ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 2ας Δεκεμβρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 815/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του pretore di Como προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά
Gaetano Cremonini και Maria Luisa Vrankovich,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 73/23, της 19ης Φεβρουαρίου 1973, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στο ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως (ΕΕ ειδ. εκδ. 013/002, σ. 58 επ.),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο, Ρ. Pescatore και T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, G. Bosco, A. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: A. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 1979, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Δεκεμβρίου 1979, ο pretore di Como υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 73/23 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 1973, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στο ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως (ΕΕ ειδ. εκδ. 013/002, σ. 58), υποβληθέντα στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά τη διάρκεια της οποίας ο pretore διέταξε την κατάσχεση ηλεκτρολογικού υλικού (σίδερων σιδερώματος, ηλεκτρικών διατρητικών μηχανημάτων και κουρευτικών μηχανών για χλωροτάπητα φερόντων αντιστοίχως τα εμπορικά σήματα Calor, Rowenta, Metabo και Gazonette) εισαχθέντος στην Ιταλία από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας.
2
Η εν λόγω κατάσχεση — της οποίας οι εισαγωγείς ζήτησαν την άρση — επιβλήθηκε με την αιτιολογία ότι τα εν λόγω μηχανήματα δεν ήσαν σύμφωνα προς τα πρότυπα που ορίζουν τα άρθρα 314 και 315 του ιταλικού προεδρικού διατάγματος (DPR 547 της 27.4.1955 — Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana 158 της 12.7.1955, συμπλήρωμα) που εκδόθηκε στο πλαίσιο της προλήψεως εργατικών ατυχημάτων, δεδομένου ότι τα πρώτα δεν διέθεταν, σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 315, συμπληρωματική μόνωση ασφαλείας μεταξύ των τμημάτων υπό τάση και του εξωτερικού μεταλλικού περιβλήματος, τα δε δεύτερα και τρίτα μηχανήματα δεν διέθεταν, σε σχέση με τις απαιτήσεις του άρθρου 314, μεταλλικό περίβλημα συνδεδεμένο με γείωση.
3
Ο pretore, κατά την εξέταση της αιτήσεως άρσεως της κατασχέσεως, έθεσε το ζήτημα, σε σχέση με την εθνική νομοθεσία και κανονιστική ρύθμιση, του περιεχομένου της οδηγίας 73/23 που μεταφέρθηκε στην εσωτερική του έννομη τάξη με το νόμο 791 της 18ης Οκτωβρίου 1977 (Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana 208 της 2.11.1977, σ. 7913).
4
Σ' αυτή τη συγκυρία ο pretore di Como υπέβαλε 5 προδικαστικά ερωτήματα που πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά:
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
5
Ο pretore di Como υποβάλλει δύο πρώτα ερωτήματα σχετικά με το ηλεκτρολογικό υλικό που φέρει τα εμπορικά σήματα Calor και Rowenta που απολαύει τεκμηρίου πιστότητας προς τις διατάξεις της οδηγίας, δεδομένου ότι φέρουν σήματα πιστότητας, συγκεκριμένα CEBEC και VDE, που εκδόθηκαν από οργανισμούς γνωστοποιηθέντες σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 10 και 11 της οδηγίας:
«1)
Πρέπει οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 10, 7, 3 και 2 της οδηγίας 73/23, να ερμηνεύονται έτσι ώστε το τεκμήριο συμφωνίας προς τις διατάξεις αυτής της οδηγίας να θεωρείται ως τεκμήριο, που αποκλείει κάθε περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας εκ μέρους οποιασδήποτε δικαστικής αρχής των κρατών μελών, όταν το εν λόγω υλικό φέρει σήματα κανονικώς εκδοθέντα από οργανισμούς γνωστοποιηθέντες σύμφωνα με την οδηγία (ακόμα και αν όλα τα κράτη μέλη δεν γνωστοποίησαν τέτοιους οργανισμούς αναφερόμενα στην εσωτερική τους έννομη τάξη);
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, το εν λόγω τεκμήριο συμφωνίας είναι ικανό να εμποδίσει εθνική δικαστική αρχή να λάβει περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας, ερειδόμενο σε εθνική επιτακτική κανονιστική ρύθμιση περί προλήψεως των ατυχημάτων, η οποία επιβάλλει την τοποθέτηση διατάξεως συσκευής διαφορετικής από αυτήν με την οποία είναι εφοδιασμένο το εισαγόμενο προϊόν, όταν καμία εθνική διοικητική αρχή δεν έλαβε ακόμα περιοριστικά μέτρα εφαρμοστέα στο σύνολο του εθνικού εδάφους και, επομένως, δεν κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 9 της οδηγίας;»
6
Ενόψει αυτών των δύο πρώτων ερωτημάτων πρέπει να παρατηρηθεί ότι η οδηγία 73/23 έχει ως αντικείμενο, σε σχέση με τις διάφορες αντιλήψεις περί ασφαλείας που υπαγορεύουν τις ισχύουσες διατάξεις εντός των κρατών μελών, να επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία ηλεκτρολογικού υλικού υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, τηρήσεως ορισμένων απαιτήσεων ασφαλείας τις οποίες προβλέπει η οδηγία. Εκδοθείσα βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης, αποβλέπει στην προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών στο μέτρο που αυτές είναι ικανές να παρεμβάλλουν τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο αυτού του υλικού. Μια τέτοια οδηγία θα εστερείτο του περιεχομένου της αν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, κατά την άσκηση της επιλογής που διαθέτουν ως προς τον τύπο και τα μέσα εφαρμογής της οδηγίας, δεν παρέμεναν εντός των ορίων εκτιμήσεως που ορίζει αυτό το κείμενο, διότι κάθε υπέρβαση αυτών των ορίων θα ήταν ικανή να δημιουργήσει νέες διαφορές και, επομένως, νέα εμπόδια στο εμπόριο και, κατά συνέπεια, να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε ένα τομέα όπου ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις για να τη διασφαλίσει.
7
Υπό το φως αυτών των στόχων πρέπει να εξεταστεί η οικονομία και οι διατάξεις της οδηγίας 73/23.
8
Η οδηγία ορίζει κατηγορίες προτύπων εφαρμοστέων στο ηλεκτρολογικό υλικό που λαμβάνονται υπόψη κατά την ακόλουθη σειρά, την οριζόμενη από την ίδια την οδηγία:
—
τα εναρμονισμένα πρότυπα, τα οποία καθιερώνονται με κοινή συμφωνία των γνωστοποιηθέντων από τα κράτη μέλη οργανισμών σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 11 διαδικασία και που δημοσιεύονται σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες· τα εναρμονισμένα αυτά πρότυπα δημοσιεύονται, προς ενημέρωση, στην Επίσημη Εφημερίδα των Κοινοτήτων (άρθρο 5 της οδηγίας)·
—
εφόσον τα εναρμονισμένα κατά την έννοια του άρθρου 5 πρότυπα δεν έχουν εισέτι καταρτιστεί και δημοσιευθεί, τα διεθνή δημοσιευθέντα πρότυπα που προέρχονται από δύο διεθνείς οργανισμούς, τη Διεθνή Επιτροπή κανονισμών εγκρίσεως ηλεκτρολογικού εξοπλισμού (CEE-él) ή την International Electrotechnical Commission (IEC) (άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας)·
—
εφόσον δεν υπάρχουν εισέτι εναρμονισμένα πρότυπα κατά την έννοια του άρθρου 5, ή διεθνή πρότυπα δημοσιευθέντα κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας, τα εθνικά πρότυπα του κράτους κατασκευής, εφόσον διασφαλίζουν «ασφάλεια ίση» με εκείνη που απαιτείται εντός του κράτους μέλους εισαγωγής (άρθρο 7 της οδηγίας)·
—
για ηλεκτρολογικό υλικό, το οποίο δεν είναι σύμφωνο με τα πρότυπα που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6 και 7, τα πρότυπα που ανταποκρίνονται στους «κανόνες της τέχνης» και τις απαιτήσεις του άρθρου 2 που διευκρινίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας (άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας).
Όταν το ηλεκτρολογικό υλικό ανταποκρίνεται σ' αυτά τα πρότυπα, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία του.
9
Κατά το άρθρο 10 της οδηγίας, η συμφωνία του ηλεκτρολογικού υλικού προς τα εναρμονισμένα πρότυπα, τα διεθνή πρότυπα και τα εθνικά πρότυπα, δηλαδή προς τις τρεις πρώτες κατηγορίες προτύπων, μπορεί να βεβαιώνεται — μεταξύ άλλων — με την επίθεση σημάτων πιστότητας εκδιδόμενων από οργανισμούς, των οποίων κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει τον πίνακα στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή. Σ' αυτή την περίπτωση — και υπό την επιφύλαξη άλλων αποδεικτικών μέσων αφιέμενων στη διακριτική εκτίμηση των κρατών μελών για να επιτρέψουν την ελεύθερη κυκλοφορία ηλεκτρολογικού υλικού που δεν απολαύει τεκμηρίου πιστότητας — τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι αρμόδιες διοικητικές αρχές τους να θεωρούν ότι υφίσταται υπέρ αυτού τεκμήριο συμφωνίας προς τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 της οδηγίας.
10
Η ελεύθερη κυκλοφορία αυτού του υλικού, το οποίο τεκμαίρεται σύμφωνο προς τα πρότυπα ασφαλείας τα προβλεπόμενα στα προαναφερθέντα άρθρα, δεν μπορεί να εμποδίζεται για λόγους ασφαλείας παρά με την εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 9 κοινοτικής διαδικασίας, κατά την οποία ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά του ηλεκτρολογικού υλικού, ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία του παρά μόνον αν ενημερώσει αμέσως — αναφέροντας την αιτιολογία της αποφάσεως του και της μη πιστότητας αυτού του υλικού προς τα προβλεπόμενα από την οδηγία πρότυπα — όλα τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, η οποία τότε δίδει σ' αυτή τη διαδικασία την προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο 9 συνέχεια. Πράγματι, όταν μία οδηγία εναρμονίσεως έχει εφαρμογή, οι κατάλληλοι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται και τα προστατευτικά μέτρα να λαμβάνονται εντός του πλαισίου αυτής της οδηγίας.
11
Όπως προκύπτει από το εν λόγω άρθρο 9 της οδηγίας, η προβλεπόμενη από αυτό διαδικασία δεν μπορεί να κινηθεί παρά από κράτος μέλος, έκφραση που προφανώς αναφέρεται σε υπεύθυνη εσωτερική διοικητική αρχή ενεργούσα εν ονόματι του κράτους και, επομένως, αρμόδια να συμμετάσχει σε διαδικασία που εξελίσσεται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, πράγμα που αποκλείει την παρέμβαση σ' αυτόν τον τομέα της δικαστικής αρχής, ως τοιαύτης.
12
Τέλος, το γεγονός ότι όλα τα κράτη μέλη δεν όρισαν εισέτι τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των αναφερομένων στην οδηγία σημάτων δεν επηρεάζουν την εκτελεστότητα αυτής της οδηγίας, δεδομένου ότι μια μονομερής αποχή δεν είναι ικανή να εμποδίσει την εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος που επιτρέπει τη λειτουργικότητα αυτής της οδηγίας.
13
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του pretore di Como η απάντηση ότι, όταν το εισαγόμενο ηλεκτρολογικό υλικό είναι εφοδιασμένο με σήματα πιστότητας, εκδοθέντα νομοτύπως από οργανισμούς γνωστοποιηθέντες κατά την έννοια της οδηγίας 73/23, υφίσταται τεκμήριο πιστότητας που αποκλείει κάθε περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας του εν λόγω ηλεκτρολογικού υλικού εκ μέρους δικαστικής αρχής κράτους μέλους, ακόμα και αν όλα τα κράτη μέλη δεν όρισαν τους αρμόδιους οργανισμούς για την έκδοση αυτών των σημάτων.
Στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η εξής απάντηση: Ενώπιον ενός τέτοιου τεκμηρίου πιστότητας, δεν μπορούν να ληφθούν περιοριστικά μέτρα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων παρά στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 9 της προαναφερθείσας οδηγίας από υπεύθυνη εσωτερική διοικητική αρχή εξ ονόματος του κράτους μέλους και αρμόδια να συμμετάσχει στην εξέλιξη αυτής της διαδικασίας.
Επί του τρίτον και τετάρτου ερωτήματος
14
Ο pretore di Como αναφέρει περαιτέρω την περίπτωση ηλεκτρολογικού υλικού, συγκεκριμένα των Metabo και Gazonette, που δεν ανταποκρίνονται ούτε στα εναρμονισμένα πρότυπα ούτε στα γενόμενα από την οδηγία δεκτά διεθνή πρότυπα ούτε προς τα πρότυπα του κράτους κατασκευής που διασφαλίζουν ασφάλεια ίση με εκείνη που απαιτείται εντός του κράτους εισαγωγής και που δεν διαθέτουν σήμα πιστότητας. Υποβάλλει σχετικώς τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«3.
Πρέπει οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8, 3 και 2 της οδηγίας 73/23 να ερμηνευθούν έτσι ώστε να αποκλείεται οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους να μπορούν να θεσπίζουν περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της ΕΟΚ του ηλεκτρολογικού υλικού που αφορά αυτή η ίδια οδηγία, όταν το εν λόγω υλικό δεν διαθέτει διάταξη συσκευής (ρευματολήπτη με γείωση) ρητώς προβλεπόμενη από επιτακτικό πρότυπο του εσωτερικού νόμου, πριν ζητηθεί ή παρουσιαστεί η έκθεση που συντάσσεται από τον ειδικό οργανισμό τον αναφερόμενο στο άρθρο 8 της οδηγίας;
4.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, το περιοριστικό μέτρο δεν μπορεί να διαταχθεί από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους παρά μόνο μετά τη θέσπιση πρόσφορου μέτρου για όλο το εθνικό έδαφος από το διοικητικό οργανισμό αυτού του ίδιου κράτους μέλους, που ορίστηκε για να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 9 της οδηγίας;»
15
Ο pretore επιθυμεί στην πραγματικότητα να πληροφορηθεί αν ο εθνικός δικαστής μπορεί, ελλείψει τεκμηρίου πιστότητας προκύπτοντος από την επίθεση σήματος ή την έκδοση πιστοποιητικού ή δηλώσεως βεβαιούσας την πιστότητα προς μία από τις τρεις κατηγορίες προτύπων για τις οποίες έγινε ανωτέρω λόγος, να επιβάλει, προ της αιτήσεως ή της προσκομίσεως της εκθέσεως περί πιστότητας που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, εν περιπτώσει αμφισβητήσεως, περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας του ηλεκτρολογικού υλικού που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο όμως δεν ανταποκρίνεται στις ρητές απαιτήσεις του εσωτερικού δικαίου, πα-ρόλον ότι διαθέτει άλλους μηχανισμούς ασφαλείας, προβλεπόμενους από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
16
Ο pretore di Como λαμβάνει εδώ υπόψη του το άρθρο 8 της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα χρήσιμα μέτρα ώστε οι αρμόδιες διοικητικές αρχές τους να επιτρέπουν επίσης τη διάθεση στην αγορά ή την ελεύθερη κυκλοφορία ηλεκτρολογικού υλικού, το οποίο, μολονότι δεν είναι σύμφωνο με τα εναρμονισμένα πρότυπα που αποτελούν τις τρεις πρώτες κατηγορίες τις οποίες προβλέπει η οδηγία, ανταποκρίνεται προς τις διατάξεις του άρθρου 2, δηλαδή έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες της ασφαλείας, οι οποίοι ισχύουν εντός της Κοινότητας και δεν εκθέτει, επομένως, σε κίνδυνο, σε περίπτωση καλής εγκαταστάσεως, συντηρήσεως και χρησιμοποιήσεως σύμφωνης με τον προορισμό του, την ασφάλεια των προσώπων και των κατοικίδιων ζώων, ως και των υλικών αγαθών.
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, προβλέπει τότε ότι, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας μπορεί να παρουσιάσει έκθεση, συντεταγμένη από ένα εκ των γνωστοποιηθέντων οργανισμών σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11, αναφορικώς προς τη συμφωνία του ηλεκτρολογικού υλικού με τις διατάξεις του άρθρου 2.
17
Ελλείψει εκθέσεως — συντεταγμένης από τον αρμόδιο οργανισμό κατά την έννοια των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 11 της οδηγίας — βεβαιούσας τη συμφωνία του επίμαχου υλικού προς τις διατάξεις του άρθρου 2, οι εθνικές αρχές έχουν το δικαίωμα να εξετάσουν αν αυτή η συμφωνία υφίσταται πράγματι· σ' αυτή την περίπτωση, οφείλουν να το πράξουν βάσει των οριζόμενων στο άρθρο 2, όπως συμπληρώνεται με το παράρτημα Ι, κριτηρίων αν τους φαίνεται ότι τα εν λόγω κριτήρια δεν ανταποκρίνονται προς τα κύρια στοιχεία των στόχων ασφαλείας που αφορούν το εν λόγω ηλεκτρολογικό υλικό, μπορούν να αναφερθούν στις απαιτήσεις ασφαλείας της εσωτερικής τους νομοθεσίας, εφόσον έχουν εξαντληθεί όλες οι προβλεπόμενες από την οδηγία πηγές του κοινοτικού δικαίου.
18
Σ' αυτή την περίπτωση, μπορεί ο εθνικός δικαστής να έχει την αρμοδιότητα να εξετάσει αν η συμφωνία του υλικού ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας, είτε έχει ληφθεί είτε όχι απαγορευτικό μέτρο ισχύον για όλο το εθνικό έδαφος από την αρμόδια διοικητική αρχή που κινεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 της οδηγίας διαδικασία. Αυτή η αρμοδιότητα των δικαστηρίων δεν ασκείται παρά μόνο μέχρι της προσκομίσεως εκθέσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, η οποία καθιστά εφαρμοστέο το κοινοτικό δίκαιο, σε συνάρτηση με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας.
19
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο τρίτο ερώτημα του pretore di Como η απάντηση ότι οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους μπορούν, βασιζόμενες στις απαιτήσεις του εσωτερικού τους δικαίου, να θεσπίσουν περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας ηλεκτρολογικού υλικού, το οποίο δεν απολαύει τεκμηρίου πιστότητας κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 73/23, εφόσον το εν λόγω υλικό δεν συνοδεύεται από έκθεση συντεταγμένη κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
20
Δεδομένης της δοθείσας στο τρίτο ερώτημα αρνητικής απαντήσεως, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
21
Τέλος, ο pretore di Como υποβάλλει το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«5.
Πρέπει ο ενδεχόμενος αποκλεισμός της εξουσίας θεσπίσεως περιοριστικών μέτρων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, υπό τις προϋποθέσεις και τους όρους τους αναφερόμενους στα προηγούμενα ερωτήματα, να θεωρείται ως επιβαλλόμενος στη δικαστική αρχή του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως μάλιστα οποιασδήποτε εσωτερικής διατάξεως, σχετικής με τους κανόνες εγκαταστάσεως του εξεταζόμενου ηλεκτρολογικού υλικού;»
22
Αρκεί, για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το πέμπτο ερώτημα, η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι η θέσπιση, από τη δικαστική αρχή κράτους μέλους, περιοριστικών μέτρων της ελεύθερης κυκλοφορίας ηλεκτρολογικού υλικού δεν επιτρέπεται παρά στην προαναφερθείσα περιθωριακή περίπτωση, και υπό τις προϋποθέσεις που διευκρινίστηκαν σε απάντηση προς το τρίτο ερώτημα, η εν λόγω δικαστική αρχή δεν διαθέτει αυτή την εξουσία σε άλλες περιστάσεις στις οποίες εφαρμόζονται το κοινοτικό δίκαιο και οι κοινοτικές διαδικασίες.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 1979, ο pretore di Como, αποφαίνεται:
1)
Όταν το εισαγόμενο ηλεκτρολογικό υλικό είναι εφοδιασμένο με σήματα πιστότητας, εκδοθέντα νομοτύπως από οργανισμούς γνωστοποιηθέντες κατά την έννοια της οδηγίας 73/23, υφίσταται τεκμήριο πιστότητας που αποκλείει κάθε περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας του εν λόγω ηλεκτρολογικού υλικού εκ μέρους δικαστικής αρχής κράτους μέλους, ακόμα και αν όλα τα κράτη μέλη δεν όρισαν τους αρμόδιους οργανισμούς για την έκδοση αυτών των σημάτων.
2)
Ενώπιον ενός τέτοιου τεκμηρίου πιστότητας, δεν μπορούν να ληφθούν περιοριστικά μέτρα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων παρά στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 9 της προαναφερθείσας οδηγίας από υπεύθυνη εσωτερική διοικητική αρχή εξ ονόματος του κράτους μέλους και αρμόδια να συμμετάσχει στην εξέλιξη αυτής της διαδικασίας.
3)
Οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους μπορούν, βασιζόμενες στις απαιτήσεις του εσωτερικού τους δικαίου, να θεσπίσουν περιοριστικό μέτρο της ελεύθερης κυκλοφορίας ηλεκτρολογικού υλικού, το οποίο δεν απολαύει τεκμηρίου πιστότητας κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 73/23, εφόσον το εν λόγω υλικό δεν συνοδεύεται από έκθεση συντεταγμένη κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
4)
Δεδομένου ότι η θέσπιση, από τη δικαστική αρχή κράτους μέλους, περιοριστικών μέτρων της ελεύθερης κυκλοφορίας ηλεκτρολογικού υλικού δεν επιτρέπεται παρά στην προαναφερθείσα περιθωριακή περίπτωση, και υπό τις προϋποθέσεις που διευκρινίστηκαν σε απάντηση προς το τρίτο ερώτημα, η εν λόγω δικαστική αρχή δεν διαθέτει αυτή την εξουσία σε άλλες περιστάσεις στις οποίες εφαρμόζεται το κοινοτικό δίκαιο και οι κοινοτικές διαδικασίες.
Mertens de Wilmars
Pescatore
Koopmans
Mackenzie Stuart
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 2 Δεκεμβρίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
J. Mertens de Wilmars
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy