Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως — Κανονισμός πού τροποποιεί τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως — Προπαρασκευαστική διαδικασία — Προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο — Ουσιώδης τύπος — Σημασία
( Συνθήκη περί συγχωνεύσεως , άρθρο 24 )
2 . Προσφυγή ακυρώσεως — Λόγοι — Κατάχρηση εξουσίας — Έννοια
3 . Υπάλληλοι — Ίση μεταχείριση — Διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ τών εν ενεργεία υπαλλήλων καί τών συνταξιούχων — Έλλειψη διακρίσεως
Περίληψη
1 . Η προβλεπομένη από τό άρθρο 24 τής συνθήκης περί συγχωνεύσεως διαβούλευση , η οποία επιτρέπει ιδίως στό Κοινοβούλιο νά μετέχει πράγματι στήν νομοθετική διαδικασία τής Κοινότητος , αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ισορροπίας μεταξύ τών θεσμικών οργάνων , τήν οποία επιδιώκουν οι συνθήκες . Η προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο , η οποία προηγείται τής εκδόσεως κανονισμού πού τροποποιεί τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων συνιστά , συνεπώς , ουσιώδη τύπο , η μή τήρηση τού οποίου συνεπάγεται τήν ακυρότητα τού αμφισβητουμένου κανονισμού .
Πρέπει νά θεωρηθεί οτι ο τύπος αυτός ετηρήθη , οταν ο κανονισμός πού εθεσπίσθη τελικώς ειναι σύμφωνος μέ τήν πρόταση πού υπεβλήθη στό Κοινοβούλιο , εκτός από τροποποιήσεις πού αφορούν μάλλον τήν μέθοδο παρά τήν ουσία .
2 . Η έννοια τής καταχρήσεως εξουσίας ειναι επαρκώς καθορισμένη : αφορά τίς περιπτώσεις , οπου μιά διοικητική αρχή έκανε χρήση τών εξουσιών της γιά σκοπό διάφορο εκείνου γιά τόν οποίο τής απενεμήθησαν .
3 . Η διάκριση συνίσταται στήν ίδια αντιμετώπιση καταστάσεων πού ειναι διαφορετικές ή στήν διαφορετική μεταχείριση καταστάσεων πού ειναι ίδιες . Η κατάσταση τού εν ενεργεία υπαλλήλου διαφέρει αισθητώς από τήν κατάσταση ενός συνταξιούχου οπότε δέν υφίσταται διάκριση οταν ο κοινοτικός νομοθέτης επιφυλάσσει στούς συνταξιούχους μεταχείριση πού δέν ειναι ίδια μέ εκείνη πού επιφυλάσσεται στούς εν ενεργεία υπαλλήλους .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 817/79 ,
ROGER BUYL καί δέκα εννέα άλλοι υπάλληλοι τής Επιτροπής υπηρετούντες στό Κοινό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών τού Geel ( Βέλγιο ), εκπροσωπούμενοι από τόν Victor Biel , δικηγόρο Λουξεμβούργου , 18a , rue des Glacis , τόν οποίο διώρισαν καί αντίκλητο
προσφεύγοντες ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο , Joseph Griesmar , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού διατυπώνονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 17 Δεκεμβρίου 1979 , οι προσφεύγοντες , υπάλληλοι τής Επιτροπής υπηρετούντες στό Geel τού Βελγίου , ήσκησαν δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή ακυρώσεως τών αποφάσεων τής Επιτροπής περί καθορισμού τών αποδοχών τους γιά τόν μήνα Απρίλιο 1979 καί τής απορριπτικής αποφάσεως επί τών ενστάσεων πού υπέβαλαν κατά τών εν λόγω αποφάσεων .
2 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού , οπως ίσχυαν μέχρι τό τέλος τού 1978 ωριζαν : «οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού δέχεται τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , ανάλογα μέ τούς ορους διαβιώσεως στούς διαφόρους τύπους τοποθετήσεως· ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού απασχολούνται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι , τήν 1η Ιανουαρίου 1982 , ίσος πρός 100 %» .
3 Βάσει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού , ενας υπάλληλος δύναται νά ζητήσει τήν μεταφορά μέρους τών αποδοχών του τακτικά ή κατ’ εξαί ρεση σέ μία χώρα άλλη απ’ αυτήν , στήν οποία ασκεί τά καθήκοντά του . Η παράγραφος 4 τού ανωτέρω άρθρου , οπως ίσχυε μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1979 , ωριζε οτι οι εν λόγω μεταφορές έπρεπε νά πραγματοποιούνται μέσω τού οργάνου στό οποίο υπήγετο ο υπάλληλος «βάσει τών επισήμων τιμών συναλλάγματος πού ισχύουν κατά τήν ημερομηνία τής μεταφοράς» . Ως «επίσημη τιμή συναλλάγματος» , κατά τήν έννοια αυτής τής διατάξεως εθεωρείτο η τελευταία ισοτιμία πού ειχε γίνει δεκτή από τό ΔΝΤ , η οποία δέν ειχε τροποποιηθεί από 1ης Νοεμβρίου 1969 ( δηλαδή , π.χ . 13,66 BFR = 1 DM ).
4 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 ( JO L 369 , σ . 6 ). Ο κανονισμός στό πρώτο του άρθρο ορίζει οτι τό άρθρο 63 τού κανονισμού αντικαθίσταται ως εξής :
«Οι αποδοχές τών υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
Οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διαφορετικό από τό βελγικό φράγκο , υπολογίζονται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού εχρησιμοποιήθησαν γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η Ιουλίου 1978 .
Η ημερομηνία αυτή τροποποιείται κατά τήν ετήσια εξέταση τών αποδοχών , πού προβλέπεται στό άρθρο 65 , από τό Συμβούλιο , τό οποίο αποφασίζει , κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής , μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στήν πρώτη περίπτωση τού εδαφίου 2 τής παραγράφου 2 τού άρθρου 148 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 118 τής συνθήκης Ευρατόμ .
Υπό τήν επιφύλαξη τής εφαρμογής τών άρθρων 64 καί 65 , οι συντελεστές αναπροσαρμογής πού καθορίζονται δυνάμει τών εν λόγω άρθρων , προσαρμόζονται , σέ περίπτωση τροποποιήσεως τής ανωτέρω ημερομηνίας , από τό Συμβούλιο , τό οποίο , αποφασίζοντας κατά τήν διαδικασία πού αναφέρεται στό τρίτο εδάφιο , διορθώνει τίς συνέπειες τής διακυμάνσεως τού βελγικού φράγκου σέ σχέση μέ τίς τιμές πού αναφέρονται στό δεύτερο εδάφιο.»
5 Τό άρθρο 2 τού κανονισμού ορίζει :
«Στό παράρτημα VII τού κανονισμού , τό άρθρο 17 αντικαθίσταται ως εξής :
Άρθρο 17
1 . Τά ποσά πού οφείλονται στόν υπάλληλο καταβάλλονται επί τόπου καί στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
2 . Υπό τούς ορους πού καθορίζονται από κανόνες πού θεσπίζουν μέ κοινή συμφωνία τά όργανα τών Κοινοτήτων , κατόπιν γνωμοδοτήσεως τής Επιτροπής επί τού κανονισμού , ο υπάλληλος δύναται :
α ) νά μεταφέρει τακτικά , μέσω τού οργάνου στό οποίο υπάγεται μέρος τών αποδοχών του μέχρι τό υψος τού ποσού πού εισπράττει ως επίδομα εκπατρισμού ή αποδημίας :
— είτε στό νόμισμα τού Κράτους μέλους τού οποίου ειναι υπήκοος ,
—είτε στό νόμισμα τού Κράτους μέλους στό οποίο ευρίσκεται η κατοικία του ή η διαμονή ενός συντηρουμένου απ’ αυτόν μέλους τής οικογενείας του ,
—είτε στό νόμισμα τής χώρας οπου υπηρέτει προηγουμένως ή τής χώρας οπου ευρίσκεται η εδρα τού οργάνου στό οποίο υπάγεται , υπό τόν ορον οτι πρόκειται γιά υπάλληλο πού υπηρετεί εκτός τού εδάφους τών Κοινοτήτων·
β)νά πραγματοποιεί τακτικές μεταφορές πού υπερβαίνουν τό οριο πού ορίζεται στήν αρχή τής παραγράφου α ) μόνον άν προορίζονται νά καλύψουν έξοδα πού προκύπτουν ιδίως από τακτικές καί αποδεδειγμένες υποχρεώσεις τού ενδιαφερομένου εκτός τής χώρας οπου ευρίσκεται η εδρα του ή εκτός τής χώρας στήν οποία ασκεί τά καθήκοντά του·
γ)εκτός από τίς ανωτέρω τακτικές μεταφορές , νά ζητήσει τήν άδεια νά μεταφέρει τά ποσά τά οποία επιθυμεί νά διαθέτει στά ανωτέρω υπό α ) αναφερόμενα νομίσματα σέ περιπτώσεις ολως εξαιρετικές καί δεόντως δικαιολογημένες .
3 . Οι μεταφορές πού προβλέπονται στήν παράγραφο 2 πραγματοποιούνται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού αναφέρονται στό άρθρο 63 παράγραφος 2 τού κανονισμού· τά μεταφερόμενα ποσά προσαρμόζονται βάσει τού συντελεστού πού προκύπτει από τήν σχέση μεταξύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τής οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα οπου υπηρετεί ο υπάλληλος.»
6 Τό άρθρο 1 τού κανονισμού προβλέπει οτι η μέν τυπική ισχύς τού κανονισμού αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1979 , η δέ ουσιαστική του ισχύς από 1ης Απριλίου 1979 .
7 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε επίσης τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3086/78 περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής , βάσει τών οποίων προσαρμόζονται οι αποδοχές λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής τροποποιήσεως τών διατάξεων τού κανονισμού περί τών νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά χρησιμοποιούνται κατά τήν εφαρμογή τού κανονισμού . Τό άρθρο 1 τού κανονισμού καθορίζει , μεταξύ άλλων , τόν εφαρμοστέο επί τών αποδοχών συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας σέ 98,7 καί γιά τίς Κάτω Χώρες σέ 97,8 .
8 Από 1ης Απριλίου 1979 , τό κόστος τών μεταφορών σέ βελγικά φράγκα , τίς οποίες οι προσφεύγοντες επραγματοποίουν κατά τακτικά χρονικά διαστήματα πρός τίς χώρες καταγωγής τους ή πρός τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία , ειχε αυξηθεί αισθητώς καί συνεπώς εμειώθη τό υπόλοιπο τών αποδοχών πού απέμενε μετά τίς μεταφορές .
9 Κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , οι προσφεύγοντες υπέβαλον , στίς 25 καί 27 Ιουνίου 1979 , ενστάσεις λόγω τής αυξήσεως από τού Απριλίου 1979 τού κόστους τών μεταφορών πού επραγματοποίουν . Η Επιτροπή απήντησε στίς 28 Σεπτεμβρίου 1979 οτι , αφ’ ενός , δέν ηδύνατο , χωρίς αυτό νά συνιστά υπέρβαση εξουσίας , νά μή εφαρμόσει κανονισμούς τού Συμβουλίου πού ειχαν νομίμως τεθεί σέ ισχύ καί , αφ’ ετέρου , οτι ως πρός τήν ουσία επεδοκίμαζε τίς τροποποιήσεις πού έγιναν στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως .
10 Εν συνεχεία , οι προσφεύγοντες ήσκησαν τήν παρούσα προσφυγή , μέ τήν οποία ζητούν από τό Δικαστήριο νά κρίνει παράνομες καί μή εφαρμοστέες τίς αποφάσεις περί καθορισμού τών αποδοχών τους γιά τόν μήνα Απρίλιο 1979 καί νά υποχρεώσει τήν Επιτροπή νά καταβάλει στούς προσφεύγοντες , από τού μηνός Απριλίου 1979 , τήν διαφορά μεταξύ τών ποσών πού εδικαιούντο βάσει τών προηγουμένων διατάξεων καί τών ποσών πού πράγματι έλαβαν βάσει τού κανονισμού 3085/78 , εντόκως πρός 6 % , αφ’ οτου κάθε ποσό κατέστη απαιτητό .
11 Οι προσφεύγοντες προβάλλουν , πρώτον , παράβαση ουσιωδών τύπων . Υποστηρίζουν οτι οι επίδικοι κανονισμοί εθεσπίσθησαν χωρίς τήν προηγουμένη διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο , πού προβλέπει τό άρθρο 24 τής συνθήκης τής 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφ’ εξής : συνθήκη συγχωνεύσεως ) καί οτι τό Κοινο βούλιο παρεπλανήθη οσον αφορά τό αποτέλεσμα τής προτάσεως πού υπεβλήθη στό Κοινοβούλιο . Η διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επραγματοποιήθη βάσει προτάσεως τής Επιτροπής , η οποία διέφερε αισθητώς από τό κείμενο τών κανονισμών οπως εθεσπίσθη από τό Συμβούλιο .
12 Οι προσφεύγοντες προβάλλουν εν συνεχεία ισχυρισμούς πού αφορούν τό περιεχόμενο καί τά αποτελέσματα τών κανονισμών . Επικρίνουν τήν εφαρμογή τών κανονισμών , υποστηρίζοντας οτι , μέ τήν εφαρμογή τού νέου κειμένου τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , παραβιάζεται η αρχή τών κεκτημένων δικαιωμάτων· οτι η τροποποίηση τών ορων πού προέβλεπε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , η οποία επέφερε αισθητή μείωση τών καθαρών αποδοχών πού ελάμβαναν οι υπάλληλοι , συνιστούσε προσβολή τών κεκτημένων από τούς προσφεύγοντες δικαιωμάτων καί τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πού πρέπει νά έχουν στήν προϊσταμένη τους αρχή· καί οτι η εφαρμογή τού κειμένου συνιστούσε παράβαση τών υποχρεώσεων πού η Επιτροπή ανέλαβε δημοσία νά επαγρυπνά ωστε τά μέτρα πού προέτεινε νά ειναι αυστηρώς ουδέτερα καί νά μή θίγουν τήν πραγματική αξία τών πληρωμών πού διενεργούνται πρός τούς υπαλλήλους ως αποδοχές , συντάξεις καί επιδόματα .
13 Οι προσφεύγοντες παραπονούνται επίσης γιά τήν διάκριση πού , κατ’ αυτούς , προκύπτει από τήν υπαρξη μεταβατικών διατάξεων , εφαρμοστέων επί τών συντάξεων , σέ σύγκριση μέ τήν έλλειψη κάθε μεταβατικής διατάξεως εφαρμοστέας επί τών μεταφορών πού πραγματοποιεί ο προσφεύγων βάσει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η Επιτροπή ώφειλε , συμφώνως πρός τό καθήκον αρωγής , τού οποίου τό άρθρο 24 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποτελεί ενα παράδειγμα , νά προβλέψει , ως εκτελεστικό μέτρο , μεταβατικές διαδικασίες αντισταθμίσεως , τών οποίων η διάρκεια θά έπρεπε νά συμπίπτει μέ τήν λήξη τών νομίμων καί συμβατικών υποχρεώσεων τών υπαλλήλων .
Όσον αφορά τήν παράβαση ουσιωδών τύπων
14 Πρέπει νά σημειωθεί οτι , οταν πρόκειται νά τροποποιηθεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού , τό κοινοτικό δίκαιο προβλέπει διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο καί γνωμοδότηση τής επιτροπής κανονισμού . Τό άρθρο 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως προβλέπει οτι «τό Συμβούλιο εκδίδει μέ ειδική πλειοψηφία , προτάσει τής Επιτροπής καί κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τά άλλα ενδιαφερόμενα όργανα , τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων αυτών» . Τό άρθρο 10 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει οτι η Επιτροπή ζητεί από τήν επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( πού αποτελείται από εκπροσώπους τών επιτροπών προσωπικού ) νά εκφέρει γνώμη επί οποιασδήποτε προτάσεως αναθεωρήσεως τού κανονισμού .
15 Πρέπει , ομως , νά γίνει διάκριση μεταξύ τών απαιτήσεων πού τό κοινοτικό δίκαιο θέτει γιά τόν κανονισμό 3085/78 , ο οποίος επιφέρει τροποποίηση τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τών απαιτήσεων πού θέτει γιά τόν κανονισμό 3086/78 , ο οποίος τροποποιεί τούς συντελεστές αναπροσαρμογής . Ένας κανονισμός , οπως ο κανονισμός 3086/78 , πού καθορίζει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής , θεσπίζεται από τό Συμβούλιο , προτάσει τής Επιτροπής , δυνάμει τού άρθρου 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό οποίο δέν επιβάλλει καμμία υποχρέωση διαβουλεύσεως .
16 Όσον αφορά τόν κανονισμό 3085/78 αληθεύει οτι τό άρθρο 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως προβλέπει τήν διαβούλευση μέ τά άλλα ενδιαφερόμενα όργανα , μεταξύ τών οποίων τό Κοινοβούλιο . Η εν λόγω διαβούλευση , η οποία επιτρέπει ιδίως στό Κοινοβούλιο νά μετέχει πράγματι στήν νομοθετική διαδικασία τής Κοινότητος , αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ισορροπίας μεταξύ τών θεσμικών οργάνων , τήν οποία επιδιώκουν οι συνθήκες .
Η προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο συνιστά , συνεπώς , ουσιώδη τύπο , η μή τήρηση τού οποίου συνεπάγεται τήν ακυρότητα τού αμφισβητουμένου κανονισμού . Πρέπει επομένως νά εξετασθεί άν όντως έγινε η αναγκαία διαβούλευση .
17 Τήν 1η Απριλίου 1977 , η Επιτροπή κατόπιν γνώμης τής επιτροπής κανονισμού υπέβαλε στό Συμβούλιο πρόταση κανονισμού τού Συμβουλίου περί εισαγωγής τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ( UCE — ΕΛΜ ) στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ( JO C 99 , σ . 5 ). Τό πρώτο άρθρο της αφορούσε τήν αντικατάσταση , στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τού βελγικού φράγκου από τήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα . Η πρόταση περιείχε τροποποιήσεις πού κατέστησαν αναγκαίες λόγω τής εισαγωγής τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος , ιδίως τήν αντικατάσταση , στό άρθρο 66 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τού παλαιού πίνακος στόν οποίο οι αποδοχές εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα , από ενα νέο πίνακα στόν οποίο οι αποδοχές εκφράζονται στήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα . Τό άρθρο 41 τής προτάσεως αφορούσε τήν αντικατάσταση τής παραγράφου 4 τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού από τήν ακόλουθη παράγραφο :
«Οι μεταφορές πού προβλέπονται στίς ανωτέρω παραγράφους 2 καί 3 πραγματοποιούνται βάσει τής αξίας τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ( UCE ), πού καθορίζεται στό άρθρο 63 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστά σεως· τά μεταφερόμενα ποσά προσαρμόζονται βάσει τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού προκύπτει από τήν σχέση μεταξύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα , στής οποίας τό νόμισμα πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα , οπου υπηρετεί ο υπάλληλος.»
Η πρόταση περιείχε καί άλλες διατάξεις , οι οποίες δέν παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιά τήν παρούσα υπόθεση .
18 Τό Κοινοβούλιο , αφού έλαβε τήν πρόταση καί μία αίτηση τού Συμβουλίου περί γνωμοδοτήσεως , εξέφερε ευνοϊκή γνώμη ( JO 1977 , C 183 , σ . 55 ). Τό ψήφισμα τού Κοινοβουλίου περιελάμβανε μεταξύ άλλων , τίς ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις :
«— επειδή οι προτάσεις πού υπέβαλε πρός εξέταση η Επιτροπή στό Κοινοβούλιο αποσκοπούν αποκλειστικώς στό νά εκφράζονται στήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα οι αξίες ( αποδοχές , επιδόματα , μεταφορές κεφαλαίων , συντελεστές αναπροσαρμογής , φόρος ), πού μέχρι τώρα εξεφράζοντο σέ βελγικά φράγκα , χωρίς νά θιγούν τά δικαιώματα τού προσωπικού ή νά υπόκεινται οι μισθοί τους σέ διακυμάνσεις·
— . . . . . .
—επειδή η εισαγωγή τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος επιτρέπει τήν μή χρησιμοποίηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν διόρθωση τών ισοτιμιών συναλλάγματος καί ο συντελεστής θά χρησιμοποιείται στό εξής , οπως ειχε προβλεφθεί αρχικώς , κυρίως γιά νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι αυξήσεις τού κόστους ζωής·
—επειδή η Επιτροπή παρέσχε διαβεβαιώσεις οτι οι προτάσεις της ουδαμώς θά θίξουν τούς υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , στό θέμα τών μισθών καί λοιπών πληρωμών» .
19 Μέ τό ψήφισμα ζητείται από τήν Επιτροπή νά θεσπίσει , οταν κρίνει σκόπιμο , τίς αναγκαίες διοικητικές διατάξεις ωστε η εφαρμογή τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος νά μήν επιφέρει διατάραξη τής υφισταμένης διοικητικής πρακτικής ή νά βλάψει έστω καί παροδικώς τά συμφέροντα τής ευρωπαϊκής δημοσίας υπηρεσίας καί σημειώνονται οι διαβεβαιώσεις τής Επιτροπής οτι οι προτάσεις της δέν θά θίξουν καθόλου τήν πραγματική αξία τών πληρωμών πού διενεργούνται πρός τούς υπαλλήλους ως αποδοχές , συντάξεις καί επιδόματα .
20 Τήν 29η Νοεμβρίου 1978 , μέ ανακοίνωση πρός τό Συμβούλιο , η Επιτροπή εξέφρασε τήν επιθυμία νά τροποποιηθεί τό πρώτο άρθρο τής από 1ης Απριλίου 1977 προτάσεώς της . Τό κείμενο τής νέας προτάσεως αντιστοιχεί στίς δύο πρώτες παραγράφους τού άρθρου 63 , οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 3085/78 . Μέ τήν ίδια ανακοίνωση , η Επιτροπή προέτεινε μεταβατική περίοδο εξι μηνών , δηλαδή μέχρι τήν 1η Οκτωβρίου 1979 , γιά τούς συνταξιούχους καί τούς δικαιούχους επιδομάτων , τών οποίων οι καθαρές απολαβές θά υφίσταντο μείωση λόγω τής αναπροσαρμογής .
21 Ο κανονισμός 3085/78 ακολούθησε τήν εν λόγω πρόταση τής Επιτροπής μέ προσθήκη ομως , μετά τήν προταθείσα μεταβατική διάταξη , τής προσθέτου μεταβατικής διατάξεως : «Μετά τήν ημερομηνία αυτή , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών πού προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού καί τών ποσών πού εισεπράχθησαν γιά τόν Σεπτέμβριο 1979 μειώνεται κατά εν δέκατο μηνιαίως» .
22 Από τήν έκθεση τής επιτροπής προϋπολογισμών τού Κοινοβουλίου προκύπτει οτι τό Κοινοβούλιο ηταν σέ θέση νά εκτιμήσει τίς επιπτώσεις πού ηδύνατο νά έχει η αρχική πρόταση τής Επιτροπής στίς συντάξεις καί στίς μεταφορές πού πραγματοποιούνται δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί οτι οι διαβεβαιώσεις πού παρέσχε η Επιτροπή ενώπιον τού Κοινοβουλίου πρέπει νά εννοηθούν υπό τήν έννοια οτι η «ουδετερότης» τής προτάσεως αφορούσε τίς συνολικές αποδοχές τών υπαλλήλων καί οτι σέ ορισμένες περιπτώσεις η πρόταση τής Επιτροπής ηδύνατο νά έχει ως αποτέλεσμα τήν αύξηση τού κόστους τών μεταφορών .
23 Πράγματι , ο κανονισμός πού εθεσπίσθη τελικώς ηταν σύμφωνος μέ τήν πρόταση πού υπεβλήθη στό Κοινοβούλιο , εκτός από τήν αντικατάσταση τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος από τίς αναπροσαρμοσμένες τιμές συναλλάγματος καί από τίς μεταβατικές διατάξεις πού απέβλεπαν στό νά καταστήσουν , γιά ορισμένο χρονικό διάστημα , λιγότερο επαχθές τό αποτέλεσμα τών διατάξεων τού κανονισμού γιά ορισμένους συνταξιούχους . Όσον αφορά τήν αντικατάσταση τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος από τίς αναπροσαρμοσμένες τιμές συναλλάγματος , πρέπει νά σημειωθεί οτι οι τιμές πού υιοθετήθησαν αντεπροσώπευαν ακριβώς , σέ εθνικά νομίσματα , τήν αξία τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος , κατά τήν 1η Απριλίου 1978 εκφραζομένης ωστε αυτή η τροποποίηση τής αρχικής προτάσεως απετέλεσε στήν πραγματικότητα μάλλον μεταβολή μεθόδου παρά ουσίας . Όσον αφορά τήν μεταβατική διάταξη υπέρ ορισμένων συνταξιούχων , πρέπει νά σημειωθεί οτι η διάταξη αυτή ανταποκρίνεται ευρέως στήν επιθυμία πού εξέφρασε τό Κοινοβούλιο .
24 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , δέν ηταν αναγκαία νέα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο επί τών αμφισβητουμένων διατάξεων .
Όσον αφορά τό περιεχόμενο καί τά αποτελέσματα τών κανονισμών
25 Οι προσφεύγοντες φρονούν οτι μέ τό νέο σύστημα υπολογισμού τών τιμών συναλλάγματος γιά τίς μεταφορές παραβιάζονται τά κεκτημένα δικαιώματά τους . Βάσει τών διατάξεων πού ίσχυαν μέχρι τόν Απρίλιο 1979 , οι προσφεύγοντες ανέλαβαν επιτακτικές υποχρεώσεις , από τίς οποίες ηδύναντο νά απαλλαγούν μόνον μετά τήν πάροδο ορισμένου χρόνου . Η υπαρξη , από πολλών ετών , τής δυνατότητος μεταφοράς , κατά τακτικά χρονικά διαστήματα ορισμένου τμήματος τών μηνιαίων αποδοχών τους τούς ωδήγησε νά αναλάβουν υποχρεώσεις καί δικαίως ειχαν κάθε δικαίωμα νά πιστεύουν οτι τό σύστημα δέν θά μεταβληθεί εις βάρος τους πρίν λήξουν οι υποχρεώσεις τους . Ειχαν επομένως δικαίωμα νά διατηρηθεί εν ισχύι τό παλαιό σύστημα μεταφορών ή τουλάχιστον ενα μεταβατικό σύστημα , πού θά εξακολουθούσε νά εφαρμόζεται επί τών προηγουμένων τιμών συναλλάγματος μέχρις οτου λήξουν οι υποχρεώσεις τους . Η Επιτροπή εδεσμεύθη δημοσία ενώπιον τού Κοινοβουλίου νά επαγρυπνά ωστε τά μέτρα πού θά ελαμβάνοντο νά ειναι αυστηρώς «ουδέτερα» καί νά μή θίγουν τήν πραγματική αξία τών πληρωμών πού διενεργούνται πρός τούς υπαλλήλους ως αποδοχές , συντάξεις καί επιδόματα . Η εξουσία τών κοινοτικών οργάνων περιορίζεται από τήν αρχή τής δεσμίας αρμοδιότητος . Μειώνοντας τίς πραγματικές αξίες , τά όργανα παρεβίασαν τήν αρχή αυτή , πράγμα πού συνιστά κατάχρηση εξουσίας .
26 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν , εξ άλλου , οτι η έλλειψη στούς επιδίκους κανονισμούς μεταβατικών διατάξεων υπέρ τών εν ενεργεία υπαλλήλων , παρομοίων μέ εκείνες τών οποίων απολαύουν οι συνταξιούχοι , παραβιάζει τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων .
27 Ειναι αληθές οτι η θέσπιση τών προσαρμοσμένων τιμών συναλλάγματος ειχε ως αποτέλεσμα τήν αύξηση τού κόστους τών μεταφορών , πού πραγματοποιούνται πρός τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού . Πάντως , η τροποποίηση τών ισοτιμιών καί τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επραγματοποιήθη γιά νά καταργηθεί ενα σύστημα πού ηδύνατο νά συνεπάγεται οφέλη γιά υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ ορισμένες χώρες καί αδικαιολόγητες ζημίες γιά τήν Κοινότητα . Όσον αφορά τούς προσφεύγοντες , πού ολοι υπηρετούν στό Βέλγιο , δέν υπήρχε αποχρών λόγος νά τύχουν τών τεχνητών τιμών συναλλάγματος πρός πραγματοποίηση τών εν λόγω μεταφορών . Ούτε τό Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή ειχαν παράσχει οποιαδήποτε διαβεβαίωση στούς υπαλλήλους οτι θά διετηρείτο επ’ άπειρον τό πλέον ευνοϊκό σύστημα μεταφορών . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , η θέσπιση τών πραγματικών τιμών δέν ηταν δυνατόν νά παραβιάσει καμμία αρχή σχετική μέ τήν προστασία τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους .
28 Επί τού ισχυρισμού πού στηρίζεται στήν αρχή τής δεσμίας αρμοδιότητος , αρκεί η παρατήρηση οτι η έννοια τής καταχρήσεως εξουσίας ειναι πράγματι επ’ ακριβώς καθορισμένη . Αφορά τίς περιπτώσεις οπου μιά διοικητική αρχή έκανε χρήση τών εξουσιών της γιά σκοπό διάφορο εκείνου γιά τόν οποίο τής απενεμήθησαν . Στήν παρούσα υπόθεση δέν συντρέχει τέτοια περίπτωση . Τό Συμβούλιο , μέ τόν κανονισμό 3085/78 , επέτυχε τόν νόμιμο σκοπό πού επεδίωξε , δηλαδή τήν προσαρμογή τών τιμών συναλλάγματος στό πλαίσιο τής κανονικής ασκήσεως τών εξουσιών πού τού έχουν απονεμηθεί .
29 Όσον αφορά τήν δυσμενή διάκριση πού εισάγουν τά μεταβατικά μέτρα , τά οποία θίγουν τούς δικαιούχους συντάξεων , αρκεί η παρατήρηση οτι διάκριση υφίσταται οταν αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα καταστάσεις πού ειναι διαφορετικές ή αντιμετωπίζονται διαφορετικά καταστάσεις πού ειναι ομοιες . Η κατάσταση τού εν ενεργεία υπαλλήλου διαφέρει αισθητώς από τήν κατάσταση τού συνταξιούχου , έτσι ωστε νά μή αποτελεί διάκριση οταν ο νομοθέτης επιφυλάσσει στούς συνταξιούχους μεταχείριση πού διαφέρει από εκείνη η οποία επιφυλάσσεται στούς εν ενεργεία υπαλλήλους .
30 Επειδή η εξέταση τών ισχυρισμών πού προέβαλαν οι προσφεύγοντες απέδειξε οτι κανένας από τούς προβληθέντες λόγους δέν ευσταθεί , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί ως αβάσιμη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
31 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
32 Συμφώνως ομως πρός τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy