ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 8ης Οκτωβρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 810/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Peter Überschär, κατοίκου Hasselt, Βέλγιο,
προσφεύγοντος και αναιρεσιβλήτου,
και
Bundesversicherungsanstalt für Angestellte, Βερολίνο,
καθού η προσφυγή και αναιρεσείοντος,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του παραρτήματος V του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1392/74 του Συμβουλίου της 4ης Ιουνίου 1974 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 17),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και Τ. Koopmans, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Mackenzie Stuart, A. O'Keeffe, G. Bosco, A. Touffait και O. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 1979, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Δεκεμβρίου 1979, το Bundessozialgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχει η περίπτωση 9, εδάφιο 1, του παραρτήματος V, Γ, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1392/74 την έννοια ότι οι Γερμανοί υπήκοοι που έχουν καταβάλει εισφορές στην ασφάλιση συντάξεωνγήρατος σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι, στη συνέχεια, επιθυμούν να καταβάλουν εκ των υστέρων, αλλά με αναδρομική ενέργεια (κατά την έννοια του άρθρου 49α, παράγραφος 2, εδάφιο 2, που προστέθηκε στο Angestelltenversicherungs-Neuregelungsgesetz από το Rentenreformgesetz της 16ης Οκτωβρίου 1972) γερμανικές συνταξιοδοτικές εισφορές για προηγούμενες περιόδους που δεν καλύπτονται από εισφορές, μπορούν να υποχρεωθούν να καταβάλουν γερμανικές εισφορές για τις περιόδους που καλύπτονται από εισφορές σε άλλο κράτος μέλος, ή αυτό θα ήταν αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο;»
2
Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ Γερμανού υπηκόου — του προσφεύγοντος της κύριας δίκης — και του Bundesversicherungsanstalt für Angestellte (Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων των υπαλλήλων). Ο ενδιαφερόμενος κατέβαλε εισφορές στη γερμανική ασφάλιση των υπαλλήλων από τον Απρίλιο 1948 έως τον Ιούνιο 1969, έπειτα από το 1973 έως το 1974. Κατά την ενδιάμεση περίοδο (από το 1969 έως το 1973) εργάστηκε στο Βέλγιο και ασφαλίστηκε υποχρεωτικά στο βελγικό σύστημα ασφαλίσεως των υπαλλήλων. Η πρώτη γερμανική περίοδος ασφαλίσεως του είχε ορισμένες διακοπές, δηλαδή 4 μήνες το 1956 και 41 μήνες μεταξύ 1964 και 1967, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν ήταν ασφαλισμένος ούτε σε άλλο κράτος μέλος, ούτε σε άλλο σύστημα ασφαλίσεως συντάξεων-γήρατος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
3
Ο προσφεύγων εξέφρασε την επιθυμία να επωφεληθεί των δυνατοτήτων που προσφέρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην ίδια με αυτόν κατάσταση το άρθρο 49α παράγραφος 2, του Angestelltenversicherungs-Neuregelungsgesetz, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2, παράγραφος 2, αριθμός 14 του Rentenreformgesetz της 16ης Οκτωβρίου 1972. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα να ασφαλιστούν προαιρετικά δυνάμει του άρθρου 10 του νόμου περί ασφαλίσεως των υπαλλήλων μπορούν, κατ' αίτηση τους και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 140 του νόμου αυτού, να καταβάλουν εκ των υστέρων, προαιρετικά, εισφορές για τις περιόδους που περιλαμβάνονται μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1956 και 31 Δεκεμβρίου 1973, για τις οποίες δεν έχουν καταβάλει εισφορές στην υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεων-γήρατος, υπό τον όρο ότι η εισφορά για συγκεκριμένο μήνα δεν μπορεί να καταβληθεί παρά μόνο εάν έχουν προηγουμένως εξοφληθεί οι εισφορές που καλύπτουν όλους τους επόμενους μήνες. Η εισφορά που αναφέρεται σε συγκεκριμένο μήνα δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μικρότερη εισφορά που καταβλήθηκε για επόμενο μήνα».
4
Επικαλούμενος το άρθρο αυτό, ο προσφεύγων ζήτησε να εξοφλήσει κατά τον τρόπο αυτό τις εισφορές που θα είχε καταβάλει εάν ήταν ασφαλισμένος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μεταξύ 1948 και 1969 (συνολικά 45 μήνες) Το καθού Ίδρυμα, χωρίς να αμφισβητεί ότι ο προσφεύγων πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για να του αναγνωριστεί η δυνατότητα να καταβάλει αναδρομικά τις εισφορές, υποστηρίζει, επικαλούμενο το σημείο του άρθρου 49α, παράγραφος 2, όπου αναφέρεται ότι η δυνατότητα αυτή χορηγείται «υπό τον όρο ότι η εισφορά για συγκεκριμένο μήνα δεν μπορεί να καταβληθεί παρά μόνο εάν έχουν προηγουμένως εξοφληθεί οι εισφορές που καλύπτουν όλους τους επόμενους μήνες», ότι ο προσφεύγων πρέπει να αρχίσει με την εξόφληση των γερμανικών εισφορών για την περίοδο που αντιστοιχεί σε αυτήν κατά την οποία ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος και κατέβαλε εισφορές στο Βέλγιο. Αυτή η απαίτηση αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κυρίας δίκης Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος να αμφισβητήσει την απαίτηση αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η «εξαγορά» των προσφάτων περιόδων για τις οποίες υπάρχει κενό — στην προκειμένη περίπτωση μεταξύ 1969 και 1973 — είναι πιο δαπανηρή από αυτή των χρονικά περισσότερο απομακρυσμένων περιόδων, δηλαδή των 45 μηνών μεταξύ 1956 και 1967.
5
Οι διάδικοι της κύριας δίκης φαίνεται να συμφωνούν ως προς τη διαπίστωση ότι ο ενδιαφερόμενος υπόκειται πράγματι στο άρθρο 49α, παράγραφος 2, και ότι η απαίτηση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως προς την υποχρέωση εξοφλήσεως καταρχήν των περιόδων μεταξύ 1969 και 1973, παρόλο που αυτές αντιστοιχούν σε περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως στο Βέλγιο, προκύπτει από ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας. Συμφωνούν ως προς τη διαπίστωση ότι η υποχρέωση εξαγοράς, στο πλαίσιο της γερμανικής προαιρετικής ασφαλίσεως, των περιόδων που αντιστοιχούν σε περιόδους ασφαλίσεως σε άλλο κράτος μέλος, δεν μπορεί να επιβληθεί παρά στους Γερμανούς υπηκόους και στους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ότι δεν μπορεί να επιβληθεί σε εργαζομένους των άλλων κρατών μελών που κατοικούν εκτός Γερμανίας.
6
Κατά την άποψη του καθού Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η συμφωνία της απαιτήσεως αυτής με το κοινοτικό δίκαιο προκύπτει από το κείμενο των περιπτώσεων 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου. Αντίθετα, ο προσφεύγων της κύριας δίκης αμφισβητεί μια τέτοια ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Εξάλλου, υποστηρίζει κυρίως ότι, εάν η ερμηνεία που προτείνει το καθού Ίδρυμα ήταν ορθή, από αυτή θα προέκυπτε ότι οι επίδικες διατάξεις δημιουργούν διακρίσεις και είναι, επομένως, μη νόμιμες, λόγω της διαφορετικής μεταχειρίσεως των Γερμανών υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών που κατοικούν στη Γερμανία, σε σχέση με τους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών που μπορούν να γίνουν δεκτοί στο γερμανικό σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως και στο σύστημα «εξαγοράς», στους οποίους δεν μπορεί να επιβληθεί αυτή η υποχρέωση ενδεχόμενης εξαγοράς περιόδων που αντιστοιχούν σε περίοδο ασφαλίσεως σε άλλο κράτος μέλος.
7
Επομένως, με το υποβληθέν ερώτημα ερωτάται, καταρχήν, εάν στις περιπτώσεις 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ πρέπει πράγματι να δοθεί η ερμηνεία που προτείνει το καθού Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κατά δεύτερο λόγο, για την περίπτωση που τα εν λόγω νομοθετικά κείμενα έχουν την έννοια αυτή, μήπως οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες λόγω της διαφορετικής μεταχειρίσεως δύο κατηγοριών εργαζομένων που και οι μεν και οι δε απολαύουν της προαιρετικής ασφαλίσεως με δυνατότητα καταβολής προηγουμένων εισφορών.
8
Τα νομοθετικά κείμενα που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι το άρθρο 89 του κανονισμού 1408/71 και οι περιπτώσεις 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ, του ίδιου κανονισμού. Τα κείμενα αυτά είναι τα ακόλουθα:
Άρθρο 89
«Οι ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών αναφέρονται στο παράρτημα V.»
Περίπτωση 8 του παραρτήματος V, Γ
«Το άρθρο 1233 του νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσωες (RVO) και το άρθρο 10 του νόμου περί ασφαλίσεως των υπαλλήλων (AVG), όπως τροποποιήθηκαν από τον νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος των συντάξεων της 16ης Οκτωβρίου 1972, οι οποίοι διέπουν την προαιρετική ασφάλιση στο πλαίσιο των γερμανικών συστημάτων ασφαλίσεως συντάξεων, εφαρμόζονται στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών καθώς και στους απάτριδες και τους πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος των άλλων κρατών μελών, κατά τον ακόλουθο τρόπο: αν πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις, δύνανται να καταβάλλονται εισφορές προαιρετικής ασφαλίσεως στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων:
α)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας·
β)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και ήταν ασφαλισμένος, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σε οποιαδήποτε στιγμή κατά το παρελθόν στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων·
γ)
εφόσον ο ενδιαφερόμενος, υπήκοος άλλου κράτους μέλους, έχει την κατοικία ή την συνήθη διαμονή του στο έδαφος τρίτου κράτους, εφόσον κατέβαλε εισφορές επί 60 τουλάχιστον μήνες στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων ή εδικαιούτο να υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων που ίσχυαν προηγουμένως και δεν είναι ασφαλισμένος, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.»
Περίπτωση 9 του παραρτήματος V, Γ
«Ο κανονισμός δεν θίγει το άρθρο 51α, παράγραφος 2, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων εργατών (ÁrVNG) ούτε το άρθρο 49α, παράγραφος 2, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων των υπαλλήλων (AnVNG) όπως τροποποιήθηκαν από το νόμο περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων της 16ης Οκτωβρίου 1972. Τα πρόσωπα που δικαιούνται να υπαχθούν στην προαιρετική ασφάλιση σύμφωνα με την περίπτωση 8, υποπεριπτώσεις β και γ, δύνανται να καταβάλλουν εισφορές μόνο για τις περιόδους, για τις οποίες δεν έχουν ήδη καταβάλει εισφορές κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.»
Επί της ερμηνείας των περιπτώσεων 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ του κανονισμού 1408/71
9
Όταν το 1972 προστέθηκε στον AnVNG το άρθρο 49α με την παράγραφο 2, το πλεονέκτημα της «εξαγοράς» που καθιερώνει ίσχυε μόνο για τους Γερμανούς και τους αλλοδαπούς που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η δυνατότητα «εξαγοράς» που τους παραχωρείται εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις:
α)
η εξαγορά αυτή περιορίζεται στην περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1956 και 31 Δεκεμβρίου 1973.
β)
δεν μπορεί να γίνει εξαγορά για τις περιόδους, κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει υποχρεωτικές εισφορές στην ασφάλιση αναπηρίας-γήρατος (αρχή της απαγορεύσεως της διπλής ασφαλίσεως) — όπως μόλις αναφέρθηκε, τα αρμόδια όργανα αντιλαμβάνονταν και εκτελούσαν το νομοθετικό κείμενο σαν να αφορούσε αποκλειστικά τις περιόδους καταβολής εισφορών στην ασφάλιση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας — και
γ)
η εξαγορά πρέπει υποχρεωτικά να αρχίζει από τις πιο πρόσφατες περιόδους που παρουσιάζουν κενά και να προχωρεί στο παρελθόν (κανόνας της εκ των υστέρων εξαγοράς).
10
Κατόπιν επεμβάσεως της Επιτροπής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δέχθηκε ότι η ευνοϊκή ρύθμιση της διατάξεως αυτής έπρεπε να επεκταθεί στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που δεν κατοικούσαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αρκεί να ήταν κατά το παρελθόν ασφαλισμένοι, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων-γήρατος. Αυτό είναι το αντικείμενο των περιπτώσεων 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ, που τροποποιήθηκε για το σκοπό αυτό το 1974.
11
Οι δύο αυτές διατάξεις συνδέονται στενά και η μία πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με την άλλη. Κάνουν διάκριση αφενός μεταξύ των εργαζομένων που αντλούν άμεσα από τη γερμανική νομοθεσία το δικαίωμα να υπαχθούν στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 49α, παράγραφος 2, δηλαδή των Γερμανών υπηκόων, όποιος κι αν είναι ο τόπος κατοικίας τους και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι οποίοι αναφέρονται στην περίπτωση α της περιπτώσεως 8 και στο πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως 9 και, αφετέρου, των εργαζομένων που δεν αντλούν το δικαίωμα να ζητήσουν την «εξαγορά» παρά από το κοινοτικό δίκαιο, οι οποίοι αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις β και γ της περιπτώσεως 8 και στο δεύτερο εδάφιο της περιπτώσεως 9.
12
Τα πρόσωπα της δεύτερης κατηγορίας, δηλαδή αυτά που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις β και γ της περιπτώσεως 8 μπορούν, σύμφωνα με την περίπτωση 9, δεύτερο εδάφιο: «να καταβάλλουν εισφορές μόνο για τις περιόδους, για τις οποίες δεν έχουν ήδη καταβάλει εισφορές κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.» Δηλαδή απαγορεύεται να «εξαγοράσουν» περιόδους οι οποίες, από την πλευρά της γερμανικής νομοθεσίας, παρουσιάζουν πράγματι κενά, όταν αντιστοιχούν σε περιόδους καταβολής εισφοράς σε άλλο κράτος μέλος, έστω και αν έχουν συμφέρον να κάνουν κάτι τέτοιο, διότι για παραδειγμα δεν διαθέτουν άλλες εξαγοράσιμες περιόδους. Επομένως, είναι αυτονόητο ότι οι αρμόδιοι γερμανικοί φορείς δεν μπορούν να αναγκάσουν τα πρόσωπα αυτά να «εξαγοράσουν» αυτές τις περιόδους, ακόμη και αν είναι πιο πρόσφατες από τις «εξαγοράσιμες» περιόδους.
13
Αντίθετα, για τους εργαζομένους της πρώτης κατηγορίας που αντλούν το δικαίωμα τους «εξαγοράς» άμεσα από τη γερμανική νομοθεσία, διατηρήθηκε η κατάσταση που ίσχυε πριν την τροποποίηση του παραρτήματος V, Γ. Μπορούν να εξαγοράσουν ακόμη και τις περιόδους που καλύπτονται από εισφορές σε άλλα κράτη μέλη — πράγμα που μπορεί να αποδειχθεί ότι ανταποκρίνεται πράγματι προς το συμφέρον τους — η δυνατότητα όμως αυτή έχει ως αντιστάθμισμα ότι μπορεί να υποχρεωθούν να εξαγοράσουν αυτές τις περιόδους πριν από τις γερμανικές περιόδους που είναι πιο απομακρυσμένες χρονικά. Αυτό εκφράζεται σαφώς στην αρχή της περιπτώσεως 9, σύμφωνα με την οποία «ο κανονισμός [1408/71] δεν θίγει... το άρθρο 49α, παράγραφος 2, του AnVNG». Η Επιτροπή δήλωσε ότι για τους εργαζόμενους αυτούς δέχθηκε την επίδικη ιδιαιτερότητα λόγω της, ιδίως από οικονομικής απόψεως, στενής και νόμιμης σχέσης που θέσπισε ο Γερμανός νομοθέτης μεταξύ του δικαιώματος εξαγοράς που εκτείνεται απλόχερα σε τρεις κατηγορίες πολιτών και της υποχρεώσεως που αποσκοπεί στο να εμποδίσει τους ενδιαφερόμενους να εξαγοράσουν συστηματικά τις λιγότερο δαπανηρές περιόδους, στην προκειμένη περίπτωση αυτές που τοποθετούνται στο απώτερο παρελθόν.
14
Προκύπτει έτσι από τους σκοπούς και τη διατύπωση των περιπτώσεων 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ ότι οι διατάξεις αυτές, και ιδίως η περίπτωση 9, πρώτο εδάφιο, αποσκοπούν στο να επιτρέψουν τη διατήρηση στη νομοθεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της απαιτήσεως της εκ των υστέρων εξαγοράς, που διατυπώνεται στο άρθρο 49α, παράγραφος 2, του AnVNG, ακόμη και στην περίπτωση που οι πιο πρόσφατες περίοδοι αντιστοιχούν σε περιόδους υποχρεωτικής καταβολής εισφορών σε άλλο κράτος μέλος. Επομένως, όταν Γερμανός υπήκοος ή υπήκοος άλλου κράτους μέλους που κατοικεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται την ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 49α, παράγραφος 2, οι περίοδοι εισφορών σε άλλα κράτη μέλη δεν θεωρούνται ως «καλυμμένες», αλλά πρέπει να εξαγοραστούν κατά προτεραιότητα όταν είναι πιο πρόσφατες από τις εθνικές περιόδους που πράγματι δεν έχουν καλυφθεί. Αντίθετα, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να απαιτηθεί από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περίπτωση 8, υποπεριπτώσεις β και γ, στα οποία εξάλλου δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να «εξαγοράσουν» περιόδους που συμπλήρωσαν σε άλλα κράτη μέλη.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
15
Πρέπει τώρα να εξεταστεί εάν η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσουν χωρίς αμφιβολία οι περιπτώσεις 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ αφενός στους Γερμανούς εργαζομένους και στους αλλοδαπούς που κατοικούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας — οι οποίοι αναφέρονται στην περίπτωση 9, πρώτο εδάφιο — και, αφετέρου, στους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών — που αναφέρονται στην περίπτωση 9, δεύτερο εδάφιο — δημιουργεί διάκριση σε βάρος των πρώτων.
16
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η γενική αρχή της ισότητας, της οποίας ειδική έκφραση αποτελεί η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ανήκει στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η αρχή αυτή απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση αναλόγων καταστάσεων, εκτός εάν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά.
17
Η έρευνα των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων που παρουσιάζουν οι δύο έννομες καταστάσεις που πρέπει να συγκριθούν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αιτίαση περί δημιουργίας διακρίσεων δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε για τη μία ούτε για την άλλη από τις καταστάσεις αυτές, διότι δεν μπορεί να θεωρηθούν περισσότερο ευνοϊκές για τη μία απ' ό,τι για την άλλη κατηγορία ενδιαφερομένων εργαζομένων. Πράγματι, η οικονομική επιβάρυνση της εξαγοράς θα είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη για τη μία ή την άλλη κατηγορία αναλόγως του αν οι εξαγοράσιμες περίοδοι τοποθετούνται στο εγγύτερο ή απώτερο παρελθόν, έτσι ώστε η εν λόγω ρύθμιση δεν έχει γενικά δυσμενέστερες οικονομικές συνέπειες για τη μία ή την άλλη από τις δύο κατηγορίες. Οι διαφορές αυτής της οικονομικής επιβαρύνσεως από τη μία ατομική περίπτωση στην άλλη αποτελούν πράγματι αποκλειστικά αποτέλεσμα της αντικειμενικά διαφορετικής πραγματικής καταστάσεως στην οποία μπορούν να βρεθούν οι ενδιαφερόμενοι ασφαλισμένοι, ανάλογα με τις μεταβολές της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας.
18
Στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι οι περιπτώσεις 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό 1392/74, έχουν την έννοια ότι οι Γερμανοί υπήκοοι, που κατέβαλαν εισφορές στην ασφάλιση συντάξεων-γήρατος άλλου κράτους μέλους και οι οποίοι, στη συνέχεια, επιθυμούν να καταβάλουν εκ των υστέρων, αλλά με αναδρομική ενέργεια, κατά την έννοια του άρθρου 49α, παράγραφος 2, που προστέθηκε στο Angestelltenversicherungs-Neuregelungsgesetz από το Rentenreformgesetz της 16ης Οκτωβρίου 1972, γερμανικές συνταξιοδοτικές εισφορές για προηγούμενες περιόδους, μπορεί να υποχρεωθούν να καταβάλουν γερμανικές εισφορές για περιόδους που έχουν καλυφθεί με εισφορές σε άλλο κράτος μέλος, και ότι από την εξέταση των κατά τον τρόπο αυτό ερμηνευομέ-νων περιπτώσεων 8 και 9 δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 1979, που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 7 Δεκεμβρίου 1979, το Bundessozialgericht αποφαίνεται:
Οι περιπτώσεις 8 και 9 του παραρτήματος V, Γ, του κανονισμού του Συμβουλίου 1408/71 της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό του Συμβουλίου 1392/74 της 4ης Ιουνίου 1974, έχουν την έννοια ότι οι Γερμανοί υπήκοοι, που έχουν καταβάλει εισφορές στην ασφάλιση συντάξεων-γήρατος σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι, στη συνέχεια, επιθυμούν να καταβάλουν εκ των υστέρων, αλλά με αναδρομική ενέργεια, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 49α, εδάφιο 2, που προστέθηκε στο Angestelltenversicherungs-Neuregelungsgesetz από το Rentenreformgesetz της 16ης Οκτωβρίου 1972, γερμανικές συνταξιοδοτικές εισφορές για προηγούμενες περιόδους, μπορούν να υποχρεωθούν να καταβάλουν γερμανικές εισφορές για τις περιόδους που έχουν καλυφθεί με εισφορές σε άλλο κράτος μέλος. Από την εξέταση των κατά τον τρόπο αυτό ερμηνευομένων περιπτώσεων 8 και 9 δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος τους.
Kutscher
Pescatore
Koopmans
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Οκτωβρίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy