ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 26ης Ιουνίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 808/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του προέδρου του tribunale του Lucca προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο αιτήσεως ακυρώσεως και αντικαταστάσεως ονομαστικού τίτλου που ασκήθηκε από την
Fratelli Pardini SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 17, παράγραφος 7, του κανονισμού 193/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/011, σ. 161),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την παρούσα
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ο πρόεδρος του tribunale του Lucca έθεσε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 17, παράγραφος 7, του κανονισμού 193/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/011, σ. 161). Η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα αντίγραφα, τα οποία χορηγούνται ενδεχομένως σε περίπτωση απώλειας πιστοποιητικού, δεν μπορούν να υποβληθούν με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων εισαγωγής ή εξαγωγής.
2
Τα ερωτήματα γεννήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας, η οποία κινήθηκε από μια ιταλική επιχείρηση που δήλωσε ότι υπήρξε θύμα κλοπής, μεταξύ άλλων, ενός πιστοποιητικού εξαγωγής 12500 τόνων σιμιγδαλιού από σκληρό σίτο, με προκαθορισμό της επιστροφής, και με την οποία ζητείται η ακύρωση και η αντικατάσταση του κλαπέντος πιστοποιητικού για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την εξαγωγή με τη βοήθεια του αιτηθέντος νέου εγγράφου υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονταν από το κλαπέν πιστοποιητικό.
3
Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. τόμος 03/013, σ. 158), κάθε εισαγωγή εντός της Κοινότητος ή εξαγωγή από αυτή προϊόντων που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό υπόκειται στην υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού, το οποίο ισχύει σε όλη την Κοινότητα και η έκδοση του οποίου εξαρτάται από την παροχή ασφαλείας, η οποία εξασφαλίζει την υποχρέωση εισαγωγής ή εξαγωγής κατά τη διάρκεια της ισχύος του πιστοποιητικού. Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού προκύπτει ότι το σύστημα της εκδόσεως πιστοποιητικών πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές «να παρακολουθούν συνεχώς την κίνηση των συναλλαγών, για να μπορούν να εκτιμούν την εξέλιξη της αγοράς και να εφαρμόζουν ενδεχομένως τα από τον παρόντα κανονισμό προβλεπόμενα μέτρα που θα ήταν αναγκαία». Περαιτέρω, όταν η εισφορά ή η επιστροφή καθορίζεται εκ των προτέρων, ο προκαθορισμός αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού, αναγράφεται στο πιστοποιητικό, το οποίο χρησιμεύει για τη δικαιολόγηση του προκαθορισμού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα πιστοποιητικά προκαθορισμού μπορεί να έχουν πολύ μεγάλη σημασία όταν ο συντελεστής της εισφοράς της επιστροφής που ισχύει κατά την ημέρα της συναλλαγής διαφέρει αισθητά από τον προκαθορισθέντα συντελεστή.
4
Η παράγραφος 2 του άρθρου 12 προβλέπει ότι η διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών και των άλλων λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου αυτού καθορίζονται σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, καθώς και των αντιστοίχων διατάξεων των κανονισμών που αναφέρονται στα λοιπά γεωργικά προϊόντα, εξέδωσε η Επιτροπή τον κανονισμό 193/75 που αναφέρθηκε πιο πάνω, το άρθρο 17, παράγραφος 7, του οποίου ορίζει ότι:
«Σε περίπτωση απώλειας πιστοποιητικού ή αποσπάσματος πιστοποιητικού, οι εκδόσαντες οργανισμοί δύνανται κατ' εξαίρεση να χορηγήσουν στον ενδιαφερόμενο ένα αντίγραφο των εγγράφων αυτών, συνταχθέν και θεωρηθέν όπως και τα πρωτότυπα έγγραφα και το οποίο περιλαμβάνει εμφανώς την ένδειξη “αντίγραφο” σε κάθε αντίτυπο.
Τα αντίγραφα δεν δύνανται να υποβάλλονται με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων εισαγωγής ή εξαγωγής.»
5
Παράλληλα με την επίμαχη διάταξη θα πρέπει να μνημονευθεί και η αναγκαία για την προκειμένη υπόθεση διάταξη του άρθρου 20, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, η οποία ορίζει ότι:
«Όταν η εισαγωγή ή η εξαγωγή δεν δύναται να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού λόγω περιπτώσεως ανωτέρας βίας, ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους που εκδίδει το πιστοποιητικό αποφασίζει, κατόπιν αιτήσεως του δικαιούχου, είτε ότι η υποχρέωση εισαγωγής ή εξαγωγής ακυρώνεται, αποδεσμευομένης της ασφαλείας, είτε ότι η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού παρατείνεται κατά το δικαίωμα (ορθό: διάστημα) που κρίνεται αναγκαίο λόγω της επικαλούμενης περιστάσεως.
Η ενδεχόμενη παράταση του πιστοποιητικού αποτελεί αντικείμενο θεωρήσεως εκ μέρους του εκδίδοντος οργανισμού, η οποία τίθεται στο πιστοποιητικό και ενδεχομένως στα αποσπάσματα του, και των αναγκαίων προσαρμογών.»
6
Σχετικά πρέπει να υπομνησθεί επίσης η απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974 στην υπόθεση 158/73, Kampffmeyer κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel (Raccolta 1974, σ. 101) όπου, απαντώντας το Δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματα που του τέθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς που αφορούσε την ελευθέρωση της ασφάλειας σε περίπτωση απώλειας του πιστοποιητικού, έκρινε ότι «η απώλεια ενός πιστοποιητικού εισαγωγής αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 18, του κανονισμού 1373/70 (διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 20, του κανονισμού 193/75) όταν επήλθε παρά το γεγονός ότι ο δικαιούχος του πιστοποιητικού είχε λάβει την πρόνοια που δικαιούται να αναμένει κανείς από συνετό και επιμελή έμπορο». Είναι, επομένως, δεδομένο ότι, όταν ο δικαιούχος δεν μπορεί να προβεί στη συναλλαγή λόγω απωλείας πιστοποιητικού που επήλθε υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να επιτύχει την ελευθέρωση της ασφάλειας. Περαιτέρω, μπορεί, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες, να επιτύχει την έκδοση νέου πιστοποιητικού, ενδεχομένως με νέο προκαθορισμό, αλλά στην περίπτωση αυτή με το συντελεστή που ισχύει την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως χορηγήσεως του νέου πιστοποιητικού.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 17, παράγραφος 7
7
Το πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου έχει ως εξής:
«Το άρθρο 17, παράγραφος 7, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού ΕΟΚ 193/75 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εξαγωγέας από τον οποίο κλάπηκε ένας τίτλος εξαγωγής, ισχυρός για όλη την Κοινότητα, με προκαθορισμό του ποσού της επιστροφής, δεν μπορεί πλέον να ζητήσει ούτε να επιτύχει την έκδοση νέου αντίστοιχου τίτλου ή εγγράφου, από μια εθνική αρχή, ο οποίος θα του επιτρέψει να πραγματοποιήσει τις πράξεις εξαγωγής πριν ή μετά τη λήξη της προθεσμίας ισχύος του κλαπέντος τίτλου, υφιστάμενος έτσι ολοσχερή απώλεια των επιστροφών που προκαθορίστηκαν βάσει του τίτλου αυτού;»
8
Η αιτούσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 7, του κανονισμού 193/75 ρυθμίζει αποκλειστικά την κατάσταση του εμπόρου, ο οποίος, μετά την απώλεια του πιστοποιητικού, δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το πιστοποιητικό αυτό, έστω κι αν ζητήσει την ελευθέρωση της ασφάλειας. Αντίθετα, η περίπτωση του εμπόρου που θέλει να πραγματοποιήσει τη συναλλαγή παρά την απώλεια του πιστοποιητικού προβλέπεται μόνο από το άρθρο 20 του κανονισμού και μόνο κατά γενικό τρόπο, δεδομένου ότι ελλείπει ειδική κανονιστική ρύθμιση.
9
Η άποψη αυτή αποκρούεται ήδη από τη διατύπωση των επίμαχων άρθρων. Πράγματι, από το άρθρο 20 προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά την έκδοση αντιγράφου ή νέου πιστοποιητικού που μπορεί να υποβληθεί για την εκτέλεση της συναλλαγής υπό τις ίδιες συνθήκες που προβλέπονται στο απολεσθέν πιστοποιητικό. Η μόνη διάταξη που αφορά την έκδοση τέτοιων εγγράφων είναι, αντίθετα, το άρθρο 17, παράγραφος 7, το εδάφιο 2 του οποίου προβλέπει ρητά ότι τα αντίγραφα που εκδίδονται δυνάμει του πρώτου εδαφίου δεν μπορούν να υποβάλλονται με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων εισαγωγής ή εξαγωγής.
8
Η αιτούσα της κύριας δίκης υποστηρίζει περαιτέρω ότι το άρθρο 17, παράγραφος 7 δεν προβλέπει την περίπτωση της κλοπής. Υποστηρίζει ότι το ιταλικό δίκαιο προβαίνει σε διάκριση μεταξύ απώλειας, υπεξαιρέσεως — συμπεριλαμβανομένης και της κλοπής — και καταστροφής· υπό το πρίσμα αυτό το ιταλικό δίκαιο συμφωνεί με τα δίκαια των λοιπών κρατών μελών. Εφόσον όλες οι έννομες τάξεις αντιμετωπίζουν την αναπαραγωγή εγγράφων και αναγνωρίζουν στα αντίγραφα τους την ίδια κατ' ουσίαν ενέργεια με εκείνη που έχει ο οριστικός τίτλος, το άρθρο 17, παράγραφος 7 έχει χαρακτήρα εξαιρέσεως και για το λόγο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο συσταλτικό. Επιπλέον, από άποψη ελέγχου, η περίπτωση κλοπής δεν συνεπάγεται τον ίδιο κίνδυνο με την καθαυτό απώλεια, δεδομένου ότι η κλοπή περιέρχεται στη γνώση της αστυνομίας με δήλωση κλοπής, η οποία συνεπάγεται τη διενέργεια ανακρίσεως.
11
Ο όρος «απώλεια» κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 7, πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας που εκπληρώνει η παράγραφος αυτή στο κοινοτικό σύστημα πιστοποιητικών. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, η πραγματική υποβολή του πιστοποιητικού απαιτείται όχι μόνο για την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής, αλλά ακόμη και για την ελευθέρωση της ασφάλειας (άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 3). Αν το πιστοποιητικό χάθηκε μετά την πραγματοποίηση της συναλλαγής, το χορηγηθέν αντίγραφο δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 7 και το οποίο έχει θεωρηθεί από το γραφείο στο οποίο συμπληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, επιτρέπει την ελευθέρωση της ασφάλειας. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην περίπτωση κλοπής που συνέβη μετά την πραγματοποίηση της συναλλαγής, η κατοχή αντιγράφου είναι αναγκαία για να μπορέσει να ελευθερωθεί η ασφάλεια. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να μη συμπεριληφθεί η περίπτωση αυτή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17, παράγραφος 7, πρώτο εδάφιο. Ναι μεν η έκδοση αντιγράφου, το οποίο χρησιμεύει μόνο στην ελευθέρωση της ασφάλειας, δεν μπορεί να δώσει λαβή σε διπλή χρήση, η κατάσταση όμως είναι τελείως διαφορετική στην περίπτωση αντιγράφου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την πραγματοποίηση της ίδιας της συναλλαγής. Δεν αποκλείεται να έχει ήδη πραγματοποιηθεί η συναλλαγή βάσει του απω-λεσθέντος πιστοποιητικού. Αν δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί η συναλλαγή και αν η περίοδος ισχύος δεν έχει ήδη παρέλθει, το απωλεσθέν πιστοποιητικό μπορεί, καταρχήν, να χρησιμοποιηθεί σε ολόκληρη την Κοινότητα για την πραγματοποίηση της συναλλαγής. Για το λόγο αυτό απαγορεύει το δεύτερο εδάφιο της επίμαχης παραγράφου τη διενέργεια της συναλλαγής βάσει αντιγράφου. Το πρόβλημα εμφανίζεται κατά τον ίδιο τρόπο και για το κλαπέν πιστοποιητικό. Επομένως, το δεύτερο εδάφιο πρέπει να ερμηνευθεί, ενόψει του σκοπού του, ότι περιλαμβάνει και την περίπτωση της κλοπής.
12
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 7, του κανονισμού 193/75 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εξαγωγέας από τον οποίο κλάπηκε ένα πιστοποιητικό εξαγωγής ή προκαθορισμού δεν μπορεί να λάβει νέο τίτλο ή ισοδύναμο έγγραφο που να του επιτρέπει την πραγματοποίηση των πράξεων εξαγωγής υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κλαπέν πιστοποιητικό.
Επ του κύρους του άρθρου 17, παράγραφος 7
13
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο να κρίνει επί του εξής ερωτήματος:
«Το άρθρο 17, παράγραφος 7, του προαναφερθέντος κανονισμού 193/75, το οποίο προβλέπει πολύ βαριά κύρωση για τον έμπορο, ο οποίος, χωρίς δικό του σφάλμα, στερήθηκε ενός τίτλου εξαγωγής, συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, θεωρούμενης υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο αμφισβητούμενος κανονισμός αποτελεί κανονισμό της Επιτροπής και όχι κανονισμό του Συμβουλίου των Υπουργών της ΕΟΚ;»
14
Πρέπει ευθύς εξ αρχής να σημειωθεί ότι οι επίμαχες κανονιστικές διατάξεις δεν πρέπει να νοηθούν ότι επιβάλλουν στον έμπορο, σε περίπτωση απώλειας του πιστοποιητικού, «κύρωση» κατά κυριολεξία. Στην πραγματικότητα πρέπει να εκτιμηθούν οι συνέπειες τις οποίες αποδίδει ο κοινοτικός νομοθέτης στο γεγονός της απώλειας πιστοποιητικού, ανεξαρτήτως της αιτίας της απώλειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και ανεξαρτήτως της ευθύνης που μπορεί ενδεχομένως να φέρει ο ενδιαφερόμενος έμπορος. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο από την ίδια τη διατύπωση του ερωτήματος του, αφήνει να νοηθούν οι δύο σκέψεις που το οδήγησαν να αμφιβάλλει για το κύρος της επίμαχης διατάξεως: το πρόβλημα της αναλογικότητας και το πρόβλημα των ενδεχομένων ορίων της εξουσίας που μεταβίβασε ο κανονισμός στην Επιτροπή.
15
Όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα, η αιτούσα της κύριας δίκης προβαίνει στη διάκριση μεταξύ του δικαιώματος διενεργείας μιας πράξεως εισαγωγής ή εξαγωγής και του εγγράφου με το οποίο βεβαιώνεται το δικαίωμα αυτό. Το πρώτο δικαίωμα διέπεται από τους κανονισμούς του Συμβουλίου, ενώ οι κανονισμοί αυτοί εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να ρυθμίζει θέματα τύπου και τις λεπτομέρειες εφαρμογής που αφορούν το έγγραφο αυτό. Σχετικά είναι σημαντική η διαπίστωση ότι για να μεταβιβαστεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα ρυθμίσεως της διαρκείας ισχύος των πιστοποιητικών κρίθηκε αναγκαίο να οριστεί αυτό ρητώς. Η Επιτροπή, επομένως, δεν έχει εξουσία να ορίσει ότι η απώλεια του εγγράφου συνεπάγεται απόσβεση του δικαιώματος.
16
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 12, του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου προβλέπει ότι «η διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών και των άλλων λεπτομερειών εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 26 διαδικασία» (την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως). Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της παραπάνω παραγράφου, το Συμβούλιο μεταβίβασε στην Επιτροπή ευρεία εξουσία για να εφαρμόζει το σύστημα των πιστοποιητικών που θεσπίστηκε από το προαναφερθέν άρθρο 12. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ιδίως ότι η διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών αποτελεί απλώς ένα παράδειγμα των λεπτομερειών που μπορεί να θεσπίσει η Επιτροπή. Άλλωστε, η λειτουργία που έχει ανατεθεί στα πιστοποιητικά στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 12 δεν επιτρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του δικαιώματος πραγματοποιήσεως της συναλλαγής και του εγγράφου που χρησιμεύει ως έρεισμα του δικαιώματος αυτού. Η πρώτη παράγραφος εξαρτά, καταρχήν, κάθε συναλλαγή με τρίτη χώρα από την προσκόμιση πιστοποιητικού ώστε να βρίσκονται σε θέση οι αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν συνεχώς την κίνηση των εμπορικών ανταλλαγών. Επιπλέον, σε περίπτωση προκαθορισμού, η ίδια παράγραφος απονέμει στο πιστοποιητικό τη λειτουργία να χρησιμεύει ως δικαιολογητικό του προκαθορισμού. Λαμβανομένου υπόψη του ουσιώδους αυτού ρόλου του ίδιου του εγγράφου, ο έλεγχος της χρήσεως του αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Εφόσον ο επίδικος κανόνας εμφανίζεται αναγκαίος για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τον κανόνα αυτό, υπερέβη την εξουσία της.
Για να διακριβωθεί αν η επίδικη διάταξη συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να αναζητηθούν πρώτα οι στόχοι της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως. Όπως είχε ήδη την ευκαιρία το Δικαστήριο να υπογραμμίσει όσον αφορά το σύστημα της συστάσεως ασφαλείας, είναι αναγκαίο να διαθέτουν οι αρχές που έχουν επιφορτισθεί με τη διαχείριση της κοινής οργανώσεως των αγορών ακριβείς προβλέψεις για τις μελλοντικές εισαγωγές και εξαγωγές. Όπως απαιτεί ο στόχος αυτός να εξασφαλίζεται με τα κατάλληλα μέσα η τήρηση της υποχρεώσεως εξαγωγής ή εισαγωγής σύμφωνα με τα χορηγούμενα πιστοποιητικά, είναι επίσης αναγκαία η μέριμνα ώστε τα πιστοποιητικά να μη χρησιμοποιούνται παρά μόνο για τις συναλλαγές που καλύπτονται από αυτά. Στις περιπτώσεις των πιστοποιητικών με προκαθορισμό, η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο επιτακτική διότι η διπλή χρήση τέτοιων πιστοποιητικών μπορεί να επιφέρει αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα για τους εμπόρους και, επομένως, βαριές οικονομικές επιβαρύνσεις για την Κοινότητα.
17
Σχετικά με το εν λόγω ζήτημα, η απαγόρευση του άρθρου 17, παράγραφος 7 της πραγματοποιήσεως συναλλαγών βάσει απλών αντιγράφων αποτελεί συγχρόνως απλό και αποτελεσματικό μέτρο. Από την άλλη μεριά όμως, η απαγόρευση αυτή περιλαμβάνει, για τους εμπόρους, τον κίνδυνο να χάσουν έστω και χωρίς υπαιτιότητα τους τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με τα πρωτότυπα πιστοποιητικά.
18
Είναι προφανές ότι μόνη η δυνατότητα συγχρόνου υπάρξεως περισσοτέρων εγγράφων σχετικά με την ίδια συναλλαγή και τα οποία μπορούν να προσκομιστούν για να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή αυτή πρέπει να συνοδεύεται με ένα σύστημα ελέγχου. Είναι μεν αληθές ότι όλες οι εθνικές νομοθεσίες προβλέπουν, όπως υπογραμμίζει η αιτούσα στην κύρια δίκη, πολύ βαριές ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση απάτης, η αποτελεσματικότητα όμως αυτών των κυρώσεων εξαρτάται ακριβώς από την αποτελεσματικότητα του ελέγχου, ο οποίος επιτρέπει τη διαπίστωση της απάτης. Επιπλέον, η διπλή χρήση ενός πιστοποιητικού δεν γίνεται πάντοτε αναγκαστικά με δολία προαίρεση, αλλά μπορεί να οφείλεται και σε ανεπάρκεια του εσωτερικού συστήματος ελέγχου της εταιρίας που είναι δικαιούχος του πιστοποιητικού. Επίσης, η επιβολή στην εταιρία που ζητεί αντίγραφο του απωλεσθέντος ή κλαπέντος πιστοποιητικού συμπληρωματικής ασφαλείας, όπως προτείνει η αιτούσα της κύριας δίκης, δεν αίρει ωσαύτως την ανάγκη ελέγχου που προηγείται της ελευθερώσεως τέτοιας ασφαλείας.
19
Όσον αφορά τις μεθόδους ελέγχου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι σε κάθε περίπτωση που θα χορηγούνταν αντίγραφο, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση της συναλλαγής, θα έπρεπε να γίνει έλεγχος, σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη, δεκάδων χιλιάδων φακέλων και, σε κάθε περίπτωση, για περίοδο που θα αρχίζει από την ημέρα της εκδόσεως του πιστοποιητικού μέχρις έξι μήνες μετά την ημερομηνία λήξεως του. Εδώ και δέκα χρόνια η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συζητούν για τη δυνατότητα θεσπίσεως άλλων μεθόδων ελέγχου, χωρίς όμως να έχουν βρει το σύστημα που παρέχει ικανοποιητικές εγγυήσεις κατά του κινδύνου διπλής χρήσεως.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να ερευνηθεί η κατάσταση των εμπόρων υπό το κράτος της ισχύουσας κανονιστικής ρύθμισης. Ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν οι έμποροι αυτοί προέρχεται κυρίως από το σύστημα προκαθορισμού, το οποίο δημιουργήθηκε προς το συμφέρον του εμπορίου και το οποίο, στις κανονικές περιπτώσεις, δίνει στους εμπόρους σημαντικά πλεονεκτήματα. Όταν οι έμποροι, ζητώντας τον προκαθορισμό, στηρίζονται σ' αυτά τα πλεονεκτήματα, είναι δικαιολογημένο να φέρουν και τα μειονεκτήματα που απορρέουν από την ανάγκη, για την Κοινότητα, της αποφυγής των καταχρήσεων. Προπαντός, δικαιολογείται να αναμένεται από τους δικαιούχους των πιστοποιητικών να λαμβάνουν τη μεγαλύτερη δυνατή πρόνοια και να ασφαλίζονται κατά των κινδύνων που δεν μπορούν να αποκλειστούν κατά το ίδιο μέτρο που ασφαλίζονται κατά των λοιπών εμπορικών κινδύνων.
21
Για τους λόγους αυτούς, ο κίνδυνος που φέρουν οι έμποροι βάσει της διατάξεως του άρθρου 17, παράγραφος 7, του κανονισμού 193/75 δεν είναι δυσανάλογος σε σχέση με τις απαιτήσεις ελέγχου.
22
Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση της επίδικης διατάξεως δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε ο πρόεδρος του tribunale του Lucca, με Διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 1979, αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 17, παράγραφος 7, του κανονισμού 193/75 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 1975, περί κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εξαγωγέας από τον οποίο κλάπηκε ένα πιστοποιητικό εξαγωγής ή προκαθορισμού δεν μπορεί να λάβει νέο τίτλο ή ισοδύναμο έγγραφο που να του επιτρέπει την πραγματοποίηση των πράξεων εξαγωγής υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κλαπέν πιστοποιητικό.
2)
Από την εξέταση της επίμαχης διατάξεως δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Ιουνίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy