὀφείλει νά προβεί σέ διόρθωση τοῦ λογαριασμού τοῦ προσφεύγοντος, σύμφωνα μέ τίς υποχρεώσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τά ὑπ' ἀριθ. 2 έως 8 αιτήματα, καί σέ καταβολή τοῦ ποσού τῆς εντεύθεν υπολογιζόμενης διαφορᾶς.
ΙΙ.
Νά υποχρεώσει τους καθ' ὧν νά καταβάλουν, σέ ἰταλικές λιρέτες, τήν διαφορά πού προκύπτει ἀπό τόν ἀναφερόμενο ὑπό Ι.9 υπολογισμό.
III.
1)
Νά υποχρεώσει τους καθ' ὧν νά ἀποκαταστήσουν τήν χρηματική ζημία τοῦ προσφεύγοντος, τήν ὁποία τό Δικαστήριο θά καθορίσει, καί ἡ ὁποία ἀνέρχεται στό ποσό τῶν τόκων, μέ επιτόκιο 6% ἐπί τοῦ ποσοῦ τῶν καθυστερουμένων ὀφειλών ἀπό τήν ήμερα πού κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέχρι τήν ήμερα τῆς καταβολής.
2)
Νά καταδικάσει τους καθ' ὧν στά δικαστικά έξοδα.
Ή Ἐπιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
—
νά ἀπορρίψει, καθ' ὅσον τήν άφορα, τήν προσφυγή, ὡς ἀβάσιμη
—
νά καταδικάσει τόν προσφεύγοντα στά δικαστικά έξοδα
επικουρικώς:
—
νά ἀπορρίψει τό ὑπό στοιχεία ΙΙΙ. 1 αίτημα, κατά τό μέτρο πού ζητοῦνται τόκοι υπερημερίας γιά χρονική περίοδο προηγουμένη τῆς υποβολής τῆς ενστάσεως τοῦ προσφεύγοντος κατά τῶν επιδίκων εκκαθαριστικών σημειωμάτων ἀποδοχών τοῦ 'Ιανουαρίου καί τοῦ 'Απριλίου 1979.
—
επιφυλάσσεται παντός δικαιώματός της.
ΙΙΙ — 'Ισχυρισμοί καί επιχειρήματα τῶν διαδίκων
1.
Ό προσφεύγων, διατυπώνοντας τά αιτήματά του ὑπό Ι.5 έως 8 καί 9, προβάλλει τά δικαιώματα πού τοῦ έχουν ἀναγνωρισθεί βάσει τῆς ἀρχής τῆς ἀρωγής, ἀπό άποψη τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως, δυνάμει τοῦ άρθρου 65, παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. 'Επικουρικῶς, προβάλλει τά δικαιώματα πού πηγάζουν ἀπό μία ἀνακοίνωση θετικού περιεχομένου, ή ὁποία δεσμεύει τήν 'Επιτροπή δυνάμει των κεκτημένων δικαιωμάτων καί τῆς διατηρήσεως τους.
Ό κανονισμός 3085/78 εξεδόθη κατά παράβαση τύπου καί συνεπώς πρέπει νά ἀκυρωθεί. Μόλις ἐπεβεβαιώθη ὅτι δέν θά εἰσήγετο ἡ ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα, ή Ἐπιτροπή ὤφειλε νά τροποποιήσει τήν πρόταση κανονισμοῦ ἡ ὁποία εἶχε εισαχθεί στην προβλεπομένη ἀπό τους κανονισμούς διαδικασία, ἀφ' ἑνός κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τό προσωπικό καί, ἀφ' έτερου, κατόπιν γνώμης τοῦ Δικαστηρίου καί τοῦ Κοινοβουλίου. 'Αλλά τά θεσμικά αυτά όργανα καί οἱ επιτροπές δέν εκλήθησαν πλέον νά παράσχουν τή γνώμη τους κατόπιν τῆς τροποποιήσεως πού είχε επέλθει στίς διατάξεις τῶν ἄρθρων 63 τον κανονισμοῦ καί 17 του παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ καί ἰδίως τοῦ γεγονότος ὅτι εἶχε ἐπέλθει διά μεταβατικών διατάξεων. Συνέπεια τῆς ἀκυρότητος τοῦ κανονισμοῦ 3085/78 εἶναι ὅτι οἱ διατάξεις πού εφαρμόζονται μέχρι τοῦ παρόντος παραμένουν ἐν ἰσχύι. 'Εξ αὐτοῦ έπεται ὅτι οἱ υπολογισμοί τῶν μισθών ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979 εἶναι εσφαλμένοι καί ὅτι επιβάλλεται ή διόρθωση τους. Τό δικαίωμα κάθε υπαλλήλου νά εξελίσσεται ὁ μισθός του βάσει τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ κανονισμοῦ θεμελιώνεται ὄχι μόνο στην έννοια τῆς διατάξεως αυτής, άλλά καί σέ διαφόρους νομικούς λόγους. Ή 'Επιτροπή εἶχε δώσει, ενώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, πρός όλους τους ἐνδεχομένως ενδιαφερομένους, διαβεβαιώσεις περιουσιακής φύσεως, δεσμευτικές γι' αυτή, σύμφωνα μέ τίς όποιες ἡ εισαγωγή τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος στό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο δέν θά συνεπή-γετο κανένα μειονέκτημα γιά τους υπαλλήλους. Τό Κοινοβούλιο ἐπανέλαβε στό ψήφισμά του τίς διαβεβαιώσεις τῆς 'Επιτροπής καί δέν ευσταθεῖ νομικώς ὅτι, επειδή ἡ 'Επιτροπή ἐν συνεχεία ἐτροπο-ποίησε αισθητώς τήν πρόταση της, οἱ διαβεβαιώσεις τῆς δέν έχουν εφαρμογή ἐπί τοῦ κανονισμού πού ετέθη πράγματι ἐν ἰσχύι. 'Αντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή, κρίνοντας καί δηλώνοντας ὅτι δέν ήταν ἀναγκαίο νά υποβληθεί ἐκ νέου στό Κοινοβούλιο ἡ πρόταση τοῦ τροποποιημένου κανονισμοῦ, κατέδειξε ἀκριβώς ότι οἱ διαβεβαιώσεις αυτές ἀναφέρονται ἐπίσης στό κείμενο τοῦ τροποποιημένου κανονισμοῦ, δηλαδή ὅτι είχαν εφαρμογή καί ἐπ' αὐτοῦ.
'Επιβάλλεται συνεπώς νά υποχρεωθεί ή 'Επιτροπή νά καταβάλει στον προσφεύγοντα τήν πραγματική ἀξία τῶν ἀποδοχών του, πού συνίσταται τόσο σέ μισθό ὅσο καί σέ επιδόματα, σύμφωνα μέ τό ποσό πού κατέβαλε μέχρι τό Μάρτιο 1979. 'Επειδή οἱ μεταφορές ήταν σταθερές, αυτό σημαίνει ἐπίσης νά καταβάλει, τουλάχιστον, 'ίσο ποσό σέ λιρέτες στην Ispra.
Στό πλαίσιο τῶν αιτημάτων πού διατυπώνονται ὑπό 1.6 καί 9, καταλήγουμε στό 'ίδιο ἀποτέλεσμα εφαρμόζοντας τίς ἀρχές τοῦ δικαίου περί 'ίσης μεταχειρίσεως καί διατηρήσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Τά όργανα ὀφείλουν νά διασφαλίζουν στους υπαλλήλους τήν καταβολή ἀποδοχών τοῦ ιδίου ύψους, πρός Ικανοποίηση τῶν ἰδίων πραγματικών ἀναγκών, σύμφωνα μέ τό επίπεδο τιμών τῶν τόπων υπηρεσίας, ἐφ' όσον δέν δαπανούν ἐκεῖ ὁλόκληρο τό εισόδημά τους, άλλά κυρίως σέ άλλα κράτη μέλη τῆς Κοινότητος. Δέν εἶναι ἑπομένως δυνατό νά επιβληθεί στους υπαλλήλους πού υπηρετούν στην 'Ιταλία νά στέλνουν ἐκεῖ τά τέκνα τους στό σχολεῖο, νά εγκαθιστούν ἐκεῖ ὁλόκληρη τήν οικογένειά τους, νά εγκαταλείπουν τήν οἰκία τους στή Γερμανία καί νά ἀγοράζουν ἐκεῖ άλλη οἰκία, νά ἀσφαλίζονται στην 'Ιταλία καί νά υποβάλλονται ἐκεῖ σέ θεραπεία ... Γι' αυτά πρέπει νά ἀποφασίζει μόνος του ὁ κάθε υπάλληλος, ὁ όποιος φυσικά διατηρεί σχέσεις καί δεσμούς στή χώρα καταγωγής του καί στήν ὁποία άλλωστε επιστρέφει, κατά γενική πείρα, μετά τό τέλος τῆς ἀπασχολήσεως του. Κατά τά λοιπά, παρ' ὅλα πού οἱ Κοινότητες έχουν παρατηρήσει τήν κατάσταση ἀπό πολλῶν ετών, μέχρι τώρα δέν ἔχουν κρίνει σκόπιμο νά τροποποιήσουν τό σύστημα στόν 'ίδιο βαθμό ὅπως σήμερα.
Ό προσφεύγων έχει ἑπομένως τή γνώμη ὅτι δικαιοῦται νά διατηρηθεί ἡ συνδυασμένη εφαρμογή τοῦ παλαιού συστήματος τοῦ άρθρου 63 καί τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού γιά τόν υπολογισμό τοῦ μισθού του μέχρις ὅτου τά κοινοτικά ὄργανα εξεύρουν άλλη ρύθμιση, πού νά προστατεύει στόν 'ίδιο βαθμό τά κεκτημένα δικαιώματα του καί Ιδίως τό δικαίωμα του πρός ἀρωγή.
Σέ περίπτωση πού τό Δικαστήριο δέν κάνει δεκτά τά αἰτήματα πού διατυπώνονται ὑπό 1.5 ἡ 6 καί 9, ὁ προσφεύγων διατυπώνει επικουρικώς δύο αἰτήματα διαφορετικού περιεχομένου, δηλαδή τά αἰτήματα ὑπό 1.7 καί ὑπό 1.8 καί 9, ἀντιστοίχως. Ή 'Επιτροπή πρέπει νά υποχρεωθεί ἐφ' έξῆς καί ἀναδρομικώς, ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979, νά θέτει στή διάθεση τῶν υπαλλήλων τῆς Ispra, μηνιαίως, ποσό σέ λιρέτες τουλάχιστον ἴσο πρός εκείνο πού κατεβλήθη γιά τό Μάρτιο 1979, συμπεριλαμβανομένου, ἐνῶ τό ποσό τῶν ἀποδοχών πού καταβάλλει ἐν μέρει ὑπό μορφή μεταφοράς, σύμφωνα πρός τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού, νά παραμένει σταθερό. Ὅλως επικουρικῶς, ὁ προσφεύγων στηρίζεται στίς μεταβατικές διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ κανονισμοῦ 3085/78, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ τήν έννοια τῶν εἰσπραττομένων επιδομάτων, τά ὁποῖα δέν δύνανται νά είναι κατώτερα, σέ καθαρό ποσό, σέ σχέση πρός τήν πρότερα κατάσταση.
Μέ τό αίτημα πού διατυπώνεται ὑπό ΙΙ. 1, ὁ προσφεύγων στρέφεται κατά τῆς καθ' ἧς, αἰτούμενος ἀποκατάσταση τῆς ζημίας λόγω πταίσματος τῆς υπηρεσίας. Ή καθ' ἧς υπέπεσε στό πταίσμα αὐτό ἀπό πολλές ἀπόψεις. Στό πλαίσιο τῶν δυνατοτήτων καί υποχρεώσεων πρός τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ, ἡ καθ' ἧς δέν εἶναι σέ θέση νά προβεί σέ τροποποιήσεις, ὅπως αυτές πού ἐπραγματοποιήθησαν, παρά μόνο κατόπιν κοινής συμφωνίας μέ τό Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, ὁ κανονισμός 3085/78 δέν έπρεπε νά είχε καταρτισθεί κατ' αυτόν τόν τρόπο ή προσαρμογή τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία έπρεπε νά εἶχε επιβληθεί ἀπό τίς ἀρχές τοῦ έτους 1976 οἱ συνθήκες ζωής στην περιοχή τῆς Ispra έπρεπε νά είχαν ληφθεί ὑπ' ὄψη, ὅπως καί ή ἀγοραστική δύναμη στό εξωτερικό, ή πραγματική μείωση τῶν διαθεσίμων ἀποδοχών τοῦ υπαλλήλου ήταν ἀναγκαία συνέπεια τῶν προσβαλλόμενων κανονισμών, καί ὁ προσφεύγων δικαιοῦται ἀποδοχών τουλάχιστον σταθερών καί πρέπει νά ὠφελείται ἀπό τήν αύξηση βάσει τοῦ άρθρου 65, παράγραφος 1.
Ὅσον άφορα τά αἰτήματα περί τόκων υπερημερίας καί περί δικαστικών ἐξόδων, τά όποια διατυπώνονται ὑπό ΙΙΙ. 1 καί 2, ὁ προσφεύγων στηρίζεται στην παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου.
2.
Μέ τό υπόμνημα ἀντικρούσεως ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι ἡ πρόταση τῆς τῆς 1ης 'Απριλίου 1977 πρέπει νά τοποθετηθεί στό πλαίσιο τῆς προσπάθειας πού εἶχε ἀναλάβει γιά νά θέσει σέ εφαρμογή τή χρήση τής UCΕ στίς νομικές πράξεις τῆς Κοινότητος. Ή πρόταση αυτή, ὅμως, δέν εἶχε σκοπό νά καθιερώσει ένα πραγματικό σύστημα UCE, βασιζόμενο στην καθ' ήμερα μετατροπή τῶν ἀποδοχών τῶν υπαλλήλων. Οἱ ἀποδοχές έπρεπε, ἀπεναντίας, νά μετατρέπονται στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπού ὁ ὑπάλληλος ἀσκεῖ τά καθήκοντά του βάσει τῆς ἀντιστοιχίας τῆς UCE πρός τό νόμισμα αυτό κατά μία δεδομένη χρονική στιγμή καί γιά τή διάρκεια προκαθορισμένης περιόδου. Ἀπό τυπικής ἀπόψεως, τό σύστημα τῶν νομισματικῶν ισοτιμιών πού καθιερώθηκε μέ τόν κανονισμό 3085/78 δέν ήταν πλέον προσανατολισμένο στην εισαγωγή τῆς UCE, άλλά, ὅπως ἀκριβώς ἡ πρόταση τῆς 1ης 'Απριλίου 1977, αποσκοπούσε στή δημιουργία ἐνός τροποποιημένου συστήματος UCE. Ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους τῶν ὁποίων οἱ ἀποδοχές καταβάλλονται σέ βελγικά φράγκα, οἱ ἀποδοχές τους συνεδέθησαν πρός τήν UCE, ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ εφαρμοστέος συντελεστής ἀναπροσαρμογής πρέπει νά ἀναπροσαρμόζεται ὅταν μεταβάλλεται ἡ ισοτιμία τοῦ φράγκου πρός τήν UCE. Ή μετατροπή στά νομίσματα χωρῶν, πλην τοῦ Βελγίου, πραγματοποιείται βάσει τῆς ισοτιμίας τῶν νομισμάτων αυτών σέ σχέση πρός τήν UCE κατά τήν 1η Ἰουλίου 1978. Ή τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοί), ἡ ὁποία έγινε μέ τόν κανονισμό 3085/78, συμφωνεί πλήρως, ὡς πρός τό ουσιώδες τμήμα τοῦ περιεχομένου του, μέ τίς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 13ης 'Ιουνίου 1974 καί τῆς 1ης 'Απριλίου 1977, οἱ όποιες ενεκρίθησαν ἀπό τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ἡ μεταβατική δέ διάταξη πού προβλέπεται γιά περιορισμένη κατηγορία προσώπων δέν δύναται νά συνιστά θεμελιώδη ἀπόκλιση. Ή προκειμένη υπόθεση συγγενεύει ἑπομένως μέ τήν υπόθεση 41/69 (ACF Chemiefarma, Recueil 1970, σ. 661).
Ὅσον άφορᾶ τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι σέ περίοδο νομισματικῆς ἀσταθειας ἡ επίτευξη τοῦ στόχου αὐτοῦ μέσω ενός συντελεστού ἀναπροσαρμογής καθυστερεί πολύ συχνά, λόγω τῶν χρονικών διαστημάτων πού μεσολαβούν μεταξύ τῶν ἀναπροσαρμογών τοῦ συντελεστοῦ αὐτοῦ. 'Εναπόκειται, επομένως, στό Συμβούλιο νά προσαρμόζει τόν κανονισμό στά οικονομικά δεδομένα ενός διεθνούς συστήματος ελαστικών τιμών συναλλάγματος τηρώντας, ὄχι μόνο, τήν ἀρχή τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως ὅλων τῶν υπαλλήλων, ἀλλά καί τή θεμελιωδέστερη ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν δυσμενών διακρίσεων τῶν υπαλλήλων ἀναλόγως πρός τήν εθνική τους καταγωγή.
Τό σύστημα πού ἐφηρμόζετο μέχρις τῆς 1ης 'Απριλίου 1979 γιά τίς μεταφορές χρημάτων πού πραγματοποιούνται στό πλαίσιο τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμού εἶχε παράσχει ἀδικαιολόγητα πλεονεκτήματα στους υπαλλήλους κρατών μελών τῶν ὁποίων τό νόμισμα είχε ἀνατιμηθεί καί οἱ όποιοι υπηρετούσαν σέ κράτος μέλος τοῦ ὁποίου τό νόμισμα είχε υποτιμηθεί. Οἱ υπάλληλοι αυτοί, χωρίς νά υποχρεούνται νά ἀποδείξουν ἀντίστοιχες χρηματικές υποχρεώσεις, ἠδύναντο νά μεταφέρουν τμήμα τῶν ἀποδοχών τους στή χώρα καταγωγής τους μέ ευνοϊκή τιμή συναλλάγματος καί νά πραγματοποιούν σημαντικό κέρδος ὡς πρός τήν αγοραστική τους δύναμη, λόγω τοῦ ὅτι ἡ μετατροπή στό νόμισμα τῆς χώρας ὅπού υπηρετούν ἠδύνατο νά γίνει βάσει τῆς τιμής τῆς ἀγορᾶς.
Ή μεταρρύθμιση πού ἐπήλθε μέ τόν κανονισμό 3085/78 εἶναι σύμφωνη πρός τίς δύο ἀρχές πού προαναφέρθησαν. Γιά τίς ἀποδοχές πού τοῦ καταβάλλονται στόν τόπο υπηρεσίας, ένας υπάλληλος ελάμβανε τήν 'ίδια ἀγοραστική δύναμη μέ εκείνη τοῦ συναδέλφου του σέ άλλο μέρος τῆς Κοινότητος. Γιά τό τμήμα τῶν ἀποδοχών του πού μεταφέρεται στό πλαίσιο τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, ελάμβανε στή χώρα, πρός τήν οποία ένεργοΰσε τή μεταφορά, τήν 'ίδια ἀγοραστική δύναμη μέ εκείνη ενός υπαλλήλου πού ἀσκεῖ τά καθήκοντά του στή χώρα αυτή.
Ὡς πρός τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς διατηρήσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ή 'Επιτροπή θεωρεί τόν ισχυρισμό αυτό ἀβάσιμο. 'Αναφέρει ὅτι ἡ εἶσαγωγή τῶν προσαρμοζόμενων νομισματικών ισοτιμιών δέν προκαλεί, ἡ ἴδια, καμιά μείωση τῶν ἀποδοχών πού καταβάλλονται στους υπαλλήλους. Ἐν τούτοις, οἱ εκπρόσωποι τῆς Ἐπιτροπῆς ποτέ δέν διαβεβαίωσαν οὔτε εγγυήθηκαν ὅτι ἡ μεταρρύθμιση τοῦ συστήματος μεταφορᾶς, ἡ ὁποία ἐσχεδιάζετο ἀπό τό 1974, δέν θά επέφερε καμιά μείωση τοῦ διαθεσίμου ὀνομαστικοῦ ποσοῦ τῶν ἀποδοχών στίς περιπτώσεις, ὁπως αυτή τοῦ προσφεύγοντος, πού ἡ μεταφορά διενεργείται πρός τή Γερμανία. Ό προσφεύγων δέν δικαιοῦται νά προσδοκᾶ διατήρηση τῶν ευνοϊκών συνθηκών μεταφορᾶς πού ὁρίζονται ἀπό τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, διότι ἡ δικαιική σχέση μεταξύ υπαλλήλου καί Διοικήσεως στηρίζεται στό νόμο καί ὄχι σέ σύμβαση. Οἱ κοινοτικές ἀρχές δικαιούνται πράγματι νά επιφέρουν ὁποτεδήποτε τίς τροποποιήσεις στίς διατάξεις τοῦ κανονισμού πού κρίνουν σύμφωνες πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι δέν έχουν ἀναδρομική ισχύ. Ή 'Επιτροπή θεωρεί ἀπαράδεκτο νά συνάγεται ἀπό τό σύστημα ἀποδοχών, πού περιέχεται στόν κανονισμό, ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 63 καί τοῦ παραρτήματος VΙΙ παρέχουν ένα είδος συναλλαγματικής εγγυήσεως γιά τίς μεταφορές πού οἱ υπάλληλοι, ενδεχομένως, επιθυμούν νά διενεργήσουν πρός τή χώρα καταγωγής τους.
'Ως πρός τήν παράβαση τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής, ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρει ὅτι ἡ σχεδιαζόμενη τροποποίηση τοῦ συστήματος μεταφορᾶς ήταν επισήμως γνωστή ἀφ' ὅτου είχε προταθεί τόν 'Ιούνιο 1974 καί εἶχε εγκριθεί ἀπό τους εκπροσώπους τοῦ προσωπικοῦ στην επιτροπή κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, ὁ οἰοσδήποτε ὁ όποιος, ὑπό τό κράτος μεταρρυθμιζομένων κανονισμών καί τελών ἐν γνώσει τῶν σχεδιαζόμενων μεταρρυθμίσεων, εἶχε ἀναλάβει μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις στή χώρα πρός τήν ὁποία διενεργούσε τή μεταφορά, ὤφειλε νά γνωρίζει ὅτι ἐνεργοῦσε ἰδίω κινδύνω. 'Επί πλέον, εἶχαν ληφθεί ὅλα τά προφυλακτικά μέτρα, διότι ή μεταρρύθμιση, πού άρχισε τό 1974, ετέθη σέ ἰσχύ μόλις στό τέλος τοῦ 1978, ταυτοχρόνως δέ μέ αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία κατά 6,4 %, τά ἀποτελέσματα τῆς μεταρρυθμίσεως επήλθαν τρεις μήνες ἀργότερα.
Τό ποσό τῆς ζημίας πού υπέστη ὁ προσφεύγων δέν εἶναι υπερβολικό. 'Αποτελεί δέ ἀντιστάθμισμα τῆς πλεονασματικής ἀγοραστικής δυνάμεως τῶν ἀποδοχών του, ἀπό τήν ὁποία ἐπί πολλά έτη ὠφελήθη ἀδικαιολογήτως σέ σχέση μέ τόν υπάλληλο πού δέν ήταν σέ θέση νά διενεργήσει μεταφορές σέ τόσο ευνοϊκές τιμές συναλλάγματος. Ή επικαλούμενη ζημία, άλλωστε, μόνον ενδεχομένως ηὐξήθη, διότι ἡ μεταρρύθμιση τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος συνωδεύθη τήν ιδία ήμέρα ἀπό αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής κατά 6,4 ο/ο. "Ενώ δέ ή μεταρρύθμιση ἐβράδυνε ἐπί τρεις μήνες, ή αύξηση τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής εἶχε ἀναδρομική ἰσχύ ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1978, γεγονός τό όποιο ωφέλησε τόν υπάλληλο κατά τό πλεόνασμα τῆς ἀγοραστικής του δυνάμεως, διότι ὁ ἀνωτέρω συντελεστής, υπολογιζόμενος σέ σχέση προς τίς συνθήκες ζωής στην 'Ιταλία, συνέχισε νά εφαρμόζεται ἐπί τοῦ τμήματος τῶν ἀποδοχών πού μεταφέρεται σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, παρ' ὅλο πού αυτό ἀντιβαίνει στό σύστημα. Δέν θά ήταν επομένως παράλογο νά προσδοκᾶται ἀπό τόν προσφεύγοντα νά δεχθεί τουλάχιστον νά συνυπολογίσει τά πλεονεκτήματα αυτά μέ τή μείωση πού επήλθε τόν 'Απρίλιο 1979 τοῦ σέ λιρέτες ὀνομαστικοῦ ποσού τῶν ἀποδοχών του.
Ή 'Επιτροπή δέν κατανοεί γιά ποιό λόγο ὁ προσφεύγων έπρεπε νά ὠφεληθεί ἀπό τίς μεταβατικές διατάξεις πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 3085/78. Παρ' ὅλο πού στην περίπτωση, επίσης, τῶν δικαιούχων συντάξεως ἡ ζημία πού υπέστησαν ἀποτελεί ἁπλώς τό ἀντιστάθμισμα τῶν πλεονεκτημάτων πού τους εἶχαν παρασχεθεί προηγουμένως, λόγω τῆς επιλογής τήν ὁποία εἶχαν κάνει, τά κοινοτικά όργανα εἶχαν κρίνει ὅτι ήταν κοινωνικώς δίκαιο, λαμβανομένης ὑπ' όψη τῆς χαμηλής των συντάξεως, νά προβλέψουν τά προαναφερθέντα μεταβατικά μέτρα. Ὅσον άφορᾶ τόν προσφεύγοντα, ἡ προσαρμογή τῶν νομισματικών ισοτιμιών, δέν προκάλεσε, ἐν τούτοις, τέτοια μείωση τῶν πληρωτέων ποσών.
Τό αίτημα πού διατυπώνεται ὑπό ΙΙΙ. 1 εἶναι επίσης ἀβάσιμο, διότι οἱ ἐν λόγω κανονισμοί εἶναι έγκυροι. Στην περίπτωση πού τό Δικαστήριο έκανε δεκτό τό αίτημα αυτό, οἱ τόκοι πρέπει νά ὀφείλονται μόνον ἀπό τῆς υποβολής στην 'Επιτροπή τῆς ενστάσεως τοῦ προσφεύγοντος.
3.
Ό προσφεύγων, μέ την ἀπάντηση του, ἀντικρούει την διαφοροποίηση στην ὁποία προβαίνει ἡ Ἐπιτροπή μεταξύ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποδοχών καί τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως πού εφαρμόζεται ἐπί τῶν μεταφορῶν χρημάτων. Τά δύο αυτά διαφορετικά μέσα ἀπέβλεπαν στην πραγματικότητα σέ ένα καί τόν αυτό σκοπό, δηλαδή νά τεθεί στή διάθεση τῶν ὑπαλλήλων πού υπηρετούν σέ διαφορετικούς τόπους ἡ 'ίδια ἀγοραστική δύναμη καί συνεπώς νά τους δοθεί ὁ 'ίδιος πραγματικός μισθός. Τό κύριο μέσο πού προβλέπεται ἀπό τόν κανονισμό γιά τήν επίτευξη τῆς ἀρχής τοῦ προσήκοντος πραγματικού μισθοῦ εἶναι ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής. Τό σύστημα ὅμως αὐτό δέν εξασφαλίζει επαρκώς τήν προσήκουσα ἀγοραστική δύναμη, διότι καταρτίζεται βάσει ἑνός «καλαθιού», τό όποιο, στά διάφορα κράτη μέλη, δέν περιλαμβάνει ἀγαθά καί υπηρεσίες ἀπό τό εξωτερικό. Ἑπομένως, ὁ υπάλληλος 'έχει ἀνάγκη νά διατηρεί τήν ἀγοραστική του δύναμη στή χώρα καταγωγής του. Ή ἀνάγκη αυτή δικαιολογείται βάσει τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος, διότι γιά τους υπαλλήλους πού ὑπηρετοῦν σέ κράτη μέλη, μέ κατά τό μάλλον ἡ ήττον ισχυρά νομίσματα, τό συνάλλαγμα τους στοιχίζει κατά τό μάλλον ἡ ήττον ἀκριβότερα. Αυτός πού υπηρετεί στην Ispra καί εἰσπράττει τό μισθό του σέ λιρέτες πρέπει νά ξοδεύσει διαφορετικό ποσοστό τοῦ μισθού του, ἀπό ὅσο ένας συνάδελφος του πού υπηρετεί στίς Βρυξέλλες ἡ στην Καρλσρούη καί πού δικαιούται τίς 'ίδιες ἀποδοχές, γιά τήν ἀγορά τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ συναλλάγματος. Οἱ υπάλληλοι ἑπομένως λαμβάνουν στό ἐξωτερικό διαφορετική ἀγοραστική δύναμη. Ό προσφεύγων συνάγει ἐξ αυτών ὅτι τόσο τό σύστημα τῶν μεταφορών χρημάτων ὅσο καί ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής συνιστούν επίσης τμήμα τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως περί μισθών.
Ὅσον άφορα τό ζήτημα τῆς ὑποχρεώσεως διαβουλεύσεως, ὁ προσφεύγων διερωτᾶται ἄν κατά τίς πρώτες δύο φάσεις (πρόταση κανονισμοί) τῆς 13ης Ἰουνίου 1974 καί πρόταση κανονισμοί) τῆς 1ης 'Απριλίου 1977) οἱ διαβουλεύσεις εἶχαν ήδη διαφωτίσει τά ὄργανα τῆς Κοινότητος καί ἰδίως τό Κοινοβούλιο ἐπί ὅσων τελικώς ἀπεφασίσθησαν μέ τους κανονισμούς 3085 καί 3086/78. Ὅσον άφορα τό σχέδιο γιά τήν τροποποίηση τῶν ὅρων μεταφοράς χρημάτων, ή διαβούλευση ἀφορούσε μόνο τή μεταφορά προς κράτη μέλη τοῦ τόπου ὑπηρεσίας καί μάλιστα βάσει τῶν νομισματικών ισοτιμιών καί τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού ίσχυαν τότε. 'Ως πρός τό σχέδιο εισαγωγής τῆς ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος, περί αὐτοῦ επρόκειτο πρό πάντων. 'Αντιθέτως, κατά τή φάση ἐπί τῆς νέας κανονιστικής ρυθμίσεως, ἡ ὁποία ἐζητήθη εντός συντόμου προθεσμίας καί ή ὁποία κατέληξε στους κανονισμούς τοῦ Δεκεμβρίου 1978, ἐθεσπίσθη νέα ρύθμιση γιά τίς μεταφορές χρημάτων, ἡ ὁποία συ-νεδέετο μέ τίς νέες τιμές συναλλάγματος καί τους νέους συντελεστές ἀναπροσαρμογής. Αυτό έγινε ὑπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, οἱ ὁποιες ἀπαιτοῦσαν νέα διαβούλευση.
'Ο προσφεύγων θεωρεί ὅτι επήλθε ουσιαστική τροποποίηση τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως, λόγω ἰδίως τοῦ ύψους τῆς ζημίας πού υφίσταται ἐξ αιτίας τῶν κανονισμών 3085 καί 3086/78, ὅταν κάνει χρήση τῆς δυνα-τότητος μεταφορᾶς πρός τήν Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας μέχρι ποσοστοῦ 35 %. 'Η τροποποίηση, ουσιαστικώς, δέν χαρακτηρίζεται ὡς ἀσήμαντη διότι, ἀντίθετα πρός τίς πρώτες φάσεις, μέ τόν κανονισμό 3085/78 ἐθεσπίσθη μεταβατική ρύθμιση, ἡ ὁποία ἐδικαιολόγει νέα διαβούλευση ἁπλώς λόγω τοῦ ὅτι τό άρθρο του 4 ἐπιβαρύνει χρηματικῶς τήν Κοινότητα ἐπί πλέον, τό Κοινοβούλιο κατά τήν πρώτη φάση καί ἡ επιτροπή κανο-νισμοῦ κατά τήν δεύτερη δέν εἶχαν δεχθεῖ πλήρως τίς προτάσεις τῆς 'Επιτροπῆς, κατά δέ τήν δεύτερη φάση τό Κοινοβούλιο ἐξέφρασε ιδιαίτερη ἀνησυχία, μήπως οἱ μεταρρυθμίσεις θίξουν τους μισθούς τῶν υπαλλήλων. Τέλος, τό επείγον δέν δικαιολογεῖ την παρέκκλιση ἀπό τίς διατάξεις περί ἐκδόσεως κανονισμών, κατά μείζονα λόγο ὅταν ὁ ἐπείγων χαρακτήρας ὀφείλεται στη βραδύτητα μέ την ὁποία ἡ Ἐπιτροπή καί τό Συμβούλιο ἔδεσαν σέ ἰσχύ τους νέους κανονισμούς.
Όσον άφορα τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς Ισότητος, δέν ἀρκεί ὁ Ισχυρισμός τῆς Ἐπιτροπής ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων μέ βάση τήν Ιθαγένεια υπερτερεί τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως: ἐκ τῶν πραγμάτων, οἱ υπάλληλοι πού υπηρετούν σέ χώρες μέ Ισχυρό νόμισμα δύνανται νά ὠφελούνται ἀπό παροχές ἐκεῖ ὅπου συμφέρει ἀπό ἀπόψεως ποιότητος καί τιμής. Οἱ υπάλληλοι αυτοί δύνανται ἀκόμη καί νά παραιτηθούν τῆς δυνατότητος τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ, διότι ἀγοράζουν συνάλλαγμα ὑπό συμφερότερους ὅρους στην ελεύθερη ἀγορά. Ή ἀρχή τῆς ἰσότητος επιβάλλει ἁπλώς νά παρέχεται ή ἴδια δυνατότης καί στους υπαλλήλους στά άλλα κράτη μέλη τῆς Κοινότητος. Τά όργανα ὅμως, παρέχοντας καί στά άτομα πού υπηρετούν στή χώρα καταγωγής τους τή δυνατότητα μεταφοράς χρημάτων βάσει τῆς ἀρχής τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν δυσμενών διακρίσεων μέ βάση τήν ιθαγένεια, έχουν προβεί σέ μερική μόνο ἀντιστάθμιση. 'Αλλά, αυτό δέν συνιστά πρόσφορη λύση στίς Ιδιάζουσες ἀνάγκες τῶν υπαλλήλων πού υπηρετούν έκτος τῆς χώρας καταγωγής τους. Οἱ ἀνάγκες αυτές, τῶν ὁποίων τήν Ικανοποίηση επιβάλλει τό άρθρο 64, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού, δέν έχουν ληφθεί ὑπ' ὄψη μέχρι σήμερα κατά τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, παρά μόνο μέσω τῶν ευνοϊκῶν όρων μεταφοράς. Ό προσφεύγων θά υφίσταται στό έξῆς ἀδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση, διότι δέν λαμβάνονται ὑπ'ὄψη τά υψηλότερα έξοδα στά όποια υποβάλλεται γιά τήν ἀγορά συναλλάγματος (ἐνῶ ἡ ισοτιμία πού εφαρμόζεται ἐπί τῶν ἀποδοχών του εἶναι 1 βελγικό φράγκο γιά 18,35 λιρέτες, ἡ τιμή συναλλάγματος εἶναι 1 βελγικό φράγκο γιά 28 λιρέτες).
Ὡς πρός τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής καί τῆς ἀρχής τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, τό Δικαστήριο δέν έχει ἀποκλείσει τήν κτήση δικαιωμάτων στίς σχέσεις πού πηγάζουν ἀπό τό νόμο (υπόθεση 28/74 πού προανεφέρθη). Πρόκειται γιά τό ζήτημα ἄν ἡ γενεσιουργός αἰτία ἑνός δικαιώματος παρήχθη ὑπό τό κράτος ὁρισμένου νομοθετήματος καί ἄν προηγείται τῆς τροποποιήσεως πού ἐθεσπίσθη ἀπό τήν κοινοτική ἀρχή. Γενεσιουργός αἰτία τοῦ δικαιώματος εἶναι ή ἀπασχόληση τοῦ προσφεύγοντος στην Ispra, προ τῶν ἐν λόγω κανονισμών τοῦ Δεκεμβρίου 1978, καί εἰδικότερα ὑπό τό κράτος τῆς κανονιστικής ρυθμίσεως πού ἐφηρμόζετο μέχρι τέλους 1978 γιά τίς μεταφορές χρημάτων. Ό προσφεύγων θεωρεί ὅτι τό μόνο κρίσιμο ερώτημα εἶναι ὑπό ποιες προϋποθέσεις εἶναι δυνατό νά γίνει επέμβαση στό μέλλον σέ μία τέτοια έννομη σχέση. Ὡς πρός τό σημείο αυτό, είναι δυνατό νά ἀποχωρισθεί τό γεγονός ὅτι ή Ἐπιτροπή εἶχε εἰδοποιήσει τους υπαλλήλους γιά τίς προθέσεις τῆς νά τροποποιήσει τό σύστημα μεταφορών ήδη ἀπό τό 1973. Ή ευθύνη γιά τή μακρόχρονη διαδικασία λήψεως τῆς ἀποφάσεως δέν βαρύνει τό προσωπικό. Λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου (υπόθεση 56/75, Elz, Recueil 1976, σ. 1097), ἡ νέα κανονιστική ρύθμιση τῶν μεταφορών είναι νόμιμη ἄν ἀποσκοπεί στην εξάλειψη προνομίων, άλλά, καί παραβιάσεων τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος. Οἱ υπάλληλοι ὅμως, στην περίπτωση τοῦ προσφεύγοντος, δέν έχουν ὠφεληθεῖ ἀπό προνόμια ἡ έχουν ὠφεληθεί ἀπό αυτά, διότι συνιστούσαν ἀντιστάθμισμα τῆς ζημίας πού έπρεπε νά ἀποδεχθούν κατά τους υπολογισμούς περί τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως καί κατά τόν καθορισμό τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής, ἐνῶ οἱ ἀνάγκες τους σέ συνάλλαγμα δέν έχουν ληφθεί ὑπ' ὄψη μέχρι σήμερα.
'Επικουρικώς, ὁ προσφεύγων στηρίζεται στην υποχρέωση ἀρωγής τῆς 'Επιτροπής καί θεωρεί ὅτι, κατόπιν τῆς ενστάσεως του, ἦταν δυνατό νά κινηθεί μία διαδικασία ἐξευρέσεως συμβιβαστικῆς λύσεως ἐπί τοῦ ζητήματος τῶν μεταβατικῶν μέτρων, διότι ή Κοινότης ὤφειλε τουλάχιστον μία λύση πού νά τοῦ επιτρέπει νά προσαρμοσθεί προοδευτικῶς στήν ἐξάλειψη ἑνός ὑποτιθεμένου προνομίου.
'Ως πρός τά αιτήματα ἀποζημιώσεως, στό μέτρο πού ἡ Ἐπιτροπή ἀποφεύγει νά λάβει θέση ἐπί τοῦ βασιμου τῶν αιτημάτων, θά φέρει τόν προσφεύγοντα σέ δεινή θέση ἀπό πλευρᾶς διαδικασίας. Ό προσφεύγων ζητεί νά τοῦ παρασχεθεί ἡ δυνατότης νά υποβάλει παρατηρήσεις κατά τήν έγγραφη διαδικασία, μόλις ἡ 'Επιτροπή καταθέσει τίς παρατηρήσεις της. Ή ἀγωγή ἀποζημιώσεως είναι ιδιαιτέρας σημασίας γιά τόν προσφεύγοντα, διότι δέν έχει καμιά δυνατότητα νά επιτύχει τήν ἀκύρωση ἀπό τό Δικαστήριο τῶν νέων ρυθμίσεων πού ἐθεσπίσθησαν μέ τους κανονισμούς ἡ ἀκόμη νά επιτύχει τήν ἀντικατάσταση τους ἀπό άλλες καί διότι μόνον μιά ἀγωγή ἀποζημιώσεως παρέχει δικαστική θεραπεία, ἄν τό Δικαστήριο καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι δέν δύναται νά υποχρεώσει τήν καθ' ἧς νά λάβει ὁρισμένα μέτρα.
Ὡς πρός τό ζήτημα ἄν ἡ 'Επιτροπή ενήργησε παρανόμως καί ὑπέπεσε σέ βαρύ πταίσμα, τό Δικαστήριο 'έχει καθιερώσει ειδικά κριτήρια γιά τήν έκδοση νομοθετημάτων μόνον στην περίπτωση πού τά νομοθετήματα αὐτά ἐκφράζουν μέτρα οἰκονο-μικῆς πολιτικής. Τά μέτρα ὅμως πού προσβάλλει ὁ προσφεύγων δέν ενέχουν τέτοιες επιλογές. Ὡς πρός τό σημεῖο αυτό, δέν υφίστανται περιθώρια διακριτικής ευχέρειας τά όποια πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη γιά μιά στενή εκτίμηση τῶν υποχρεώσεων προς ἀνόρθωση τῆς ζημίας.
4.
Μέ τήν ἀνταπάντηση τῆς ἡ 'Επιτροπή εμμένει στό γεγονός ὅτι ἡ προσαρμογή τῶν τιμών συναλλάγματος γιά τήν καταβολή τῶν ἀποδοχών δέν συνεπήγετο, αυτή καθ'εαυτή, ζημία γιά τους υπαλλήλους λόγω τοῦ ὅτι τό επίπεδο ἀποδοχών πού καταβάλλονται στόν τόπο ὑπηρεσίας προσδιορίζεται, σέ σχέση μέ τό βελγικό φράγκο, σύμφωνα μέ τό σύστημα τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογής πού περιέχεται στόν κανονισμό. Ὅλα τά ενδιαφερόμενα μέρη ἐγνώριζαν, ἀπό τό 1974, ὅτι ἡ τροποποίηση τοῦ συστήματος μεταφοράς χρημάτων θά προκαλοῦσε δυσχέρειες στους ενδιαφερομένους. Ή αύξηση τοῦ τμήματος τῶν ἀποδοχών πού δαπανάται για τήν πραγματοποίηση τῆς μεταφοράς χρημάτων, δηλαδή τό κόστος τῆς μεταφοράς, ἀντισταθμίζει τό συναλλαγματικό όφελος τό ὁποῖο ἡ μεταφορά παρείχε στους ενδιαφερομένους προηγουμένως. Καίτοι οἱ ενδεχόμενες δυσχέρειες τοῦ νέου συστήματος μεταφοράς ἐπεδεινώθησαν ἐν τῶ μεταξύ γιά τους υπαλλήλους πού υπηρετούν στην 'Ιταλία, τό σφάλμα δέν ὀφείλεται στό σύστημα ρυθμίσεως τῶν μεταφορών, ἀλλά στην αὔξηση τοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία, ἡ ὁποία επήλθε ἐν τῶ μεταξύ μέ τόν κανονισμό 3087/78 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσαρμογής τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς ἀποδοχές καί συντάξεις τῶν μονίμων καί μή μονίμων ὑπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οἱ όποιοι υπηρετούν ἡ κατοικούν στην 'Ιταλία (JO L 369, σ. 10).
Τό Κοινοβούλιο εἶχε κρίνει ὅτι δέν υπήρχε λόγος γιά μεταβατική ρύθμιση, ούτε γιά τους ἐν ενεργεία υπαλλήλους ούτε γιά τους συνταξιούχους. Ή 'Επιτροπή φρονεί ὅτι ή εισαγωγή μιας μεταβατικῆς ρυθμίσεως, χρονικώς περιορισμένης, ἐντάσσεται στά μέτρα πού δέν τροποποιούν τήν ουσία μιᾶς προτάσεως κανονισμοϋ έπί τῆς ὁποίας είχε ζητηθεί ἡ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου.
"Αν γίνει δεκτό τό αἴτημα τοῦ προσφεύγοντος ὡς πρός τό κόστος τοῦ συναλλάγματος, τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι νά τροποποιηθεί ὁ συντελεστής ἀναπροσαρμογής τόν όποιο 'έχει ὑπ' ὄψη του τό άρθρο 64 τοῦ κανονισμοῦ. Τό αίτημα αυτό εἶναι ἀπαράδεκτο στό μέτρο πού δέν ἀποβλέπει νά ἀντισταθμίσει τά μειονεκτήματα πού διεδέχθησαν τή μεταβολή τοῦ συστήματος μεταφορᾶς χρημάτων. Ή μεταρρύθμιση τοῦ συστήματος αὐτοῦ δέν βλάπτει τους υπαλλήλους πού ὑπηρετοῦν στην 'Ιταλία σέ σχέση πρός εκείνους πού υπηρετούν σέ άλλες χώρες, άλλά περιορίζεται, ὅπως ή 'Επιτροπή 'έχει ήδη ἀναφέρει, στην εξάλειψη τῶν εἰδικῶν προνομίων ἀπό τά όποια ὡφελοῦντο μέχρι σήμερα ἀποκλειστικῶς οἱ πρώτοι καί ὄχι, ἡ τουλάχιστον στόν ἴδιο βαθμό, οἱ υπάλληλοι τῶν χωρών μέ νόμισμα ισχυρότερο τῆς λιρέτας. Τά προνόμια αυτά ὀφείλοντο στό γεγονός ὅτι, μέχρι τῆς 1ης 'Απριλίου 1979, ὁ ιταλικός συντελεστής ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος εἶχε αυξηθεί λόγω τῆς μειώσεως τῆς ἀξίας τῆς λιρέτας, ἐφηρμόζετο επίσης καί στό μεταφερόμενο τμήμα τῶν ἀποδοχών, παρ' ὅλο πού σέ περίπτωση ὀρθής τοποθετήσεως τῶν μεταφερομένων έκτός 'Ιταλίας ποσῶν, ἡ μείωση τῆς ἀξίας τῆς λιρέτας, ἀντισταθμισμένη ἀπό τόν ἰταλικό συντελεστή ἀναπροσαρμογής ήταν εντελώς ἀσήμαντη γιά τό μεταφερόμενο τμῆμα τῶν ἀποδοχών. Τό σύστημα αυτό, συνδυαζόμενο μέ τήν εφαρμογή εξωπραγματικών τιμών συναλλάγματος ἐπί τῆς μεταφοράς, ἀποτελούσε εκδήλωση διπλής δυσμενοῦς διακρίσεως, ἡ ὁποία ἐπεδεινώθη ἀνάλογα μέ τήν προϊούσα ἀποδιοργάνωση τοῦ νομισματικού συστήματος: δυσμενής διάκριση μεταξύ τῶν υπαλλήλων τοῦ ἰδίου τόπου ὑπηρεσίας καί διαφορετικής ιθαγενείας καί μεταξύ τῶν υπαλλήλων πού υπηρετούν σέ διαφορετικούς τόπους.
Τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ δέν έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς εἶδος ἀντισταθμίσεως τῆς διατηρήσεως τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως γιά τους υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ χώρες μέ ἀσταθές νόμισμα. Ή ρύθμιση αυτή συνδέεται περισσότερο μέ τους περιορισμούς εξαγωγής συναλλάγματος καί μοναδικός τῆς σκοπός εἶναι ἡ θέση σέ εφαρμογή τῶν διευκολύνσεων μεταφοράς συνήθων ἀποδοχών γιά τους διεθνείς υπαλλήλους. Μέ τή διαδικασία πού συνίσταται στίς διευκολύνσεις αυτές συμβιβάζεται μόνο ή προσαρμογή τῆς ἰσοτιμίας τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τοῦ μεταφερομένου τμήματος τῶν ἀποδοχών πρός τό επίπεδο ζωής τῆς χώρας προς τήν ὁποία γίνεται ἡ μεταφορά.
Μέχρι τῆς 1ης 'Απριλίου 1979, οἱ υπάλληλοι πού ὑπηρετοῦσαν σέ χώρες μέ ἀσθενές νόμισμα καί υψηλό συντελεστή ἀναπρο-σαρμογής εἶχαν τή δυνατότητα νά καλύπτουν τά έξοδα μεταφοράς, παραδείγματος χάρη πρός τήν BHW, μέ ποσό μικρότερο τῶν καθαρών ἀποδοχών τους ἀπό ὅ,τι είχαν τή δυνατότητα νά κάνουν οἱ υπάλληλοι πού ὑπηρετοῦσαν σέ χώρες μέ ισχυρό νόμισμα καί χαμηλότερο συντελεστή ἀναπροσαρμογής. "Ετσι, ἕνας υπάλληλος υπηρετών στίς Βρυξέλλες έπρεπε νά δαπανήσει, πρό τῆς 1ης 'Απριλίου 1979, ποσό 13660 βελγικών φράγκων γιά νά μεταφέρει στην Γερμανία ποσό 1000 γερμανικών μάρκων, σύμφωνα πρός τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ. Κατά τή νέα ρύθμιση τοῦ συστήματος μεταφοράς, τό ἐν λόγω ποσό ἀνῆλθε σέ 15968 βελγικά φράγκα. Καθώς τό μεταφερόμενο τμήμα τῶν ἀποδοχών τοῦ υπαλλήλου αὐτοῦ δέν συνδέεται μέ τό συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται γιά τή Γερμανία, τό γεγονός αὐτό τοῦ παρέχει, σέ σύγκριση μέ υπάλληλο ὑπηρετοῦντα στή Γερμανία πρός τήν ὁποία μεταφέρεται τό ἴδιο ποσό σέ γερμανικά μάρκα, αύξηση τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως κατά 2308 βελγικά φράγκα. Γιά υπάλληλο ὑπηρετοῦντα στην Ispra, ἡ ἴδια μεταφορά 1000 γερμανικών μάρκων πρός τή Γερμανία ἀνήρχετο επίσης σέ 13660 βελγικά φράγκα κατά τήν τελευταία τιμή τοῦ ΔΝΤ, 13,66 βελγικά φράγκα τό γερμανικό μάρκο. "Αν ὅμως γίνει ή μετατροπή σέ λιρέτες, μέ τήν τιμή συναλλάγματος πού ἐφηρμόζετο τό 1965 (100 λιρέτες = 8 βελγικά φράγκα), τό ποσό αυτό συνεπήγετο μόνο κατά 170750 λιρέτες μείωση τοῦ τμήματος τῶν καταβαλλομένων στην 'Ιταλία ἀποδοχών. 'Εφαρμόζοντας τή νέα μέθοδο, οἱ ἀποδοχές τίς ὁποῖες ὁ υπάλληλος διαθέτει στην 'Ιταλία μειώνονται κατά 293111 λιρέτες. Ό υπάλληλος πού υπηρετεί στην 'Ιταλία ἠδύνατο, επομένως, μέχρι τῆς 1ης 'Απριλίου 1979, νά πραγματοποιήσει κέρδος 122361 λιρετών ἐπί τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως, λόγω τοῦ ὅτι ἡ μεταφορά του δέν συνεδέετο μέ τό συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού 'ίσχυε γιά τή Γερμανία. Ἡ 'Επιτροπή δέν εννοεί πώς ἡ διατήρηση τῆς καταστάσεως πού ίσχυε πρό τῆς 1ης 'Απριλίου 1979 ήταν δυνατό νά συμβιβάζεται μέ τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως.
Ὅσον άφορᾶ τήν παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς διατηρήσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ἡ 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι στό γερμανικό δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, κατά τό σχόλιο τοῦ Plog-Wiedow «... μεταβολές των ἀποδοχῶν καί τῶν συντάξεων επιτρέπονται στό πλαίσιο ἑνός ἁπλοῦ νόμου καί ... τά κεκτημένα δικαιώματα δέν προσβάλλονται ἀπό μία τέτοια μεταβολή ...»
Ὡς πρός τήν παράβαση τῆς υποχρεώσεως ἀρωγής, ἡ Επιτροπή διευκρινίζει ὅτι ὁ προσφεύγων δέν δύναται δικαίως νά συγκρίνει τίς καθαρές του ἀποδοχές τοῦ 'Απριλίου 1979 πρός τίς τοῦ Μαρτίου 1979, ἀλλα μόνον πρός τίς ἀποδοχές τοῦ Δεκεμβρίου 1978, προγενέστερες τῆς ενάρξεως ισχύος τοῦ προσβαλλόμενου κανονισμοῦ. Ή αύξηση τοῦ συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία, τόν 'Ιανουάριο 1979, εἶχε πράγματι αυξήσει πάλι τό πλεόνασμα τῆς ἀγοραστικής δυνάμεως πού ελάμβανε ὁ προσφεύγων στην 'Ιταλία κατά τήν περίοδο Ἰανουαρίου-Μαρτίου 1979. 'Αντικειμενικώς, ἡ πλεονασματική αυτή ἀγοραστική δύναμη δικαιολογείται μόνο ὡς μορφή ἀντισταθμίσεως τῶν ζημιών πού υπέστη τόν 'Απρίλιο 1979. Ἐπομένως, ὁ προσφεύγων δέν δικαιοῦται νά ἀναφερθεί στό πλεόνασμα αυτό, ἀπλώς ὡς σπουδαῖο στοιχείο ἀναφοράς, γιά τή μείωση πού υπέστη τόν 'Απρίλιο 1979 λόγω τῆς ἐπικείμένης μεταρρυθμίσεως τοῦ συστήματος μεταφοράς. Ἀφ' έτερου, τόν 'Ιανουάριο 1979, ὁ προσφεύγων εἶχε εισπράξει καθυστερούμενες ἀποδοχές, πού ἀκόμη ήταν δυνατό νά θεωρηθοῦν ἐν μέρει ὡς ἀντιστάθμισμα ζημίας, λόγω τῆς ἀναδρομικής αυξήσεως τοῦ ἰταλικοῦ συντελεστού ἀναπροσαρμογής, ὁ όποιος συμπεριλαμβάνεται σ' αυτές.
Όσον άφορᾶ τήν έλλειψη μεταβατικών κανονιστικών ρυθμίσεων, «παρόμοιες» καταστάσεις δέν δύνανται νά τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, έκτος ἄν ἡ διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται ἀντικειμενικώς.
'Επειδή οἱ προσβαλλόμενοι κανονισμοί είναι ἔγκυροι, τά αιτήματα πού στηρίζονται στην ευθύνη τῆς διοικήσεως στερούνται οἱασδήποτε βάσεως. Ἄν, παρ' ὅλη τήν ἐπιχειρηματολογία τῆς 'Επιτροπής, τό Δικαστήριο δέν συμμερισθεί τήν άποψη αυτή, ή 'Επιτροπή ἐπιφυλάσσεται τῆς δυνατότητος νά λάβει θέση ἐπί τῶν άλλων προϋποθέσεων περί τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως.
ΙV — Προφορική διαδικασία
Οἱ διάδικοι ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους στή συνεδρίαση τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1981.
Ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στή συνεδρίαση τῆς 30ής Σεπτεμβρίου 1982.
Σκεπτικό
1
Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 11 'Οκτωβρίου 1979, ὁ Günter Bruckner, υπάλληλος τῆς 'Επιτροπής, υπηρετῶν στό Κοινό Κέντρο 'Ερευνῶν τῆς Ispra, στην 'Ιταλία, ἤσκησε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων (ἐφ' έξῆς: ὁ κανονισμός) προσφυγή, μέ τήν ὁποία ζητεί τήν ἀκύρωση τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς περί καθορισμοί) τῶν ἀποδοχών του γιά τους μήνες 'Ιανουάριο καί 'Απρίλιο 1979, καθώς καί τῆς ἀπορριπτικής ἀποφάσεως ἐπί τῶν ενστάσεων πού υπέβαλε κατά τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεων.
2
Μέχρι τό τέλος τοῦ έτους 1978, ὁ κανονισμός ὥριζε ὅτι οἱ ἀποδοχές τοῦ υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα καί ὅτι καταβάλλονται στό νόμισμα τῆς χώρας στην ὁποία ὁ υπάλληλος ἀσκεί τά καθήκοντά του, βάσει τῶν ισοτιμιών πού γίνονται δεκτές ἀπό τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καί πού ἴσχυαν την 1η 'Ιανουαρίου 1965. Διευκρινίζετο ὅτι οἱ ἀποδοχές πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογῆς ἀνωτέρου, κατωτέρου ἡ 'ίσου πρός τό 100 %, ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες ζωῆς στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοί) παρείχε τή δυνατότητα στόν υπάλληλο νά μεταφέρει τακτικά, εντός ὁρισμένων ὁρίων, μέρος τῶν ἀποδοχών του στό νόμισμα άλλων κρατῶν μελών, μέσω τοῦ κοινοτικοί) ὀργάνου στό όποιο υπάγεται.
3
Κατόπιν τῆς υποτιμήσεως ὁρισμένων νομισμάτων, πού επήλθε μετά τό 1970, τό Συμβούλιο ἐχρησιμοποίησε τό συντελεστή ἀναπροσαρμογής ὄχι μόνο γιά νά προσαρμόζει τίς ἀποδοχές ἀνάλογα πρός τίς συνθῆκες ζωής στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας, ἀλλα καί γιά νά ἀντισταθμίζει τήν υποτίμηση ὁρισμένων ἀσθενών νομισμάτων. Συνέπεια αὐτοῦ ήταν ὅτι, ἄν ὁ υπάλληλος πού ὑπηρετούσε σέ χώρα μέ ἀσθενές νόμισμα πραγματοποιοῦσε μεταφορά μέρους τῶν ἀποδοχών του πρός κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα, τότε προσεπορίζετο συγκεκριμένα πλεονεκτήματα.
4
Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978, τό Συμβούλιο εξέδωσε τόν κανονισμό (Εὐρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 3085/78 (JO L 369, σ. 6) περί τροποποιήσεως τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων. Γιά τή μετατροπή τῶν ἀποδοχών στό εθνικό νόμισμα τοῦ τύπου υπηρεσίας, εφαρμόζονται οἱ τιμές συναλλάγματος πού χρησιμοποιοῦνται τήν 1η 'Ιουλίου 1978 γιά τήν εκτέλεση τοῦ γενικοί) προϋπολογισμοί) τῶν Κοινοτήτων. Τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ ἐτροποποιήθη επίσης. Κατά τήν παράγραφο 3 τοῦ ἄρθρου 17, στή νέα του διατύπωση:
«Οἱ μεταφορές πού προβλέπονται στην παράγραφο 2 πραγματοποιούνται βάσει τῶν τιμών συναλλάγματος πού ἀναφέρονται στό άρθρο 63, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ τά μεταφερόμενα ποσά πολλαπλασιάζονται ἐπί τόν συντελεστή ἀναπροσαρμογής πού προκύπτει ἀπό τήν διαφορά μεταξύ τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού 'έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τῆς ὁποίας πραγματοποιείται ἡ μεταφορά καί τοῦ συντελεστοῦ ἀναπροσαρμογής πού 'έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα τοποθετήσεως τοῦ υπαλλήλου.»
5
Τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει ὅτι ἡ μέν τυπική ισχύς τοῦ κανονισμοί) ἀρχίζει ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου 1979, ἡ δέ ουσιαστική ἰσχύς ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979.
6
Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978, τό Συμβούλιο ἐθέσπισε επίσης τόν κανονισμό (Εὐρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 3086/78 περί προσαρμογῆς τῶν συντελεστών ἀναπροσαρμογῆς, βάσει τῶν ὁποίων προσαρμόζονται οἱ ἀποδοχές καί οἱ συντάξεις των υπαλλήλων καί τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, κατόπιν τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ περί τῶν νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά χρησιμοποιοῦνται κατά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ (JΟ L 369, σ. 8). Τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ καθορίζει, μεταξύ άλλων, τόν εφαρμοστέο ἐπί τῶν ἀποδοχών συντελεστή ἀναπροσαρμογής γιά τήν 'Ιταλία σέ 74,3 καί γιά τήν Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας σέ 98,7.
7
Ό προσφεύγων μετέφερε κατά τακτικά χρονικά διαστήματα, δυνάμει τοῦ άρθρου 17 τοῦ παραρτήματος VΙΙ τοῦ κανονισμοῦ, ἕνα τμήμα τῶν ἀποδοχών του στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, βάσει τῆς τιμής συναλλάγματος πού 'ίσχυε τήν 1η Νοεμβρίου 1969. 'Η εφαρμογή τῶν προαναφερθεισῶν νέων διατάξεων εἶχε ως ἀποτέλεσμα ὅτι ἀπό 1ης 'Απριλίου 1979 τό κόστος τῶν πραγματοποιούμενων μεταφορών, εκφραζόμενο σέ ιταλικές λιρέτες, ηὐξήθη κατά 284463 λιρέτες καί, κατά συνέπεια, τό ὑπόλοιπο τῶν ἀποδοχών τοῦ προσφεύγοντος, μετά τίς μεταφορές, είχε μειωθεί.
8
Κατ' εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ὁ προσφεύγων υπέβαλε, στίς 21 'Ιουνίου 1979, ένσταση ενώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς κατά τῆς ἐν λόγω αυξήσεως τοῦ κόστους τῶν μεταφορών. Στίς 28 Σεπτεμβρίου 1979, ἡ 'Επιτροπή ἀπήντησε ἀφ' ενός ὅτι δέν ἠδύνατο, χωρίς νά υποπέσει σέ υπέρβαση εξουσίας, νά μήν εφαρμόσει τους νομίμως τεθέντες ἐν ἰσχύι κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου καί ἀφ' έτερου ὅτι ἐπεδοκίμαζε, ως πρός τήν ουσία, τίς τροποποιήσεις πού επήλθαν στόν κανονισμό.
9
Κατόπιν αὐτοῦ, ὁ προσφεύγων ἤσκησε τήν παροῦσα προσφυγή κατά τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής, μέ τήν ὁποία ζητεί κατ' οὐσίαν ἀπό τό Δικαστήριο:
1)
νά ἀκυρώσει τά εκκαθαριστικά σημειώματα ἀποδοχών γιά τους μήνες 'Ιανουάριο καί 'Απρίλιο 1979 καί τίς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 12ης 'Ιουλίου καί τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1979 ἐπί τῶν ενστάσεων, κατά τό μέρος πού τά ἐν λόγω σημειώματα περιέχουν ἀναλύσεις ἀποδοχών πού κατηρτίσθησαν κατ' ἐφαρμογή τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τοῦ Συμβουλίου'
2)
νά ἀναγνωρίσει ὅτι ὁ προσφεύγων δικαιοῦται, ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979 συμπεριλαμβανομένου, ἀποδοχών πού ἀντιστοιχοῦν τουλάχιστον πρός ἐκείνες οἱ όποιες τοῦ κατεβάλλοντο, σέ λιρέτες, μέχρι καί τό Μάρτιο τοῦ 1979, ἀφοῦ πραγματοποιήσοῦν οἱ 'ίδιες μεταφορές σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ μέ εκείνες πού ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τό Μάρτιο τοῦ 1979, ἐπαυξανομένων πάντως κατά τό ποσοστό τῆς ἀναπροσαρμογής τῶν ἀποδοχῶν πού 'ίσχυαν ἀπό τοῦ 'Απριλίου 1979 σύμφωνα πρός τό άρθρο 65, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ
3)
νά ἀναγνωρίσει ὅτι δέν πρέπει νά εφαρμοσθοῦν οἱ κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 ἐπί τῶν μεταφορῶν πού ὁ προσφεύγων πραγματοποιεί κατά τακτικά χρονικά διαστήματα
4)
νά υποχρεώσει τους καθ' ὧν σέ ἀποκατάσταση, εντόκως, τῆς χρηματικής ζημίας τοῦ προσφεύγοντος, ἡ ὁποία προεκλήθη ἀπό τήν εφαρμογή τῶν επιδίκων κανονισμῶν.
10
Μέ ἀπόφαση τῆς 12ης Νοεμβρίου 1981 (Συλλογή, σ. 2697), τό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) ἔκρινε τήν παρούσα προσφυγή ἀπαράδεκτη κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τοῦ Συμβουλίου. 'Επειδή ἡ 'Επιτροπή δέν ἀμφισβήτησε τό παραδεκτό τῆς προσφυγής κατά τό μέρος πού στρέφεται εναντίον της, ἀπεφασίσθη ή ἀκρόαση τοῦ προσφεύγοντος καί τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῆς ουσίας.
'Επί τῆς οὐσίας
11
Όσον ἀφορᾶ τό ζήτημα τῶν ἀποδοχών τοῦ προσφεύγοντος γιά τό μήνα 'Απρίλιο 1979 καί τήν υποτιθεμένη μείωση τους λόγω τοῦ αὐξημένου κόστους τῶν τμηματικών μεταφορών πού ὁ προσφεύγων ἐπραγματοποίησε πρός άλλες χώρες, ζήτημα πού προέκυψε ἀπό τήν ἐφαρμογή τῶν διατάξεων τῶν κανονισμών 3085/78 καί 3086/78, ὁ προσφεύγων προβάλλει, πρώτον, ισχυρισμούς πού βασίζονται στην παράβαση οὐσιωδών τύπων. Ὑποστηρίζει ὅτι ὁ κανονισμός 3085/78 εξεδόθη χωρίς προσήκουσα προηγουμένη διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο, ὁπως προβλέπει τό άρθρο 24 τῆς συνθήκης συγχωνεύσεως τῆς 8ης 'Απριλίου 1965. Ή μόνη διαβούλευση πού ἔγινε μέ τά όργανα αυτά ἐβασίσθη σέ πρόταση ουσιωδώς διάφορη ἀπό τό κείμενο τῶν κανονισμών πού ἐξεδόθησαν ἀπό τό Συμβούλιο. Δέν εἶχε επίσης ζητηθεί ἡ γνώμη τῆς επιτροπής κανονισμοῦ σχετικά μέ τήν πρόταση αυτή.
12
Ό προσφεύγων προβάλλει ἐν συνεχεία ὅτι ἡ μεταρρύθμιση τοῦ συστήματος καταβολής τῶν ἀποδοχών, τό όποιο ἔχει ὑπ' ὄψη του τό άρθρο 63 τοῦ κανονισμοῦ, καί τοῦ συστήματος μεταφοράς μέρους τῶν ἀποδοχών, τό όποιο ἔχει ὑπ' ὄψη του τό άρθρο 17 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμοῦ, παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως. Κατά τόν προσφεύγοντα ἡ Κοινότης ὀφείλει νά μερίμνᾶ ώστε ἕνας υπάλληλος υπηρετών στην 'Ιταλία νά μην υφίσταται δυσμενή μεταχείριση σέ σχέση πρός υπάλληλο υπηρετοῦντα, λόγου χάρη, στην Καρλσρούη, «ὅταν ἀμφότεροι επιθυμούν νά Ικανοποιήσουν τίς 'ίδιες ἀνάγκες» καί, συνεπώς, νά επωφελοῦνται τῶν ἰδίων υπηρεσιών καί στίς δύο αυτές χώρες.
13
Μέ τήν προσφυγή υποστηρίζεται, τέλος, ὅτι ὁ ὑπό κρίση κανονισμός θίγει τή διατήρηση τῆς οικονομικής καταστάσεως τοῦ προσφεύγοντος καί πρέπει, επομένως, νά θεωρηθεί ὡς ἀνίσχυρος, καθ' ὅσον ἀντίκειται στην ἀρχή του δικαίου περί διατηρήσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Ή Ἐπιτροπή, ἀφ' ἑτερου, 'έχει παραβεί τήν ὑποχρέωση ἀρωγής πού ὑπέχει ἔναντι τῶν ὑπαλλήλων καί ὤφειλε νά είχε προβλέψει μία μεταβατική περίοδο, ὅπως αυτή πού ἐθεσπίσθη μέ τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ 3085/78 ὑπέρ τῶν συνταξιούχων.
14
Πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι τό Δικαστήριο, μέ ἀποφάσεις τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1982 (Buyl, 817/79, Συλλογή, σ. 245 Adam, 828/79, Συλλογή, σ. 269 καί Battaglia, 1253/79, Συλλογή, σ. 297), ἀπέρριψε ισχυρισμούς παρόμοιους μέ τους ἀνωτέρω. 'Αρκεί ἡ παραπομπή στίς ἀποφάσεις αυτές, γιά νά διαπιστωθεί ὅτι οἱ ισχυρισμοί αὐτοί δέν εἶναι βάσιμοι.
'Επί τῶν δικαστικών εξόδων
15
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας, ὁ ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα.
16
Σύμφωνα ὅμως μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών ὑπαλλήλων τῶν Κοινοτήτων, τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά όποια υπεβλήθησαν.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρῶτο τμῆμα)
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Ἀπορρίπτει τήν προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα.
O'Keeffe
Bosco
Koopmans
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 15 Δεκεμβρίου 1982.
Ὁ γραμματεύς
κ.ἀ.ἀ.
J. Α. Pompe
Βοηθός γραμματεύς
Ό πρόεδρος τοῦ πρώτου τμήματος
Α. O'Keeffe
Full & Egal Universal Law Academy