ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 827/79,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte Suprema di cassazione, πρώτο τμήμα αστικών υποθέσεων, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Amministrazione delle Finanze
κατά
Επιχειρήσεως Ciro Acampora,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1371/71, της 30ής Ιουνίου 1971, περί ορισμού της εννοίας των προϊόντων καταγωγής για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που χορηγεί η ΕΟΚ σε ορισμένα προϊόντα αναπτυσσομένων χωρών (GU 146, σ. 1), και ιδίως του άρθρου 13 του κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Ρ. Pescatore, πρόεδρο τμήματος, Α. Touffait και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 27ης Ιουνίου 1979, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Δεκεμβρίου του 1979, το Corte Suprema di Cassazione της Ιταλίας υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1371/71 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1971, περί του ορισμού της εννοίας των προϊόντων καταγωγής για την εφαρμογή των δασμολογικών προτιμήσεων που χορηγεί η ΕΟΚ σε ορισμένα προϊόντα αναπτυσσομένων χωρών (GU 146, σ. 1) και ιδίως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεως που εισήγαγε, μεταξύ 1ης Ιουλίου 1971 και 2ας Φεβρουαρίου 1972, στην Ιταλία πολλά φορτία ραδιοφώνου με τρανζίστορ από το Hong kong και, αφού τα δήλωσε ως «προϊόντα καταγωγής», επέτυχε τον εκτελωνισμό τους καταβάλλοντας δασμούς υπολογισμένους βάσει των δασμολογικών προτιμήσεων, αφενός, και, αφετέρου, της ιταλικής Amministrazione delle Finanze η οποία, αφού διενήργησε, δυνάμει του άρθρου 13, του κανονισμού 1371/71, «εκ των υστέρων» έλεγχο, από τον οποίο προέκυψε ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν ανταποκρίνονταν στο χαρακτηρισμό «προϊόντα καταγωγής», απαίτησε από τον εισαγωγέα τους σχετικούς δασμούς που δεν είχαν εισπραχθεί κατά την εισαγωγή.
3
Ο εισαγωγεύς άσκησε ανακοπή κατά αυτής της Διαταγής πληρωμής με την αιτιολογία ότι ο έλεγχος της καταγωγής των εμπορευμάτων έλαβε χώρα μετά την εισαγωγή, ενώ δεν είχε πλέον τα εμπορεύματα στη διάθεση του. Η διαφορά υποβλήθηκε στο Tribunale, έπειτα στο Corte d'Appello της Genua, τα οποία έκριναν ότι ο έλεγχος δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερος του εκτελωνισμού του εμπορεύματος και της υπαγωγής του, χωρίς επιφύλαξη, στο ευνοϊκό καθεστώς που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση. Κρίνοντας επί της αναιρέσεως που άσκησε η Amministrazione delle Finanze, το Corte Suprema di Cassazione υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Μπορεί το κράτος εισαγωγής — αφού έχει επιτρέψει, χωρίς επιφύλαξη, την οριστική εισαγωγή του εμπορεύματος και την εφαρμογή της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως που χορηγείται στα προϊόντα που προέρχονται από αναπτυσσόμενες χώρες — δυνάμει του άρθρου 13, του κανονισμού ΕΟΚ 1371 της 30ής Ιουνίου 1971, πρώτον, να ζητήσει από το κράτος εξαγωγής τον έλεγχο του πιστοποιητικού καταγωγής “τύπου Α” που αφορά το εμπόρευμα αυτό και, δεύτερον, να απαιτήσει περαιτέρω, σε περίπτωση ενδεχόμενου αρνητικού αποτελέσματος του ελέγχου αυτού, την πληρωμή του δασμού που δεν καταβλήθηκε κατά την εισαγωγή;»
4
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, το οποίο αφορά κυρίως την ερμηνεία του άρθρου 13, του κανονισμού 1371/71, πρέπει καταρχήν να αναζητηθεί ο σκοπός που επιδιώκει αυτός ο κοινοτικός κανονισμός, και, έπειτα, να αναλυθεί η λειτουργία του συστήματος ελέγχου της καταγωγής των εν λόγω προϊόντων που έθεσε σε λειτουργία για την επίτευξη των στόχων του.
5
Το σύστημα των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, που προβλέπει ο κανονισμός 1371/71, στηρίζεται στην αρχή της μονομερούς χορηγήσεως από την Κοινότητα δασμολογικών προνομίων υπέρ προϊόντων που προέρχονται από ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες με σκοπό τη διευκόλυνση των εμπορικών ανταλλαγών με τις χώρες αυτές. Το προνόμιο αυτού του προτιμησιακού καθεστώτος συνδέεται επομένως με την καταγωγή του εμπορεύματος και, η επαλήθευση της προελεύσεως αυτής αποτελεί κατά συνέπεια απαραίτητο στοιχείο του συστήματος. Κατά τη συγκεκριμένη οργάνωση του ελέγχου αυτού, ο κανονισμός έχει ως σκοπό να αποφύγει, για πρακτικούς λόγους, το συστηματικό έλεγχο της καταγωγής των προϊόντων που θα παρέτεινε υπερβολικά τις τελωνειακές διαδικασίες. Για το σκοπό αυτό, το άρθρο 13, προβλέπει δύο είδη «εκ των υστέρων» ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής, δειγματοληπτικά και κάθε φορά που οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές έχουν «βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά τη γνησιότητα του εγγράφου ή για την ακρίβεια των πληροφοριών, των σχετικών με την πραγματική καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος ή ορισμένων από τα συστατικά του». Η παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού προσθέτει ότι, εάν οι τελωνειακές αρχές αποφασίσουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, να αναστείλουν την εφαρμογή των διατάξεων περί δασμολογικών προτιμήσεων, αναμένοντας τα αποτελέσματα του ελέγχου, «επιτρέπουν την παράδοση των εμπορευμάτων στον εισαγωγέα με την επιφύλαξη των μέτρων διασφαλίσεως που κρίνουν αναγκαία».
6
Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία, στην πράξη, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, παρά όταν τα εν λόγω εμπορεύματα βρίσκονται ακόμη στη διάθεση των τελωνειακών αρχών, εμφανίζεται ως εξαίρεση στο γενικό κανόνα του άρθρου 6 του κανονισμού, δυνάμει του οποίου «τα προϊόντα καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, υπάγονται στην Κοινότητα στις σχετικές διατάξεις περί δασμολογικών προτιμήσεων, με απλή επίδειξη πιστοποιητικού καταγωγής, τύπου Α, θεωρημένου είτε από τις τελωνειακές αρχές, είτε από άλλες κυβερνητικές αρχές της χώρας εξαγωγής και με την επιφύλαξη ότι η τελευταία χώρα επικουρεί την Κοινότητα μέσω των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών για τον έλεγχο της γνησιότητας και της νομιμότητας των πιστοποιητικών».
7
Κανονικά, ο «εκ των υστέρων» δειγματοληπτικός έλεγχος δεν μπορεί, επομένως, παρά να είναι μεταγενέστερος της προσαγωγής του πιστοποιητικού και του εκτελωνισμού, ο οποίος αποτελεί την αυτόματη συνέπεια της προσαγωγής αυτής, όταν κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει την εκ των προτέρων αμφισβήτηση της γνησιότητας του πιστοποιητικού. Εξάλλου, για το σκοπό του «εκ των υστέρων» ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής, τύπου Α, το άρθρο 30 του κανονισμού ορίζει ότι «η αρμόδια κυβερνητική αρχή της χώρας εξαγωγής πρέπει να φυλάσσει τα έγγραφα εξαγωγής ή αντίγραφα των πιστοποιητικών που τα αντικαθιστούν επί δύο έτη», προθεσμία που αναγκαστικά προϋποθέτει την δυνατότητα να διενεργηθεί έλεγχος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
8
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δυνατότητα ελέγχου, μεταγενέστερου της εισαγωγής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερωθεί γι' αυτό ο εισαγωγεύς, μπορεί να του δημιουργήσει δυσκολίες όταν πίστεψε, καλόπιστα, ότι εισάγει εμπορεύματα που απολαύουν δασμολογικών προτιμήσεων, βασιζόμενος σε εν αγνοία του ανακριβή ή πλαστά πιστοποιητικά. Ως προς αυτό όμως πρέπει να παρατηρηθεί καταρχήν ότι η Κοινότητα δεν είναι υποχρεωμένη να υποστεί τις επιβλαβείς συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς των προμηθευτών των υπηκόων της, κατά δεύτερο λόγο, ότι ο εισαγωγεύς μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του πλαστογράφου, και κατά τρίτο λόγο ότι, υπολογίζοντας τα πλεονεκτήματα που μπορεί να του αποφέρει το εμπόριο προϊόντων για τα οποία μπορούν να ισχύουν δασμολογικές προτιμήσεις, ένας συνετός επιχειρηματίας που γνωρίζει την ισχύουσα ρύθμιση πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει τους κινδύνους της αγοράς στην οποία σκοπεύει να κινηθεί και να τους δεχτεί, ως υπαγόμενους στην κατηγορία των συνηθισμένων δυσχερειών του εμπορίου.
9
Τελικά πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι, κατά την έννοια του άρθρου 13, του κανονισμού 1371/71 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1971, και σε συνάρτηση με την όλη οικονομία του κανονισμού αυτού, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής μπορούν — αφού έχουν επιτρέψει, χωρίς επιφύλαξη, την οριστική εισαγωγή του εμπορεύματος και την εφαρμογή της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως που χορηγείται στα προϊόντα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών:
1.
Να ζητήσουν από το κράτος εξαγωγής τον έλεγχο του πιστοποιητικού καταγωγής «τύπου Α» που αφορά το εμπόρευμα αυτό.
2.
Να απαιτήσουν, περαιτέρω, σε περίπτωση ενδεχόμενου αρνητικού αποτελέσματος του ελέγχου αυτού, την πληρωμή των δασμών που δεν καταβλήθησαν κατά την εισαγωγή.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Corte Suprema di cassazione της Ιταλίας αποφαίνεται:
Κατά την έννοια του άρθρου 13, του κανονισμού 1371/71 της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1971, οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής μπορούν, αφού έχουν επιτρέψει, χωρίς επιφύλαξη, την οριστική εισαγωγή του εμπορεύματος και την εφαρμογή της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως που χορηγείται στα προϊόντα καταγωγής αναπτυσσομένων χωρών:
1.
Να ζητήσουν από το κράτος εισαγωγής τον έλεγχο του πιστοποιητικού καταγωγής «έντυπο Α» που αφορά το εμπόρευμα αυτό.
2.
Να απαιτήσουν, περαιτέρω, στην περίπτωση ενδεχομένου αρνητικού αποτελέσματος του ελέγχου αυτού, την πληρωμή των δασμών που δεν καταβλήθησαν κατά την εισαγωγή.
Pescatore
Touffait
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Δεκεμβρίου 1980.
Ο Γραμματέας
J. Α. Pompe
βοηθός γραμματέας
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Ρ. Pescatore
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy