ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 9ης Οκτωβρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 823/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale της Ravenna προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου κατά του
Giovanni Cardati,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της εφαρμοστέας στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Τ. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Α. O'Keeffe και G. Bosco δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotarti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 1979, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 1979, το Tribunale της Ravenna υπέβαλε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το αν ορισμένες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας συμβιβάζονται με τους κοινοτικούς κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
2
Τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν την ενώπιον του Tribunale της Ravenna διαφορά είναι τα εξής. Ο Cardati, Ιταλός υπήκοος κάτοικος Ravenna, που οδηγούσε στο ιταλικό έδαφος όχημα με άδεια κυκλοφορίας στη Γερμανία, συνελήφθη από την «Guardia di Finanza». Δήλωσε ότι υπήκοος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας του είχε εμπιστευθεί αυτό το όχημα, για να δύναται να το διαθέτει στην Ιταλία με την ευκαιρία των συχνών του επαγγελματικών ταξιδιών. Συντάχθηκε πρακτικό κατά του Cardati με την κατηγορία του λαθρεμπορίου διότι, ως κάτοικος Ιταλίας, κατείχε και χρησιμοποιούσε, στο εσωτερικό του εθνικού τελωνειακού εδάφους, αυτοκίνητο όχημα με άδεια κυκλοφορίας στην αλλοδαπή, κατά παράβαση των διατάξεων περί προσωρινής εισαγωγής.
3
Κατά τη διάρκεια της δίκης, το Tribunale της Ravenna αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι οι διατάξεις των άρθρων 25, 216, 282, 287 και 339 του προεδρικού διατάγματος 43 της 23ης Ιανουαρίου 1973, εξεταζόμενες σε συνδυασμό με το νόμο 1163 της 27ης Οκτωβρίου 1957 περί επικυρώσεως και εκτελέσεως της Διεθνούς Συμβάσεως της Νέας Υόρκης της 4ης Ιουνίου 1954 και τα άρθρα 67, 69, 70 και 71 του προεδρικού διατάγματος 633 της 26ης Οκτωβρίου 1972, αντίθετες προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων;»
4
Παρόλον ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, επί του αν εθνικοί νομοθετικοί κανόνες συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί, ενώπιον Διατάξεως περί παραπομπής διατυπωμένης εσφαλμένα, να συγκεκριμενοποιήσει το ζήτημα του κοινοτικού δικαίου με διατύπωση που του επιτρέπει να αποφανθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, το προς επίλυση ζήτημα είναι αν οι αρχές της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων παρεμβάλλουν εμπόδια σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, υπάγουσα την κανονική εισαγωγή οχημάτων στην καταβολή του φόρου προστιθεμένης αξίας, απαγορεύει, με την επιβολή ποινικών κυρώσεων, στους κατοίκους του οικείου κράτους να χρησιμοποιούν οχήματα που υπήχθησαν σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής και που, επομένως, απηλλάγησαν του εν λόγω φόρου.
5
Το άρθρο 2 της Συμβάσεως της Νέας Υόρκης, της 4ης Ιουνίου 1954, η οποία επικυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ρυθμίζει την εισαγωγή αυτοκινήτων οχημάτων με προσωρινή απαλλαγή εκ των δασμών. Προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι καθένα από τα κράτη μέλη «απαλλάσσει προσωρινώς των δασμών ... τα οχήματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία έχουν τη συνήθη κατοικία τους εκτός του εδάφους του και που εισάγονται και χρησιμοποιούνται για την ιδιωτική τους χρήση με την ευκαιρία προσωρινής επισκέψεως, είτε από τους κυρίους αυτών των οχημάτων, είτε από άλλα πρόσωπα που έχουν τη συνήθη κατοικία τους εκτός του εδάφους του».
6
Το άρθρο 216 του προεδρικού διατάγματος 43 της 23ης Ιανουαρίου 1973 («Testo unico delle disposizioni legislative in materia doganale») διέπει την προσωρινή εισαγωγή οδικών οχημάτων ιδιωτικής χρήσεως, παρεπέμποντας στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και προβλέπει ειδικότερα, στη δεύτερη παράγραφο, ότι οι οριζόμενες για το λαθρεμπόριο ποινές εφαρμόζονται όταν δεν συντρέχουν ή παύσουν να συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την εν λόγω Σύμβαση προϋποθέσεις. Το ίδιο Testo unico ορίζει επίσης τη χρηματική ποινή, την επιβαλλόμενη σε οποιονδήποτε κατέχει εμπορεύματα αλλοδαπής προελεύσεως, χωρίς να αποδεικνύει τη νόμιμη προέλευση τους (άρθρο 282 σε συνδυασμό με το άρθρο 25), ή προορίζει, το σύνολο ή τμήμα εμπορευμάτων αλλοδαπής προελεύσεως που εισήχθησαν με απαλλαγή εκ των δασμών ... για χρήση διαφορετική από αυτή για την οποία χορηγήθηκε η απαλλαγή ή η μείωση (άρθρο 287).
7
Όσον αφορά τους μη καταβληθέντες δασμούς, προς το ποσό των οποίων είναι ανάλογη η χρηματική ποινή, το προεδρικό διάταγμα 633 της 26ης Οκτωβρίου 1972 περί θεσπίσεως και ρυθμίσεως του φόρου προστιθεμένης αξίας, ορίζει ότι ο εν λόγω φόρος εφαρμόζεται ιδίως επί των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν από οποιονδήποτε και ρυθμίζει περαιτέρω, ειδικώς, με τα άρθρα 67 ως 70, το σύστημα της φορολογήσεως των εισαγωγών.
8
Παρατηρείται ότι η εφαρμογή του φόρου προστιθεμένης αξίας στην εισαγωγή αγαθών ρητώς προβλέπεται με τις διατάξεις του άρθρου 2 της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 1967 — 67/288/ΕΟΚ — περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 5 επ.). Το άρθρο 14 της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 — 77/338/ΕΟΚ — περί του αυτού θέματος (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49 επ.) προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και απλή εφαρμογή των προβλεπομένων κατωτέρω απαλλαγών και να αποτρέπεται κάθε ενδεχομένη φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή ή κατάχρηση, μεταξύ άλλων, τις εισαγωγές αγαθών τα οποία εδηλώθησαν ότι τίθενται υπό τελωνειακό καθεστώς προσωρινής εισαγωγής.
9
Τα κράτη μέλη διατηρούν, επομένως, ευρεία εξουσία παρεμβάσεως σε θέματα προσωρινής εισαγωγής, ακριβώς προς το σκοπό να εμποδίζουν τη φοροδιαφυγή. Έπεται ότι, στην περίπτωση που τα ληφθέντα προς το σκοπό αυτό μέτρα δεν είναι υπερβολικά, συμβιβάζονται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
10
Όσον αφορά την απαγόρευση που επιβάλλει κράτος μέλος στους κατοίκους του εδάφους του να χρησιμοποιούν οχήματα εισαχθέντα με προσωρινή απαλλαγή εκ των δασμών, αυτή συνιστά αποτελεσματικό μέτρο για να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή και να διασφαλιστεί ότι οι φόροι καταβάλλονται στη χώρα προορισμού των αγαθών. Πράγματι, οι πρώτες οδηγίες του Συμβουλίου περί εφαρμοστέων στο εσωτερικό της Κοινότητας φορολογικών απαλλαγών των προσωρινών εισαγωγών ορισμένων μεταφορικών μέσων που υπέβαλε η Επιτροπή στις 30 Οκτωβρίου 1975 (GU C 267, σ. 8) αναγνώρισε την αναγκαιότητα ενός τέτοιου μέτρου προτείνοντας στο άρθρο 3 (που αφορά την εισαγωγή ορισμένων μεταφορικών μέσων ιδιωτικής χρήσεως) ότι α) «ο εισάγων αυτά τα αγαθά ιδιώτης πρέπει: αα) να έχει την κύρια κατοικία του σε κράτος μέλος της Κοινότητας, άλλο από αυτό της προσωρινής εισαγωγής, ... β) τα μεταφορικά μέσα δεν μπορούν ούτε να εκχωρηθούν ούτε να εκμισθωθούν εντός του κράτους μέλους της προσωρινής εισαγωγής ούτε να παραχωρηθούν ατελώς προς χρήση σε κάτοικο αυτού του κράτους».
11
Εφόσον αναγνωρίζεται ότι διατάξεις, όπως αυτές της επίμαχης στην προκειμένη περίπτωση εθνικής νομοθεσίας, συμβιβάζονται με τους κανόνες της κοινοτικής έννομης τάξης, δεν υφίστανται επιχειρήματα ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εξουσία κράτους μέλους να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις στη μη τήρηση της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης.
12
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν από το Tribunale της Ravenna προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι οι κανόνες της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν εμποδίζουν την επιβολή, από εθνική κανονιστική ρύθμιση στους κατοίκους κράτους μέλους, απαγορεύσεως, συνοδευόμενης με ποινικές κυρώσεις, να χρησιμοποιούν αυτοκίνητα οχήματα τα οποία υπήχθησαν σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής και που, επομένως, απηλλάγησαν της καταβολής του φόρου προστιθεμένης αξίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 1979, το Tribunale της Ravenne, αποφαίνεται:
Οι κανόνες της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν εμποδίζουν την επιβολή, από εθνική κανονιστική ρύθμιση στους κατοίκους κράτους μέλους, απαγορεύσεως, συνοδευόμενης με ποινικές κυρώσεις, να χρησιμοποιούν αυτοκίνητα οχήματα τα οποία υπήχθησαν σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής και που, επομένως, απηλλάγησαν της καταβολής του φόρου προστιθεμένης αξίας.
Koopmans
O'Keeffe
Bosco
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Οκτωβρίου 1980.
Ο Γραμματέας
J. Α. Pompe
βοηθός γραμματέας
Ο Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
Τ. Koopmans
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy