ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 10ης Ιουλίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 826/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema di cassazione της Ιταλίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, και με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του μεταξύ
Amministrazione delle finanze dello Stato
και
Sas Mediterranea importazione, rappresentanze, esportazione, commercio (MIRECO),
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 9, 12, 13, 92, 93, 95, 171, 177 και 189 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1979 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, το Corte suprema di cassazione της Ιταλίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς τα ακόλουθα ζητήματα:
«α)
Σύμφωνα με τις αρχές από τις οποίες διαπνέεται η κοινοτική έννομη τάξη στα θέματα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ορθής λειτουργίας του ανταγωνισμού, της απαγορεύσεως των φορολογικών διακρίσεων και ιδίως σύμφωνα με τους κανόνες που θέτουν τα άρθρα 9, 12 και 13, 92, 93 και 95 της Συνθήκης και εν αναφορά προς το σύστημα ασφαλείας που διασφαλίζεται από την έννομη αυτή τάξη και ειδικότερα από τα άρθρα 171, 177 και 189 της Συνθήκης στις υποκειμενικές καταστάσεις που προστατεύονται από τις αρχές αυτές και από τους κανόνες αυτούς, πρέπει να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται ανεπιφύλακτα ή ότι απαγορεύεται ανεπιφύλακτα ή ότι επιτρέπεται εντός ορισμένων ορίων και υπό δεδομένες προϋποθέσεις (διευκρινίζοντας στην τελευταία αυτή περίπτωση ποια είναι αυτά τα όρια και οι προϋποθέσεις και ποιος είναι ο δικαστής, εθνικός ή κοινοτικός, που είναι αρμόδιος για να διαπιστώσει την in concreto ύπαρξη τους), να συνδέουν οι εθνικές έννομες τάξεις, ενδεχομένως μάλιστα σύμφωνα με διαφορετικά μέσα μεταξύ τους, με την είσπραξη, κατά την εισαγωγή που προβλέπεται από τις δικές τους διατάξεις, φόρων που απαγορεύονται από τους κοινοτικούς κανόνες όπως ερμηνεύθηκαν τυχόν αρχικά από τον εθνικό δικαστή και ακολούθως από το Δικαστήριο, τη δυνατότητα για τον “solvens” να αναζητήσει από το κράτος που τους εισέπραξε, με ή χωρίς παρεπόμενα, αυτό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως;
β)
Στην περίπτωση που το προηγούμενο ερώτημα ήθελε λυθεί υπό την έννοια της υπάρξεως απαγορεύσεως της αναζητήσεως, συμβιβάζονται με την Kot-νοτική έννομη τάξη αναπληρωματικά μέτρα ικανά να συγκεκριμενοποιήσουν την προστασία ενώπιον του εθνικού δικαστή του δικαιώματος του “solvens” που εβλάβη από το γεγονός ότι προέβη σε αχρεώστητη καταβολή και ποια είναι αυτά τα μέτρα;»
2
Τα ζητήματα αυτά τέθηκαν με την ευκαιρία διαφοράς μεταξύ ενός επιχειρηματία και της ιταλικής διοικήσεως οικονομικών η οποία συνίσταται στην απόδοση στον εν λόγω επιχειρηματία υγειονομικών τελών κατά την εισαγωγή βοοειδών προερχομένων από τρίτα κράτη, τα οποία καταβλήθηκαν για την περίοδο από 12 Δεκεμβρίου 1964 ως 31 Δεκεμβρίου 1973 και για τα οποία δεν αμφισβητείται ότι αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμούς.
3
Η απαγόρευση, από 1ης Νοεμβρίου 1964 (κανονισμός 82/64 της 30.6.1964, GU 1964, σ. 1626), εισπράξεως των εν λόγω τελών προκύπτει από το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου 14/64 της 5ης Φεβρουαρίου 1964, περί προοδευτικής εγκαθιδρύσεως κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος (GU της 27.2.1964, σ. 562) που αντικαταστάθηκε από της 29ης Ιουλίου 1968 από το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού του Συμβουλίου 805/68 της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον ίδιο τομέα (GU L 148, σ. 24). Προβλήθηκε μόνον ο ισχυρισμός ότι μία απο τις εξαιρέσεις της εν λόγω απαγορεύσεως, που επιτρέπει το πιο πάνω άρθρο 20 να προβλεφθούν, εφαρμόστηκε στον τομέα της εισαγωγής βοοειδών προελεύσεως τρίτων χωρών κατά την επίδικη περίοδο.
4
Τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούν κατ' ουσίαν το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο και μεταξύ άλλων οι κανόνες περί ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, οι κανόνες περί ορθής λειτουργίας του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά και, τέλος, το σύστημα της δικαστικής εγγυήσεως των δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν ιδίως τα άρθρα 171, 177 και 189 της Συνθήκης, επιτρέπουν ή υπο-χρεούν ή ενδεχομένως απαγορεύουν — και κατά περίπτωση υπό ποιες προϋποθέσεις — στα κράτη μέλη να αποδέχονται αιτήσεις που ζητούν την απόδοση εθνικών φόρων όπως αυτοί που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή αν, αντιθέτως, η σχετική ρύθμιση υπάγεται στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους.
5
Από το σκεπτικό της διατάξεως παραπομπής προκύπτει ότι τα ζητήματα των οποίων επελήφθη το Δικαστήριο τέθηκαν για να δοθεί απάντηση η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση που οι επίδικοι φόροι καταβάλλονταν εκουσίως και ανεπιφυλάκτως επί μακρά περίοδο από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, με την κοινή εντύπωση των τελευταίων και της εθνικής διοικήσεως ότι οι φόροι αυτοί δεν αμφισβητούνταν από την άποψη του συμβιβαστού τους με το κοινοτικό δίκαιο. Το ασυμβίβαστο εμφανίστηκε αργότερα και προοδευτικά, κατόπιν της ερμηνείας που έδωσε το Δικαστήριο στην έννοια της επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος με δασμό, πράγμα που ώθησε το Δικαστήριο να αναγνωρίσει αυτό το χαρακτηρισμό στα υγειονομικά τέλη για πρώτη φορά με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1972 (υπόθεση 29/72, Marimex κατά Amministrazione delle finanze dello Stato, Recueil, σ. 1309).
6
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απαγόρευση εισπράξεως επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, η οποία έλκει την καταγωγή της από το γενικό κανόνα που εκφράζεται στο άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΟΚ με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1970, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ή από την ειδική διάταξη του άρθρου 12 του κανονισμού 14/64 με ισχύ — όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό — από 1ης Νοεμβρίου 1964, παράγει άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των πολιτών, για το σύνολο της Κοινότητας, από την ημερομηνία που προβλέπεται για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 (υπόθεση 106/77, Administration des finances de l'Etat κατά Simmenthal, Raccolta, σ. 643), οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου πρέπει να αναπτύσσουν όλα τους τα αποτελέσματα κατά ομοιόμορφο τρόπο σ' όλα τα κράτη μέλη από της ενάρξεως της ισχύος τους και καθ' όλη τη διάρκεια της.
7
Εξάλλου, η ερμηνεία την οποία δίδει το Δικαστήριο σε κανόνα του κοινοτικού δικαίου, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διευκρινίζει και αποσαφηνίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού όπως πρέπει ή έπρεπε να έχει νοηθεί και εφαρμοστεί από τότε που τέθηκε σε ισχύ. Από αυτό προκύπτει ότι ο κανόνας που ερμηνεύτηκε κατ' αυτόν τον τρόπο πρέπει να εφαρμοστεί από το δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και συστήθηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε την αίτηση ερμηνείας, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου μια διαφορά σχετική με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα.
8
Μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, όπως δέχθηκε με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 (υπόθεση 43/75, Defrenne κατά Sabena, Raccolta, σ. 455), κατ' εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου που είναι συμφυής με την έννομη κοινοτική τάξη, λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές διαταραχές που θα μπορούσε να επιφέρει η απόφαση του για το παρελθόν στις έννομες σχέσεις που έχουν συναφθεί καλοπίστως, να αχθεί στον περιορισμό της δυνατότητας για κάθε ενδιαφερόμενο να επικαλεστεί τη διάταξη που ερμηνεύτηκε κατ' αυτόν τον τρόπο για να κλονίσει τις έννομες αυτές σχέσεις.
9
Τέτοιος περιορισμός δεν μπορεί πάντως να επιτραπεί παρά μόνο με την ίδια την απόφαση η οποία κρίνει επί της αιτουμένης ερμηνείας. Η θεμελιώδης απαίτηση της ομοιόμορφης και γενικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται ότι ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου μόνον να κρίνει τους διαχρονικούς περιορισμούς των αποτελεσμάτων της ερμηνείας που δίνει.
10
Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ότι, όταν η συνέπεια ενός κανόνα κοινοτικού δικαίου είναι να απαγορεύεται από τα χρονικά σημεία και με τα αποτελέσματα που περιγράφηκαν πιο πάνω η είσπραξη εθνικών φόρων ή τελών, η εγγύηση των δικαιωμάτων που το άμεσο αποτέλεσμα μιας τέτοιας απαγορεύσεως παρέχει στους πολίτες δεν απαιτεί αναγκαστικά ομοιόμορφο και κοινό στα κράτη μέλη κανόνα των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων στην τήρηση των οποίων υπόκειται η αμφισβήτηση ή η απόδοση των εθνικών αυτών φόρων, που είναι πολύ διαφορετικοί.
11
Από τη σύγκριση των εθνικών συστημάτων προκύπτει ότι το πρόβλημα της αμφισβητήσεως των παρανόμως απαιτηθέντων φόρων ή της αποδόσεως των αχρε-ωστήτως καταβληθέντων φόρων λύεται κατά διαφορετικούς τρόπους στα διάφορα κράτη μέλη, ακόμη δε και στο εσωτερικό του ίδιου κράτους, ανάλογα με τα διάφορα είδη των επιδίκων φόρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αμφισβητήσεις ή οι αιτήσεις αυτού του είδους υπόκεινται από το νόμο σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις τύπου και προθεσμίας όσον αφορά τόσο τις αξιώσεις που απευθύνονται στη φορολογική διοίκηση όσο και τα ένδικα βοηθήματα.
12
Σ' άλλες περιπτώσεις, οι αξιώσεις επιστροφής των φόρων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως πρέπει να άγονται ενώπιον των κοινών δικαστηρίων, ιδίως υπό τη μορφή αγωγών αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος. Οι αγωγές αυτές ασκούνται σε προθεσμίες λίγο-πολύ μακρές, σε ορισμένες δε περιπτώσεις εντός του χρόνου παραγραφής του αστικού δικαίου, έτσι ώστε τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν να βρεθούν προ σωρείας απαιτήσεων μεγάλης σπουδαιότητας σε περίπτωση διαπιστώσεως του ασυμβιβάστου μεταξύ ορισμένων εθνικών φορολογικών διατάξεων και των απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου.
13
Από τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976 (Rewę και Comet, υποθέσεις 33 και 45/76, Raccolta, σ. 1989 και 2943) προκύπτει ότι, κατ' εφαρμογή της αρχής της συνεργασίας που εξαγγέλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι έργο των δικαστηρίων των κρατών μελών να εξασφαλίζουν τη νομική προστασία που απορρέει για τους πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Στη σημερινή μορφή εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου και ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως για την αμφισβήτηση ή την απόδοση εθνικών φόρων που ζητήθηκαν παρανόμως ή εισπράχθηκαν αχρεωστήτως λόγω του ασυμβιβάστου τους προς το κοινοτικό δίκαιο, είναι έργο της εσωτερικής εννόμου τάξεως κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες προσφυγής ενώπιον της δικαιοσύνης για να εξασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου· εννοείται ότι οι λεπτομέρειες αυτές δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να διαμορφωθούν έτσι ώστε να καθίσταται στην πραγματικότητα αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να προστατεύουν.
14
Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί σχετικά ότι η προστασία των δικαιωμάτων που εξασφαλίζονται επί του θέματος αυτού από την κοινοτική έννομη τάξη δεν απαιτεί η απόδοση των αχρεωστήτως εισπραχθέντων φόρων να γίνεται υπό προϋποθέσεις που συνεπάγονται τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των δικαιούχων.
15
Το σύστημα προστασίας που προκύπτει έτσι για τους πολίτες από το συνδυασμό του αμέσου αποτελέσματος των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου με τις ιδιομορφίες των εθνικών νομοθεσιών οι οποίες, στα διάφορα κράτη μέλη, διέπουν τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αμφισβήτηση εθνικών φορολογιών ή για την απόδοση φόρων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστο ούτε με τα άρθρα 9, 12, 13, 92, 93 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε, κατά γενικότερο τρόπο, με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου περί ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, περί εγκαθιδρύσεως συστήματος που εξασφαλίζει τον ανταγωνισμό να μη νοθεύεται στην κοινή αγορά και περί απαγορεύσεως των φορολογικών διακρίσεων. Οι διατάξεις που αναφέρονται στη διάταξη παραπομπής δεν εμποδίζουν τη διαφορετική μεταχείριση που προκύπτει από τις ανομοιότητες των σχετικών εσωτερικών φορολογικών νομοθεσιών, ιδίως όσον αφορά την αμφισβήτηση των εθνικών φόρων.
16
Στο Corte suprema di cassazione πρέπει επομένως να δοθούν οι εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε:
α)
Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως για την αμφισβήτηση ή την απόδοση εθνικών φόρων που ζητήθηκαν παρανόμως ή εισπράχθηκαν αχρεωστήτως λόγω του ασυμβιβάστου τους προς το κοινοτικό δίκαιο, είναι έργο της εσωτερικής εννόμου τάξεως κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες προσφυγής ενώπιον της δικαιοσύνης για να εξασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου- εννοείται ότι οι λεπτομέρειες αυτές δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να διαμορφωθούν έτσι ώστε να καθίσταται στην πραγματικότητα αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να προστατεύουν.
β)
Τίποτε επομένως δεν εμποδίζει, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να λαμβάνουν υπόψη τους τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, το γεγονός ότι φόροι αχρεωστήτως εισπραχθέντες μπόρεσαν να ενσωματωθούν στις τιμές της επιχειρήσεως που υπέκειτο στο φόρο και να επιρριφθούν στους αγοραστές.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Corte suprema di cassazione της Ιταλίας, με Διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1979, αποφαίνεται:
Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως για την αμφισβήτηση ή την απόδοση εθνικών φόρων που ζητήθηκαν παρανόμως ή εισπράχθηκαν αχρεωστήτως λόγω του ασυμβιβάστου τους προς το κοινοτικό δίκαιο, είναι έργο της εσωτερικής εννόμου τάξεως κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες προσφυγής ενώπιον της δικαιοσύνης για να εξασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου· εννοείται ότι οι λεπτομέρειες αυτές δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να διαμορφωθούν έτσι ώστε να καθίσταται στην πραγματικότητα αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να προστατεύουν.
Τίποτε επομένως δεν εμποδίζει, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να λαμβάνουν υπόψη τους τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, το γεγονός ότι φόροι αχρεωστήτως εισπραχθέντες μπόρεσαν να ενσωματωθούν στις τιμές της επιχειρήσεως που υπέκειτο στο φόρο και να επιρριφθούν στους αγοραστές.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 1980.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy