Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως — Κανονισμός πού τροποποιεί τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως — Προπαρασκευαστική διαδικασία — Προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο — Ουσιώδης τύπος — Σημασία
( Συνθήκη περί συγχωνεύσεως , άρθρο 24 )
2 . Υπάλληλοι — Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως — Κανονισμός πού τροποποιεί τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως — Προπαρασκευαστική διαδικασία — Διαβούλευση μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί μέ τό Ελεγκτικό Συνέδριο — Μή υποχρεωτική διαβούλευση
( Συνθήκη περί συγχωνεύσεως , άρθρο 24· κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 1 παράγραφος 2 )
3 . Υπάλληλοι — Ίση μεταχείριση — Διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ τών εν ενεργεία υπαλλήλων καί τών συνταξιούχων — Έλλειψη διακρίσεως
Περίληψη
1 . Η προβλεπομένη από τό άρθρο 24 τής συνθήκης περί συγχωνεύσεως διαβούλευση , η οποία επιτρέπει ιδίως στό Κοινοβούλιο νά μετέχει πράγματι στήν νομοθετική διαδικασία τής Κοινότητος , αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ισορροπίας μεταξύ τών θεσμικών οργάνων , τήν οποία επιδιώκουν οι συνθήκες . Η προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο , η οποία προηγείται τής εκδόσεως κανονισμού πού τροποποιεί τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων συνιστά , συνεπώς , ουσιώδη τύπο , η μή τήρηση τού οποίου συνεπάγεται τήν ακυρότητα τού αμφισβητουμένου κανονισμού .
Πρέπει νά θεωρηθεί οτι ο τύπος αυτός ετηρήθη , οταν ο κανονισμός πού εθεσπίσθη τελικώς ειναι σύμφωνος μέ τήν πρόταση πού υπεβλήθη στό Κοινο βούλιο , εκτός από τροποποιήσεις πού αφορούν μάλλον τήν μέθοδο παρά τήν ουσία .
2 . Από τό γεγονός οτι η Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο δέν απαριθμούνται μεταξύ τών οργάνων πού οι συνθήκες αναφέρουν ως όργανα τών τριών Κοινοτήτων , συνάγεται οτι δέν ειναι υποχρεωτική η διαβούλευση μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί μέ τό Ελεγκτικό Συνέδριο στήν περίπτωση θεσπίσεως κανονισμού , ο οποίος τροποποιεί τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων . Άν , βάσει τού άρθρου 1 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο εξομοιώνονται , ως πρός τήν εφαρμογή τού εν λόγω κανονισμού μέ τά όργανα τών Κοινοτήτων , η εξομοίωση αυτή , πού αποσκοπεί στήν εξασφάλιση τής εφαρμογής τού κανονισμού επί τών μονίμων υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών δύο αυτών οργάνων καί στόν προσδιορισμό τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής γιά τούς εν λόγω υπαλλήλους , δέν επεκτείνεται ομως στήν εφαρμογή τών διατάξεων τών συνθηκών οπως τό άρθρο 24 τής συνθήκης περί συγχωνεύσεως , πού αφορούν τήν θέσπιση κοινοτικών κανονισμών .
3 . Η διάκριση συνίσταται στήν ίδια αντιμετώπιση καταστάσεων πού ειναι διαφορετικές ή στήν διαφορετική μεταχείριση καταστάσεων πού ειναι ίδιες . Η κατάσταση τού εν ενεργεία υπαλλήλου διαφέρει αισθητώς από τήν κατάσταση ενός συνταξιούχου , οπότε δέν υφίσταται διάκριση οταν ο κοινοτικός νομοθέτης επιφυλάσσει στούς συνταξιούχους μεταχείριση πού δέν ειναι ίδια μέ εκείνη πού επιφυλάσσεται στούς εν ενεργεία υπαλλήλους .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 828/79 ,
ROBERT ADAM , υπάλληλος τής Επιτροπής τών ΕΚ στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra , Varese ( Ιταλία ), εκπροσωπούμενος από τόν Cesare Ribolzi , δικηγόρο Μιλάνου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Victor Biel , δικηγόρο , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού διατυπώνονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 21 Δεκεμβρίου 1979 , ο Robert Adam , υπάλληλος τής Επιτροπής , υπηρετών στό Κοινό Κέντρο Ερευνών τής Ispra , στήν Ιταλία , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( εφ’ εξής : ο κανονισμός ), προσφυγή , μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής περί καθορισμού τών αποδοχών του γιά τόν μήνα Απρίλιο 1979 , καθώς καί τής απορριπτικής αποφάσεως επί τής ενστάσεώς του , τήν οποία υπέβαλε κατά τής εν λόγω αποφάσεως .
2 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού , οπως ίσχυαν μέχρι τό τέλος τού 1978 ωριζαν : «οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού δέχεται τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , ανάλογα μέ τούς ορους διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους τοποθετήσεως· ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού απασχολούνται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι , τήν 1η Ιανουαρίου 1962 , ίσος πρός 100 %» .
3 Βάσει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού , ενας υπάλληλος δύναται νά ζητήσει τήν μεταφορά μέρους τών αποδοχών του τακτικά ή κατ’ εξαίρεση σέ μία χώρα άλλη απ’ αυτήν , στήν οποία ασκεί τά καθήκοντά του . Η παράγραφος 4 τού ανωτέρω άρθρου , οπως ίσχυε μέχρι τήν 31η Μαρτίου 1979 , ωριζε οτι οι εν λόγω μεταφορές έπρεπε νά πραγματοποιούνται μέσω τού οργάνου στό οποίο υπήγετο ο υπάλληλος «βάσει τών επισήμων τιμών συναλλάγματος πού ισχύουν κατά τήν ημερομηνία τής μεταφοράς» . Ως «επίσημη τιμή συναλλάγματος» , κατά τήν έννοια αυτής τής διατάξεως , εθεωρείτο η τελευταία ισοτιμία πού ειχε γίνει δεκτή από τό ΔΝΤ , η οποία δέν ειχε τροποποιηθεί από 1ης Νοεμβρίου 1969 ( δηλαδή , π.χ . 13 , 66 BFR = 1 DM ).
4 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 ( JO L 369 , σ . 6 ). Ο κανονισμός στό πρώτο του άρθρο ορίζει οτι τό άρθρο 63 τού κανονισμού αντικαθίσταται ως εξής :
«Οι αποδοχές τών υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
Οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διαφορετικό από τό βελγικό φράγκο υπολογίζονται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού εχρησιμοποιήθησαν γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η Ιουλίου 1978 .
Η ημερομηνία αυτή τροποποιείται κατά τήν ετήσια εξέταση τών αποδοχών , πού προβλέπεται στό άρθρο 65 , από τό Συμβούλιο , τό οποίο αποφασίζει , κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής , μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στήν πρώτη περίπτωση τού εδαφίου 2 τής παραγράφου 2 τού άρθρου 148 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 118 τής συνθήκης Ευρατόμ .
Υπό τήν επιφύλαξη τής εφαρμογής τών άρθρων 64 καί 65 , οι συντελεστές αναπροσαρμογής πού καθορίζονται δυνάμει τών εν λόγω άρθρων , προσαρμόζονται , σέ περίπτωση τροποποιήσεως τής ανωτέρω ημερομηνίας , από τό Συμβούλιο , τό οποίο , αποφασίζοντας κατά τήν διαδικασία πού αναφέρεται στό τρίτο εδάφιο , διορθώνει τίς συνέπειες τής διακυμάνσεως τού βελγικού φράγκου σέ σχέση μέ τίς τιμές πού αναφέρονται στό δεύτερο εδάφιο.»
5 Τό άρθρο 2 τού κανονισμού ορίζει :
«Στό παράρτημα VII τού κανονισμού , τό άρθρο 17 αντικαθίσταται ως εξής :
Άρθρο 17
1 . Τά ποσά πού οφείλονται στόν υπάλληλο καταβάλλονται επί τόπου καί στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
2 . Υπό τούς ορους πού καθορίζονται από κανόνες πού θεσπίζουν μέ κοινή συμφωνία τά όργανα τών Κοινοτήτων , κατόπιν γνωμοδοτήσεως τής Επιτροπής επί τού κανονισμού , ο υπάλληλος δύναται :
α ) νά μεταφέρει τακτικά , μέσω τού οργάνου στό οποίο υπάγεται , μέρος τών αποδοχών του μέχρι τό υψος τού ποσού πού εισπράττει ως επίδομα εκπατρισμού ή αποδημίας :
— είτε στό νόμισμα τού Κράτους μέλους τού οποίου ειναι υπήκοος ,
—είτε στό νόμισμα τού Κράτους μέλους στό οποίο ευρίσκεται η κατοικία του ή η διαμονή ενός συντηρουμένου απ’ αυτόν μέλους τής οικογενείας του ,
—είτε στό νόμισμα τής χώρας οπου υπηρέτει προηγουμένως ή τής χώρας οπου ευρίσκεται η εδρα τού οργάνου στό οποίο υπάγεται , υπό τόν ορον οτι πρόκειται γιά υπάλληλο πού υπηρετεί εκτός τού εδάφους τών Κοινοτήτων·
β)νά πραγματοποιεί τακτικές μεταφορές πού υπερβαίνουν τό οριο πού ορίζεται στήν αρχή τής παραγράφου α ) μόνον άν προορίζονται νά καλύψουν έξοδα πού προκύπτουν ιδίως από τακτικές καί αποδεδειγμένες υποχρεώσεις τού ενδιαφερομένου εκτός τής χώρας οπου ευρίσκεται η εδρα τού οργάνου στό οποίο υπηρετεί ή εκτός τής χώρας στήν οποία ασκεί τά καθήκοντά του·
γ)εκτός από τίς ανωτέρω τακτικές μεταφορές , νά ζητήσει τήν άδεια νά μεταφέρει τά ποσά τά οποία επιθυμεί νά διαθέτει στά ανωτέρω υπό α ) αναφερόμενα νομίσματα σέ περιπτώσεις ολως εξαιρετικές καί δεόντως δικαιολογημένες .
3 . Οι μεταφορές πού προβλέπονται στήν παράγραφο 2 πραγματοποιούνται βάσει τών τιμών συναλλάγματος πού αναφέρονται στό άρθρο 63 παράγραφος 2 τού κανονισμού· τά μεταφερόμενα ποσά προσαρμόζονται βάσει τού συντελεστού πού προκύπτει από τήν σχέση μεταξύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τής οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα οπου υπηρετεί ο υπάλληλος.»
6 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού προβλέπει οτι η μέν τυπική ισχύς τού κανονισμού αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1979 , η δέ ουσιαστική του ισχύς από 1ης Απριλίου 1979 .
7 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εθέσπισε επίσης τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3086/78 περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής , βάσει τών οποίων προσαρμόζονται οι αποδοχές καί οι συντάξεις τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής τροποποιήσεως τών διατάξεων τού κανονισμού περί τών νομισματικών ισοτιμιών πού πρέπει νά χρησιμοποιούνται κατά τήν εφαρμογή τού κανονισμού . Τό άρθρο 1 τού κανονισμού καθορίζει , μεταξύ άλλων , τόν εφαρμοστέο επί τών αποδοχών συντελεστή αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία σέ 74,3 καί γιά τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας σέ 98,7 .
8 Ο προσφεύγων μετέφερε , δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , κατά τακτικά χρονικά διαστήματα ορισμένα ποσά στό Βέλγιο καί στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας . Η αντιστοιχία σέ ιταλικές λιρέττες τών ποσών πού μετεφέροντο κατά τά εν λόγω τακτικά χρονικά διαστήματα ανήλθαν τόν Μάρτιο τού 1979 σέ 847 675 λιρέττες .
9 Από 1ης Απριλίου 1979 , τό κόστος , εκφραζόμενο σέ ιταλικές λιρέττες , τών εν λόγω μεταφορών , πού πραγματοποιούνται μέ τιμές συναλλάγματος προκύπτουσες από τήν παράγραφο 3 τού νέου κειμένου τού άρθρου 17 , τού προαναφερθέντος παραρτήματος VII τού κανονισμού , ανήλθε σέ 1 334 934 λιρέττες .
10 Κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , ο προσφεύγων υπέβαλε , στίς 21 Ιουνίου 1979 , ένσταση λόγω τής αυξήσεως από τού Απριλίου 1979 τού κόστους τών μεταφορών πού επραγματοποίει . Η Επιτροπή απήντησε στίς 28 Σεπτεμβρίου 1979 , μέ επιστολή , η οποία , κατά τόν προσφεύγοντα , απευθύνετο «in incertam personam» , οτι αφ’ ενός δέν ηδύνατο , χωρίς αυτό νά συνιστά υπέρβαση εξουσίας , νά μή εφαρμόσει κανονισμούς τού Συμβουλίου πού ειχαν νομίμως τεθεί εν ισχύι καί , αφ’ ετέρου , οτι ως πρός τήν ουσία επεδοκίμαζε τίς τροποποιήσεις πού έγιναν στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως .
11 Ο προσφεύγων εν συνεχεία ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή , μέ τήν οποία ζητεί από τό Δικαστήριο : ( 1 ) νά ακυρώσει τήν σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί τής ενστάσεώς του καί , επικουρικώς , τήν «δήθεν» ρητή απόφαση τής 28ης Σεπτεμβρίου 1979· ( 2 ) νά αναγνωρίσει οτι ειναι παράνομη η μείωση τού τμήματος τών αποδοχών πού καταβάλλεται στόν προσφεύγοντα σέ ιταλικές λιρέττες , ceteris paribus , από τού μηνός Απριλίου 1979· ( 3 ) νά αναγνωρίσει οτι ο προσφεύγων έχει δικαίωμα οπως παραμείνουν αμετάβλητα τά τμήματα τών αποδοχών του πού καταβάλλονται σέ ιταλικές λιρέττες καί σέ συνάλλαγμα , οπως ειχαν σταθεροποιηθεί τόν Μάρτιο τού 1979 , μέχρις οτου τά αποτελέσματα τής τροποποιή σεως εξουδετερωθούν από τίς αυξήσεις τών αποδοχών ( οι οποίες δέν οφείλονται στίς διακυμάνσεις τής αγοραστικής δυνάμεως ), καθώς καί δικαίωμα πρός διόρθωση τών μηνιαίων καταβολών πού έγιναν εν τώ μεταξύ .
12 Ο προσφεύγων προβάλλει , πρώτον , ορισμένους λόγους , στηριζομένους στήν παράβαση ουσιωδών τύπων . Υποστηρίζει οτι οι αμφισβητούμενοι κανονισμοί εθεσπίσθησαν χωρίς προηγουμένη διαβούλευση μέ τά ενδιαφερόμενα όργανα , πού προβλέπει τό άρθρο 24 τής συνθήκης τής 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφ’ εξής : η συνθήκη συγχωνεύσεως ).
Δέν προηγήθη διαβούλευση μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή ούτε μέ τό Ελεγκτικό Συνέδριο , πού , κατά τόν προσφεύγοντα , ειναι τά ενδιαφερόμενα όργανα κατά τήν έννοια τού αναφερθέντος άρθρου . Επί πλέον , η διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επραγματοποιήθη βάσει προτάσεως τής Επιτροπής , η οποία διέφερε αισθητώς από τό κείμενο τών κανονισμών , οπως εθεσπίσθησαν από τό Συμβούλιο .
13 Ο προσφεύγων προβάλλει εν συνεχεία ισχυρισμούς πού αφορούν τό περιεχόμενο καί τά αποτελέσματα τών κανονισμών . Επικρίνει τήν εφαρμογή τών κανονισμών , υποστηρίζοντας οτι μέ τήν εφαρμογή τού νέου κειμένου τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παραβιάζεται η αρχή τών κεκτημένων δικαιωμάτων· οτι η τροποποίηση τών ορων πού προέβλεπε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , η οποία επέφερε αισθητή μείωση τών καθαρών αποδοχών πού ελάμβανον οι υπάλληλοι , υπενόμευσε τούς θεμελιώδεις ορους πού ηδύναντο νά επηρεάσουν τήν απόφαση τού προσφεύγοντος νά δεχθεί τήν υπαγωγή του στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως· καί οτι η εφαρμογή τού κειμένου συνιστούσε παράβαση τών υποχρεώσεων πού η Επιτροπή ανέλαβε δημοσία , νά επαγρυπνά ωστε τά μέτρα πού προέτεινε νά ειναι αυστηρώς ουδέτερα καί νά μή θίγουν τήν πραγματική αξία τών πληρωμών πού διενεργούνται πρός τούς υπαλλήλους ως αποδοχές , συντάξεις καί επιδόματα . Ο τρόπος υπολογισμού τού συντελεστού αναπροσαρμογής , βάσει τού κανονισμού 3086/78 , ο οποίος συνίσταται στήν χρησιμοποίηση ενός λογιστικού τεχνάσματος προορισμένου νά αφήσει τά πράγματα οπως ειχαν , εκτός από τίς αρνητικές επιπτώσεις επί τών μεταφορών , συνιστά περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας . Επί πλέον , οι επίδικοι κανονισμοί δέν ηταν επαρκώς αιτιολογημένοι , ωστε νά ανταποκρίνονται στίς απαιτήσεις τού άρθρου 190 τής συνθήκης .
14 Ο προσφεύγων παραπονείται επίσης γιά τήν διάκριση πού , κατ’ αυτόν , προκύπτει από τήν υπαρξη μεταβατικών διατάξεων , εφαρμοστέων επί τών συντά ξεων , σέ σύγκριση μέ τήν έλλειψη κάθε μεταβατικής διατάξεως εφαρμοστέας επί τών μεταφορών πού πραγματοποιεί ο προσφεύγων βάσει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η Επιτροπή ώφειλε , σύμφωνα μέ τό καθήκον αρωγής , τού οποίου τό άρθρο 24 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποτελεί ενα παράδειγμα , νά προβλέψει , ως εκτελεστικό μέτρο , μεταβατικές διαδικασίες αντισταθμίσεως , τών οποίων η διάρκεια θά έπρεπε νά συμπίπτει μέ τήν λήξη τών νομίμων καί συμβατικών υποχρεώσεων τών υπαλλήλων .
Όσον αφορά τήν παράβαση ουσιωδών τύπων
15 Πρέπει νά σημειωθεί οτι , οταν πρόκειται νά τροποποιηθεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού , τό κοινοτικό δίκαιο προβλέπει διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο καί γνωμοδότηση τής Επιτροπής επί τού κανονισμού . Τό άρθρο 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως ορίζει οτι «τό Συμβούλιο εκδίδει μέ ειδική πλειοψηφία , προτάσει τής Επιτροπής καί κατόπιν διαβουλεύσεως μέ άλλα ενδιαφερόμενα όργανα , τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τό καθεστώς πού εφαρμόζεται επί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων αυτών» . Τό άρθρο 10 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει οτι η Επιτροπή ζητεί από τήν Επιτροπή επί τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( πού αποτελείται από εκπροσώπους τών επιτροπών προσωπικού ) νά εκφέρει γνώμη επί οποιασδήποτε προτάσεως αναθεωρήσεως τού κανονισμού .
16 Πρέπει , ομως , νά γίνει διάκριση μεταξύ τών απαιτήσεων πού τό κοινοτικό δίκαιο θέτει γιά τόν κανονισμό 3085/78 , ο οποίος επιφέρει τροποποίηση τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τών απαιτήσεων πού θέτει γιά τόν κανονισμό 3086/78 , ο οποίος τροποποιεί τούς συντελεστές αναπροσαρμογής . Ένας κανονισμός , οπως ο κανονισμός 3086/78 , πού καθορίζει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής , θεσπίζεται από τό Συμβούλιο , προτάσει τής Επιτροπής , δυνάμει τού άρθρου 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό οποίο δέν επιβάλλει καμμία υποχρέωση διαβουλεύσεως .
17 Όσον αφορά τόν κανονισμό 3085/78 , αληθεύει οτι τό άρθρο 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως προβλέπει τήν διαβούλευση μέ τά άλλα ενδιαφερόμενα όργανα , μεταξύ τών οποίων τό Κοινοβούλιο . Η εν λόγω διαβούλευση , η οποία επιτρέπει ιδίως στό Κοινοβούλιο νά μετέχει πράγματι στήν νομοθετική διαδικασία τής Κοινότητος , αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ισορροπίας μεταξύ τών θεσμικών οργάνων , τήν οποία επιδιώκουν οι συνθήκες . Η προσήκουσα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο συνιστά , συνεπώς , ουσιώδη τύπο , η μή τήρηση τού οποίου συνεπά γεται τήν ακυρότητα τού αμφισβητουμένου κανονισμού . Πρέπει επομένως νά εξετασθεί άν όντως έγινε η αναγκαία διαβούλευση .
18 Τήν 1η Απριλίου 1977 , η Επιτροπή κατόπιν γνώμης τής Επιτροπής επί τού κανονισμού υπέβαλε στό Συμβούλιο πρόταση κανονισμού τού Συμβουλίου περί εισαγωγής τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ( UCE — ΕΛΜ ) στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ( JO C 99 , σ . 5 ). Τό πρώτο άρθρο της αφορούσε τήν αντικατάσταση , στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τού βελγικού φράγκου από τήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα . Η πρόταση περιείχε τροποποιήσεις πού κατέστησαν αναγκαίες λόγω τής εισαγωγής τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος , ιδίως τήν αντικατάσταση , στό άρθρο 66 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τού παλαιού πίνακος στόν οποίο οι αποδοχές εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα , από ενα νέο πίνακα στόν οποίο οι αποδοχές εκφράζονται στήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα . Τό άρθρο 41 τής προτάσεως αφορούσε τήν αντικατάσταση τής παραγράφου 4 τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού από τήν ακόλουθη παράγραφο :
«Οι μεταφορές πού προβλέπονται στίς ανωτέρω παραγράφους 2 καί 3 πραγματοποιούνται βάσει τής αξίας τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ( ΕΛΜ ), πού καθορίζεται στό άρθρο 63 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· τά μεταφερόμενα ποσά προσαρμόζονται βάσει τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού προκύπτει από τήν σχέση μεταξύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στής οποίας τό νόμισμα πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα οπου υπηρετεί ο υπάλληλος.»
Η πρόταση περιείχε καί άλλες διατάξεις , οι οποίες δέν παρουσιάζουν ενδιαφέρουν γιά τήν παρούσα υπόθεση .
19 Τό Κοινοβούλιο , αφού έλαβε τήν πρόταση καί μία αίτηση τού Συμβουλίου περί γνωμοδοτήσεως , εξέφερε ευνοϊκή γνώμη ( JO 1977 , C 183 , σ . 55 ). Τό ψήφισμα τού Κοινοβουλίου περιελάμβανε , μεταξύ άλλων , τίς ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις :
«— επειδή οι προτάσεις πού υπέβαλε πρός εξέταση η Επιτροπή στό Κοινοβούλιο αποσκοπούν αποκλειστικώς στό νά εκφράζονται στήν ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα οι αξίες ( αποδοχές , επιδόματα , μεταφορές κεφαλαίων , συντελεστές αναπροσαρμογής , φόρος ), πού μέχρι τώρα εξεφράζοντο σέ βελγικά φράγκα , χωρίς νά θιγούν τά δικαιώματα τού προσωπικού ή νά υπόκεινται οι μισθοί τους σέ διακυμάνσεις·
«— . . . . . .
«—επειδή η εισαγωγή τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος επιτρέπει τήν μή χρησιμοποίηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τήν διόρθωση τών ισοτιμιών συναλλάγματος καί ο συντελεστής θά χρησιμοποιείται στό εξής οπως ειχε προβλεφθεί αρχικώς , κυρίως γιά νά λαμβάνονται υπ’ όψη οι αυξήσεις τού κόστους ζωής·
«— επειδή η Επιτροπή παρέσχε διαβεβαιώσεις οτι οι προτάσεις της ουδαμώς θά θίξουν τούς υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , στό θέμα τών μισθών καί λοιπών πληρωμών» .
20 Μέ τό ψήφισμα ζητείται από τήν Επιτροπή νά θεσπίσει , οταν κρίνει σκόπιμο , τίς αναγκαίες διοικητικές διατάξεις , ωστε η εφαρμογή τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος νά μήν επιφέρει διατάραξη τής υφισταμένης διοικητικής πρακτικής ή νά βλάψει , έστω καί παροδικώς , τά συμφέροντα τής ευρωπαϊκής δημοσίας υπηρεσίας καί σημειώνονται οι διαβεβαιώσεις τής Επιτροπής οτι οι προτάσεις της δέν θά θίξουν καθόλου τήν πραγματική αξία τών πληρωμών πού διενεργούνται πρός τούς υπαλλήλους ως αποδοχές , συντάξεις καί επιδόματα .
21 Τήν 29η Νοεμβρίου 1978 , μέ ανακοίνωση πρός τό Συμβούλιο , η Επιτροπή εξέφρασε τήν επιθυμία νά τροποποιηθεί τό πρώτο άρθρο τής από 1ης Απριλίου 1977 προτάσεώς της . Τό κείμενο τής νέας προτάσεως αντιστοιχεί στίς δύο πρώτες παραγράφους τού άρθρου 63 , οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 3085/78 . Μέ τήν ίδια ανακοίνωση , η Επιτροπή προέτεινε μεταβατική περίοδο εξι μηνών , δηλαδή μέχρι τήν 1η Οκτωβρίου 1979 , γιά τούς συνταξιούχους καί τούς δικαιούχους επιδομάτων , τών οποίων οι καθαρές απολαβές θά υφίσταντο μείωση λόγω τής αναπροσαρμογής .
22 Ο κανονισμός 3085/78 ακολούθησε τήν εν λόγω πρόταση τής Επιτροπής μέ προσθήκη ομως , μετά τήν προταθείσα μεταβατική διάταξη , τής προσθέτου μεταβατικής διατάξεως : «Μετά τήν ημερομηνία αυτή , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών πού προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού καί τών ποσών πού εισεπράχθησαν γιά τόν Σεπτέμβριο 1979 μειώνεται κατά εν δέκατο μηνιαίως» .
23 Από τήν έκθεση τής επιτροπής προϋπολογισμών τού Κοινοβουλίου προκύπτει οτι τό Κοινοβούλιο ηταν σέ θέση νά εκτιμήσει τίς επιπτώσεις πού ηδύνατο νά έχει η αρχική πρόταση τής Επιτροπής στίς συντάξεις καί στίς μεταφορές πού πραγματοποιούνται δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί οτι οι διαβεβαιώσεις πού παρέσχε η Επιτροπή ενώπιον τού Κοινοβουλίου πρέπει νά εννοηθούν υπό τήν έννοια οτι η «ουδετερότης» τής προτάσεως αφορούσε τίς συνολικές αποδοχές τών υπαλλήλων καί οτι σέ ορισμένες περιπτώσεις η πρόταση τής Επιτροπής ηδύνατο νά έχει ως αποτέλεσμα τήν αύξηση τού κόστους τών μεταφορών .
24 Πράγματι , ο κανονισμός πού εθεσπίσθη τελικώς ηταν σύμφωνος μέ τήν πρόταση πού υπεβλήθη στό Κοινοβούλιο , εκτός από τήν αντικατάσταση τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος από τίς αναπροσαρμοσμένες τιμές συναλλάγματος καί από τίς μεταβατικές διατάξεις πού απέβλεπαν στό νά καταστήσουν , γιά ορισμένο χρονικό διάστημα , λιγότερο επαχθές τό αποτέλεσμα τών διατάξεων τού κανονισμού γιά ορισμένους συνταξιούχους . Όσον αφορά τήν αντικατάσταση τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος από τίς αναπροσαρμοσμένες τιμές συναλλάγματος , πρέπει νά σημειωθεί οτι οι τιμές πού υιοθετήθησαν αντεπροσώπευαν ακριβώς , σέ εθνικά νομίσματα , τήν αξία τής ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος , κατά τήν 1η Απριλίου 1978 , ωστε αυτή η τροποποίηση τής αρχικής προτάσεως απετέλεσε στήν πραγματικότητα μάλλον μεταβολή μεθόδου παρά ουσίας . Όσον αφορά τήν μεταβατική διάταξη υπέρ ορισμένων συνταξιούχων , πρέπει νά σημειωθεί οτι η διάταξη αυτή ανταποκρίνεται ευρέως στήν επιθυμία πού εξέφρασε τό Κοινοβούλιο .
25 Υπό τίς περιστάσεις αυτές , δέν ηταν αναγκαία νέα διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο επί τών αμφισβητουμένων διατάξεων .
26 Όσον αφορά τό επιχείρημα πού προβάλλει ο προσφεύγων , οτι η Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο ειναι , κατά τήν έννοια τού άρθρου 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως , όργανα , μετά τών οποίων η προηγουμένη διαβούλευση αποτελεί ουσιώδη ορο γιά τήν θέσπιση ενός κανονισμού τροποποιούντος τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως , πρέπει νά τονισθεί οτι οι συνθήκες περί ιδρύσεως τών Κοινοτήτων περιέχουν διατάξεις πού προσδιορίζουν ποιά ειναι τά όργανα τών τριών Κοινοτήτων . Η Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο δέν αναφέρονται μεταξύ τών οργάνων αυτών . Απ’ αυτό συνάγεται οτι δέν ηταν υποχρεωτική η διαβούλευση μέ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο .
27 Ειναι αληθές οτι , βάσει τού άρθρου 1 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο εξομοιώνονται , ως πρός τήν εφαρμογή τού εν λόγω κανονισμού , μέ τά όργανα τών Κοινοτήτων . Η εξομοίωση αυτή , πού αποσκοπεί στήν εξασφάλιση τής εφαρμογής τού κανονισμού επί τών μονίμων υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών δύο αυτών οργάνων καί στόν προσδιορισμό τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής γιά τούς εν λόγω υπαλλήλους , δέν επεκτείνεται ομως στήν εφαρμογή τών διατάξεων τής συνθήκης , οπως τό άρθρο 24 τής συνθήκης συγχωνεύσεως , πού αφορούν τήν θέσπιση κοινοτικών κανονισμών .
Όσον αφορά τό περιεχόμενο καί τά αποτελέσματα τών κανονισμών
28 Ο προσφεύγων φρονεί οτι μέ τό νέο σύστημα υπολογισμού τών τιμών συναλλάγματος γιά τίς μεταφορές παραβιάζονται τά κεκτημένα δικαιώματά του . Βάσει τών διατάξεων πού ίσχυαν μέχρι τόν Απρίλιο 1979 , ο προσφεύγων ανέλαβε επιτακτικές υποχρεώσεις , από τίς οποίες ηδύνατο νά απαλλαγεί μόνον μετά τήν πάροδο ορισμένου χρόνου . Η υπαρξη , από πολλών ετών , τής δυνατότητος μεταφοράς , κατά τακτικά χρονικά διαστήματα , ορισμένου τμήματος τών μηνιαίων αποδοχών του τόν ωδήγησε νά αναλάβει υποχρεώσεις καί δικαίως ειχε κάθε δικαίωμα νά πιστεύει οτι τό σύστημα δέν θά μεταβληθεί εις βάρος του πρίν λήξουν οι υποχρεώσεις του . Ειχε επομένως δικαίωμα νά διατηρηθεί εν ισχύι τό παλαιό σύστημα μεταφορών ή τουλάχιστον ενα μεταβατικό σύστημα , πού θά εξακολουθούσε νά εφαρμόζεται επί τών προηγουμένων τιμών συναλλάγματος μέχρις οτου λήξουν οι υποχρεώσεις του . Η Επιτροπή εδεσμεύθη δημοσία ενώπιον τού Κοινοβουλίου νά επαγρυπνά ωστε τά μέτρα πού θά ελαμβάνοντο νά ειναι αυστηρώς «ουδέτερα» καί νά μή θίγουν τήν πραγματική αξία τών πληρωμών πού διενεργούνται πρός τούς υπαλλήλους ως αποδοχές , συντάξεις καί επιδόματα .
29 Τά επιχειρήματα τού προσφεύγοντος στηρίζονται στόν συλλογισμό οτι αυτός έχει δικαίωμα νά διατηρηθεί η τιμή συναλλάγματος , πού εφαρμόζεται στίς μεταφορές πού πραγματοποιούνται δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σέ επίπεδο πού θά τού επέτρεπε νά λαμβάνει , αφού πραγματοποιήσει τίς εν λόγω μεταφορές , υπόλοιπο αποδοχών σέ ιταλικές λιρέττες ίσο πρός εκείνο πού έλαβε τόν Μάρτιο 1979 , τουλάχιστον μέχρις οτου λήξουν οι υποχρεώσεις του , πού ανέλαβε πρίν από τόν Απρίλιο 1979 . Πρέπει ομως νά σημειωθεί οτι οι τιμές συναλλάγματος πού εχρησιμοποιούντο μέχρι τόν Απρίλιο 1979 ηταν ιδιαιτέρως ευνοϊκές γιά τούς υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ χώρες μέ ασθενές νόμισμα . Πράγματι , ο συντελεστής αναπροσαρμογής ειχε καθορισθεί έτσι ωστε νά λαμβάνεται υπ’ όψη η υποτίμηση τού νομίσματος τού τόπου υπηρεσίας καί εφηρμόζετο επί τών συνολικών αποδοχών , ενώ οι μεταφορές επραγματοποιούντο μέ τιμή συναλλάγματος τού έτους 1969 . Από τού Απριλίου 1979 , οι αποδοχές υπελογίζοντο βάσει αναπροσαρμοσμένων τιμών συναλλάγματος , ωστε νά εξασφαλίζονται σέ κάθε υπάλληλο οι ίδιες συνολικές αποδοχές μέ εκείνες πού έλαβε τόν Μάρτιο τού 1979 , εκφραζόμενες σέ εθνικό νόμισμα . Οι μεταφορές εξακολουθούσαν νά πραγματοποιούνται μέ τιμή συναλλάγματος πιό ευνοϊκή από τήν επίσημη τιμή , άν καί λιγότερο ευνοϊκή από τήν τιμή πού εχρησιμοποιείτο προηγουμένως , αυτό δέ κατ’ εφαρμογή , στό μεταφερόμενο ποσό τού συντελεστού πού προκύπτει από τήν σχέση μεταξύ τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα στό νόμισμα τής οποίας πραγματοποιείται η μεταφορά καί τού συντελεστού πού έχει καθορισθεί γιά τήν χώρα υπηρεσίας τού υπαλλήλου . Ο τρόπος αυτός υπολογισμού τής τιμής συναλλάγματος ειχε ως σκοπό νά επιτρέπει στόν υπάλληλο , πού υπηρετεί σέ χώρα μέ ασθενές νόμισμα , νά πραγματοποιεί τίς εν λόγω μεταφορές μέ τό ίδιο τμήμα τών συνολικών αποδοχών του , οπως καί ενας υπάλληλος υπηρετών σέ χώρα μέ ισχυρό νόμισμα .
30 Ειναι αληθές οτι η η εφαρμογή τών επιδίκων νέων διατάξεων επέφερε μείωση τού υπολοίπου πού απέμενε στόν προσφεύγοντα μετά τήν πραγματοποίηση μεταφορών ιδίων μέ εκείνες τού Μαρτίου 1979 . Πρέπει ομως νά σημειωθεί οτι τό υπόλοιπο αυτό , πού απέμενε μετά τίς μεταφορές , δέν ηταν σταθερό γιά πολλά χρόνια , οπως αφήνουν νά εννοηθεί οι δηλώσεις τού προσφεύγοντος , αλλά οτι εποίκιλλε αναλόγως τών προσαρμογών τού συντελεστού αναπροσαρμογής πρός τήν εξέλιξη τού κόστους ζωής καί τού ποσοστού τού πληθωρισμού .
31 Πρέπει νά αναφερθεί οτι ο συντελεστής αναπροσαρμογής εθεσπίσθη σέ περίοδο σχετικής σταθερότητος τών νομισμάτων καί οτι η λειτουργία του συνίστατο στό νά εξασφαλίζει οτι οι αποδοχές ενός υπαλλήλου προσαρμόζονται αναλόγως τών ορων διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας . Μετά τήν νομισματική κρίση , ομως , ο συντελεστής αναπροσαρμογής εχρησιμοποιήθη όχι μόνον γιά νά προσαρμόζει τίς αποδοχές αναλόγως τών ορων διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας , αλλά καί ως αντιστάθμισμα στήν υποτίμηση ορισμένων ασθενών νομισμάτων . Μέ τόν τρόπο αυτό , τό 1978 , ενώ τό κόστος ζωής στήν Ιταλία ηταν κατώτερο από τό κόστος ζωής στό Βέλγιο , ο συντελεστής αναπροσαρμογής γιά τήν Ιταλία ηταν ανώτερος περίπου κατά τό ημισυ τού συντελεστού αναπροσαρμογής γιά τό Βέλγιο . Μέ τήν εφαρμογή τού εν λόγω συντελεστού στίς τιμές συναλλάγματος , τίς προβλεπόμενες από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως , πού ίσχυαν μέχρι τό τέλος τού 1978 ( 1 BFR = 12,50 λιρέττες ), αντεσταθμίσθη η υποτίμηση τής λιρέττας .
32 Συνεπακόλουθο τής εν λόγω χρησιμοποιήσεως τού συντελεστού αναπροσαρμογής ηταν οτι τό τμήμα τών αποδοχών πού προωρίζετο νά μεταφερθεί , δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως μέ τήν επίσημη τιμή , έπρεπε νά προσαρμοσθεί βάσει τού συντελεστού αναπροσαρμογής , επειδή αποτελούσε τμήμα τών συνολικών αποδοχών . Αυτό ειχε ως συνέπεια οτι οσο περισσότερο υπετιμάτο ενα ασθενές νόμισμα , τόσο μικρότερο ηταν τό τμήμα τών συνολικών αποδοχών πού απητείτο γιά μεταφορά ορισμένου ποσού πρός χώρα μέ ισχυρό νόμισμα .
33 Αντιθέτως , μετά τήν τροποποίηση τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , πού επήλθε μέ τόν κανονισμό 3085/78 , κατέστη δυνατή η επαναφορά τού συντελεστού αναπροσαρμογής στήν ορθή λειτουργία του , δηλαδή αντανακλά τούς ορους διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους υπηρεσίας . Καίτοι τό κόστος τών μεταφορών κατέστη λιγότερο ευνοϊκό , τό σύστημα ομως εξακολουθούσε νά ευνοεί τούς υπαλλήλους πού υπηρετούν σέ χώρα μέ ασθενές νόμισμα .
34 Φαίνεται , επομένως , οτι έστω κι άν δύνανται νά υπάρχουν ορια εξουσίας στήν νομοθετική εξουσία τών Κοινοτήτων ως πρός τήν μείωση τών ευεργετημάτων πού απολαύουν οι υπάλληλοι υπό τό σύστημα τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , δέν ειναι δυνατόν νά υποστηριχθεί οτι στήν προκειμένη περίπτωση εσημειώθη υπέρβαση τών ορίων αυτών .
35 Ο προσφεύγων επικρίνει , εξ άλλου , τόν τρόπο υπολογισμού πού προβλέπει ο κανονισμός 3086/78 γιά τόν συντελεστή αναπροσαρμογής . Κατά τόν προσφεύγοντα , ο υπολογισμός αυτός συνίσταται σέ ενα λογιστικό τέχνασμα πού σκοπό έχει νά αφήσει τά πράγματα ως έχουν , εκτός οσον αφορά τίς αρνητικές επιπτώσεις στήν περίπτωση τών μεταφορών , γεγονός πού συνιστά κατάχρηση εξουσίας .
36 Επ’ αυτού πρέπει νά σημειωθεί οτι η αναπροσαρμογή τών τιμών συναλλάγματος πού επραγματοποιήθη μέ τόν κανονισμό 3085/78 ειχε ως συνέπεια οτι δέν ηταν πλέον αναγκαία η χρησιμοποίηση τού συντελεστού αναπροσαρμογής πρός αντιστάθμιση τής υποτιμήσεως ορισμένων νομισμάτων . Μολονότι , συνεπώς , ο συντελεστής αναπροσαρμογής καθωρίσθη κατά τρόπο ωστε κάθε υπάλληλος νά λαμβάνει τίς συνολικές αποδοχές πού θά ελάμβανε υπό τό παλαιό σύστημα καί μολονότι , σέ ορισμένες περιπτώσεις , αυτό ειχε ως συνέπεια τήν απώλεια ορισμένων πλεονεκτημάτων ως πρός τίς μεταφορές , η συνέπεια αυτή ηταν σύμφωνη μέ τόν σκοπό τής τροποποιήσεως τού κανονισμού καί δέν ηδύνατο νά χαρακτηρισθεί ως κατάχρηση εξουσίας .
37 Όσον αφορά τήν αιτιολογία τών κανονισμών , τήν οποία ο προσφεύγων κρίνει ως ανεπαρκή , ειναι αληθές οτι η αιτιολογία τού κανονισμού 3085/78 ηταν σύντομη , αλλά , εν όψει τής διακυμάνσεως τών διαφόρων νομισμάτων ανά τόν κόσμο πού επήλθε μετά τήν θέσπιση τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η αιτιολογική σκέψη μέ τήν οποία εκφράζεται η ανάγκη αναπροσαρμογής τών τιμών συναλλάγματος δύναται νά θεωρηθεί ως επαρκής αιτιολογία . Όσον αφορά τόν κανονισμό 3086/78 , αρκεί η διαπίστωση οτι ειναι , οπως δηλώνεται στίς αιτιολογικές του σκέψεις , αναγκαία συνέπεια τού κανονισμού 3085/78 , καί επομένως ειναι επαρκώς αιτιολογημένος .
38 Ο προσφεύγων υποστηρίζει , επί πλέον , οτι η έλλειψη , στούς αμφισβητουμένους κανονισμούς , μεταβατικών διατάξεων υπέρ τών εν ενεργεία υπαλλήλων , παρομοίων μέ εκείνες πού ευνοούν τούς συνταξιούχους , παραβιάζει τήν αρχή τής απαγορεύσεως τών διακρίσεων .
39 Επ’ αυτού αρκεί νά σημειωθεί οτι η διάκριση , υπό νομική έννοια , συνίσταται στήν ίδια αντιμετώπιση καταστάσεων πού ειναι διαφορετικές ή στήν διαφορετική μεταχείριση καταστάσεων πού ειναι ίδιες . Η κατάσταση τού εν ενεργεία υπαλλήλου διαφέρει αισθητώς από τήν κατάσταση τού συνταξιούχου , οπότε δέν υφίσταται διάκριση οταν ο κοινοτικός νομοθέτης επιφυλάσσει στούς συνταξιούχους μεταχείριση πού δέν ειναι ίδια μέ εκείνη πού επιφυλάσσεται στούς εν ενεργεία υπαλλήλους .
40 Η ίδια αρχή εφαρμόζεται οσον αφορά τήν επικαλουμένη διάκριση πού απορρέει από τήν απόφαση τής Επιτροπής νά εφαρμόσει γιά περίοδο πέντε ετών ειδική πολιτική εν σχέσει πρός τίς αξίες πού πρέπει νά ληφθούν υπ’ όψη γιά τίς δαπάνες συντηρήσεως προσώπων εξομοιουμένων πρός συντηρούμενα πρόσωπα ( πληροφορίες διοικητικής φύσεως αριθ . 233 τής 30ής Απριλίου 1979 ). Η περίπτωση τών μεταφορών δέν δύναται νά εξομοιωθεί μέ τήν περίπτωση τών προσώπων πού αναφέρονται στήν απόφαση αυτή .
41 Οι ισχυρισμοί πού στηρίζονται στήν επικαλουμένη διάκριση πρέπει , συνεπώς , νά απορριφθούν .
42 Δεδομένου οτι η εξέταση τών επιχειρημάτων πού προέβαλε ο προσφεύγων απέδειξε οτι κανένας από τούς επικληθέντες λόγους δέν ευσταθεί , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί , ως αβάσιμη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
43 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
44 Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy