Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Αλιεία — Διατήρηση τών θαλάσσιων πόρων — Προθεσμία πού προβλέπεται στό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως — Παρέλευση — Αποκλειστική αρμοδιότητα τής Κοινότητας — Μή άσκηση — Αποτελέσματα — Απόδοση αρμοδιότητας στά Κράτη μέλη — Απαράδεκτο
( Πράξη προσχωρήσεως άρθρο 102 )
2 . Διατήρηση τών θαλάσσιων πόρων — Αρμοδιότητα τής ΕΟΚ — Μή άσκηση — Αποτελέσματα — Μέτρα διατηρήσεως πού υπήρχαν κατά τήν εκπνοή τής προβλεπόμενης στό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως προθεσμίας — Διατήρηση — Τροποποίηση από τά Κράτη μέλη — Προϋποθέσεις — Διαθέσιμα στοιχεία δικαίου — Αρχές δομής τής Κοινότητας
3 . Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Πρωτοβουλία τής Επιτροπής — Καθήκοντα τών Κρατών μελών — Καθήκοντα ενέργειας καί αποχής
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 5 )
4 . Αλιευτικά αποθέματα πού υπόκεινται στήν κυριαρχία τών Κρατών μελών — Ισότητα εισόδου τών αλιέων τής Κοινότητας — Εφαρμογή — Αποκλειστική αρμοδιότητα τού Συμβουλίου — Μονομερής ενέργεια τών Κρατών μελών — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 7 καί 43 παράγραφος 2 εδάφιο 3· πράξη προσχωρήσεως αρθρο 102 )
5 . Αλιεία — Διατήρηση τών θαλάσσιων πόρων — Μέτρα διατηρήσεως πού υπήρχαν κατά τήν εκπνοή τής προβλεπόμενης στό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως προθεσμίας — Τροποποίηση από τά Κράτη μέλη — Υποχρέωση νά συμβουλευθούν τήν Επιτροπή καί νά συμμορφωθούν μέ τή θέση της
( Πράξη προσχωρήσεως άρθρο 102· απόφαση τού Συμβουλίου τής 25ης Ιουνίου 1979 )
6 . Αλιεία — Διατήρηση τών θαλάσσιων πόρων — Μέτρα διατηρήσεως πού υπήρχαν κατά τήν εκπνοή τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως προθεσμίας — Τροποποίηση από τά Κράτη μέλη — Υποχρέωση νά συμβουλευθούν τήν Επιτροπή — Λεπτομέρειες
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 155· ψήφισμα τού Συμβουλίου τής 3ης Νοεμβρίου 1976 , παράρτημα VI· απόφαση τού Συμβουλίου τής 25ης Ιουνίου 1979 )
Περίληψη
1 . Μετά τή λήξη , κατά τήν 1η Ιανουαρίου 1979 , τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως μεταβατικής περιόδου , η εξουσία λήψεως μέτρων προστασίας τών θαλάσσιων πόρων εντός τού πλαισίου τής κοινής πολιτικής αλιείας , ανήκει πλήρως καί οριστικώς στήν Κοινότητα . Τά Κράτη μέλη δέ δικαιούνται επομένως νά ασκούν δική τους εξουσία στόν τομέα τών μέτρων διατηρήσεως , εντός τών υδάτων τής δικαιοδοσίας τους . Η θέσπιση τέτοιων μέτρων , μέ τούς περιορισμούς πού συνεπάγονται γιά τίς αλιευτικές δραστηριότητες , μετά τήν ανωτέρω ημερομηνία , ειναι θέμα κοινοτικού δικαίου .
Επειδή η μεταβίβαση εξουσιών πρός τήν Κοινότητα στό εν λόγω θέμα υπήρξε πλήρης καί οριστική , τό γεγονός οτι τό Συμβούλιο δέ θέσπισε εντός τών οριζομένων προθεσμιών τά προβλεπόμενα από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως μέτρα διατηρήσεως , δέν μπορούσε , σέ καμία περίπτωση , νά αποδώσει στά Κράτη μέλη τήν εξουσία καί ελευθερία μονομερούς ενέργειας στόν τομέα αυτό .
2 . Λόγω τής μή θεσπίσεως διατάξεων από τό Συμβούλιο σύμφωνα μέ τίς διατυπώσεις καί διαδικασίες πού ορίζει η συνθήκη , τά μέτρα διατηρήσεως , οπως ίσχυαν κατά τό τέλος τής καθοριζόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως περιόδου , διατηρούνται στήν κατάσταση πού βρίσκονται κατά τό πέρας τής μεταβατικής περιόδου πού ορίζεται στήν ανωτέρω διάταξη . Η αντίληψη ομως αυτή δέ δύναται νά επεκταθεί μέχρι σημείου ωστε νά θέσει τά Κράτη μέλη σέ πλήρη αδυναμία ενδεχόμενης τροποποιήσεως τών υπαρχόντων μέτρων διατηρήσεως , ανάλογα μέ τήν εξέλιξη τών σχετικών βιολογικών καί τεχνικών δεδομένων στόν τομέα αυτό . Τέτοια τροποποιητικά μέτρα , περιορισμένης μόνο εκτάσεως δέ δύνανται νά συνεπάγονται νέα πολιτική διατηρήσεως εκ μέρους ενός Κράτους μέλους , δεδομένου οτι η εξουσία καταστρώσεως μιάς τέτοιας πολιτικής ανήκει εφεξής στά κοινοτικά όργανα . Λαμβανομένης υπόψη τής καταστάσεως πού δημιουργήθηκε από τήν αδράνεια τού Συμβουλίου , οι συνθήκες υπό τίς οποίες τά μέτρα αυτά δύνανται νά ληφθούν πρέπει νά προσδιορισθούν μέ τή βοήθεια ολων τών διαθέσιμων νομικών στοιχείων καί μέ τήν επίκληση τών διαρθρωτικών αρχών , στίς οποίες στηρίζεται η Κοινότητα . Οι αρχές αυτές απαιτούν η Κοινότητα νά βρίσκεται , υπό οποιαδήποτε περίσταση , σέ θέση νά ανταποκρίνεται στίς ευθύνες της , τηρώντας τίς ουσιώδεις ισορροπίες πού επιδιώκει η συνθήκη .
3 . Τό άρθρο 5 τής συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει στά Κράτη μέλη ειδικές υποχρεώσεις ενέργειας καί αποχής σέ περίπτωση οπου η Επιτροπή , γιά νά αντιμετωπίσει επείγουσες ανάγκες διατηρήσεως τών αλιευτικών πόρων , έχει υποβάλει στό Συμβούλιο προτάσεις , οι οποίες , άν καί δέν έχουν υιοθετηθεί από τό όργανο αυτό , αποτελούν τό σημείο αφετηρίας γιά εναρμονισμένη κοινοτική δράση .
4 . Δυνάμει τού άρθρου 7 τής συνθήκης , οι αλιείς τής Κοινότητας πρέπει νά έχουν , υπό τήν επιφύλαξη νομοτύπως θεσπιζόμενων εξαιρέσεων , ίση πρόσβαση στά αλιευτικά αποθέματα πού εμπίπτουν στή δικαιοδοσία τών Κρατών μελών . Μόνο τό Συμβούλιο έχει τήν εξουσία νά καθορίζει τίς λεπτομέρειες τής προσβάσεως αυτής , σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες πού καθορίζονται στά άρθρα 43 παράγραφος 2 εδάφιο 3 τής συνθήκης καί 102 τής πράξεως προσχωρήσεως . Η νομική αυτή κατάσταση δέ δύναται νά μεταβληθεί μέ μέτρα πού θεσπίζονται μονομερώς από τά Κράτη μέλη .
5 . Ενώπιον μιάς καταστάσεως πού χαρακτηρίζεται από τήν αδράνεια τού Συμβουλίου καί από τή διατήρηση , κατ’ αρχήν , τών μέτρων διατηρήσεως πού ίσχυαν κατά τό πέρας τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως περιόδου , η απόφαση τού Συμβουλίου τής 25ης Ιουνίου 1979 καί οι παράλληλες αποφάσεις , καθώς καί οι συμφυείς απαιτήσεις τής διασφαλίσεως , από τήν Κοινότητα , τού κοινού συμφέροντος καί τού ακέραιου τών ίδιων της εξουσιών , επιβάλλουν στά Κράτη μέλη όχι μόνο τήν υποχρέωση νά συμβουλεύονται τήν Επιτροπή λεπτομερώς καί νά επιζητούν καλόπιστα τήν έγκρισή της , αλλά καί τό καθήκον νά μή θεσπίζουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως , παρά τίς αντιρρήσεις , επιφυλάξεις ή ορους πού θά μπορούσε νά διατυπώσει ενδεχομένως η Επιτροπή .
6 . Γιά νά ανταποκρίνονται στίς αποφάσεις τού Συμβουλίου καί στή διαδικασία πού καθορίσθηκε από τό ψήφισμα τής Χάγης , οι διαβουλεύσεις πού πρέπει νά διεξαγάγει η κυβέρνηση Κράτους μέλους πρίν από τή θέσπιση μέτρων διατηρήσεως πρέπει νά επιτρέπουν στήν Επιτροπή νά εκτιμά ολες τίς επιπτώσεις τών σχεδιαζόμενων μέτρων καί νά ασκεί καταλλήλως τό καθήκον εποπτείας πού έχει δυνάμει τού άρθρου 155 τής συνθήκης ΕΟΚ .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 804/79
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενη από τούς νομικούς της συμβούλους Donald W . Allen καί John Temple Lang , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
προσφεύγουσα ,
υποστηριζόμενη από
τή ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ , εκπροσωπούμενη από τό Gilbert Guillaume , διευθυντή νομικών υποθέσεων τού υπουργείου εξωτερικών υποθέσεων καί γιά τήν έγγραφη διαδικασία , από τόν Philippe Moreau-Defarges , σύμβουλο τής διευθύνσεως τού υπουργείου εξωτερικών , μέ τόπο επιδόσεως στό Λουξεμβούργο τήν εδρα τής γαλλικής πρεσβείας ,
καί
τήν ΙΡΛΑΝΔΙΑ , εκπροσωπούμενη από τόν Louis J . Dockery , Chief State Solicitor , επικουρούμενο , γιά τήν προφορική διαδικασία , από τό James Lynch , Assistant Chief State Solicitor , καί από τόν Declan N . C . Budd , barrister τού δικηγορικού συλλόγου τού Δουβλίνου , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο , τήν εδρα τής ιρλανδικής πρεσβείας ,
παρεμβαίνουσες ,
κατά
ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ , εκπροσωπούμενου από τόν R . D . Munrow , Assistant Treasury Solicitor , επικουρούμενο από τόν Lord Advocate , Lord Mackay of Clashfern , Q.C ., καί από τόν barrister Peter G . Langdon-Davies τού Inner Temple , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τήν εδρα τής πρεσβείας τού Ηνωμένου Βασιλείου ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο νά αναγνωρισθεί οτι , μέ τή θέσπιση καί εφαρμογή , κατά τό έτος 1979 , ορισμένων εθνικών μέτρων στόν τομέα τής θαλάσσιας αλιείας , τό Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη υποχρεώσεις πού υπέχει εκ τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου τή 13η Νοεμβρίου 1979 , η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε , δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή μέ τήν οποία ζητά νά αναγνωρισθεί οτι τό Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει εκ τής συνθήκης , εφαρμόζοντας μονομερή μέτρα περί θαλάσσιας αλιείας , περιλαμβάνοντα , αφενός , πέντε κανονισμούς περί μεγέθους τών ματιών ( βροχίδων ) τών δικτύων καί περί ελάχιστου μήκους αλιεύσεων ορισμένων ειδών , καί , αφετέρου , ενα σύστημα αδειών αλιείας στή θάλασσα τής Ιρλανδίας καί τά περιβάλλοντα τή νήσο Man υδατα .
2 Τά μέτρα τής πρώτης κατηγορίας περιλαμβάνουν τίς ακόλουθες κανονιστικές ρυθμίσεις , πού τέθηκαν σέ ισχύ τήν 1η Ιουλίου 1979 :
— The Fishing Nets ( North-East Atlantic ) ( Variation ) Order 1979 , no 744 ,
— The Immature Sea Fish Order 1979 , no 741 ,
— The Immature Nephrops Order 1979 , no 742 ,
— The Nephrops Tails ( Restrictions on Landing ) Order 1979 , no 743 ,
— The Sea Fish ( Minimum Size ) ( Amendment ) Order ( Northern Ireland ) 1979 , no 235 .
3 Οι διατάξεις πού εφαρμόζονται στή θάλασσα τής Ιρλανδίας καί στά υδατα τής νήσου Man στηρίζονται επί δύο κανονισμών :
— The Herring ( Irish Sea ) Licensing Order , no 1388 , καί
— The Herring ( Isle of Man ) Licensing Order no 1389 .
Πρέπει νά σημειωθεί οτι πρόκειται γιά τά ίδια μέτρα πού αποτέλεσαν τό αντικείμενο τής από 10 Ιουλίου 1980 αποφάσεως τού Δικαστηρίου ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου , 32/79 ).
Ιστορικό τής διαφοράς
4 Δέν αμφισβητείται οτι στίς αρχές τού 1979 τό Συμβούλιο , στό οποίο η Επιτροπή ειχε υποβάλει , δυνάμει τού άρθρου 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , σχέδιο σειράς μέτρων γιά τήν διατήρηση τών αλιευτικών πόρων εντός τών υδάτων πού εμπίπτουν στή δικαιοδοσία τών Κρατών μελών , δέ θέσπισε τίς αναγκαίες διατάξεις . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , τό Συμβούλιο έλαβε προσωρινές αποφάσεις , πού τέθηκαν σέ ισχύ γιά περιορισμένες περιόδους καί παρατάθηκαν επανειλημμένως . Οι αποφάσεις αυτές , η διατύπωση τών οποίων ειναι παρόμοια , φέρουν τίς ημερομηνίες 19 Δεκεμβρίου 1978 ( μή δημοσιευθείσα ), 9 Απριλίου 1979 , 79/383 ( JO L 93 , σ . 40 ) καί 25 Ιουνίου 1979 , 79/590 ( JO L 161 , σ . 46 ). Η τελευταία απόφαση , πού ίσχυε κατά τό χρόνο τής θέσεως σέ ισχύ τών πέντε κανονισμών τής πρώτης κατηγορίας , έχει ως ακολούθως :
«Απόφαση τού Συμβουλίου
τής 25ης Ιουνίου 1979
η οποία στηρίζεται επί τών συνθηκών , ειναι σχετική μέ τίς αλιευτικές δραστηριότητες εντός τών υδάτων πού εμπίπτουν στήν κυριαρχία ή στή δικαιοδοσία τών Κρατών μελών καί λήφθηκε προσωρινώς , εν αναμονή τής θεσπίσεως οριστικών κοινοτικών μέτρων .
Τό Συμβούλιο έχει τήν πρόθεση νά καταλήξει , τό συντομότερο δυνατό εντός τού 1979 , σέ συμφωνία επί τών κοινοτικών μέτρων διατηρήσεως καί διαχειρίσεως τών αλιευτικών πόρων καί τών συναφών θεμάτων . Εν αναμονή τής επί τού θέματος αποφάσεώς του καί έχοντας υπόψη τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , καθώς καί τήν ανάγκη προστασίας τών βιολογικών πόρων καί διατηρήσεως κατάλληλων σχέσεων μέ τρίτες χώρες στόν τομέα τής αλιείας , τό Συμβούλιο θέσπισε στίς 19 Δεκεμβρίου 1978 καί στίς 9 Απριλίου 1979 προσωρινά μέτρα , πού ίσχυσαν , αντιστοίχως , από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31 Μαρτίου 1979 καί από 1ης Απριλίου μέχρι 30 Ιουνίου 1979 . Κατόπιν τών μέτρων αυτών τό Συμβούλιο θεσπίζει τά ακόλουθα προσωρινά μέτρα , πού ισχύουν από 1ης Ιουλίου 1979 μέχρις οτου τό Συμβούλιο καταλήξει σέ οριστική συμφωνία , τό αργότερο δέ μέχρι τίς 31 Οκτωβρίου 1979 .
1 . Τά Κράτη μέλη ασκούν τήν αλιεία τους κατά τρόπον ωστε , κατά τίς αλιεύσεις πού πραγματοποιούνται από τά πλοία τους κατά τή διάρκεια τής προσωρινής περιόδου , νά λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές επιτρεπόμενες αλιεύσεις ( TAC ), πού υπέβαλε η Επιτροπή στό Συμβούλιο μέ τίς ανακοινώσεις της τής 23ης Νοεμβρίου 1978 καί τής 16ης Φεβρουαρίου 1979 καί τό μέρος τών TAC πού έχει αναγνωρισθεί στίς τρίτες χώρες , στό πλαίσιο συμφωνιών καί ρυθμίσεων πού συνήψε μαζί τους η Κοινότητα . Οι αλιεύσεις πού θά πραγματοποιηθούν κατά τήν προσωρινή περίοδο θά καταλογισθούν στίς ποσότητες πού τό Συμβούλιο θά αποφασίσει τελικώς νά επιτρέψει γιά τό 1979 .
2.Όσον αφορά τά τεχνικά μέτρα διατηρήσεως καί ελέγχου τών αλιευτικών πόρων , τά Κράτη μέλη εφαρμόζουν τά ίδια μέτρα μέ εκείνα πού εφήρμοζαν στίς 3 Νοεμβρίου 1976 , καθώς καί άλλα μέτρα πού λαμβάνονται σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες καί τά κριτήρια τού παραρτήματος VI τού ψηφίσματος τού Συμβουλίου τής 3ης Νοεμβρίου 1976.»
5 Μέ επιστολή τής 21ης Μαρτίου 1979 , η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου πληροφόρησε τήν Επιτροπή γιά τήν πρόθεσή της νά θέσει σέ ισχύ τήν 1η Ιουνίου 1979 σειρά μέτρων περί διατηρήσεως τών αλιευτικών πόρων , πού αφορούν τό μέγεθος τών ματιών τών δικτύων , τά ελάχιστα μήκη αλιεύσεως καί τίς παρεπόμενες αλιεύσεις , ζητώντας τήν έγκριση τής Επιτροπής επί τού θέματος αυτού , σύμφωνα μέ τό παράρτημα VI τού ψηφίσματος τής Χάγης ( τό κείμενο τού ψηφίσματος αυτής , αναφερόμενης στό εξής ως «ψήφισμα τής Χάγης» , πού δέν έχει δημοσιευθεί στήν Επίσημη Εφημερίδα , παρατέθηκε στήν απόφαση τού Δικαστηρίου τής 16ης Φεβρουαρίου 1978 , Επιτροπή κατά Ιρλανδίας , 61/77 , [1978] ECR σ . 417 , σκέψη 37 τού σκεπτικού ). Εν συνεχεία η κυβέρνηση εγνωστοποίησε στήν Επιτροπή οτι η θέση σέ ισχύ τών σχεδιαζόμενων μέτρων θά αναβαλλόταν γιά τήν 1η Ιουλίου .
6 Η Επιτροπή επιφύλαξε τή στάση της μέχρις οτου θά ελάμβανε τό πλήρες κείμενο τών σχεδιαζόμενων μέτρων , η δέ κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου τής απέστειλε , στίς 19 Ιουνίου 1979 , τό κείμενο πέντε σχεδίων κανονισμών καί στίς 29 Ιουνίου 1979 τό κείμενο ενός εκτου σχεδίου , πού αντικαθιστούσε ενα από τά πέντε σχέδια πού ειχαν αποσταλεί προηγουμένως . Στήν ανταλλαγείσα αλληλογραφία επί τού θέματος αυτού μέ τήν κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου η Επιτροπή υπογράμμισε κατ’ επανάληψη τό γεγονός οτι τά σχεδιαζόμενα μέτρα δέν μπορούσαν νά τεθούν σέ ισχύ χωρίς νά έχουν τύχει τής εγκρίσεώς της , δεδομένου οτι ενέπιπταν εντός τών εξουσιών τής Κοινότητας .
7 Τά επίδικα μέτρα τέθηκαν σέ ισχύ τήν 1η Ιουλίου 1979 .
8 Στίς 6 Ιουλίου 1979 , η Επιτροπή απέστειλε πρός τήν κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου επιστολή , γνωστοποιώντας της οτι εκκίνει τή διαδικασία τού άρθρου 169 τής συνθήκης . Η Επιτροπή αφού έλαβε τίς παρατηρήσεις τής κυβερνήσεως μέ επιστολή τής 31ης Ιουλίου 1979 , στίς 3 Αυγούστου 1979 διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη επί τών προαναφερθέντων κανονισμών καί στίς 2 Οκτωβρίου 1979 επί τού επιμάχου θέματος τής αλιείας εντός τής θάλασσας τής Ιρλανδίας καί τών υδάτων τής νήσου Man .
9 Δέν αμφισβητείται μεταξύ τών διαδίκων οτι τά κανονιστικά μέτρα πού τό Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε σέ ισχύ τήν 1η Ιουλίου 1979 ειναι γνήσια μέτρα διατηρήσεως καί οτι αντιστοιχούν , τουλάχιστον κατ’ αρχήν , πρός τά μέτρα πού η Επιτροπή πρότεινε στό Συμβούλιο τήν ίδια εποχή οσον αφορά τό σύνολο τών εν λόγω θαλάσσιων περιοχών . Οι επικρίσεις τής Επιτροπής στηρίζονται στή σκέψη οτι , τέτοιου είδους μέτρα δέ δύνανται νά ληφθούν αποτελεσματικώς , παρά γιά τό σύνολο τής Κοινότητας , οτι τό Συμβούλιο θά ηταν σέ θέση νά τά θεσπίσει κατά τούς απαιτούμενους από τή συνθήκη τύπους , άν τό ίδιο τό Ηνωμένο Βασίλειο δέν ειχε παραλύσει τή διαδικασία λήψεως αποφάσεων εντός τού ανωτέρω οργάνου καί οτι , μέ τή μονομερή θέσπιση τών εν λόγω μέτρων , τό Ηνωμένο Βασίλειο σφετερίσθηκε εξουσίες οι οποίες από τήν 1η Ιανουαρίου 1979 ανήκουν πλήρως στήν Κοινότητα . Κατά τήν Επιτροπή , υπό τίς προκείμενες περιστάσεις , τά επίδικα μέτρα δέν μπορούσε νά θεσπισθούν άλλως παρά μέ τήν άδειά της .
10 Η Επιτροπή εξετάζει επικουρικώς μόνο τήν ουσία διάφορων ληφθέντων μέτρων , γιά νά αποδείξει οτι , ακόμα κι άν πρόκειται γιά γνήσια μέτρα διατηρήσεως , η εισαγωγή τους έβλαψε τήν αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως ολων τών αλιέων τής Κοινότητας είτε λόγω τού χρόνου τής θέσεώς τους σέ ισχύ είτε λόγω τού τρόπου τής εφαρμογής τους .
11 Τή θέση τής Επιτροπής υποστήριξαν η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας καί η κυβέρνηση τής Ιρλανδίας .
12 Η γαλλική κυβέρνηση , αφού παρατήρησε οτι ο τομέας τής αλιείας καί ειδικότερα τής διατηρήσεως τών θαλάσσιων ειδών εμπίπτει στό πεδίο εξουσιών πού έχουν ρητώς παραχωρηθεί στήν Κοινότητα , υπογραμμίζει τό γεγονός οτι κάθε εθνική εξουσία επί μέτρων διατηρήσεως εξέλιπε πλήρως καί αμετακλήτως στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 . Πρέπει επομένως νά γίνει μιά θεμελιώδης διάκριση , σύμφωνα μέ τήν υφιστάμενη νομολογία τού Δικαστηρίου , μεταξύ τής περιόδου πού έληξε στίς 31 Δεκεμβρίου 1978 καί εκείνης πού ακολούθησε . Στό εξής , η εξουσία λήψεως μέτρων προστασίας τών βιολογικών πόρων τής θάλασσας εμπίπτει στήν αποκλειστική αρμοδιότητα τής Κοινότητας καί υστερα τού Συμβουλίου.Τό τελευταίο δέ δύναται , χωρίς νά αγνοήσει τίς διατάξεις τού άρθρου 102 , νά αποδώσει στά Κράτη μέλη τήν εξουσία τήν οποία έχουν οριστικώς απολέσει . Λαμβανομένων υπόψη τών νομικών αυτών δεδομένων , οι αποφάσεις πού έλαβε τό Συμβούλιο πρέπει νά θεωρηθούν ως «αποφάσεις αποκρυσταλλώσεως» , οι οποίες παγιώνουν τά μέτρα διατηρήσεως , οπως ίσχυαν κατά τήν εκπνοή τής μεταβατικής περιόδου καί όχι ως αποφάσεις παραχωρήσεως ή μεταβιβάσεως αρμοδιότητας .
13 Η ιρλανδική κυβέρνηση , άν καί υποστηρίζει τήν προσφυγή τής Επιτροπής , δέ δέχεται εντούτοις τή θέση τής γαλλικής κυβερνήσεως ως πρός τό θέμα τών εξουσιών . Θεωρεί οτι η κατάσταση διέπεται από τίς ανωτέρω διαδοχικές αποφάσεις τού Συμβουλίου , αλλά δέ θέλει νά αποκλείσει τή δυνατότητα γιά τό Συμβούλιο νά καθορίζει , ακόμα καί μετά τό πέρας τής περιόδου πού ορίζει τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , κανόνες , διαδικασίες καί κριτήρια ατομικής δράσεως τών Κρατών μελών αντί τού Συμβουλίου , στήν περίπτωση οπου , λόγω τών περιστάσεων , καθίσταται επείγουσα η λήψη μέτρων διατηρήσεως .
14 Η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται οτι , εφόσον τό Συμβούλιο δέν έχει ασκήσει τίς εξουσίες πού τού παρέχει τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , ακόμα καί μετά τό πέρας τής προβλεπόμενης από τή διάταξη αυτή περιόδου , τά Κράτη μέλη διατηρούν ενα υπόλοιπο εξουσιών καί υποχρεώσεων , μέχρι οτου η Κοινότητα ασκήσει πλήρως τίς αρμοδιότητές της . Δέν αμφισβητεί οτι τά από τά Κράτη μέλη λαμβανόμενα υπό τίς συνθήκες αυτές μέτρα πρέπει νά συμφωνούν μέ κάθε σχετική διάταξη τού κοινοτικού δικαίου· στήν παρούσα περίπτωση , τό πραγματικό ερώτημα ειναι , επομένως , άν τά μέτρα συγκρούονται μέ τήν ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία καί άν , μέ τή θέσπισή τους , τό Ηνωμένο Βασίλειο αγνόησε οποιαδήποτε από τίς υποχρεώσεις πού υπέχει εκ τού κοινοτικού δικαίου .
15 Η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί οτι , κατά τό χρόνο τής εισαγωγής τών πέντε επίδικων κανονισμών , δέν υπήρχε σέ ισχύ κοινοτική νομοθεσία επί τού ίδιου θέματος , οπως ακριβώς , δέν υπήρχε κοινοτική νομοθεσία ρυθμίζουσα τήν αλιεία ρέγγας εντός τής θάλασσας τής Ιρλανδίας καί τών υδάτων τής νήσου Man . Η κυβέρνηση πιστεύει οτι εκπλήρωσε τίς υποχρεώσεις πού απορρέουν από τίς αποφάσεις τού Συμβουλίου καί από τό ψήφισμα τής Χάγης , δεδομένου οτι συμβουλεύθηκε τήν Επιτροπή σέ ολα τά στάδια τής εκπονήσεως τών επίδικων μέτρων καί επιζήτησε τήν έγκρισή της . Αντιθέτως , αμφισβητεί οτι τό ανωτέρω ψήφισμα καί οι αποφάσεις , πού παρέτειναν τήν εφαρμογή της , δύνανται νά ερμηνευθούν υπό τήν έννοια οτι υποβάλλουν τή δράση τών Κρατών μελών στήν εκ τών προτέρων άδεια τής Επιτροπής .
16 Λαμβανομένης υπόψη τής αβεβαιότητας πού χαρακτηρίζει τή νομική κατάσταση στόν εν λόγω τομέα , πρέπει , εν πρώτοις , νά διαπιστωθεί η κατάσταση τού κοινοτικού δικαίου στό θέμα τών μέτρων διατηρήσεως κατά τήν εν λόγω περίοδο . Αφού προσδιορισθούν οι βάσεις τής νομικής καταστάσεως , πρέπει εν συνεχεία νά εξετασθούν χωριστά τό άν συμβιβάζεται πρός τό κοινοτικό δίκαιο η θέση σέ ισχύ τών πέντε αμφισβητούμενων από τήν Επιτροπή κανονισμών , αφετέρου δέ η κατάσταση τών πεδίων αλιείας στή θάλασσα τής Ιρλανδίας καί στά υδατα τής νήσου Man , η οποία δημιουργεί ειδικά νομικά προβλήματα .
Επί τής καταστάσεως τού δικαίου κατά τήν υπό κρίση περίοδο
17 Τό Δικαστήριο ειχε τήν ευκαιρία νά εκθέσει τά στοιχεία τού κοινοτικού δικαίου , πού εφαρμόζονται στό εν λόγω θέμα , στίς προηγούμενες αποφάσεις του καί , τελευταία , στήν απόφασή του τής 10ης Ιουλίου 1980 , πού παρατέθηκε ήδη . Η κατάσταση πού περιγράφεται στίς αποφάσεις αυτές υπέστη , εν τώ μεταξύ , ουσιώδη μεταβολή λόγω τού γεγονότος οτι , μετά τή λήξη , κατά τήν 1η Ιανουαρίου 1979 , τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως μεταβατικής περιόδου , η εξουσία λήψεως μέτρων προστασίας τών θαλάσσιων πόρων εντός τού πλαισίου τής κοινής πολιτικής αλιείας ανήκει πλήρως καί οριστικώς στήν Κοινότητα .
18 Τά Κράτη μέλη δέ δικαιούνται επομένως νά ασκούν δική τους εξουσία στόν τομέα τών μέτρων διατηρήσεως εντός τών υδάτων τής δικαιοδοσίας τους . Η θέσπιση τέτοιων μέτρων , μέ τούς περιορισμούς πού συνεπάγονται γιά τίς αλιευτικές δραστηριότητες , μετά τήν ανωτέρω ημερομηνία , ειναι θέμα κοινοτικού δικαίου . Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή , οι πόροι , στούς οποίους οι αλιείς τών Κρατών μελών έχουν ίσο δικαίωμα προσβάσεως , πρέπει εφεξής νά υπάγονται στούς κανόνες τού κοινοτικού δικαίου .
19 Υπό τό φώς αυτής ακριβώς τής θέσεως αρχής πρέπει νά εκτιμηθεί η νομική κατάσταση . Τήν κατάσταση αυτή χαρακτηρίζει τό γεγονός οτι τό Συμβούλιο δέ θέσπισε , εντός τών απαιτούμενων προθεσμιών , τά μέτρα διατηρήσεως πού προβλέπει τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , σ’ ενα θέμα οπου η εξουσία ανήκει στήν Κοινότητα .
20 Στό σημείο αυτό πρέπει πρό πάντων νά τονισθεί οτι , επειδή η μεταβίβαση εξουσιών πρός τήν Κοινότητα στό εν λόγω θέμα υπήρξε πλήρης καί οριστική , η ανωτέρω παράλειψη δέν μπορούσε σέ καμία περίπτωση νά αποδώσει στά Κράτη μέλη τήν εξουσία καί τήν ελευθερία μονομερούς ενέργειας στόν τομέα αυτό .
21 Από αυτό επεται , οπως εξέθεσε η γαλλική κυβέρνηση , οτι , λόγω τής μή θεσπίσεως διατάξεων από τό Συμβούλιο σύμφωνα μέ τίς διατυπώσεις καί διαδικασίες πού ορίζει η συνθήκη , τά μέτρα διατηρήσεως , οπως ίσχυαν κατά τό τέλος τής καθοριζόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως περιόδου , διατηρούνται στήν κατάσταση πού βρίσκονταν κατά τό πέρας τής μεταβατικής περιόδου πού ορίζεται στήν ανωτέρω διάταξη .
22 Η αντίληψη ομως αυτή δέ δύναται νά επεκταθεί μέχρι σημείου ωστε νά θέσει τά Κράτη μέλη σέ πλήρη αδυναμία ενδεχόμενης τροποποιήσεως τών υπαρχόντων μέτρων διατηρήσεως , ανάλογα μέ τήν εξέλιξη τών σχετικών βιολογικών καί τεχνικών δεδομένων στόν τομέα αυτό . Τέτοια τροποποιητικά μέτρα , περιορι σμένης μόνο εκτάσεως , δέ δύνανται νά συνεπάγονται νέα πολιτική διατηρήσεως εκ μέρους ενός Κράτους μέλους , δεδομένου οτι η εξουσία καταστρώσεως μιάς τέτοιας πολιτικής ανήκει εφεξής στά κοινοτικά όργανα .
23 Λαμβάνοντας υπόψη τή κατάσταση πού δημιουργήθηκε από τήν αδράνεια τού Συμβουλίου , οι συνθήκες υπό τίς οποίες τά μέτρα αυτά δύνανται νά ληφθούν πρέπει νά προσδιορισθούν μέ τή βοήθεια ολων τών διαθέσιμων νομικών στοιχείων , ακόμα καί αποσπασματικών , καί μέ τήν επίκληση , κατά τά λοιπά , τών διαρθρωτικών αρχών , στίς οποίες στηρίζεται η Κοινότητα . Οι αρχές αυτές απαιτούν η Κοινότητα νά βρίσκεται , υπό οποιαδήποτε περίσταση , σέ θέση νά ανταποκρίνεται στίς ευθύνες της τηρώντας τίς ουσιώδεις ισσοροπίες πού επιδιώκει η συνθήκη .
24 Εν προκειμένω πρέπει προπάντων νά σημειωθεί οτι , κατά τήν εποχή τών περιστατικών πού δημιούργησαν τή διαφορά , η Επιτροπή ειχε υποβάλει τίς προτάσεις πού προβλέπει τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , ουτως ωστε στό Συμβούλιο ειχε περιέλθει σχέδιο περί τού συνόλου τών μέτρων διατηρήσεως πού έπρεπε νά ληφθούν . Άν καί τό Συμβούλιο δέν έδωσε συνέχεια στίς εν λόγω προτάσεις , χάραξε ομως ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές , πού διατυπώνονται στίς προαναφερθείσες αποφάσεις καί ιδίως στήν απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 , πού ειχε εφαρμογή κατά τήν εποχή τών εν λόγω περιστατικών .
25 Οι αποφάσεις αυτές , πού ειναι βασικώς προσωρινής φύσεως , δέχονται τίς προτάσεις τής Επιτροπής περί επιτρεπόμενων συνολικών αλιεύσεων ( TAC ) ως οριο τής συνολικής αλιευτικής δραστηριότητας κατά τήν υπό κρίση περίοδο . Κατά τά λοιπά , παγιώνουν τά τεχνικά μέτρα διατηρήσεως καί ελέγχου τών αλιευτικών πόρων , πού ίσχυαν κατά τήν υπό κρίση περίοδο . Απηχούν έτσι , αφενός , τήν πρόθεση τού Συμβουλίου νά ενισχύσει τό κύρος τών προτάσεων τής Επιτροπής καί , αφετέρου , τή θέλησή του νά εμποδίσει τή χωρίς αναγνωρισμένη ανάγκη μεταβολή τών ισχυόντων μέτρων διατηρήσεως από τά Κράτη μέλη .
26 Ως πρός τίς τυχόν εισακτέες τροποποιήσεις τών υφιστάμενων μέτρων διατηρήσεως , οι ανωτέρω αποφάσεις παραπέμπουν στίς «διαδικασίες καί τά κριτήρια» τού ψηφίσματος τής Χάγης . Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι τό ψήφισμα αυτό αποκλείει κατ’ αρχήν τά μονομερή μέτρα τών Κρατών μελών καί δέ δέχεται , στήν περίπτωση οπου δέν υπάρχουν κοινοτικά μέτρα , παρά μέτρα θεσπιζόμενα πρός εξασφάλιση τής προστασίας τών πόρων καί υπό μορφή πού νά μή εισάγουν διακρίσεις . Περαιτέρω , υπογραμμίζει οτι τά μέτρα αυτά δέ δύνανται νά προδικάζουν μελλοντικούς προσανατολισμούς τής κοινοτικής πολιτικής επί τής διατηρήσεως τών πόρων .
27 Προτού θεσπίσει τέτοια μέτρα , τό ενδιαφερόμενο κράτος υποχρεούται νά ζητήσει τήν έγκριση τής Επιτροπής , τήν οποία οφείλει νά συμβουλεύεται σέ ολα τά στάδια τής διαδικασίας . Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι οι απαιτήσεις αυτές , οι οποίες ειχαν αρχικώς καθορισθεί κατά τή μεταβατική περίοδο , πού τάσσει τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως , πρέπει εφεξής νά εκτιμώνται σέ νέο πλαίσιο , πού χαρακτηρίζεται από τήν αποκλειστική εξουσία τής Κοινότητας επί τού θέματος αυτού καί από τήν πλήρη ισχύ τών σχετικών κανόνων τού κοινοτικού δικαίου , υπό τήν επιφύλαξη τών μεταβατικών διατάξεων τών άρθρων 100 , 101 καί 103 τής πράξεως προσχωρήσεως , γιά τήν εφαρμογή τών οποίων δέν τίθεται πάντως ζήτημα εν προκειμένω .
28 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 5 τής συνθήκης , τά Κράτη μέλη υποχρεούνται νά λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο ωστε νά διευκολύνουν τήν Κοινότητα στήν εκτέλεση τής αποστολής της καί νά απέχουν από κάθε μέτρο πού δύναται νά θέσει σέ κίνδυνο τήν πραγματοποίηση τών σκοπών τής συνθήκης . Η διάταξη αυτή επιβάλλει στά Κράτη μέλη ειδικές υποχρεώσεις ενέργειας καί αποχής σέ περίπτωση οπου η Επιτροπή , γιά νά αντιμετωπίσει επείγουσες ανάγκες διατηρήσεως , έχει υποβάλει στό Συμβούλιο προτάσεις , οι οποίες , άν καί δέν έχουν υιοθετηθεί από τό Συμβούλιο , αποτελούν τό σημείο αφετηρίας γιά εναρμονισμένη κοινοτική δράση .
29 Επιπλέον , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , δυνάμει τού άρθρου 7 τής συνθήκης , οι αλιείς τής Κοινότητας πρέπει νά έχουν , υπό τήν επιφύλαξη τών ανωτέρω εξαιρέσεων , ίση πρόσβαση στά αλιευτικά αποθέματα πού εμπίπτουν στή δικαιοδοσία τών Κρατών μελών . Μόνο τό Συμβούλιο έχει τήν εξουσία νά καθορίζει τίς λεπτομέρειες τής προσβάσεως αυτής , σύμφωνα μέ τίς διαδικασίες πού καθορίζονται στά άρθρα 43 παράγραφος 2 εδάφιο 3 τής συνθήκης καί 102 τής πράξεως προσχωρήσεως . Η νομική αυτή κατάσταση δέ δύναται νά μεταβληθεί μέ μέτρα πού θεσπίζονται μονομερώς από τά Κράτη μέλη .
30 Δεδομένου οτι πρόκειται γιά τομέα ο οποίος επιφυλάχθηκε στίς εξουσίες τής Κοινότητας , εντός τού οποίου τά Κράτη μέλη δέ δύνανται , εφεξής , νά ενεργούν παρά μόνο ως διαχειριστές τού κοινού συμφέροντος , ενα Κράτος μέλος δέ δύναται , ελλείψει κατάλληλης ενέργειας τού Συμβουλίου , νά θέτει σέ ισχύ προσωρινά μέτρα διατηρήσεως , πού ενδεχομένως απαιτεί η κατάσταση , παρά μόνο στό πλαίσιο συνεργασίας μέ τήν Επιτροπή καί λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τή γενική αποστολή εποπτείας , τήν οποία τό άρθρο 155 , σέ συνδυασμό , εν προκειμένω , μέ τήν απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 καί τίς παράλληλες αποφάσεις , εμπιστεύεται στό όργανο αυτό .
31 Επομένως , ενώπιον μιάς καταστάσεως πού χαρακτηριζόταν από τήν αδράνεια τού Συμβουλίου καί από τή διατήρηση , κατ’ αρχήν , τών μέτρων διατηρήσεως πού ίσχυαν κατά τή λήξη τής προβλεπόμενης από τό άρθρο 102 τής πράξεως προσχωρήσεως περιόδου , η απόφαση τής 25ης Ιουνίου 1979 καί οι παράλληλες αποφάσεις , καθώς καί οι συμφυείς απαιτήσεις τής διασφαλίσεως , από τήν Κοινότητα , τού κοινού συμφέροντος καί τού ακέραιου τών ίδιων της εξουσιών , επέβαλαν στά Κράτη μέλη όχι μόνο τήν υποχρέωση νά συμβουλεύονται τήν Επιτροπή λεπτομερώς καί νά επιζητούν καλόπιστα τήν έγκρισή της , αλλά καί τό καθήκον νά μή θεσπίζουν εθνικά μέτρα διατηρήσεως , παρά τίς αντιρρήσεις , επιφυλάξεις ή ορους πού θά μπορούσε νά διατυπώσει ενδεχομένως η Επιτροπή .
32 Αυτή η διαδικασία συνεργασίας μεταξύ τών Κρατών μελών καί τής Επιτροπής έχει εξάλλου εδραιωθεί από τήν ευρέως ακολουθούμενη πρακτική , κατά τό μέτρο πού η Επιτροπή έχει λάβει θέση επί μεγάλου αριθμού εθνικών μέτρων διατηρήσεως , τά οποία τής ειχαν κοινοποιήσει τά διάφορα ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη , διατυπώνοντας , ανάλογα μέ τήν περίπτωση , επιφυλάξεις ή ορους ( βλ . γιά τήν εν λόγω περίοδο τίς ανακοινώσεις πού έχουν δημοσιευθεί στίς Επίσημες Εφημερίδες C 154 , σ . 5 τού 1978 , C 119 , σ . 5 τού 1979 , C 133 , σ . 2 καί C 237 , σ . 2 τού 1980 ).
33 Υπό τό φώς ακριβώς τής καταστάσεως τού δικαίου , πού προσδιορίσθηκε κατ’ αυτό τόν τρόπο , πρέπει νά εξετασθούν οι δύο κατηγορίες μέτρων , πού αποτελούν τό αντικείμενο τής διαφοράς .
Επί τών επικρινόμενων από τήν Επιτροπή κανονιστικών μέτρων
34 Η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται οτι ειχε προηγουμένως συμβουλευθεί τήν Επιτροπή επί τών πέντε κανονισμών πού η τελευταία επικρίνει , σύμφωνα μέ τίς αποφάσεις τού Συμβουλίου καί τήν καθοριζόμενη από τό ψήφισμα τής Χάγης διαδικασία . Δέ δύναται νά τής προσαφθεί οτι έθεσε τά μέτρα αυτά σέ ισχύ προτού λάβει τή γνώμη τής Επιτροπής , τή στιγμή κατά τήν οποία από τά στοιχεία πού παρέσχε η ίδια η Επιτροπή προκύπτει οτι τά περισσότερα από τά μέτρα πού έλαβαν τά Κράτη μέλη κατά τήν υπό κρίση περίοδο τής κοινοποιήθηκαν μόνο μετά τήν έναρξη τής ισχύος τους , ενώ εξαιρετικές ηταν οι περιπτώσεις προηγούμενης εγκρίσεως .
35 Επί τού σημείου αυτού πρέπει νά λεχθεί οτι οι διαβουλεύσεις πού διεξάχθηκαν εκ μέρους τής κυβερνήσεως τού Ηνωμένου Βασιλείου δέν υπήρξαν ικανοποιητικές καί δέ δύνανται νά θεωρηθούν οτι ανταποκρίνονται στίς απαιτήσεις τών αποφάσεων τού Συμβουλίου . Άν καί η Επιτροπή πληροφορήθηκε στίς 21 Μαρτίου 1979 τίς προθέσεις τής κυβερνήσεως , έλαβε ομως γνώση τού κειμένου τών σχεδιαζόμενων μέτρων μόλις στίς 19 Ιουνίου . Ειναι προφανές οτι , λόγω τού τεχνικού χαρακτήρα τού θέματος , αυτός ο τρόπος ενέργειας δέν επέτρεψε στήν Επιτροπή νά εκτιμήσει ολες τίς επιπτώσεις τών σχεδιαζόμενων μέτρων καί νά ασκήσει καταλλήλως τό καθήκον εποπτείας , πού έχει δυνάμει τού άρθρου 155 τής συνθήκης .
36 Πρέπει νά σημειωθεί οτι η Επιτροπή διατύπωσε τίς επιφυλάξεις της από τήν αρχή τής διαδικασίας διαβουλεύσεων καί τίς επανέλαβε ρητώς στίς 22 καί 27 Ιουνίου , αφού έλαβε γνώση τού κειμένου τών μέτρων , εκφράζοντας τήν πρόθεσή της νά μή τά εγκρίνει , μέχρις οτου μία πιό εμπεριστατωμένη εξέταση θά καθιστούσε δυνατό νά βρεθεί πεδίο συμφωνίας . Δεδομένου οτι η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου δέν έδωσε συνέχεια στίς παρατηρήσεις αυτές καί τά μέτρα τέθηκαν σέ ισχύ τήν 1η Ιουλίου 1979 , η Επιτροπή κίνησε αμέσως τή διαδικασία τού άρθρου 169 τής συνθήκης , μέ επιστολή τής 6ης Ιουλίου 1979 .
37 Τό επιχείρημα πού αντλεί η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου από τό γεγονός οτι , η Επιτροπή επικύρωσε αναδρομικώς μέτρα πού ειχαν ήδη θέσει σέ ισχύ τά Κράτη μέλη , δέ δύνανται νά μεταβάλει τήν εκτίμηση αυτή . Ειναι πράγματι βέβαιο οτι σέ ολες τίς σχετικές περιπτώσεις τά εν λόγω μέτρα τελικώς εγκρίθηκαν , αφού ανάλογα μέ τήν περίπτωση , τά ενδιαφερόμενα κράτη δέχθηκαν τούς ορους πού ειχε θέσει η Επιτροπή . Άν καί η διαδικασία πού ακο λούθησαν εν προκειμένω ορισμένα Κράτη μέλη ενδέχεται νά φανεί μή ικανοποιητική υπό τό πρίσμα τού καθήκοντος συνεργασίας πού επιτάσσει τό άρθρο 5 τής συνθήκης , οι περιπτώσεις πού αναφέρονται δέ δύνανται νά συγκριθούν μέ τά επίδικα μέτρα τού Ηνωμένου Βασιλείου , γιά τά οποία η Επιτροπή διατύπωσε τίς επιφυλάξεις της από τήν αρχή τής διαδικασίας διαβουλεύσεων καί κατά τών οποίων διατήρησε επισήμως τίς αντιρρήσεις της .
38 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι τό Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει εκ τής συνθήκης , τόσο διότι , μέ τή διαδικασία διαβουλεύσεων πού ακολούθησε , εμπόδισε τήν Επιτροπή νά εξετάσει επαρκώς τά σχεδιαζόμενα μέτρα , οσο καί διότι τά έθεσε σέ ισχύ παρά τίς αντιρρήσεις τής Επιτροπής .
Επί τών μέτρων πού εφαρμόζονται επί τής θάλασσας τής Ιρλανδίας καί τών υδάτων τής νήσου Man
39 Η κυβέρνηση τής Ιρλανδίας , πού αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στήν πλευρά αυτή τής διαφοράς , ζήτησε από τό Δικαστήριο νά αποσαφηνίσει τή νομική κατάσταση οσον αφορά τήν εφαρμογή τών σχετικών κανόνων κοινοτικού δικαίου εντός τών χωρικών υδάτων τής νήσου Man .
40 Όπως έχει ήδη αποφανθεί τό Δικαστήριο μέ τήν απόφασή του τής 10ης Ιουλίου 1980 , δέν απαιτείται εν προκειμένω νά εξετασθεί η συνταγματική θέση τής νήσου Man ή η σχέση αυτού τού εδάφους μέ τήν Κοινότητα , δεδομένου οτι από τίς ίδιες τίς διατάξεις τού επίδικου κανονισμού , δηλαδή τού Herring ( Isle of Man ) Lincensing Order 1389 , προκύπτει οτι τό μέτρο αυτό λήφθηκε δυνάμει τής νομοθεσίας τού Ηνωμένου Βασιλείου από τή βρετανική κυβέρνηση , έτσι ωστε τό Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει νά αναλάβει τήν πλήρη ευθύνη τού εν λόγω μέτρου έναντι τής Κοινότητας .
41 Αρκεί νά παρατηρηθεί οτι οι νομικές βάσεις τού καθεστώτος αλιείας , τό οποίο αμφισβητεί η Επιτροπή , παρέμειναν κατά τό 1979 οι ίδιες μέ εκείνες , τίς οποίες τό Δικαστήριο κλήθηκε νά εξετάσει , γιά τά έτη 1977 καί 1978 , στήν απόφασή του τής 10ης Ιουλίου 1980 . Ακόμα κι άν προκύπτει από τό φάκελο οτι τό καθεστώς φαίνεται νά έχει κάπως φιλελευθεροποιηθεί υπέρ τών ιρλανδών αλιέων , τό Δικαστήριο δέ δύναται παρά νά εμμείνει στήν εκτίμηση πού προέβη μέ τήν ανωτέρω απόφασή του , οτι δηλαδή τό σύστημα τών αδειών αλιείας , πού εφαρμόζεται στή θάλασσα τής Ιρλανδίας καί στά υδατα τής νήσου Man , δέν αποτέλεσε αντικείμενο καμιάς διαβουλεύσεως ούτε , επομένως , οποιασδήποτε άδειας εκ μέρους τής Επιτροπής , οτι οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τού συστήματος αυτού επιφυλάχθηκαν στήν απόλυτη διακριτική ευχέρεια τών αρχών τού Ηνωμένου Βασιλείου , χωρίς νά μπορέσουν τά όργανα τής Κοινότητας , τά άλλα Κράτη μέλη καί τά ενδιαφερόμενα πρόσωπα νά αποκτήσουν νομική ασφάλεια ως πρός τόν πραγματικό τρόπο εφαρμογής τού συστήματος .
42 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , μέ τό σύστημα αυτό παραβιάσθηκε ενας από τούς θεμελιώδεις κανόνες στό θέμα αυτό , πού ανεφέρθηκε ανωτέρω , υπό τήν έννοια οτι εμπόδισε τήν πρόσβαση αλιέων άλλων Κρατών μελών , καί ιδίως τής Ιρλανδίας , σέ ζώνες αλιείας , πού έπρεπε νά ειναι εξίσου ελεύθερες καί σ’ αυτούς , οπως καί στούς αλιείς τού Ηνωμένου Βασιλείου .
43 Πρέπει , επομένως , νά επαναληφθεί , γιά τό έτος 1979 , η διαπίστωση πού ήδη έγινε μέ τήν απόφαση τής 10ης Ιουλίου 1980 , τής παραβάσεως υπό τού Ηνωμένου Βασιλείου τών υποχρεώσεών του , νά τονισθεί δέ τό γεγονός οτι τό σύστημα πού εφαρμόσθηκε στήν ανωτέρω θαλάσσια ζώνη θίγει μία από τίς ουσιώδεις αρχές επί τού θέματος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
44 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Επειδή η καθ’ ης ηττήθηκε , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανόμενων καί τών εξόδων τών παρεμβαινουσών .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Τό Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει εκ τής συνθήκης ΕΟΚ , διότι
α ) έθεσε σέ ισχύ , τήν 1η Ιουλίου 1979 , χωρίς προηγουμένη κατάλληλη διαβούλευση καί παρά τίς αντιρρήσεις τής Επιτροπής , τούς ακόλουθους κανονισμούς :
— The Fishing Nets ( North-East Atlantic ) ( Variation ) Order 1979 , no 744 ,
— The Immature Sea Fish Order 1979 , no 741 ,
— The Immature Nephrops Order 1979 , no 742 ,
— The Nephrops Tails ( Restrictions on Landing ) Order 1979 , no 743 ,
— The Sea Fish ( Minimum Size ) ( Amendment ) Order ( Northern Ireland ) 1979 , no 235·
β)διατήρησε σέ ισχύ στήν ιρλανδική θάλασσα καί στά περιβάλλοντα τή νήσο Man υδατα δυνάμει τού Herring ( Irish Sea ) Licensing Order 1977 , no 1388 καί τού Herring ( Isle of Man ) Licensing Order 1977 , no 1389 , σύστημα αδειών αλιείας , τό οποίο δέν ειχε αποτελέσει αντικείμενο κατάλληλης διαβουλεύσεως μέ τήν Επιτροπή ή άδειας τής τελευταίας , καί τού οποίου οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής επιφυλάχθηκαν στήν απόλυτη διακριτική ευχέρεια τών αρχών τού Ηνωμένου Βασιλείου , χωρίς νά μπορέσουν τά όργανα τής Κοινότητας , τά άλλα Κράτη μέλη καί τά ενδιαφερόμενα πρόσωπα νά αποκτήσουν νομική ασφάλεια ως πρός τόν πραγματικό τρόπο εφαρμογής τού συστήματος , καί τό οποίο , κατά συνέπεια , ειχε ως αποτέλεσμα νά εμποδίσει τήν πρόσβαση αλιέων άλλων Κρατών μελών σέ ζώνες αλιείας , πού έπρεπε νά ειναι εξίσου ελεύθερες καί σ’ αυτούς , οπως καί στούς αλιείς τού Ηνωμένου Βασιλείου .
2.Καταδικάζει τό Ηνωμένο Βασίλειο στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανόμενων καί τών εξόδων τών παρεμβαινουσών .
Full & Egal Universal Law Academy